ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-297/88 και C-197/89 ( *1 )
Ι — Κανονιστικό πλαίσιο
Α — Οι κοινοτικές διατάξεις.
1.
Το δικαίωμα του συζύγου του εργαζομένου να διαμένει στο έδαφος κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης, ρυθμίζεται:
—
αφενός από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), που ορίζει στο άρθρο 10, πρώτο εδάφιο:
«Ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των, έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως μετά του εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους που απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους: ... έκαστος των συζύγων και οι κατιόντες τους οι οποίοι έχουν ηλικία κάτω των 21 ετών ή συντηρούνται απ' αυτόν... »
—
αφετέρου από την οδηγία 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 43 ), που προβλέπει στο άρθρο 1 την κατάργηση « υπό τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία των περιορισμών στη διακίνηση και διαμονή των υπηκόων των εν λόγω κρατών και των μελών της οικογενείας τους επί των οποίων εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68».
2.
Ο εργαζόμενος ο οποίος παύει απασχολούμενος έχει, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1251/70 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1970, περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 64), το δικαίωμα να παραμένει στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο εργάστηκε. Το δικαίωμα παραμονής καλύπτει και τα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου υπό τους όρους του άρθρου 3 του κανονισμού που ορίζει ότι:
«Τα μέλη της οικογενείας εργαζομένου τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, τα οποία κατοικούν μαζί με αυτόν στο έδαφος κράτους μέλους, έχουν το δικαίωμα να παραμείνουν εκεί μονίμως αν ο εργαζόμενος έχει αποκτήσει το δικαίωμα παραμονής στο έδαφος του κράτους αυτού σύμφωνα με το άρθρο 2, ακόμα και μετά τον θάνατο του. »
3.
Η ίδια διάκριση μεταξύ του δικαιώματος διαμονής και του δικαιώματος παραμονής ισχύει και για τους συζύγους των υπηκόων κράτους μέλους που ασκούν ή άσκησαν ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
Το δικαίωμα διαμονής προβλέπεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 73/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1973, περί της καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητος στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 144). Το δικαίωμα παραμονής ρυθμίζεται, κατά τους όρους των διατάξεων που διέπουν τους συζύγους των εργαζομένων, από το άρθρο 3 της οδηγίας 75/34/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1974, περί του δικαιώματος των υπηκόων των κρατών μελών να παραμένουν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό μη μισθωτής δραστηριότητας (ΕΕειδ. έκδ. 06/001, σ. 191).
4.
Οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι κοινοτικοί υπήκοοι και τα μέλη των οικογενειών τους μπορούν να λάβουν άδεια διαμονής ή ενδεχομένως να προσβάλουν την άρνηση χορηγήσεως αδείας διαμονής ή το μέτρο της απομάκρυνσης από την επικράτεια προβλέπονται από την οδηγία 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 16).
Η οδηγία αυτή ορίζει στα άρθρα 8 και 9:
« Άρθρο 8
O ενδιαφερόμενος πρέπει να δύναται να ασκήσει κατά της αποφάσεως περί αρνήσεως εισόδου, αρνήσεως εκδόσεως ή ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή κατά της αποφάσεως περί απομακρύνσεως από την επικράτεια, τις προσφυγές που δύνανται να ασκήσουν οι ημεδαποί κατα των πράξεων της διοικήσεως.
Άρθρο 9
1. Αν δεν χωρεί προσφυγή σε δικαστήριο ή αν η προσφυγή αυτή αναφέρεται μόνο στη νομιμότητα της αποφάσεως ή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, η απόφαση περί αρνήσεως ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή η απόφαση περί απομακρύνσεως του κατόχου αδείας διαμονής από την επικράτεια λαμβάνεται από τη διοικητική αρχή — εκτός επειγουσών περιπτώσεων — μόνο κατόπιν γνώμης αρμοδίας αρχής της χώρας υποδοχής, ενώπιον της οποίας ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δύναται να προβάλλει τα μέσα υπερασπίσεως του και να δύναται να επικουρείται ή να εκπροσωπείται κατά τους δικαστικούς όρους που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία.
Η αρχή αυτή πρέπει να είναι άλλη από εκείνη που έχει αρμοδιότητα να λαμβάνει την απόφαση περί αρνήσεως ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή την απόφαση περί απομακρύνσεως.
2. Οι αποφάσεις περί αρνήσεως εκδόσεως της πρώτης αδείας διαμονής, καθώς και οι αποφάσεις περί απομακρύνσεως προ της εκδόσεως της εν λόγω αδείας υποβάλλονται προς εξέταση, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, στην αρχή εκείνη, η προηγούμενη γνώμη της οποίας προβλέπεται από την παράγραφο 1. Ο ενδιαφερόμενος επιτρέπεται τότε να αναλάβει αυτοπροσώπως την υπεράσπιση του, εκτός αν λόγοι ασφαλείας του κράτους αντιτίθενται στην υπεράσπιση αυτή.»
