ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-79/89 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1. Ιστορικό της διαφοράς
Η εταιρία Brown Boveri & Cie AG ( στο εξής: Brown Boveri ) συνήψε το 1980 με επιχείρηση εγκατεστημένη στις Ηνωμένες Πολιτείες σύμβαση για την παράδοση δομικού εξοπλισμού που λειτουργεί με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή έναντι συνολικού τιμήματος έξι εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ. Η σύμβαση δεν προέβλεπε χωριστή τιμή για τον μηχανολογικό εξοπλισμό του ηλεκτρονικού υπολογιστή (hardware) και για το λογισμικό ( software ).
Τον Φεβρουάριο 1982 παραδόθηκαν στην Brown Boveri, σε τρεις παρτίδες, εξοπλισμός ηλεκτρονικών υπολογιστών και λογισμικό εγγεγραμένο σε μαγνητικές ταινίες και τον Ιούνιο 1982 ακολούθησε άλλη μία αποστολή λογισμικού επί ταινιών. Στις τελωνειακές διασαφήσεις εισαγωγής η πρώτη αποστολή χαρακτηρίστηκε ως «τμήματα ηλεκτρονικού υπολογιστή » και η δεύτερη ως « λογισμικό ». Τα τιμολόγια που είχαν επισυναφθεί ως δικαιολογητικά ανέφεραν μόνο τις συνολικές τιμές, χωρίς να αναφέρουν την τιμή κάθε τεμαχίου χωριστά, ενώ δεν μνημονεύονταν καθόλου τα υποθέματα πληροφορικής.
Στις δηλώσεις της σχετικά με τη δασμολογητέα αξία η Brown Boveri αφαίρεσε από τη συνολική τιμή τα έξοδα συναρμολογήσεως, τα έξοδα μεταφοράς εντός της χώρας εισαγωγής και την αξία του λογισμικού. Επομένως, θεώρησε ότι η δασμολογητέα αξία της τελευταίας αποστολής ήταν μηδενική.
Το Hauptzollamt (Κεντρικό Τελωνείο του) Mannheim (στο εξής: HZA) δέχθηκε μόνο την έκπτωση των δαπανών μεταφοράς εντός της Γερμανίας με το αιτιολογικό ότι στα υποβληθέντα τιμολόγια δεν αναφέρονταν χωριστά τα ποσά που θα μπορούσαν να εκπέσουν.
Κατά των αποφάσεων του HZA η Brown Boveri υπέβαλε ένσταση, στο πλαίσιο της εξετάσεως της οποίας υπέβαλε τα τιμολόγια για τις τρεις πρώτες αποστολές υπό νέα μορφή, ώστε να εμφαίνονται χωριστά οι τιμές για τον εξοπλισμό και για το λογισμικό. Επιπλέον υπέβαλε δύο τηλετυπήματα του κατασκευαστή σχετικά με την αξία του λογισμικού και τα έξοδα συναρμολογήσεως. Όταν το HZA απέρριψε την ένσταση της, η Brown Boveri άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht. Μετά την απόρριψη και της προσφυγής της αυτής, άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο, με Διάταξη της 13ης Φεβρουαρίου 1989, τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έπρεπε το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80, κατά το έτος 1982, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ως συναλλακτική αξία των εισαγομένων υποθεμάτων πληροφορικής που περιελάμβαναν λογισμικό έπρεπε να θεωρείται η συνολική τιμή που αναφερόταν στο τιμολόγιο που είχε εκδώσει ο προμηθευτής προς τον διασαφούντα, χωρίς καμία μείωση, ή τη συναλλακτική αξία αποτελούσε εκείνο μόνο το τμήμα της αναγραφομένης στο τιμολόγιο τιμής που αφορούσε τα υποθέματα πληροφορικής; Είχε σημασία αν η εκ μέρους του διασαφούντος διάκριση μεταξύ της τιμής που αντιστοιχούσε στο υπόθεμα πληροφορικής και της τιμής που αντιστοιχούσε στο λογισμικό έγινε κατά το χρονικό σημείο που έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας ή εκ των υστέρων;
2)
Μπορούν τα έξοδα συναρμολογήσεως να θεωρηθούν ότι διακρίνονται από την τιμή, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80, μόνον όταν η διάκριση δηλώθηκε στις τελωνειακές αρχές κατά το χρονικό σημείο που λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας; »
