ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-63/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Το νομοθετικό πλαίοιο της διαφοράς
α)
Η οδηγία 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157), η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 57, παράγραφος 2, της Συνθήκης, έχει ως αντικείμενο το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη της δραστηριότητας πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής. Η οδηγία αυτή συντονίζει τις οικονομικές εγγυήσεις που απαιτούνται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και θεσπίζει κοινούς κανόνες σχετικούς με τα τεχνικά αποθεματικά (άρθρο 15), το περιθώριο φερεγγυότητας ( άρθρο 16 ) και το κεφάλαιο εγγυήσεως ( άρθρο 17 ).
Οι οικονομικές αυτές εγγυήσεις κατέστησαν αυστηρότερες με την οδηγία 87/343/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1987 (ΕΕ L 185, σ. 72), περί τροποποιήσεως της οδηγίας 73/239. Με τη νέα αυτή οδηγία προβλέφθηκε, ιδίως, η δημιουργία αποθεματικού εξισορρόπησης (νέο άρθρο 15α της οδηγίας 73/239).
β)
Σύμφωνα με το αρχικό της κείμενο, η οδηγία 73/239 δεν εφαρμοζόταν επί των εργασιών ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για λογαριασμό ή με την υποστήριξη του κράτους. Ωστόσο, το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, προέβλεπε ότι ο συντονισμός σ' αυτόν τον τομέα δραστηριοτήτων θα γινόταν εντός προθεσμίας τεσσάρων ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας.
Στο πλαίσιο της εκπονήσεως της οδηγίας 87/343 περί τροποποιήσεως της οδηγίας 73/239, με πρόταση της Επιτροπής, που υποβλήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1979 ( EE C 245, σ. 7), διατηρήθηκε ο αποκλεισμός των εργασιών ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους και εξαλείφθηκε οποιαδήποτε αναφορά σε μεταγενέστερο συντονισμό όσον αφορά τον τομέα αυτό.
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, με τη γνώμη που διατύπωσε στις 27 Φεβρουαρίου 1980 επί της προτάσεως αυτής για τροποποίηση (OJ C 146, σ. 6), εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι,
« (... ) λόγω του πολιτικού κυρίως χαρακτήρα των προβλημάτων που έχουν σχέση με την ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων, η Επιτροπή εγκατέλειψε την προσπάθεια επιτεύξεως συντονισμού στον σχετικό τομέα (... ) ».
Με το ψήφισμα του της 17ης Οκτωβρίου 1980, σχετικά με διατύπωση γνώμης επί της προτάσεως περί τροποποιήσεως της Επιτροπής ( OJ C 291, σ. 70), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεώρησε ότι,
« (... ) όσον αφορά τις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων, πρέπει να διασφαλίζεται ο πλήρης ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα· στο πλαίσιο των ενδοκοινοτικών σχέσεων, η οικονομική φύση των κινδύνων που καλύπτονται από την ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων δεν είναι διαφορετική απ' αυτήν των κινδύνων που καλύπτονται από την ασφάλιση πιστώσεων όσον αφορά τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται εντός της αγοράς κράτους μέλους· ως εκ τούτου, οι εργασίες ασφαλίσεως πιστώσεων που πραγματοποιούνται με την εγγύηση του κράτους πρέπει, στην περίπτωση αυτή, να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας· όσον αφορά τις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων στο πλαίσιο σχέσεων μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, θα πρέπει να επιτευχθεί, μεταγενέστερα, συντονισμός των εθνικών διατάξεων ώστε να πραγματοποιηθεί μια κοινή πολιτική εξαγωγών, στοιχείο ουσιώδες της κοινής εμπορικής πολιτικής ».
Υιοθετώντας τις απόψεις αυτές, η Επιτροπή τροποποίησε την αρχική της πρόταση (ΕΕ 1983, C 5, σ. 2):
—
υπάγοντας στο πεδίον εφαρμογής της οδηγίας 73/239 τις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους όταν ο πελάτης του ασφαλισμένου είναι υπήκοος κράτους μέλους
—
προβλέποντας μεταγενέστερο συντονισμό, χωρίς καθυστέρηση, όσον αφορά τις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους όταν ο πελάτης του ασφαλισμένου είναι υπήκοος κράτους μέλους.
Το Συμβούλιο αρνήθηκε, με την οδηγία 87/343, να υιοθετήσει την τελευταία αυτή πρόταση της Επιτροπής.
Πράγματι, σύμφωνα με τη νέα του διατύπωση, το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, της οδηγίας 73/239 αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας: «έως μεταγενέστερο συντονισμό τις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για το λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους ή όταν το κράτος είναι ασφαλιστής ».
Β — Γένεση και εξέλιξη της διαφοράς
Οι εταιρίες Assurances du crédit και Compagnie belge d'assurance crédit, που ασχολούνται με την ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων, έχουν την έδρα τους στο Βέλγιο. Η εταιρία Assurances du crédit διαθέτει υποκαταστήματα στη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία.
