ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-369/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Το νομικό πλαίσιο
Η οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμιση τους (στο εξής: οδηγία), προβλέπει την υποχρεωτική αναγραφή ορισμένων ενδείξεων για την πληροφόρηση και την προστασία των καταναλωτών (άρθρα 3 έως 11 ). Το άρθρο 14 ορίζει:
« Τα κράτη μέλη απέχουν από το να καθορίζουν, πέρα από ό,τι προβλέπεται στα άρθρα 3 έως 11, τους τρόπους σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να αναγράφονται οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 4, παράγραφος 2.
Εντούτοις, τα κράτη μέλη πρέπει να απαγορεύουν το εμπόριο τροφίμων στην επικράτειά τους, αν οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεν γράφονται σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους αγοραστές, εκτός αν η πληροφόρηση του αγοραστή εξασφαλίζεται με άλλο τρόπο. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει την αναγραφή των εν λόγω ενδείξεων σε πολλές γλώσσες. »
Στο Βέλγιο, το άρθρο 10 του Βασιλικού Διατάγματος της 2ας Οκτωβρίου 1980, το οποίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 του Βασιλικού Διατάγματος της 13ης Νοεμβρίου 1986, μεταφέρει την εν λόγω διάταξη στο εσωτερικό δίκαιο ως ακολούθως:
« Οι ενδείξεις που προβλέπονται από το άρθρο 2 καθώς και όσες προβλέπονται από ειδικές ρυθμίσεις πρέπει να αναγράφονται τουλάχιστον στη γλώσσα ή τις γλώσσες της περιοχής στην οποία διατίθενται προς πώληση τα τρόφιμα. »
2. Η διαφορά της κύριας δίκης
Οι αιτούσες της κύριας δίκης, ήτοι η ένωση Piageme και οι εταιρίες SGGSEMF, Évian, Apollinaris και Vittel, εισάγουν και διανέμουν διάφορα γαλλικά μεταλλικά νερά στο Βέλγιο. Οι ανωτέρω θεωρούν ότι η εταιρία SPRL Peetere, καθής της κύριας δίκης, η οποία εμπορεύεται τα νερά αυτά στη φλαμανδόφωνη περιοχή, παραβαίνει τη βελγική νομοθεσία καθότι οι φιάλες τις οποίες πωλεί φέρουν ενδείξεις είτε στη γαλλική είτε στη γερμανική γλώσσα, ενώ στην περιοχή αυτή οι ενδείξεις πρέπει να γράφονται στα ολλανδικά, κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος. Οι αιτούσες της κύριας δίκης, θεωρώντας ότι ζημιούνται, κλήτευσαν την καθής ενώπιον του rechtbank van koophandel te Leuven, κρίνοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, και ζήτησαν να υποχρεωθεί, επί χρηματική ποινή, να παύσει τις πωλήσεις της.
Η καθής υποστήριξε ότι το άρθρο 11 του Βασιλικού Διατάγματος της 13ης Νοεμβρίου 1986 αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και στο άρθρο 14 της οδηγίας, το οποίο ορίζει ότι οι εν λόγω ενδείξεις πρέπει να γράφονται σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους αγοραστές, εκτός αν η πληροφόρηση του αγοραστή εξασφαλίζεται με άλλο τρόπο.
Η καθής θεωρεί ότι δεν είναι απολύτως απαραίτητη η επισήμανση στη γλώσσα του τόπου όπου πωλούνται τα εμπορεύματα, δεδομένου ότι το κριτήριο του άρθρου 14 της οδηγίας δεν έγκειται στη γλώσσα αλλά στην πληροφόρηση του καταναλωτή. Η καθής φρονεί ότι αποκλειστικός στόχος της διαδικασίας της κύριας δίκης είναι να παύσει η παράλληλη εισαγωγή προκειμένου να ενισχυθεί το μονοπώλιο των αιτουσών.
Με Διάταξη της 5ης Δεκεμβρίου 1989, το rechtbank van koophandel te Leuven ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Αντίκειται το άρθρο 10 του Βασιλικού Διατάγματος της 2ας Οκτωβρίου 1980, όπως ισχύει σήμερα ως άρθρο 11 του Βασιλικού Διατάγματος της 13ης Νοεμβρίου 1986, στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και στο άρθρο 14 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ της 18ης Δεκεμβρίου 1978;»
Οι αιτούσες άσκησαν έφεση κατά της εν λόγω Διατάξεως παραπομπής.
3. Η ενόκτιον τον ώκαστηρίον διαδικασία
Η Διάταξη του rechtbank van koophandel te Leuven πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Δεκεμβρίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, στις 15 Μαρτίου 1990, οι αιτούσες της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενες από τους Guy Horsmans και Alois Puts, δικηγόρους Βρυξελλών, και, στις 20 Μαρτίου 1990, η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον René Barents, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας.
ΙΙ — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1. Επί της αρμοδιότητας τον Δικαστηρίου
Οι αιτούσες της κύριας σίκης προβάλλουν δύο επιχειρήματα. Πρώτον, υποστηρίζουν ότι το προδικαστικό ερώτημα, όπως είναι διατυπωμένο και στο μέτρο που ζητείται να εκτιμηθεί κατά πόσον μια εθνική διάταξη είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Δεύτερον, υπενθυμίζουν ότι το Δικαστήριο, για να μην κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, προσπαθεί μεν να αναδιατυπώνει τα ερωτήματα που του υποβάλλονται και είναι διατυπωμένα με αδέξιο τρόπο, αλλά θα πρέπει η απάντηση των υποβαλλομένων ερωτημάτων να είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Όμως, οι αιτούσες θεωρούν ότι, καίτοι εναπόκειται στο παραπέμπον δικαστήριο να εκτιμήσει το αναγκαίο της υποβολής της προδικαστικών ερωτημάτων, το Δικαστήριο οφείλει εντούτοις να εξετάζει το αναγκαίο της υποβολής των ερωτημάτων.
Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αυτή, οφείλει, κατά τις αιτούσες, να λαμβάνει υπόψη ορισμένα πραγματικά στοιχεία, τα οποία, στην υπό κρίση περίπτωση, συνίστανται στα εξής: πρώτον, το ζήτημα του συμφώνου του άρθρου 11 του Βασιλικού Διατάγματος με το κοινοτικό δίκαιο τίθεται μόνο στο μέτρο που οι διατυπωμένες στη γλώσσα της περιοχής του αγοραστή ενδείξεις των ετικεττών δεν μπορούν να αντικατασταθούν από εναλλακτική πληροφόρηση εξασφαλιζόμενη με άλλα μέσα, σύμφωνα με τη δυνατότητα που προβλέπει η οδηγία.
Οι αιτούσες υποστηρίζουν, στη συνέχεια, ότι η καθής ούτε επικαλείται ούτε αποδεικνύει την ύπαρξη μέτρου το οποίο να καθιστά δυνατή την πληροφόρηση του αγοραστή· όμως — υπογραμμίζουν οι αιτούσες — η πληροφόρηση πρέπει να καλύπτει όλες τις προβλεπόμενες από τον νόμο ενδείξεις, οι οποίες δεν περιορίζονται στην ονομασία ενός προϊόντος, στα χαρακτηριστικά και τη σύνθεση του, αλλά περιλαμβάνουν και στοιχεία ως προς τη διάρκεια ενός προϊόντος και τον τρόπο διατηρήσεως του.
Οι αιτούσες υποστηρίζουν, τέλος, ότι το αναγκαίο της υποβολής του προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να εκτιμάται από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Από αυτό έπεται ότι ο εθνικός δικαστής πρέπει να εξετάζει επισταμένως τη διαφορά ενόψει του εσωτερικού δικαίου προτού υποβάλει ερώτημα στο Δικαστήριο, ιδίως όταν η διαφορά της κύριας δίκης αφορά θέματα αποδείξεως, τα οποία διέπονται αποκλειστικά από το εσωτερικό δίκαιο.
2. Επί της ουσίας
Οι αιτούσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν, πρώτον, ότι το θέμα της επισημάνσεως των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή αποτέλεσε αντικείμενο εναρμονίσεως, η οποία πραγματοποιήθηκε με την οδηγία 79/112/ΕΟΚ. και εφαρμόστηκε στο εσωτερικό δίκαιο με τις επίδικες διατάξεις, και ότι, κατά συνέπεια, δεν εμπίπτει πλέον στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30.
Οι αιτούσες υπενθυμίζουν, στη συνέχεια, ότι η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη μια υποχρέωση αποτελέσματος, αφήνοντας τους ένα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για την επίτευξη του.
Οι αιτούσες θεωρούν ότι η υποχρέωση αναγραφής των ενδείξεων στη γλώσσα της περιοχής του αγοραστή, η οποία επιβάλλεται από το άρθρο 11 του Βασιλικού Διατάγματος του 1986, ανταποκρίνεται εύλογα στον σκοπό της οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στην παροχή διευκρινίσεων προς τους καταναλωτές όσον αφορά τα προϊόντα που αφορούν οι ετικέττες και στη συναφή εξασφάλιση της απαραίτητης ασφάλειας του δικαίου ενόψει της ποικιλίας των γλωσσών. Επιπλέον, η οδηγία επιβάλλει την υποχρέωση απαγορεύσεως της εμπορίας προϊόντων των οποίων η επισήμανση δεν είναι σύμφωνη προς την εν λόγω ρύθμιση. Αυτό δεν αποτελεί « υποχρέωση ανοχής », οπότε θα επιβαλλόταν στα κράτη μέλη να επιτρέπουν τις εύκολα καταληπτές από τον αγοραστή επισημάνσεις.
Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 11 του Βασιλικού Διατάγματος αντίκειται στο άρθρο 14 της οδηγίας για δύο λόγους: αφενός, ενώ το άρθρο αυτό επιβάλλει τη διατύπωση της ετικέττας σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους αγοραστές, η βελγική διάταξη ορίζει ότι οι ετικέττες μπορούν να είναι διατυπωμένες μόνο στη γλώσσα της περιοχής εντός της οποίας διατίθενται προς πώληση τα προϊόντα' αφετέρου, η βελγική ρύθμιση δεν προβλέπει την προσφερόμενη από την οδηγία δυνατότητα να μην επιβληθεί η χρήση γλώσσας εύκολα καταληπτής από τους αγοραστές αν η πληροφόρηση τους εξασφαλίζεται με άλλο τρόπο. Η Επιτροπή φρονεί ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει κατά πόσον, στην υπό κρίση περίπτωση, η γαλλική ή η γερμανική γλώσσα μπορούν να θεωρηθούν ως γλώσσες « εύκολα καταληπτές ». Επιπλέον, ενόψει του σκοπού του άρθρου 14, θα πρέπει να δοθεί σημασία όχι στην ξένη γλώσσα αυτή καθαυτήν αλλά στο περιεχόμενο των ενδείξεων που αναγράφονται στην ετικέττα. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του διαφόρους παράγοντες: τη φύση του προϊόντος, την εξοικείωση του καταναλωτή με το προϊόν, τη γειτνίαση με σημεία πωλήσεως ευρισκόμενα σε άλλη γλωσσική περιοχή και, στην υπό κρίση περίπωση, το στοιχείο της πολυγλωσσίας στην περιοχή.
Gordon Slynn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Top