2. Περίληψη του σκεπτικού του Bundesfinanzhof
Το Bundesfinanzhof θεωρεί ότι το λογισμικό δεν αποτελεί εμπόρευμα, καθόσον είναι ασώματο αγαθό, και ότι επομένως δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο δασμολογικών διατάξεων. Συνεπώς, ο δασμός πρέπει να επιβληθεί μόνο επί των υποθεμάτων πληροφορικής.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή, βάσει της οποίας καθορίζεται η συναλλακτική αξία κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218, στο εξής: βασικός κανονισμός), είναι στοιχείο το οποίο υπόκειται σε διορθώσεις, όταν αυτό είναι απαραίτητο για να αποφευχθεί ο προσδιορισμός αυθαίρετης ή πλασματικής δασμολογητέας αξίας. Αυτό συμβαίνει, κατά το Bundesfinanzhof, όταν η αναφερόμενη στο τιμολόγιο τιμή περιλαμβάνει προφανώς και ποσά που δεν αφορούν τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αφαιρείται το τμήμα της καταβληθείσας ή καταβλητέας τιμής που αφορά άλλα αντικείμενα. Αν στη συναλλακτική τιμή των υποθεμάτων πληροφορικής περιληφθεί και η — υψηλότερη — αξία του λογισμικού, τότε η τιμή αυτή αυξάνεται υπερβολικά και ανακύπτει το ζήτημα αν η δασμολογητέα αξία στην περίπτωση αυτή δεν είναι αυθαίρετη. Για τον λόγο αυτό το Bundesfinanzhof θεωρεί ότι εν προκειμένω πρέπει να αφαιρεθεί η τιμή του λογισμικού και να ληφθεί ως βάση μόνο η αξία των υποθεμάτων πληροφορικής.
Δεδομένου ότι είναι πιθανόν ότι τα ίδια επιχειρήματα οδήγησαν στη θέσπιση του άρθρου 8α του βασικού κανονισμού, το οποίο προστέθηκε στον βασικό κανονισμό με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1055/85 του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 1985 (ΕΕ L 112, σ. 50), το Bundesfinanzhof κλίνει υπέρ της απόψεως ότι το άρθρο 8α είναι δηλωτικό του τι ίσχυε ήδη προηγουμένως. Κατά τη διάταξη αυτή, η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Μαΐου 1985, η αξία του λογισμικού δεν λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας, εφόσον διακρίνεται από την αξία του υποθέματος πληροφορικής.
Όσον αφορά την ερμηνεία της εκφράσεως « διακρίνεται » ή « αναφέρεται χωριστά », το Bundesfinanzhof κλίνει υπέρ της απόψεως ότι η χωριστή αναφορά της αξίας του λογισμικού ή των εξόδων συναρμολογήσεως μπορεί να πραγματοποιείται και μετά το κρίσιμο για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας χρονικό σημείο και μέχρι την ημέρα κατά την οποία η σχετική πράξη περί επιβολής δασμού δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί δικαστικώς.
3. Η όιαδικαοία ενώπιον του Δικαστηρίου
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Μαρτίου 1989.
Γραπτές παρατηρήσεις κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν στις 9 Ιουνίου 1989 η Brown Boveri, εκπροσωπουμένη από τον Hinrich Glashoff, φορολογικό σύμβουλο, στις 15 Ιουνίου 1989 η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπουμένη από τους Martin Seidel και Klaus Peter Müller-Eiselt, και στις 16 Ιουνίου 1989 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον νομικό σύμβουλό της Jörn Sack, επικουρούμενο από τη Renate Kubicki, υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας η οποία έχει αποσπαστεί στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής στο πλαίσιο των ανταλλαγών μεταξύ κοινοτικών και εθνικών υπαλλήλων.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Με απόφαση δε της 21ης Φεβρουαρίου 1990 ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρώτο τμήμα.
II — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1. Πρώτο ερώτημα
Επί του ζητήματος αν περιλαμβάνεται οτη δασμολογητέα αξία η αξία τον λογισμικού
Η Brown Boveri συμφωνεί με τη νομική ανάλυση του Bundesfinanzhof. Η Brown Boveri υποστηρίζει ότι σε δασμό υπόκεινται μόνο τα εμπορεύματα, δηλαδή κινητά πράγματα. Οι πληρωμές επομένως για το ασώματο αγαθό « λογισμικό » δεν περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία.
Οι σκοποί του νέου συστήματος δασμολογητέας αξίας, το οποίο καθιερώθηκε με τον βασικό κανονισμό και τη Συμφωνία περί εφαρμογής του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 110, στο εξής: συμφωνία GATT), είναι η διευκόλυνση του διεθνούς εμπορίου, η θέσπιση απλών και δίκαιων κριτηρίων για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας και η καθιέρωση μιας δίκαιης και ουδέτερης διαδικασίας. Κανένας κανόνας του συστήματος αυτού δεν προβλέπει την επιβολή δασμών στα « μη εμπορεύματα». Επομένως, αν στη συναλλακτική αξία περιληφθούν τα υποθέματα πληροφορικής, θα προκύψει πλασματική αξία, πράγμα όμως που απαγορεύεται ρητώς από το άρθρο 2, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Επιπλέον, ο γενικός εισαγγελέας Mancini τόνισε, με τις προτάσεις του στην υπόθεση 7/83, Ospig (απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 609, ειδικότερα σ. 621), ότι, αν στη δασμολογητέα αξία περιλαμβάνονταν και στοιχεία που δεν ανήκουν στην τιμή, τούτο θα ενέτεινε τον προστατευτισμό και θα αναιρούσε την ύπαρξη ενός ενιαίου και ουδέτερου συστήματος δασμολογητέας αξίας.
Κατά την Brown Boveri, το άρθρο 8α, το οποίο προστέθηκε στον βασικό κανονισμό με τον κανονισμό 1055/85, έχει δηλωτικό και μόνο χαρακτήρα. Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1055/85 προκύπτει ότι η εφαρμογή της συμφωνίας GATT είχε ως αποτέλεσμα ορισμένες τροποποιήσεις της δασμολογικής μεταχειρίσεως των υποθεμάτων πληροφορικής με ενσωματωμένο λογισμικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τροποποιήσεις αυτές ήσαν αναγκαίες ή δικαιολογημένες. Επιπλέον, οι αιτιολογικές αυτές σκέψεις παραπέμπουν σε μια απόφαση της Επιτροπής Τελωνειακής Εκτιμήσεως, τη σύσταση της οποίας προέβλεψε το άρθρο 18, παράγραφος 1, της συμφωνίας GATT. Είναι βεβαίως προφανές ότι η επιτροπή αυτή δεν μπορεί να τροποποιεί την ίδια τη συμφωνία. Το μόνο νέο στοιχείο στο άρθρο 8α είναι το γεγονός ότι αναγνωρίζεται ότι για την αφαίρεση της αξίας του λογισμικού από τη δασμολογητέα αξία αρκεί η αξία του λογισμικού να αναφέρεται χωριστά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και άλλες μέθοδοι υπολογισμού δεν θα είχαν καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα.
Κατόπιν αυτών η Brown Boveri προτείνει την εξής απάντηση στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος:
« Το 1982 το άρθρο 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1224/80 έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ως συναλλακτική αξία των εισαγόμενων υποθεμάτων πληροφορικής (μαγνητικών ταινιών ) επί των οποίων είχαν εγγραφεί μη ενσωματωμένα προγράμματα εφαρμογής ίσχυε μόνο το ανάλογο τμήμα του τιμήματος της πωλήσεως ή της αξίας των υποθεμάτων αυτών. »
Η Επιτροπή τονίζει καταρχάς ότι το HZA, καθορίζοντας τη συναλλακτική αξία των υποθεμάτων πληροφορικής βάσει της συνολικής τιμής που αναγραφόταν στο τιμολόγιο χωρίς να αφαιρέσει το κόστος για το λογισμικό, ενήργησε σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και με την τότε πρακτική των τελωνειακών αρχών των κρατών μελών. Η κατάσταση δεν άλλαξε από νομική άποψη παρά μόνο όταν ο κανονισμός 1055/85 πρόσθεσε στον βασικό κανονισμό το άρθρο 8α.