Οι εταιρίες αυτές ανταγωνίζονται τους οργανισμούς που παρεμβαίνουν για λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους στην αγορά της ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων, και συγκεκριμένα:
—
το Office national du ducroire ( OND ), στη βελγική αγορά'
—
το Export Credits and Guarantee Department ( ECGD ), στη βρετανική αγορά·
—
την Compagnie française d'assurance pour le commerce extérieur ( Coface ), στη γαλλική αγορά.
Οι οργανισμοί αυτοί δεν υπόκεινται, όσον αφορά τις εργασίες που πραγματοποιούνται για λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους, στους οικονομικής φύσεως δεσμευτικούς κανόνες που έχουν θεσπιστεί με τις οδηγίες 73/239 και 87/343.
Κατόπιν τούτων, οι εταιρίες Assurances du crédit και Compagnie belge d'assurance crédit, που υπόκεινται στους δεσμευτικούς αυτούς κανόνες, θεωρούν ότι υφίστανται ζημία η οποία έχει ως αιτία την οδηγία 87/343 και την εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων καθυστέρηση όσον αφορά τη λήψη των μέτρων συντονισμού που προβλέπονται από την οδηγία 73/239, όπως είχε αρχικώς διατυπωθεί.
Οι ανωτέρω εταιρίες, στηριζόμενες στα άρθρα 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, άσκησαν προσφυγή η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Μαρτίου 1989.
Η διαδικασία διεξήχθη κανονικώς. Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Οι ενάγουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει, αφού απορρίψει τις ενστάσεις απαραδέκτου των εναγομένων, ότι η Κοινότητα είναι υπεύθυνη για τις ζημίες που η εφαρμογή της οδηγίας 87/343 τους προεκάλεσε ή θα τους προκαλέσει, να διατάξει τη διεξαγωγή των αποδείξεων που είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της προξενηθείσας ζημίας και να υποχρεώσει την Επιτροπή να τους καταβάλει αποζημίωση μετά των σχετικών τόκων
2)
να διατάξει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να λάβουν όλα τα μέτρα που είναι κατάλληλα προκειμένου να τεθεί τέρμα στην παράνομη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με την οδηγία 87/343·
3)
συμπληρωματικώς ή επικουρικώς, αναφορικά με την επίμονη παράλειψη του Συμβουλίου και της Επιτροπής, να διατάξει τα όργανα αυτά να θεσπίσουν τα κατάλληλα μέτρα συντονισμού τα οποία έπρεπε να έχουν ληφθεί το αργότερο τον Ιούλιο του 1977
4)
να καταδικάσει τους εναγομένους στα δικαστικά έξοδα.
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη και αβάσιμη·
—
να καταδικάσει τις ενάγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη και αβάσιμη
—
να καταδικάσει τις ενάγουσες στα δικαστικά έξοδα.
III — Περίληψη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων των διαδίκων
Α — Επί τον παραδεκτού
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω του ότι έχει, στην πραγματικότητα, ως αντικείμενο την ακύρωση της οδηγίας 87/343 και την αντικατάσταση της από άλλη. Έτσι, η στηριζόμενη στο άρθρο 178 της Συνθήκης αγωγή επιτρέπει στους ενάγοντες να παρακάμψουν τους διαδικαστικούς κανόνες που διέπουν την προσφυγή ακυρώσεως του άρθρου 173 και, ειδικότερα, τους κανόνες σχετικά με την προθεσμία προσφυγής και το έννομο συμφέρον προς άσκηση αυτής. Καίτοι η αγωγή αποζημιώσεως αποτελεί αυτόνομο σε σχέση με την προσφυγή ακυρώσεως ένδικο μέσο, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να καταστήσει δυνατή την ακύρωση της πράξεως ( απόφαση της 13ης Ιουλίου 1972, 79/71, Heinemann κατά Επιτροπής, ECR 1972, σ. 579).
Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν υποτεθεί ότι το Δικαστήριο κρίνει παραδεκτά τα κύρια αιτήματα για αποζημίωση, τα αιτήματα με τα οποία ζητείται από το Δικαστήριο να διατάξει τα κοινοτικά όργανα να ενεργήσουν έτσι ώστε να πάψει να υφίσταται η παράνομη κατάσταση που έχει προκύψει από την οδηγία 87/343 λαμβάνοντας, το ταχύτερο δυνατό, μέτρα εναρμονίσεως τα οποία να εφαρμόζονται επί όλων των εργασιών ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων ισοδυναμούν με αίτηση ακυρώσεως ή, τουλάχιστον, αίτημα για την έκδοση σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Οι ενάγουσες δεν μπορούν, ιδίως, να επικαλεστούν τις διατάξεις του άρθρου 176, δεύτερο εδάφιο, οι οποίες δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως συνιστώσες παρέκκλιση από τον κανόνα ότι στα κοινοτικά και μόνο όργανα εναπόκειται η λήψη των μέτρων που συνεπάγεται η εκτέλεση μιας αποφάσεως του Δικαστηρίου.
Οι ενάγονοες ζητούν την απόρριψη αυτής της ενστάσεως περί απαραδέκτου.