Β — Οι εθνικές διατάξεις
1.
Το άρθρο 40 του βελγικού νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 περί εισόδου στην επικράτεια, διαμονής, εγκαταστάσεως και απομακρύνσεως των αλλοδαπών ( Moniteur belge της 31. 12. 1980, σ. 14584) εξομοιώνει τον αλλοδαπό σύζυγο του βέλγου υπηκόου ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς του με « αλλοδαπό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ».
Το άρθρο 42 του νόμου αυτού ορίζει:
«Το δικαίωμα διαμονής αναγνωρίζεται υπέρ των αλλοδαπών ΕΚ υπό τους όρους και για τη διάρκεια που ορίζει ο νόμος σύμφωνα με τους κανονισμούς και τις οδηγίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Το δικαίωμα διαμονής πιστοποιείται με τίτλο ο οποίος χορηγείται στις περιπτώσεις και κατά τον τρόπο που καθορίζει ο βασιλεύς, σύμφωνα με τους εν λόγω κανονισμούς και οδηγίες.
Η απόφαση σχετικά με τη χορήγηση τίτλου διαμονής λαμβάνεται το συντομότερο δυνατό και το αργότερο εντός έξι μηνών από της υποβολής της αιτήσεως. »
2.
Όσον αφορά τα ένδικα μέσα που μπορούν να ασκηθούν κατά των αποφάσεων περί μη χορηγήσεως τίτλου διαμονής και απομακρύνσεως από τη χώρα, ο νόμος της 15ης Δεκεμβρίου 1980 διακρίνει:
—
αφενός, στο άρθρο 44, τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεως αναθεωρήσεως στον υπουργό δικαιοσύνης. Το άρθρο 67 του εν λόγω νόμου ορίζει ότι το μέτρο της απομακρύνσεως από την επικράτεια δεν εκτελείται εφόσον εκκρεμεί η εν λόγω αίτηση'
—
αφετέρου, στο άρθρο 69 , την προσφυγή ακυρώσεως στο Conseil d'Etat.
Το άρθρο 63 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 15ης Ιουλίου 1987 ( Moniteur belge της 18ης Ιουλίου 1987, σ. 11111), αποκλείει ρητά την εφαρμογή, σε ορισμένες αποφάσεις που αφορούν τους αλλοδαπούς, του άρθρου 584 του δικαστικού κώδικα που παρέχει την αρμοδιότητα στο δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων να διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως των διοικητικών αποφάσεων. Η εξαίρεση αυτή δεν αφορά τα μέτρα που λαμβάνονται εις βάρος κοινοτικών υπηκόων.
II — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Η Massam Dzodzi έχει την ιθαγένεια του Τόγκο. Στις αρχές του 1987 μετέβη στο Βέλγιο και στις 14 Φεβρουαρίου 1987 παντρεύτηκε τον Julien Herman, βελγικής ιθαγενείας.
Την επόμενη του γάμου της εβδομάδα η Dzodzi υπέβαλε « αίτηση εγκαταστάσεως ως πρόσωπο υπαγόμενο στις ευεργετικές διατάξεις των κοινοτικών κανονισμών και οδηγιών ». Η βελγική διοικητική αρχή δεν έλαβε απόφαση επί της αιτήσεως λόγω του ότι οι σύζυγοι αναχώρησαν για το Τόγκο. Κατά τη διαμονή τους στη χώρα αυτή, που διήρκεσε από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο του 1987, ο Herman ασθένησε σοβαρά. Μετά την επιστροφή τους στο Βέλγιο αποβίωσε στα τέλη Ιουλίου 1987.
2.
Η Dzodzi, που είχε συνοδεύσει τον σύζυγό της στο Βέλγιο, αναχώρησε και πάλι για το Τόγκο απ' όπου υπέβαλε αίτηση παρατάσεως της αδείας διαμονής της στο βελγικό έδαφος προκειμένου να ρυθμίσει τις διατυπώσεις της κληρονομικής διαδοχής. Η αίτηση αυτή αναφερόταν στο προμνημονευθέν άρθρο 40 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, που εξομοιώνει τον σύζυγο βέλγου υπηκόου με υπήκοο χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
Πριν η βελγική διοικητική αρχή αποφασίσει επί της αιτήσεως αυτής, η Dzodzi επανήλθε στο Βέλγιο.
Με απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1988 η υπηρεσία αλλοδαπών απέρριψε την αίτηση της Dzodzi για τακτοποίηση της διαμονής της, με την αιτιολογία ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε η τελευταία δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εξαιρετικοί ανέφερε πάντως ότι θα δοθεί η εντολή στην αρμόδια δημοτική αρχή να της χορηγήσει «δήλωση αφίξεως» τρίμηνης ισχύος.
3.