Όταν ο κανονισμός 1055/85 συζητήθηκε στο Συμβούλιο, μόνο ο εκπρόσωπος της Γερμανίας εκφράστηκε υπέρ της αναδρομικότητάς του. Η Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη αντιτάχθηκαν, επειδή η έννομη κατάσταση ήταν μέχρι τότε πλήρως σύμφωνη με τη συμφωνία GATT. Αυτό επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της Επιτροπής Τελωνειακής Εκτιμήσεως ( Επιτροπής Δασμολογητέας Αξίας ) της GATT, της 24ης Σεπτεμβρίου 1984, σχετικά με τη δασμολογική μεταχείριση των υποθεμάτων λογισμικού. Με την απόφαση αυτή επιβεβαιώνεται ότι η χρησιμοποίηση της συναλλακτικής αξίας ως βάσεως για τον προσδιορισμό της αξίας του λογισμικού που έχει αποτυπωθεί επί υποθεμάτων πληροφορικής συμβιβάζεται πλήρως με τη συμφωνία GATT, αλλά διαπιστώνεται επίσης ότι θα συμβιβαζόταν εξίσου με τη συμφωνία GATT να λαμβάνεται υπόψη μόνο η αξία του κατά κυριολεξία υποθέματος, υπό την προϋπόθεση ότι γίνεται διάκριση μεταξύ της αξίας αυτής και της αξίας του λογισμικού.
Η δυνατότητα αυτή προβλέφθηκε, επειδή ο φόρτος εργασίας των τελωνειακών αρχών για τα υποθέματα πληροφορικής είχε αυξηθεί σημαντικά από τότε που η συναλλακτική αξία αντικατέστησε « τη συνήθη τιμή που διαμορφώνεται υπό συνθήκες ανταγωνισμού » ως βάση του υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας. Βάσει της « συνήθους τιμής », ως δασμολογητέα αξία των υποθεμάτων πληροφορικής θεωρούνταν η αξία του υλικού αυξημένη κατά 100 %·σε περίπτωση υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας βάσει της συναλλακτικής αξίας, η δασμολογητέα αυτή αξία ισούνταν με την τιμή που αναγραφόταν στο τιμολόγιο, πράγμα που αντέβαινε προς τον σκοπό της συμφωνίας GATT, δηλαδή τη διευκόλυνση του διεθνούς εμπορίου.
Με τον κανονισμό 1055/85 δόθηκε η δυνατότητα μιας πιο φιλελεύθερης εφαρμογής της ρυθμίσεως, ενόψει του γεγονότος ότι η μεταβίβαση δεδομένων μπορεί εξίσου να πραγματοποιείται μέσω καλωδίου ή δορυφόρου, οπότε δεν γεννάται καμία τελωνειακή οφειλή.
Παρά την άποψη που εκφράζει το Bundesfinanzhof, η Επιτροπή τονίζει ότι ούτε η συμφωνία GATT ούτε ο βασικός κανονισμός απαιτούσαν την έκπτωση της αξίας του λογισμικού. Αντίθετα, όταν το λογισμικό έχει αποτυπωθεί επί υποθέματος πληροφορικής, αποτελεί τμήμα του εμπορεύματος αυτού και το όλο σύνολο υπόκειται στο τελωνειακό δίκαιο.