Πρώτον, η αγωγή δεν έχει ως αντικείμενο την κατάργηση της οδηγίας 87/343 και την αντικατάσταση της από άλλη οδηγία αλλά μόνο την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από υπηρεσιακό πταίσμα των κοινοτικών οργάνων (απόφαση της 14ης Ιουλίου 1961,9/60 και 12/60, Société commerciale Antoine Vloeberghs κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, ECR 1961, σ. 197). Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αγωγή αποζημιώσεως αποτελεί αυτόνομο ένδικο μέσο το οποίο διακρίνεται από την προσφυγή ακυρώσεως (απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1971, 5/71, Aktien-Zuckerfabrik Schöppenstedt κατά Συμβουλίου, ECR 1971, σ. 975) και από την προσφυγή κατά παραλείψεως (απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, 153/73, Holtz και Willemsen κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, ECR 1974, σ. 675 ). 'Ενα πταίσμα, για να μπορεί να συνεπάγεται την ευθύνη της Κοινότητας, προϋποθέτει την ύπαρξη παράνομης πράξεως ή την επίμονη παράλειψη του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, πράγμα που δικαιολογεί τους ισχυρισμούς που επικαλούνται οι ενάγουσες προς στήριξη της αγωγής τους με τους οποίους αμφισβητείται κυρίως η νομιμότητα της οδηγίας 87/343.
Δεύτερον, προκειμένου ειδικότερα για τα αιτήματα με τα οποία ζητείται από το Δικαστήριο να διατάξει να τεθεί τέρμα στην παράνομη αυτή κατάσταση, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι τα κοινοτικά όργανα είναι υποχρεωμένα να δώσουν ένα τέλος σε μια τέτοια παρανομία. Η παράλειψη των οργάνων, σε παρόμοια κατάσταση, κολάζεται από το Δικαστήριο (απόφαση της 28ης Απριλίου 1971, 4/69, Lütticke κατά Επιτροπής, ECR 1971, σ. 325· απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1976, 40/75, Société des produits Bertrand, ECR 1976, σ. 1 ). Εξάλλου, στο πλαίσιο μιας στηριζομένης στο άρθρο 178 αγωγής, το Δικαστήριο διαθέτει την πρόσθετη αρμοδιότητα να περιορίσει την έκταση της προς αποκατάσταση ζημίας λαμβάνοντας μέτρα ικανά να επιτρέψουν την άμεση άρση της παράνομης καταστάσεως. Τέλος, το Δικαστήριο μπορεί να κάνει δεκτά τα αιτήματα στηριζόμενο στο άρθρο 186, το οποίο του επιτρέπει τη λήψη προσωρινών μέτρων, και στο άρθρο 176, δεύτερο εδάφιο, το οποίο του επιτρέπει να διατάσσει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση αποφάσεως επί προσφυγής στηριζόμενης στο άρθρο 178.
Β — Επί της ουσίας
1. Σχετικά με τη θεμελίωση της ευθύνης της Κοινότητας
Η Επιτροπή και το Συμβούλιο υποστηρίζουν ότι πρέπει να εφαρμοστεί, εν προκειμένω, η νομολογία κατά την οποία υφίστανται περιοριστικές προϋποθέσεις όσον αφορά αγωγές αποζημιώσεως κατά κοινοτικών οργάνων όταν αντικείμενο τους είναι κανονιστικές πράξεις συνεπαγόμενες επιλογές οικονομικής πολιτικής ( απόφαση της 25ης Μαΐου 1978, 83/76 και 94/76, 4/77, 15/77 και 40/77, Bayerische HNL Vermehrungsbetriebe κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, ECR 1978, σ. 1209). Πράγματι, αναφορικά με τη βάσει του άρθρου 57, παράγραφος 2, της Συνθήκης εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών, το Συμβούλιο έχει την ευχέρεια να επιλέγει μεταξύ διαφόρων δυνατών λύσεων.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, ευθύνη της Επιτροπής υφίσταται μόνο σε περίπτωση κατάφωρης παραβάσεως υπέρτερου κανόνα δικαίου προστατεύοντος τους ιδιώτες.
Αντιθέτως, οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι οι αντλούμενες από τη νομολογία αρχές που επικαλούνται οι εναγόμενοι δεν μπορούν να εφαρμοστούν.
Η νομολογία αυτή ισχύει στο πλαίσιο της εφαρμογής της κοινής γεωργικής πολιτικής όπου εμπλέκονται επιλογές οικονομικής πολιτικής. Αντιστρόφως, το άρθρο 57, παράγραφος 2, της Συνθήκης, βάσει του οποίου εκδόθηκε η οδηγία 87/343, δεν επιτρέπει τέτοια επιλογή αλλά απαιτεί από τα κοινοτικά όργανα να λάβουν, ελλείψει οποιασδήποτε δικής τους διακριτικής εξουσίας εκτιμήσεως, μέτρα εναρμονίσεως εντός δεδομένης προθεσμίας.