Η Dzodzi υπέβαλε αίτηση αναθεωρήσεως της αποφάσεως αυτής υπογραμμίζοντας ότι εξομοιώνεται με υπήκοο της ΕΟΚ' η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με δύο αποφάσεις της βελγικής διοικητικής αρχής, της 25ης Μαρτίου και 12ης Απριλίου 1988.
Η απόφαση της 25ης Μαρτίου 1988 περιελάμβανε και διάταξη περί εγκαταλείψεως του βελγικού εδάφους.
4.
Η υπόθεση ήχθη ενώπιον του Tribunal de première instance των Βρυξελλών, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου αυτού αποφάσισε, με Διάταξη της, 5ης Οκτωβρίου 1988, να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« A — Ως προς το δικαίωμα διαμονής
Υπήκοος τρίτης χώρας νυμφεύεται βέλγο υπήκοο ο οποίος αποβιώνει περίπου έξι μήνες μετά τον γάμο. Εκτιμώνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του δικαιώματος διαμονής σε μη κοινοτικό υπήκοο, σύζυγο βέλγου υπηκόου, κατά τον χρόνο της εισόδου στο Βασίλειο, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως αδείας διαμονής ή κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος;
Θίγεται το ενδεχόμενο δικαίωμα διαμονής από το ότι οι σύζυγοι απουσίασαν από τη χώρα επί περίοδο μεγαλύτερη των τριών και μικρότερη των έξι μηνών πριν από τη χορήγηση του τίτλου διαμονής και χωρίς να ενημερώσουν προηγουμένως τις διοικητικές αρχές για την ενδεχόμενη πρόθεση τους να επανέλθουν αργότερα στο Βέλγιο. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, θίγεται το εν λόγω δικαίωμα από τον θάνατο του συζύγου που επήλθε μετά την επιστροφή στο Βέλγιο; »
Β — Ως προς το δικαίωμα παραμονής
Υπό τα ανωτέρω περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά, μπορεί η εν λόγω χήρα να αξιώσει το δικαίωμα παραμονής στο Βέλγιο βάσει του κανονισμού 1251/70;
Γ — Επικουρικό ερώτημα
Το άρθρο 40 του βελγικού νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 εξομοιώνει τον σύζυγο βέλγου υπηκόου με κοινοτικό υπήκοο. Επομένως, στην περίπτωση όπου η απάντηση στα δύο προηγούμενα ερωτήματα είναι αρνητική λόγω της βελγικής ιθαγενείας του αποβιώσαντος και μόνο, θα μπορούσε η ενδιαφερόμενη να αξιώσει δικαίωμα διαμονής ή δικαίωμα παραμονής αν ο αποβιώσας σύζυγος της ήταν υπήκοος άλλου κράτους μέλους της Κοινότητας; »
5.
Η Dzodzi άσκησε έφεση κατά της Διατάξεως αυτής.
6.
Με Διάταξη της 16ης Μαΐου 1989 το Cour d'appel των Βρυξελλών δέχτηκε τα αιτήματα της Dzodzi και:
—
αφενός υποχρέωσε το Βελγικό Δημόσιο να χορηγήσει στην αιτούσα άδεια προσωρινής διαμονής ισχύουσα για « όσο χρόνο θα εκκρεμεί η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων », επ' απειλή χρηματικής ποινής.
—
αφετέρου υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο νέα προδικαστικά ερωτήματα.
Τα ερωτήματα αυτά είναι τα ακόλουθα:
« 1)
Παρέχει η οδηγία 64/221 του Συμβουλίου ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1964 στους υπηκόους κράτους μέλους, ως προς τους οποίους έχει ληφθεί απόφαση εισόδου, αρνήσεως χορηγήσεως ή αρνήσεως ανανεώσεως αδείας διαμονής ή απόφαση απομακρύνσεως από το εθνικό έδαφος, το δικαίωμα να ασκούν “τις προσφυγές που δύνανται να ασκήσουν οι ημεδαποί κατά των πράξεων της διοικήσεως;” ( άρθρο 8 ).
Στο Βέλγιο, οι ημεδαποί που απειλούνται από επικείμενη ζημία που θα μπορούσε να προκληθεί από πράξη της διοικήσεως, της οποίας αμφισβητείται η νομιμότητα, μπορούν να υποβάλουν στον πρόεδρο του Tribunal de première instance, βάσει του άρθρου 584 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, αίτηση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να υποχρεωθεί η δημόσια αρχή να λάβει μέτρα προς διασφάλιση των απειλουμένων συμφερόντων τους ή να αναστείλει προσωρινώς τα αποτελέσματα της βαλλόμενης πράξεως.