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με την ενσωμάτωση στη δασμολογητέα αξία των δικαιωμάτων που καταβάλλονται έναντι των αδειών εκμεταλλεύσεως ( αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1977, 1/77, Bosch, Sig. 1977, σ. 1473· και της 16ης Μαρτίου 1978, 135/77, Bosch, Sig. 1978, σ. 855). Κατά τη νομολογία αυτή, τα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία, όταν η χρησιμοποίηση της μεθόδου για την οποία υφίσταται το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αποτελεί τη μόνη οικονομικώς επωφελή χρήση του εμπορεύματος και η μέθοδος αυτή αντίστροφα δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο με τη χρησιμοποίηση του εμπορεύματος. Κατά την Επιτροπή, αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τα υποθέματα πληροφορικής επί των οποίων έχει αποτυπωθεί λογισμικό, ανεξαρτήτως του αν τα δεδομένα έχουν ενσωματωθεί μονίμως, όπως συμβαίνει με τον δίσκο μουσικής, ή αν μπορούν αργότερα να μεταβληθούν ή ακόμη και να διαχωριστούν πλήρως από τα υποθέματα. Το μόνο κρίσιμο στοιχείο για να καθοριστεί αν το λογισμικό αποτελεί ενιαίο εμπόρευμα με το υπόθεμα πληροφορικής είναι το χρονικό σημείο της εισαγωγής. Από την άποψη αυτή ο συνδυασμός μεταβλητού λογισμικού και υποθέματος μπορεί να συγκριθεί με το μουσικό κομμάτι που έχει εγγραφεί σε κασέτα. Κατά την άποψη της Επιτροπής, τα προϊόντα μαζικής κυκλοφορίας (όπως οι κασέτες μουσικής) και οι μαγνητικές ταινίες στις οποίες έχουν αποτυπωθεί συγκεκριμένα δεδομένα πρέπει να φορολογούνται το ίδιο.
Κατόπιν αυτών η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο πρώτο ερώτημα:
« Το 1982 το άρθρο 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η συναλλακτική αξία των εισαγομένων υποθεμάτων πληροφορικής που περιελάμβαναν λογισμικό ήταν ίση με την τιμή που αναφερόταν στο τιμολόγιο, ανεξαρτήτως του αν στο τιμολόγιο εμφαίνονταν χωριστά ή όχι οι τιμές των υποθεμάτων και του λογισμικού. »
Επί του κρίσιμου χρόνου για τη διάκριοη μεταξύ της τιμής των υποθεμάτων και της τιμής του λογισμικού
Η Brown Boveri αμφισβητεί την ορθότητα της απόψεως ότι η χωριστή αναφορά των τιμών πρέπει να γίνεται κατά τον χρόνο της εισαγωγής, με την υποβολή της δηλώσεως περί δασμολογητέας αξίας ( DV1 ), και ότι δεν υπάρχει δυνατότητα μεταγενέστερης διορθώσεως των στοιχείων αυτών. Αν η άποψη αυτή ήταν ορθή, ο προσδιορισμός της δασμολογητέας αξίας θα βασιζόταν μόνο στα — ενδεχομένως πλασματικά — πραγματικά στοιχεία που περιλαμβάνει η δήλωση βουλήσεως. Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου για να απαγορευθεί η διόρθωση ή συμπλήρωση δηλώσεων περί πραγματικών στοιχείων.
Η Brown Boveri ισχυρίζεται ότι αρχικά δεν δήλωσε την αξία του λογισμικού και ότι επομένως δεν ήταν υποχρεωμένη να τη δηλώσει σε σχέση με τη συνολική δηλωθείσα τιμή, αλλά παράλληλα επέστησε την προσοχή του HZA επί του γεγονότος ότι στο συνολικό ποσό του τιμολογίου περιλαμβάνονταν και στοιχεία που δεν ανήκαν στη δασμολογητέα αξία. Η Brown Boveri προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος:
« Η απόδειξη της ακριβούς αξίας των υποθεμάτων πληροφορικής και των προγραμμάτων που είχαν αποτυπωθεί επ' αυτών χωρίς να είναι ενσωματωμένα σ' αυτά (χωριστή αναφορά) επιτρεπόταν να προσκομιστεί ακόμη και μετά το προβλεπόμενο χρονικό σημείο (δηλαδή, κατά το τότε ισχύον γερμανικό τελωνειακό δίκαιο — άρθρο 35, παράγραφος 1, του Zollgesetz, μετά την υποβολή της αιτήσεως εκτελωνισμού), εφόσον η κατά το περιεχόμενο ανακριβής απόφαση περί δασμού δεν είχε καταστεί οριστική ή απρόσβλητη. »
Η Επιτροπή, δεδομένου ότι υποστηρίζει ότι η συναλλακτική αξία του υποθέματος πληροφορικής περιελάμβανε την τιμή που είχε καταβληθεί για το ενσωματωμένο λογισμικό, θεωρεί ότι το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος δεν έχει αντικείμενο. Τονίζει πάντως ότι, ακόμη και αν εφαρμοζόταν κανόνας ανάλογος προς τον κανόνα του άρθρου 8α του κανονισμού 1224/80, δεν είχε τηρηθεί η υποχρέωση χωριστής αναφοράς της τιμής του λογισμικού.