Κατά συνέπεια, η έλλειψη νομιμότητας της οδηγίας 87/343 και η υπαίτια καθυστέρηση των κοινοτικών οργάνων να λάβουν μέτρα εναρμονίσεως αρκούν από μόνες τους για να υφίσταται ευθύνη της Κοινότητας. Για την περίπτωση, ωστόσο, κατά την οποία το Δικαστήριο θα έκρινε ότι εφαρμόζονται οι αρχές που αντλούνται από την επικληθείσα από τους εναγομένους νομολογία, οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι τα προβληθέντα πταίσματα συνιστούν, εν πάση περιπτώσει, αρκούντως σοβαρή παράβαση υπέρτερου κανόνα δικαίου αποσκοπούντος στην προστασία των ιδιωτών.
α) Όσον αφορά την οδηγία 87/343
— Η παραβίάση της αρχής της απαγορεύσεως των διακίσεων και η παράβαση των διατάξεων των άρθρων 90, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο στ, της Συνθήκης
Οι ενάγουσες, αφού υπέμνησαν τους στόχους που έχουν οριστεί από τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής και την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη για την εγκαθίδρυση ενιαίας αγοράς, αμφισβητούν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η οδηγία προέβη σε μερική μόνο εναρμόνιση στον τομέα της ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων. Με τη μερική εναρμόνιση πρέπει να αποφεύγεται οποιαδήποτε διάκριση σε βάρος των επιχειρηματιών που βρίσκονται σε κατάσταση ανταγωνισμού. Αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Η οδηγία 87/343, με το να αποκλείει, αφενός, από το πεδίο εφαρμογής της τις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων που πραγματοποιούνται για λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους και με το να καθιστά, αφετέρου, επαχθέστερες τις δεσμεύσεις που επιβάλλονται στις ιδιωτικές ασφαλίσεις, αποτελεί την αιτία μιας στρεβλώσεως του ανταγωνισμού από την οποία επωφελούνται οι δημόσιοι ή οιονεί δημόσιοι ασφαλιστικοί οργανισμοί.
Κατ' αυτόν τον τρόπο παραβιάζονται:
—
η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου (απόφαση της 22ας Ιουνίου 1972, 1/72, Frilli κατά Βελγικού Δημοσίου, ECR 1972, σ. 457 απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977, 117/76 και 16/77, Ruckdeschel και Diamalt AG, ECR 1977, σ. 1753) η οποία επιβάλλεται όχι μόνο στα κράτη μέλη αλλά και στα κοινοτικά όργανα (απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1984, 37/83, Rewę Zentrale AG, Συλλογή 1984, σ. 1229). Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης και τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή αυτή εφαρμόζεται σε σχέσεις μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων ( απόφαση της 6ης Ιουλίου 1982, 188/80 έως 190/80, Γαλλική Δημοκρατία κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 2545)
—
οι κανόνες περί ανταγωνισμού που έχουν τεθεί με τα άρθρα 90, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο στ, της Συνθήκης.
Πράγματι, οι κανόνες περί ανταγωνισμού που έχουν τεθεί με τις προαναφερθείσες διατάξεις εφαρμόζονται στον τομέα των ασφαλίσεων (απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1987, 45/85, Verband der Sachversicherer κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 405), δεδομένου, άλλωστε, ότι ο ανταγωνισμός στον τομέα αυτό έχει ενταθεί μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1988, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για τη θέσπιση των διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 73/239 ( ΕΕ L 172, σ. 1 ).
Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η οδηγία δεν έχει ως αντικείμενο την εισαγωγή ή τη διατήρηση διακρίσεων σε βάρος των ιδιωτών ασφαλιστών αλλά απλώς την επίτευξη μερικής εναρμονίσεως. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 57, 52 και 8Α της Συνθήκης και τη νομολογία του Δικαστηρίου (προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1984, 37/83 ), το Συμβούλιο διαθέτει, εν προκειμένω, ευρέα περιθώρια εκτιμήσεως. Όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, ορθώς το Συμβούλιο χρησιμοποίησε την εξουσία του εκτιμήσεως αποκλείοντας προσωρινώς από την εναρμόνιση τις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων που πραγματοποιούνται για λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους και αυτό λόγω, ιδίως, των διαφορών που υφίστανται, όσον αφορά τις αντιλήψεις των κρατών μελών, σχετικά με τον ρόλο του κράτους στον τομέα των ασφαλίσεων εξαγωγικών πιστώσεων, αντιλήψεις που και αυτές οι ίδιες στηρίζονται σε επιλογές εξωτερικής πολιτικής.