Είναι δυνατό, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις της οδηγίας 64/221, να απαγορευθεί στα πρόσωπα που αντλούν δικαιώματα από την οδηγία αυτή η δυνατότητα προσφυγής στη διαδικασία των προσωρινών μέτρων;
2)
Πρέπει το άρθρο 9 της οδηγίας να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλεται να αναγνωριστεί στους ενδιαφερομένους το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής που να τους επιτρέπει να ζητήσουν, πριν από την εκτέλεση του βαλλομένου μέτρου, την επείγουσα παρέμβαση εθνικού δικαστηρίου προκειμένου να πετύχουν έγκαιρα τη λήψη των μέτρων προστασίας των απειλουμένων δικαιωμάτων τους; »
7.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στις δύο υποθέσεις η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Etienne Lasnet, νομικό σύμβουλο, η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη στην υπόθεση 297/88 από τον Αντιπρόεδρο της Κυβερνήσεως, Υπουργό Δικαιοσύνης και Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων και στην υπόθεση 197/89 από τον Πρωθυπουργό, Υπουργό Δικαιοσύνης και Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, με σύμβουλο τη Martine Scarcez, δικηγόρο Βρυξελλών, και η Masam Dzodzi, εκπροσωπούμενη από τους Luc Misson και Jean-Paul Brilmaker, δικηγόρους Λιέγης.
8.
Με Διάταξη της 21ης Φεβρουαρίου 1990, το Δικαστήριο αποφάσισε την ένωση και συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.
9.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Επί των ερωτημάτων που νπεβαλε το Tribunal de première instance των Βρνξελλών
A — Ως προς την αρμοδιότητα του Δικαοτηρίον
1.
Η Βελγική Κυβέρνηση προβάλλει κυρίως αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου να κρίνει επί των προδικαστικών ερωτημάτων. Η Κυβέρνηση αυτή υποστηρίζει ότι το δικαίωμα διαμονής στο βελγικό έδαφος του αλλοδαπού συζύγου βέλγου υπηκόου διέπεται αποκλειστικά από το εσωτερικό δίκαιο και συγκεκριμένα τις διατάξεις του προαναφερθέντος νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980. Επομένως, το κοινοτικό δίκαιο δεν είναι απευθείας εφαρμοστέο, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 28ης Μαρτίου 1979, Saunders, 175/78, Rec. 1979, σ. 1129), κατά την οποία οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων δεν έχουν εφαρμογή σε καθαρά εσωτερικές καταστάσεις.
2.
Ως προς το σημείο αυτό, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η κατά το άρθρο 40 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 εξομοίωση των συζύγων των βέλγων υπηκόων με υπηκόους των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας αποτελεί ιδιορρυθμία του βελγικού δικαίου. Δεν πρόκειται για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας από κοινοτικό υπήκοο σε άλλη χώρα της Κοινότητας επομένως, η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων που καθιερώνει η Συνθήκη δεν έχει απευθείας εφαρμογή εν προκειμένω.
3.
Η Dzodzi υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να κρίνει επί των προδικαστικών ερωτημάτων και προβάλλει σχετικώς τα ακόλουθα επιχειρήματα:
—
η ένδικη διαφορά είναι « πραγματική » κατά την έννοια της αποφάσεως της 16ης Δεκεμβρίου 1981, Foglia/Novello, (244/80, Συλλογή 1981, σ. 3045) και αφορά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι το άρθρο 40, παράγραφος 4, του προαναφερθέντος βελγικού νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 εξομοιώνει τους συζύγους των βέλγων υπηκόων με υπηκόους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, ανεξαρτήτως ιθαγενείας
—
όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, η διάταξη αυτή έχει ως αντικείμενο να αποφεύγεται η «αντίστροφη διάκριση » ( discrimination à rebours), ώστε ο μη κοινοτικός υπήκοος, σύζυγος βέλγου υπηκόου, να μη βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση από τον μη κοινοτικό υπήκοο, σύζυγο υπηκόου άλλου κράτους μέλους. Με τον κανόνα του άρθρου 40 του νόμου καθίσταται δυνατή η αποφυγή της αντίστροφης αυτής διάκρισης στην οποία αναφέρεται η απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1982, Morsoli ( 35/82 και 36/82, Συλλογή 1982, σ. 3723 ) και η ίση μεταχείρηση όλων των κοινοτικών υπηκόων. Αν γίνει δεκτό ότι δεν έχει εφαρμογή σε τέτοια περίπτωση η διαδικασία του άρθρου 177, τότε θα χάσει την αποτελεσματικότητά της η λύση που προβλέπεται από το άρθρο 40 του νόμου, ιδίως λόγω του ενδεχομένων νομολογιακών αποκλίσεων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου
—
σε προηγούμενες υποθέσεις ( αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 1968, Société par actions Salgoil, 13/68, Rec. 1968, σ. 661 της 13ης Μαρτίου 1979, Hansen GmbH et Co., 91/78, Rec. 1979, σ. 935 της 28ης Ιουνίου 1978, Kenny, 1/78, Rec. 1978, σ. 1489 ), το Δικαστήριο επέλυσε ερωτήματα ερμηνείας ή κύρους του κοινοτικού δικαίου χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν σε διαφορά κοινοτικού δικαίου.
Β — Επί τον πρώτον ερωτήματος που αναφέρεται στο δικαίωμα διαμονής
1.