Κατά την Επιτροπή, τα αποδεικτικά στοιχεία για τις αιτούμενες εκπτώσεις πρέπει να προσκομίζονται πριν από τον κρίσιμο για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας χρόνο. Η εκ των υστέρων προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρει η οδηγία 82/57/ΕΟΚ, της 17ης Δεκεμβρίου 1981, περί καθορισμού ορισμένων διατάξεων εφαρμογής της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (ΕΕ L 28, σ. 38). Ακόμη και στην περίπτωση αυτή τα αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη παρά μόνο εφόσον αφορούν καταστάσεις που υφίσταντο ήδη πριν από την υποβολή της τελωνειακής διασαφήσεως και όχι καταστάσεις που δημιουργήθηκαν μετά την υποβολή αυτή. Αυτό προκύπτει από τα άρθρα 7 και 3 της οδηγίας 79/623/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1979, για την εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων όσον αφορά τις τελωνειακές οφειλές ( ΕΕ ειδ. έκδ. 01/004), οι διατάξεις δε αυτές επαναλαμβάνονται στον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2144/87 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1987, σχετικά με την τελωνειακή οφειλή ( ΕΕ L 201, σ. 15). Κατά τις διατάξεις αυτές, το ύψος της τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή ενός εμπορεύματος καθορίζεται βάσει των στοιχείων δασμοφορολογήσεώς του που υφίσταντο κατά τον χρόνο της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, δηλαδή κατά τον χρόνο της αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως. Κατά τον υπολογισμό επομένως του ύψους της τελωνειακής οφειλής δεν επιτρέπεται να λαμβάνονται υπόψη στοιχεία που δεν υφίσταντο κατά τον χρόνο εκείνο.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Brown Boveri μετά τον κρίσιμο για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας χρόνο δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας παρά μόνον αν είχαν σχέση με συμφωνία σχετικά με την τιμή του λογισμικού συναφθείσα πριν από τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων, πράγμα όμως που δεν συνέβαινε εν προκειμένω.
2. Δεύτερο ερώτημα
Η Brown Boveri ισχυρίζεται ότι τα έξοδα συναρμολογήσεως δεν περιλαμβάνονταν στην τιμή που αναγραφόταν στο τιμολόγιο και στη δηλωθείσα δασμολογητέα αξία και δεν αφορούσαν τα « εισαχθέντα εμπορεύματα », αλλά ένα εμπόρευμα που δημιουργήθηκε μετά την εισαγωγή και κατόπιν της συναρμολογήσεως.
Η Brown Boveri προτείνει την εξής απάντηση στο δεύτερο ερώτημα:
«Τα ποσά που καταβάλλονται έναντι εργασιών συναρμολογήσεως που πραγματοποιούνται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας δεν περιλαμβάνονται στη συναλλακτική αξία. Ο προσδιορισμός δε των συγκεκριμένων εξόδων συναρμολογήσεως που περιλαμβάνονται σε μια συνολική τιμή, προσδιορισμός που απαιτείται κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80, μπορεί να πραγματοποιηθεί μέχρις ότου καταστεί οριστική η βεβαίωση του δασμού. »
Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις μόνο για το δεύτερο ερώτημα, υποστηρίζει ότι τα ποσά που καταβάλλονται για τη συναρμολόγηση μπορούν να θεωρηθούν ότι διακρίνονται από την καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή μόνο εφόσον οι τελωνειακές αρχές έχουν στην κατοχή τους τη σχετική δήλωση κατά τον χρόνο που λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο ζ, του βασικού κανονισμού, εκτός αν ο οριστικός προσδιορισμός της δασμολογητέας αξίας έχει αναβληθεί σύμφωνα με το άρθρο Π. Για να υπάρξει όμως η δυνατότητα αυτή, ο προβαίνων στη διασάφηση πρέπει να έχει δηλώσει πριν από το κρίσιμο χρονικό σημείο την πρόθεση του να αναφέρει χωριστά τα έξοδα.