Τέλος, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι μια ενδεχόμενη παράβαση των κοινοτικών κανόνων που αφορούν την απαγόρευση των διακρίσεων και τον ανταγωνισμό δεν μπορεί να προκύπτει παρά μόνο από εθνικές διατάξεις εφαρμοζόμενες στους δημόσιους ή οιονεί δημόσιους οργανισμούς ασφαλίσεων και όχι από την οδηγία. Εξάλλου, επίκληση αυτού τούτου του άρθρου 3 της Συνθήκης, το οποίο παραπέμπει σε άλλες διατάξεις της Συνθήκης, δεν μπορεί να γίνει από ιδιώτη στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η οδηγία 73/239 έχει ως αντικείμενο τη διευκόλυνση της ελευθερίας εγκαταστάσεων στον τομέα των ασφαλίσεων. Σε αντάλλαγμα, απαιτούνται από τους ασφαλιστές εγγυήσεις προκειμένου να διασφαλίζεται η κατάλληλη προστασία των πελατών. Τέτοιου είδους ανησυχίες είναι άνευ αντικειμένου όσον αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις εφόσον οι τελευταίες δεν μπορούν να εγκαθίστανται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Εξάλλου, οι εγγυήσεις δεν είναι αναγκαίες λόγω της κρατικής υποστηρίξεως που τυγχάνουν. Κατά συνέπεια, το ζήτημα των δημοσίων ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε σχέση με τους ιδιώτες ανταγωνιστές τους πρέπει να ρυθμίζεται στο πλαίσιο δράσεως ασκούμενης μάλλον βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης, σχετικά με την κατάσταση των δημοσίων επιχειρήσεων, παρά βάσει του άρθρου 57.
Επομένως, η διαφοροποίηση του δημοσίου από τον ιδιωτικό τομέα δικαιολογείται αντικειμενικώς. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984, 59/83, Biovilac κατά Κοινότητας, Συλλογή 1984, σ. 4057).
— Η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 90, παράγραφος 1, και του άρθρου 52 της Συνθήκης
Οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 52 κατά το μέτρο που η οδηγία έχει ως άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα την παρεμπόδιση ή την παρενόχληση της εγκαταστάσεως ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών. Στην Επιτροπή εναπόκειται, δυνάμει των εξουσιών που της έχουν παρασχεθεί από τα άρθρα 155 και 169 της Συνθήκης, η μέριμνα για την αυστηρή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 52 (βλ., π.χ. την απόφαση της 30ης Ιουνίου 1988, 226/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1988, σ. 3611).
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι οι ενδεχόμενες δυσχέρειες στην ελευθερία εγκαταστάσεως προκύπτουν όχι από την οδηγία αλλά από τις εθνικές διατάξεις που ισχύουν επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Εξάλλου, το άρθρο 52 δεν εφαρμόζεται επί καθαρά εσωτερικής φύσεως καταστάσεων και, ως εκ τούτου, επί των δυσμενών διακρίσεων που μπορεί να υφίστανται εντός ενός και του αυτού κράτους μέλους. Τέλος, οι ιδιώτες μπορούν πάντοτε να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίών τα δικαιώματα που έλκουν ευθέως από το άρθρο 52.
— Η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 92 και του άρθρου 54, παράγραφος 3, στοιχείο η, της Συνθήκης
Οι ενάγονσες υποστηρίζουν ότι οι κανόνες που εφαρμόζονται τώρα επί των δημοσίων ασφαλιστικών επιχειρήσεων αποτελούν, ελλείψει εναρμονίσεως, ενίσχυση στις εξαγωγές που προορίζονται για κράτη μέλη, πράγμα αντίθετο προς τις προαναφερθείσες διατάξεις ( απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, 6/69 και 11/69, Επιτροπή κατά Γαλλίας, ECR 1969, σ. 523). Η ενίσχυση αυτή ουδόλως δικαιολογείται από τις απαιτήσεις που απορρέουν από την προστασία του καταναλωτή.
Το Ευμβούλιο διατείνεται ότι ενδεχόμενη ενίσχυση δεν μπορεί να προκύπτει παρά μόνο από εθνικούς κανόνες και ότι η έννοια των ενισχύσεων δεν εφαρμόζεται στους δημόσιους ή οιονεί δημοσίους οργανισμούς. Το άρθρο 54 της Συνθήκης, με το οποίο αποσκοπείται να διασφαλιστεί ότι η ελευθερία εγκαταστάσεως δεν νοθεύεται από κρατικές ενισχύσεις, ουδόλως αφορά τα ειδικά συστήματα που ισχύουν επί των δημοσίων ή οιονεί δημοσίων οργανισμών.
Η Επιτροπή διατείνεται ότι είτε η ενίσχυση που φέρεται ως χορηγούμενη στις δημόσιες ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι κρατική και, στη περίπτωση αυτή, η εκτίμηση του ενδεχόμενου ασυμβίβαστου της με τις κοινοτικές διατάξεις εμπίπτει στη δική της και μόνο αρμοδιότητα, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, είτε ότι πρόκειται για ενίσχυση της Κοινότητας και, στην περίπτωση αυτή, οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν.
— Η ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας
Οι ενάγουαες υποστηρίζουν ότι οι πρόσθετες εγγυήσεις που η οδηγία απαιτεί από τους ιδιώτες ασφαλιστές αποτελούν στην πραγματικότητα το αντάλλαγμα που ζητήθηκε από τα κοινοτικά όργανα προκειμένου η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να δεχθεί την κατάργηση του συστήματός της υποχρεωτικής εξειδικεύσεως των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις της οδηγίας είχαν ως αντικείμενο την προστασία των γερμανικών επιχειρήσεων και όχι τη διασφάλιση της προστασίας του καταναλωτή.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αντικρούουν τον ισχυρισμό αυτό υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για καθαρή εικασία, δεδομένου ότι η διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των δημοσίων και των ιδιωτικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
β) Όσον αφορά την καθυστέρηση λήψεως μέτρων εναρμονίσεως
Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι τα κοινοτικά όργανα δεν επιδίωξαν την εναρμόνιση των νομοθεσιών που ισχύουν στον τομέα των ασφαλίσεων σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που είχαν αρχικά προβλεφθεί από την οδηγία 73/239.