Η Βελγική Κνβέρνηση επικαλείται τις διατάξεις των άρθρων 19 και 40 του προαναφερθέντος νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 και του άρθρου 39 του οργανικού βασιλικού διατάγματος της 8ης Οκτωβρίου 1981 και προτείνει τις ακόλουθες απαντήσεις:
—
το δικαίωμα διαμονής του αλλοδαπού κρίνεται κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως επί της αιτήσεως αδείας διαμονής, εφόσον η απόφαση αυτή εκδίδεται εντός ευλόγου χρόνου. Κατ' αυτήν την ημερομηνία συγκροτείται ο φάκελος της υποθέσεως και η διοίκηση μπορεί να εξετάσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις
—
σχετικά με τις συνέπειες της απουσίας του αλλοδαπού από το βελγικό έδαφος επί περίοδο μεγαλύτερη των τριών μηνών και μικρότερη των έξι μηνών, η Βελγική Κυβέρνηση επικαλείται τις διατάξεις του άρθρου 19 του νόμου, που εξαρτούν το δικαίωμα επιστροφής του αλλοδαπού από την κατοχή αδείας διαμονής ή εγκαταστάσεως εν ισχύι κατά την ημερομηνία αναχωρήσεως και κατά την ημερομηνία επιστροφής, καθώς και από το στοιχείο ότι η δημοτική αρχή έχει ενημερωθεί για την αναχώρηση και την επιστροφή στο βελγικό έδαφος. Εν προκειμένω δεν πληρούται καμιά από τις προϋποθέσεις αυτές.
2.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, ο οποίος δεν έχει ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της Κοινότητας, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα των άρθρων 48, 52 και 59 της Συνθήκης (απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1982, 35/82 και 36/82, προαναφερθείσα). Επομένως, ο σύζυγος του, καίτοι εξομοιούμενος από το βελγικό δίκαιο προς κοινοτικό υπήκοο, δεν μπορεί να διεκδικήσει, βάσει των κοινοτικών διατάξεων, δικαίωμα διαμονής στο Βέλγιο.
3.
Η Dzodzi, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε επικουρικώς ο εθνικός δικαστής, προτείνει να αναδιατυπωθεί το ερώτημα ως εξής:
« Μια υπήκοος τρίτης χώρας παντρεύεται στο Βέλγιο υπήκοο της Κοινότητας ο οποίος έχει στη χώρα αυτή το δικαίωμα παραμονής και αποβιώνει έξι μήνες μετά τον γάμο.
Εκτιμώνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως σ' αυτήν του δικαιώματος διαμονής κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως για άδεια διαμονής ή κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως εντός ευλόγου χρόνου;
Θίγεται το ενδεχόμενο δικαίωμα διαμονής από το ότι οι σύζυγοι απουσίασαν από τη χώρα επί περίοδο μεγαλύτερη των τριών μηνών και μικρότερη των έξι μηνών πριν από τη χορήγηση του τίτλου και χωρίς να ενημερώσουν προηγουμένως τις διοικητικές αρχές για την ενδεχόμενη πρόθεση τους να επανέλθουν αργότερα στο Βέλγιο;
Με τον θάνατο του συζύγου της, η υπήκοος τρίτης χώρας, στην περίπτωση όπου μπορούσε να αξιώσει, όσο ζούσε ο σύζυγος της ο οποίος είχε δικαίωμα παραμονής, όχι το δικαίωμα παραμονής αλλ' απλώς δικαίωμα διαμονής, αποκτά ίδιο δικαίωμα παραμονής και υπό ποίες προϋποθέσεις; »
Στο ερώτημα αυτό η Dzodzi προτείνει τις ακόλουθες απαντήσεις:
α) Ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο κρίνεται το δικαίωμα διαμονής
Το δικαίωμα διαμονής γεννάται, κατ' εφαρμογή των αρχών που έχει θέσει η νομολογία του Δικαστηρίου ( απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, Royer, 48/75, Rec. 1976, σ. 497), μόλις πληρωθούν οι προϋποθέσεις που ορίζει η Συνθήκη.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως αδείας διαμονής, το δικαίωμα διαμονής του συζύγου δεν μπορεί να κριθεί κατά τον χρόνο διευλεύσεως των συνόρων, διότι το αποτέλεσμα θα ήταν να στερηθεί ο σύζυγος του δικαιώματος αυτού στην περίπτωση που ο γάμος με τον εργαζόμενο τελείται μετά τη διέλευση των συνόρων. Το εν λόγω δικαίωμα δεν μπορεί να εκτιμηθεί ούτε κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως για την άδεια. Στην περίπτωση αυτή, η άδεια θα πρέπει να χορηγηθεί ακόμη και αν η έγγαμη σχέση διαλύθηκε εκ των υστέρων, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με τη λύση που προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Φεβρουαρίου 1985, Aissatou Diata ( 267/83, Συλλογή 1985, σ. 567 ). Επομένως, το δικαίωμα διαμονής πρέπει να κρίνεται κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως επί της αιτήσεως αδείας διαμονής, υπό την προϋπόθεση ότι η απόφαση λαμβάνεται εντός ευλόγου χρόνου. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της προαναφερθείσας οδηγίας 64/221 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες.