Ο κανόνας αυτός, ο οποίος απορρέει, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, από το γράμμα και το πνεύμα του βασικού κανονισμού, επιβεβαιώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1496/80 της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1980, περί της δηλώσεως των στοιχείων για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας και περί παροχής των σχετικών εγγράφων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 272 ). Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, η δήλωση της δασμολογητέας αξίας πρέπει να συντάσσεται επί εντύπου DV1, σύμφωνα με το υπόδειγμα που παρατίθεται στο παράρτημα του ανωτέρω κανονισμού και η στήλη 20 του οποίου προβλέπει τη χωριστή δήλωση των εξόδων συναρμολογήσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 262), το έντυπο DV1 πρέπει να υποβάλλεται στις τελωνειακές αρχές κατά τον χρόνο θέσεως των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία, δηλαδή κατά τον χρόνο «που λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο ζ, του βασικού κανονισμού. Εφόσον επομένως ο διασαφών δεν έχει αναγράψει τίποτα στη στήλη 20 ούτε αναφέρει ότι η διασάφηση είναι ελλιπής κατά την έννοια των άρθρων 6 έως 8 της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ, δεν επιτρέπεται πλέον καμία εκ των υστέρων χωριστή αναγραφή. Ούτε είναι δυνατή καμία επιστροφή δασμών βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. Π/015, σ. 162), καθόσον το ποσό του δασμού, το οποίο καθορίζεται βάσει της δηλώσεως της δασμολογητέας αξίας, είναι το οφειλόμενο δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας.
Η Γερμανική Κυβέρνηση διαφωνεί με τη λύση που προτείνει το Bundesfinanzhof, διότι η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής (και συνεπώς η προθεσμία για την εκ των υστέρων διάκριση των εξόδων από την καταβληθείσα τιμή ) καθορίζεται βάσει του εθνικού δικαίου και η λύση αυτή θα δημιουργούσε νομική αβεβαιότητα. Επιπλέον, η λύση αυτή θα αντέβαινε προς τον σκοπό που έχει ο βασικός κανονισμός να δημιουργήσει ένα δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο σύστημα τελωνειακής εκτιμήσεως, βασιζόμενο σε απλά και πρακτικά κριτήρια που να δημιουργούν ασφάλεια δικαίου.
Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προτείνει κατόπιν αυτών να δοθεί η εξής απάντηση στο δεύτερο ερώτημα του Bundesfinanzhof:
«Τα έξοδα συναρμολογήσεως μπορούν καταρχήν να θεωρηθούν ότι διακρίνονται από την τιμή, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80, μόνο όταν η διάκριση δηλώθηκε στις τελωνειακές αρχές κατά το χρονικό σημείο που λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας. »
Η Επιτροπή αναφέρεται αρχικά στις παρατηρήσεις που ανέπτυξε σε σχέση με την απόδειξη της τιμής που καταβλήθηκε για το λογισμικό και προτείνει την εξής απάντηση στο δεύτερο ερώτημα:
« Μετά το κρίσιμο για τη γένεση της τελωνειακής οφειλής χρονικό σημείο μπορούν να προσκομίζονται μόνο έγγραφα που αφορούν στοιχεία που έχουν αποφασιστική σημασία για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας και τα οποία υφίσταντο ήδη πριν από τη διασάφηση των προς εισαγωγή εμπορευμάτων. »
Gordon Slynn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top