Αρνούμενα να θεσπίσουν μέτρα εναρμονίσεως για τις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων που πραγματοποιούνται για λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους ενώ, από το 1966, η Επιτροπή γνώριζε επακριβώς τα σχετικά με τον ανταγωνισμό προβλήματα που υφίσταντο εν προκειμένω μεταξύ των δημοσίων και των ιδιωτικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τα κοινοτικά όργανα διέπραξαν πταίσμα ικανό να συνεπάγεται την ευθύνη τους.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η προθεσμία των τεσσάρων ετών που προβλέπεται από την οδηγία 73/239 για τη θέσπιση των μέτρων εναρμονίσεως ήταν ενδεικτική. Όσον αφορά τη Συνθήκη, το κείμενο αυτό δεν ορίζει καμιά προθεσμία και ουδόλως απαγορεύει στα κοινοτικά όργανα την τροποποίηση της προθεσμίας που είχε αρχικά προβλεφθεί.
γ) Όσον αφορά την αρκούντως σοβαρή παράβαση υπέρτερου κανόνα δικαίου προστατεύοντος τους ιδιώτες
Οι ενάγουσες διατείνονται ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και οι κανόνες περί ανταγωνισμού που έχουν παραβιαστεί από τα κοινοτικά όργανα αποτελούν υπέρτερους κανόνες δικαίου αποσκοπούντες στη διασφάλιση της προστασίας των ιδιωτών (προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Μαΐου 1978, 83/76 και 94/76, 4/77, 15/77 και 40/77).
Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή υποστηρίζοντας ότι η εφαρμογή της οδηγίας 87/343 συνεπάγεται οικονομικές και μόνο επιπτώσεις οι οποίες είναι δυσμενείς για τους ιδιώτες ασφαλιστές και αυτό λόγω των απαιτούμενων εγγυήσεων. Όμως, οι εγγυήσεις αυτές δικαιολογούνται από την προστασία του καταναλωτή.
2. Ως προς τη ζημία
α) Όσον αφορά την ύπαρξη της ζημίας
Βάσει εκθέσεως που έχει κατατεθεί στη δικογραφία, οι ενάγουσες ζητούν την αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας που υπέστησαν λόγω των πρόσθετων εγγυήσεων που απαιτούνται από την οδηγία 87/343. Υποστηρίζουν, κυρίως, ότι πριν από την εκπνοή, την 1η Ιουλίου 1990, της προθεσμίας που προβλέπεται για την εφαρμογή της οδηγίας, θα έπρεπε να έχουν προβεί στη σύσταση προμηθειών προκειμένου να ανταποκριθούν στις νέες υποχρεώσεις που έχουν επιβληθεί σχετικά με το αποθεματικό εξισορρόπησης. Καίτοι το ύψος της ζημίας δεν είναι δυνατό ακόμη να προσδιοριστεί με ακρίβεια, μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αγωγής αποζημιώσεως ( απόφαση της 2ας Ιουνίου 1976, 56/74, 57/74, 58/74, 59/74 και 60/74, Kampffmeyer Mühlenvereiningung KG κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, ECR 1976, σ. 711 ).
β) Όσον αφορά τη σοβαρότητα της ζημίας
Οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι, έστω και αν γίνει δεκτό ότι εφαρμόζεται εν προκειμένω η νομολογία σχετικά με τις ζημίες που προκαλούνται από κανονιστικές πράξεις κατά την άσκηση επιλογών οικονομικής πολιτικής, πράγμα που αυτές αμφισβητούν, εν πάση περιπτώσει η ζημία που έχουν υποστεί πληροί τα κριτήρια που έχουν τεθεί από τη νομολογία αυτή. Πράγματι, η εν λόγω ζημία αφορά μόνο μια περιορισμένη κατηγορία επιχειρηματιών εξάλου, υπερβαίνει τα πλαίσια των οικονομικών κινδύνων που είναι συναφείς προς την άσκηση δραστηριοτήτων στον οικείο τομέα.
γ) Όσον αφορά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας και των προβαλλόμενων παραπτωμάτων
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν την ύπαρξη τέτοιας αιτιώδους συνάφειας, ισχυριζόμενοι ότι:
—
η οικονομική ζημία που προβάλλουν οι ενάγουσες δεν οφείλεται στην έλλειψη μέτρων εναρμονίσεως αλλά στους εθνικούς κανόνες που εφαρμόζονται στους δημοσίους ή οιονεί δημοσίους ασφαλιστικούς οργανισμούς, δεδομένου ότι καμιά κοινοτική διάταξη δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στους οργανισμούς αυτούς κανόνες όμοιους προς αυτούς που εφαρμόζονται στους ιδιώτες ασφαλιστές'
—
μια εναρμόνιση που καλύπτει τις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους μπορεί, αντίθετα προς τη συλλογιστική που προκύπτει από την έκθεση που κατέθεσαν οι ενάγουσες προκειμένου να δικαιολογήσουν την ύπαρξη ζημίας, να περιλαμβάνει ειδικούς, όσον αφορά τις εργασίες αυτές, δεσμευτικούς κανόνες, διαφορετικούς από αυτούς που εφαρμόζονται στους ιδιώτες ασφαλιστές.