β) Ως προς νις συνέπειες της παρατεταμένης απουσίας από το βελγικό έδαφος
Η Dzodzi επικαλείται, πρώτον, τις διατάξεις των άρθρων 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 68/360 του Συμβουλίου ( προαναφερθείσα ) και 4, παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 73/148 του Συμβουλίου, της 21ης Μαίου 1973 (προαναφερθείσα), κατά τις οποίες οι διακοπές της διαμονής, αν δεν υπερβαίνουν τους έξι συνεχείς μήνες, δεν επηρεάζουν την ισχύ της αδείας διαμονής. Οι απουσίες αυτές δεν μπορούν δηλαδή να επηρεάσουν το δικαίωμα διαμονής ενώ δεν επηρεάζουν την άδεια διαμονής.
Δεύτερον, το δικαίωμα διαμονής του συζύγου πηγάζει από το δικαίωμα παραμονής που έχει ο εργαζόμενος. Όπως όμως προκύπτει από το άρθρο 5 του προαναφερθέντος κανονισμού 1251/70 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1970, το δικαίωμα παραμονής, μόλις αποκτηθεί, δεν θίγεται από ενδεχόμενες διακοπές της διαμονής στο έδαφος κράτους μέλους.
Τέλος, όταν η απουσία ανάγεται, όπως στην υπόθεση της κυρίας δίκης, σε χρόνο κατά τον οποίο δεν έχει εκδοθεί ακόμη η άδεια διαμονής, θα πρέπει να γίνει δεκτό, κατ' αναλογία πρός τους κανόνες που αφορούν τη διάρκεια ισχύος της αδείας διαμονής, ότι η αίτηση αδείας δεν χρειάζεται να ανανεωθεί, αν η διάρκεια της απουσίας είναι μικρότερη των έξι μηνών. Το στοιχείο ότι οι αρχές του κράτους μέλους υποδοχής δεν ενημερώθηκαν σχετικά με την απουσία δεν έχει καθόλου νομικές συνέπειες.
γ) Ως προς τις συνέπειες του θανάτου του συζύγου
Η Dzodzi προτείνει την εφαρμογή των άρθρων 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1251/70 της Επιτροπής της 29ης Ιουνίου 1970 και της οδηγίας 75/34 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1974, με τη διευκρίνιση ότι η προϋπόθεση της διάρκειας διαμονής που θέτουν οι διατάξεις αφορά μόνο τον εργαζόμενο και όχι τον σύζυγό του.
Από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι πρέπει να αναγνωριστεί ίδιο δικαίωμα παραμονής υπέρ του συζύγου στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα.
Γ — Επί του δευτέρου ερωτήματος που αφορά το δικαίωμα παραμονής βάσει του κανονισμού 1251/70 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1970
1.
Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει κυρίως ότι οι διατάξεις του κοινοτικού κανονισμού δεν είναι απευθείας εφαρμοστέες σε υπόθεση εσωτερικού καθαρά χαρακτήρα.
Η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επικουρικώς ότι εν πάση περιπτώσει η Dzodzi δεν πληροί τις προϋποθέσεις του κοινοτικού κανονισμού για να αξιώσει το δικαίωμα παραμονής. Η έκφραση « ακόμα και μετά τον θάνατο του » στο άρθρο 3 του κανονισμού σημαίνει ότι το δικαίωμα αυτό υπάρχει μόνο αν αναγνωρίστηκε πριν από τον θάνατο του εργαζομένου, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
2.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού 1251/70 της Επιτροπής της 29ης Ιουνίου 1970 δεν είναι απευθείας εφαρμοστέες στην Dzodzi, διότι η περίπτωση δεν αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
3.
Η Dzodzi αξιώνει την εφαρμογή του κοινοτικού κανονισμού. Η περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο αντιστοιχεί πλήρως προς το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1251/70 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1970, και της οδηγίας 75/34 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1974, που προαναφέρθηκαν.
Στο σημείο αυτό η Dzodzi υπογραμμίζει ότι:
—
όπως και για το δικαίωμα διαμονής, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το δικαίωμα παραμονής αναγνωρίζεται μόνο στην οικογένεια που έχει ήδη δημιουργηθεί κατά τον χρόνο της εισόδου στην επικράτεια
—
η κοινοτική ρύθμιση δεν απαιτεί, για την αναγνώριση του δικαιώματος παραμονής του συζύγου, ελάχιστη διάρκεια διαμονής του στη χώρα υποδοχής η προϋπόθεση αυτή αφορά, σε ορισμένες περιπτώσεις, μόνον τον εργαζόμενο και όχι τα μέλη της οικογένειάς του.