δ ) Οι ενάγουσες επικαλούνται τέλος τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979, 241/78, 242/78, 245/78 έως 250/78, DGV Deutsche Getreideverwertung und Rheinische Kraftfutterwerke κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής ( ECR 1979, σ. 3017 ), υποστηρίζοντας ότι η λύση που δόθηκε με την απόφαση εκείνη μπορεί να εφαρμοστεί, ως προς όλα της τα σημεία, και στην υπό κρίση περίπτωση όσον αφορά την αναγνώριση της ευθύνης της Κοινότητας.
Αντιστρόφως, το ΣυμβούΑιο φρονεί ότι η νομολογία αυτη, που προκύπτει από αποφάσεις σχετικές με τη γεωργία, όπου η κοινοτική νομοθεσία διέπει ολόκληρη τη δραστηριότητα του τομέα, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στον τομέα της εναρμονίσεως των νομοθεσιών.
IV — Απαντήσεις της Επιτροπής σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου
Πρώνο ερώνημα
Ζητήθηκε από την Επιτροπή να αναφέρει το νομικό καθεστώς που διέπει τις επιχειρήσεις που πραγματοποιούν εντός των κρατών μελών εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους, ιδίως ενόψει των διατάξεων του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, όσον αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις, διευκρινίζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες το κράτος παρεμβαίνει στις ασφαλιστικές εργασίες που διενεργούνται από τις επιχειρήσεις αυτές.
Απάντηση
1.
Σχετικά με το νομικό καθεστώς των επιχειρήσεων που ασχολούνται εντός των κρατών μελών με εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους και τις συνθήκες υπό τις οποίες το κράτος παρεμβαίνει στις πραγματοποιούμενες από τις επιχειρήσεις αυτές εργασίες.
α)
Το νομικό καθεστώς των εν λόγω εταιριών είναι ποικίλο και περίπλοκο. Ξεκινά από τον φορέα δημοσίου δικαίου που διαθέτει πραγματικό μονοπώλιο στον τομέα και φθάνει στον καθαρά ιδιωτικού δικαίου οργανισμό που υφίσταται κάποιο ανταγωνισμό εκ μέρους άλλων εταιριών ιδιωτικού δικαίου. Ακόμη και για έναν φορέα δημοσίου δικαίου, ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να παίξει σημαντικό όσον αφορά τη διαχείριση του ρόλο.
Το νομικό καθεστώς των επιχειρήσεων αυτών εντός κάθε κράτους μέλους είναι το ακόλουθο:
Βέλγιο:Office national du ducroire, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου·Δανία:Exsportkreditrådet ( EKR ), νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου·Ιταλία:SACE ( Società assicurazione credito all' esportazione), νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου·Ηνωμένο Βασίλειο:Export Credit Guarantee Department, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου·Λουξεμβούργο:Office national du ducroire, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου'Πορτογαλία:Companhia de Seguro de Créditos EP COSCC, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου·Ισπανία:Compania Española de Seguros de Credit a la Exportation, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου·Ιρλανδία:Insurance Corporation of Ireland pic, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου·Γαλλία:Compagnie française d'assurance pour le commerce extérieur ( Coface ), νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου·Κάτω Χώρες:Nederlandsche Crediet-verzekering Maatschappij NV ( NMC ), νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου·Ελλάς:Οργανισμός ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου·Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας:Consortium Hermes-Treuarbeit, μικτό κονσόρτιουμ ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου.
β)
Η αγορά των ασφαλίσεων εξαγωγικών πιστώσεων κάθε κράτους μέλους αναλύεται στα συνημμένα στις απαντήσεις έγγραφα.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι:
—
με εξαίρεση το Λουξεμβούργο και τη Πορτογαλία, φαίνεται ότι υφίσταται κάποιος ανταγωνισμός μεταξύ των προαναφερθεισών επιχειρήσεων και του ιδιωτικού τομέα·
—
οι επιχειρήσεις αυτές δεν παρεμβαίνουν πάντοτε για λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους αλλά, όσον αφορά ορισμένες εργασίες, και για δικό τους λογαριασμό.
Ο έλεγχος στον οποίο υπόκεινται οι επιχειρήσεις αυτές, όταν ενεργούν για δικό τους λογαριασμό,ποικίλλει σημαντικά. Στη Γαλλία, στις Κάτω Χώρες, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στη Πορτογαλία και στην Ισπανία, οι επιχειρήσεις αυτές υπόκεινται, όοσν αφορά τις εργασίες αυτές, στον « συνήθη κρατικό έλεγχο », δηλαδή, στους εθνικούς κανόνες. Στο Βέλγιο και στη Δανία, δεν εφαρμόζονται επί των εν λόγω επιχειρήσεων οι σχετικοί με τον έλεγχο εθνικοί κανόνες αλλά προβλέπεται να εφαρμοστούν αυτοί στο προσεχές μέλλον. Στο Λουξεμβούργο δεν εφαρμόζονται οι σχετικοί με τον έλεγχο εθνικοί κανόνες.
Στην Ελλάδα, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι επιχειρήσεις αυτές δεν ενεργούν για δικό τους λογαριασμό ούτε εφαρμόζονται επ' αυτών οι σχετικοί με τον έλεγχο εθνικοί κανόνες.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το αντικείμενο της διαφοράς περιορίζεται αποκλειστικά στους κινδύνους που ασφαλίζονται για λογαριασμό ή επ' ονόματι του κράτους ή τυγχάνουν της εγγυήσεώς του.
2.
Σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ εφαρμόζεται, καταρχήν, στους οργανισμούς δημοσίου δικαίου που πραγματοποιούν εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων επ' ονόματι ή με την εγγύηση του κράτους.
Το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής των διατάξεων αυτών τίθεται κατά τρόπο διαφορετικό για τους ιδιωτικούς οργανισμούς που δεν απολαύουν ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων για την πραγματοποίηση εργασιών ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων και ενεργούν, επίσης, όσον αφορά ορισμένα είδη συναλλαγών, για δικό τους λογαριασμό.
Το ζήτημα αυτό εξετάζεται τώρα από την Επιτροπή.
Χωρίς να θέλει να προδικάσει την απόφαση που πρόκειται να λάβει, η Επιτροπή θεωρεί ότι το γεγονός ότι μια επιχείρηση ενεργεί ως όργανο του κράτους σε μια μη αποκλειστική αγορά, καθώς επίσης και το γεγονός ότι το κράτος παρέχει την εγγύηση του όσον αφορά ορισμένες δραστηριότητες, δεν αρκούν, από μόνα τους, ώστε το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης να εφαρμόζεται επί των εν λόγω ιδιωτικών οργανισμών. Αντιθέτως, οι παρασχεθείσες εγγυήσεις μπορούν να λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 92 της Συνθήκης.
Λεύτερο ερώτημα
Ζητήθηκε από την Επιτροπή να αναφέρει τους κοινοτικούς κανόνες παραγώγου δικαίου που ήδη εφαρμόζονται επί των επιχειρήσεων αυτών.
Απάννηση
Οι μόνες διατάξεις κοινοτικού δικαίου που εφαρμόζονται τώρα στον τομέα της ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων είναι:
—
η απόφαση 73/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1973, περί των διαδικασιών διαβουλεύσεως και πληροφορήσεως στους τομείς της ασφαλίσεως πιστώσεων των εγγυήσεων και των χρηματοδοτικών πιστώσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/006, σ. 19), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 76/641/ΕΟΚ, της 27ης Ιουλίου 1976 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/008, σ. 148)
—
η απόφαση 82/854/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1982, για το εφαρμοζόμενο καθεστώς στους τομείς των εξαγωγικών εγγυήσεων και χρηματοδοτήσεων ορισμένων υπεργολαβιών προερχομένων από άλλα κράτη μέλη ή κράτη μη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων*
—
η οδηγία 84/568/ΕΟΚ, της 27ης Νοεμβρίου 1984, σχετικά με τις αμοιβαίες υποχρεώσεις των οργανισμών ασφάλισης εξαγωγικών πιστώσεων των κρατών μελών που ενεργούν για λογαριασμό ή με τη συνδρομή του κράτους, ή των δημοσίων υπηρεσιών που ενεργούν στη θέση των οργανισμών αυτών, στις περιπτώσεις από κοινού εγγύησης μιας σύμβασης που περιλαμβάνει μία ή περισσότερες υπεργολαβίες σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (EEL314, σ.24).
Τρίτο ερώτημα
Ζητήθηκε από την Επιτροπή να αναφέρει, δικαιολογώντας κατά τρόπο συγκεκριμένο την απάντηση της, αν οι υπηρεσίες που παρέχονται από τις επιχειρήσεις αυτές διαφέρουν από αυτές που προσφέρονται από τις άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες στην αγορά ασφαλίσεων εξαγωγικών πιστώσεων.
Απάντηοη
Σύμφωνα με την Επιτροπή, από τα συνημμένα στις απαντήσεις της παραρτήματα προκύπτει ότι ο ανταγωνισμός στον τομέα της ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων φαίνεται να περιορίζεται βασικώς στην κάλυψη βραχυπροθέσμων εμπορικών κινδύνων.
Όπως προκύπτει, υφίστανται ορισμένες δραστηριότητες του ιδιωτικού τομέα όσον αφορά τις μεσοπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες εργασίες αλλά μόνο στους τομείς που επιτρέπουν τη λογική κατανομή του κινδύνου, ιδίως όσον αφορά τους εμπορικούς κινδύνους για περιόδους τριών έως πέντε ετών.
F. Grévisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top