Δ — Ως προς το τρίτο ερώτημα οχετικά με το οικαίωμα παραμονής ή διαμονής του ουξύγου υπηκόου άλλον κράτους μέλους
1.
Η Dzodzi θεωρεί άνευ αντικειμένου το ερώτημα αυτό, διότι το ενσωμάτωσε στη διατύπωση των δύο προηγουμένων ερωτημάτων.
2.
Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι έχουν εφαρμογή οι κοινοτικές διατάξεις, δεν πληρούνται εν πάση περιπτώσει οι προϋποθέσεις για να μπορεί η Dzodzi να αξιώσει δικαίωμα διαμονής ή παραμονής.
3.
Η Επιτροπή προτείνει την απάντηση ότι: στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εν λόγω ερώτημα, ο κανονισμός 1251/70 της Επιτροπής και η οδηγία 75/34 του Συμβουλίου μπορούν να έχουν εφαρμογή και να δικαιολογήσουν την αναγνώριση δικαιώματος παραμονής εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν.
Επί των ερωτημάτων που υπέβαλε το Cour d'appel
Η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή επαναλαμβάνουν, κυρίως, τα επιχειρήματά τους ότι η κύρια δίκη αφορά υπόθεση καθαρά εσωτερικού χαρακτήρα.
Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατά συνέπεια, το Δικαστήριο πρέπει να κηρυχθεί αναρμόδιο.
Η Επιτροπή φρονεί ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν έχει εφαρμογή.
Οι ανωτέρω υποβάλλουν παρατηρήσεις επί της ουσίας των ερωτημάτων μόνο επικουρικώς.
1) Επί του πρώτον ερωτήματος
Η Βελγική Κυβέρνηοη υποστηρίζει ότι η προαναφερθείσα οδηγία 64/221 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν για τους κοινοτικούς υπηκόους ειδικές προσφυγές διαφέρουσες αυτών που μπορούν να ασκήσουν οι ημεδαποί σε άλλους τομείς του διοικητικού δικαίου.
Έτσι, το άρθρο 44 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 αναγνώρισε στους κοινοτικούς υπηκόους ή στα πρόσωπα που εξομοιώνονται προς αυτούς τη δυνατότητα ασκήσεως ειδικής προσφυγής αναθεωρήσεως κατά των αποφάσεων περί αρνήσεως χορηγήσεως αδείας διαμονής ή περί απομακρύνσεως από το εθνικό έδαφος.
Η διαδικασία αυτή παρέχει εχέγγυα όμοια με αυτά που παρέχουν οι προσφυγές οι οποίες ασκούνται από τους ημεδαπούς, δεδομένου ότι, εφόσον εκκρεμεί η αίτηση αναθεωρήσεως, δεν μπορεί να εκτελεστεί το μέτρο της απομακρύνσεως από το έδαφος.
Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει εξάλλου ότι το άρθρο 63, παράγραφος 2, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, που προστέθηκε με τον νόμο της 14ης Ιουλίου 1987, με το οποίο καταργήθηκε η δυνατότητα αμφισβητήσεως κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των πράξεων που αφορούν τη διαμονή των αλλοδαπών στο βελγικό έδαφος, δεν αφορά τους κοινοτικούς υπηκόους ή τα εξομοιούμενα προς αυτούς πρόσωπα.
Η Επιτροπή επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου και ειδικότερα την απόφαση της 5ης Μαρτίου 1980, Josette Pecastaing ( 98/79, Rec. 1980, σ. 691 ) και υποστηρίζει ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 64/221 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να παρέχουν στα πρόσωπα που καλύπτονται από την οδηγία δικαστική προστασία ισοδύναμη με αυτή που παρέχουν στους ημεδαπούς, όσον αφορά τις προσφυγές κατά των πράξεων της διοικήσεως. Η υποχρέωση αυτή σημαίνει ότι οι κοινοτικοί υπήκοοι μπορούν να ασκήσουν τις ανασταλτικού αποτελέσματος προσφυγές που ασκούν και οι ημεδαποί.
Η Dzodzi υποστηρίζει ότι το άρθρο 8 της οδηγίας αποτελεί εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 7 της Συνθήκης.
Η αιτούσα της κυρίας δίκης υποστηρίζει ότι το βελγικό δίκαιο εισάγει διακρίσεις διότι δεν λαμβάνει υπόψη τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία.
Δυνάμει του άρθρου 584 του δικαστικού κώδικα, οι βέλγοι πολίτες μπορούν να επιτύχουν από τον πρόεδρο του Tribunal de première instance, δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την έκδοση προσωρινής αποφάσεως όταν προσβάλλονται τα δικαιώματά τους από πράξη της διοικήσεως προφανώς παράνομη και υπάρχει επείγον.
Ο βελγικός νόμος της 14ης Ιουλίου 1987, με τον οποίο τροποποιήθηκε ο νόμος της 15ης Δεκεμβρίου 1980, έχει ως αποτέλεσμα ότι καταργεί για τους κοινοτικούς υπηκόους, των οποίων το δικαίωμα διαμονής αμφισβητείται, τη δυνατότητα να ακολουθήσουν αυτή τη δικονομική οδό προκειμένου να αμφισβητήσουν την άρνηση χορηγήσεως αδείας διαμονής ή το μέτρο της απομακρύνσεως από το έδαφος.
Η Dzodzi προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο ερώτημα την ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 8 της οδηγίας 64/221 του Συμβουλίου της ΕΟΚ δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να αφαιρούν από τον έχοντα δικαίωμα διαμονής δυνάμει διατάξεως του κοινοτικού δικαίου τη δυνατότητα να προσφύγει σε δικαστήριο δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στην περίπτωση όπου λαμβάνεται εναντίον του διοικητικό μέτρο από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 της οδηγίας, οι δε υπήκοοι του συγκεκριμένου κράτους μπορούν να ασκήσουν προσφυγή αυτού του είδους κατά των πράξεων της διοικήσεως. »
2) Επί του δευτέρου ερωτήματος
Η Βελγική Κυβέρνηοη υποστηρίζει, πρώτον, ότι το άρθρο 9 της οδηγίας 64/221 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στους κοινοτικούς υπηκόους ή στα εξομοιούμενα προς αυτούς πρόσωπα να ζητούν από εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επειγόντως επί διαφοράς που αφορά το δικαίωμα διαμονής:
—
αφενός, η οδηγία αυτή προβλέπει ρητά την περίπτωση όπου δεν χωρεί προσφυγή σε δικαστήριο κατά το εθνικό δίκαιο.
—
αφετέρου, η γνώμη που εκφέρει πριν από την απόφαση απομακρύνσεως η « αρμόδια αρχή της χώρας υποδοχής», την οποία απαιτεί η διάταξη αυτή, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με δικαστική απόφαση.
Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει, δεύτερον, ότι η βελγική νομοθεσία λαμβάνει υπόψη της τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 45 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 προβλέπει προηγούμενη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής για τους αλλοδαπούς για κάθε απόφαση περί αρνήσεως ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή απομακρύνσεως από τη χώρα.
Η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 9 της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προβλέπει μια ελάχιστη διαδικασία που σκοπεί να καλύψει τα ενδεχόμενα κενά των προσφυγών τις οποίες προβλέπει υπέρ των κοινοτικών υπηκόων το εθνικό δίκαιο. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται ιδίως στην περίπτωση όπου η προσφυγή στο Δικαστήριο, την οποία προβλέπει το εθνικό δίκαιο, αφορά μόνο τη νομιμότητα της απόφασης.
Η νομολογία του Δικαστηρίου ( απόφαση της 18ης Μαΐου 1982, Adoui et Cornuaille, 115/81 και 116/81, Συλλογή 1982, σ. 1665) έχει διευκρινίσει τη διαδικασία που προβλέπει η διάταξη αυτή και ειδικότερα τη φύση της αρμόδιας αρχής του κράτους υποδοχής, η οποία μπορεί να είναι δικαστήριο ή οποιαδήποτε άλλη ανεξάρτητη αρχή, καθώς και τη διαδικασία κατά την οποία παρέχεται η εν λόγω γνώμη. Η διαδικασία αυτή παρέχει τη δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του ενώπιον της αρχής αυτής υπό συνθήκες ισοδύναμες με αυτές που ισχύουν για άλλες αρχές του ίδιου τύπου.
Η Dzodzi προτείνει να αναδιατυπωθεί το δεύτερο ερώτημα και να θεωρηθεί ότι αναφέρεται και στο άρθρο 8 και στο άρθρο 9 της οδηγίας.
Οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν με γνώμονα την αρχή της αποτελεσματικότητας του δικαίου που διατυπώνει η νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1975, Rutili, 36/75, Rec. 1975, σ. 1219, 1232 απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 48/75, προαναφερθείσα), καθώς επίσης με γνώμονα την αρχή της υπεροχής του δικαίου.
Η αρχή αυτή καθιερώθηκε με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών της 4ης Νοεμβρίου 1950, με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ιδίως με την απόφαση Golder της 24ης Φεβρουαρίου 1975 ) και με το άρθρο 14, παράγραφος 1, της Διεθνούς Συμφωνίας περί των Αστικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων της 19ης Δεκεμβρίου 1966 ( Recueil des traités des Nations unies, τόμ. 999, σ. 171 ). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, κάθε αμφισβήτηση που αφορά δικαίωμα ή υποχρέωση αστικής φύσεως πρέπει να είναι δικαστικώς επιδιώξιμο υπό συνθήκες κατάλληλες ώστε να επιτρέπουν την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος από το δικαστήριο.
Κατά την Dzodzi, η εφαρμογή των αρχών αυτών πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο να δώσει καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
F. Grévisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Top