Avis juridique important
Διάταξη του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 18ης Ιουλίου 2002. - Autosalone Ispra dei Fratelli Rossi Snc κατά Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας. - Αναίρεση - Αγωγή αποζημιώσεως - Εξωσυμβατική ευθύνη - Πλημμύρα - Έμφραξη οχετού λυμάτων - Προθεσμία παραγραφής - Μη διακοπή της παραγραφής. - Υπόθεση C-136/01 P.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-06565
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
1. Αγωγή αποζημιώσεως - ροθεσμία παραγραφής - Ημερομηνία ενάρξεως
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 215, εδ. 2 (νυν άρθρο 288, εδ. 2, ΕΚ)· Oργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 43· Oργανισμός ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, άρθρο 44]
2. Αγωγή αποζημιώσεως - αραγραφή - Διακοπή - ροϋποθέσεις - Αγωγή αποζημιώσεως ή αίτηση διεξαγωγής αποδείξεων ενώπιον εθνικού δικαστηρίου - Αποκλείεται
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 215, εδ. 2 (νυν άρθρο 288, εδ. 2, ΕΚ)· Oργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου άρθρο 43· Oργανισμός ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, άρθρο 44]
Περίληψη1. Όπως προκύπτει από το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ) και το άρθρο 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, που έχει πανομοιότυπη διατύπωση με το άρθρο 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η γένεση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας και η άσκηση του δικαιώματος αποκαταστάσεως της επελθούσας ζημίας εξαρτώνται από την πλήρωση ενός συνόλου προϋποθέσεων, σχετικών με την ύπαρξη παρανόμου πράξεως των κοινοτικών οργάνων, πραγματικής ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ τους.
Συνεπώς, ο χρόνος παραγραφής της αγωγής αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει πριν πληρωθούν όλες οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η υποχρέωση αποζημιώσεως και, ιδίως, πριν συγκεκριμενοποιηθεί η προς αποκατάσταση ζημία.
( βλ. σκέψεις 29-30 )
2. Ανεξαρτήτως του ότι τα άρθρα 43 του Οργανισμού ΕΚ και 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου αναφέρουν μόνο τη διακοπή της παραγραφής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από το ίδιο το γράμμα των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι προϋποθέτουν, στις δύο περιπτώσεις που προβλέπουν, προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου ή του ρωτοδικείου, ενώπιον των οποίων εφαρμόζονται οι εν λόγω διατάξεις βάσει, αντιστοίχως, των άρθρων 46, πρώτο εδάφιο, και 47, πρώτο εδάφιο, των ως άνω οργανισμών. Αντίθετα, ούτε η άσκηση αναλόγου ένδικου βοηθήματος ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, ήτοι αγωγής αποζημιώσεως, ούτε η αίτηση διεξαγωγής αποδείξεων, όπως η σκοπούσα στον διορισμό πραγματογνώμονα, ούτε η αίτηση λήψεως συντηρητικών μέτρων που υποβάλλεται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου μπορεί να διακόψει την παραγραφή.
( βλ. σκέψη 56 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-136/01 P,
Autosalone Ispra dei Fratelli Rossi Snc, με έδρα την Ispra (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τον F. Venuti, avvocato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 17 Ιανουαρίου 2001 το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δεύτερο τμήμα) στην υπόθεση T-124/99, Autosalone Ispra dei Fratelli Rossi κατά ΕΚΑΕ (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-53), και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι
η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενεργείας, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία εκπροσωπείται από τους H. Μ. H. Speyart και P. Stancanelli, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
εναγομένη πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους N. Colneric (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen και Β. Σκουρή, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Μαρτίου 2001, η Autosalone Ispra dei Fratelli Rossi Snc (στο εξής: Autosalone) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 50, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της διατάξεως του ρωτοδικείου της 17ης Ιανουαρίου 2001, T-124/99, Autosalone Ispra dei Fratelli Rossi κατά ΕΚΑΕ (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-53, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία το ρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή της με την οποία ζητούσε, κατ' ουσία, να αναγνωριστεί η ευθύνη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας για τη ζημία που υπέστη κατόπιν πλημμυρών που προκλήθηκαν στην Ispra τη νύχτα της 1ης προς 2 Ιουνίου 1992 και να υποχρεωθεί η Κοινότητα αυτή να αποκαταστήσει την εν λόγω ζημία.
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου κατ' εφαρμογήν του άρθρου 47 του ίδιου αυτού οργανισμού, ορίζει:
«Αξιώσεις κατά της Κοινότητας στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος. Η παραγραφή διακόπτεται είτε διά της προσφυγής που υποβάλλεται στο Δικαστήριο είτε διά της προηγουμένης αιτήσεως που ο ζημιωθείς απευθύνει στο αρμόδιο όργανο της Κοινότητας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η προσφυγή πρέπει να κατατεθεί εντός της προθεσμίας δύο μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 146· οι διατάξεις του άρθρου 148, δεύτερη παράγραφος, εφαρμόζονται κατά περίπτωση.»
ραγματικά περιστατικά
3 Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς εκτίθενται ως εξής στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη:
«2 Κατά τη νύχτα της 1ης προς 2 Ιουνίου 1992, η κοινότητα της Ispra επλήγη από σφοδρή καταιγίδα η οποία προκάλεσε σημαντικές πλημμύρες, που έβλαψαν, μεταξύ άλλων, την ιδιοκτησία της ενάγουσας.
3 Η πλημμύρα στην ιδιοκτησία της ενάγουσας προκλήθηκε κατόπιν υπερχειλίσεως ενός οχετού λυμάτων στο τμήμα της πόλεως της Ispra όπου βρίσκεται η ιδιοκτησία αυτή. Ο οχετός αυτός, ο οποίος περνά δίπλα από την ιδιοκτησία της ενάγουσας, συνεχίζει ακάλυπτος και διασχίζει μικρή απόσταση για να συνεχίσει μέσα σε σήραγγα η οποία διέρχεται κάτω από μια σιδηροδρομική γραμμή, στη συνέχεια δε σε αγωγό κάτω από γήπεδο που ανήκει στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της ΕΚΑΕ (στο εξής: Κέντρο).
4 Η πλημμύρα αυτή προκάλεσε σημαντικές ζημίες στην ενάγουσα, οι οποίες εκτιμήθηκαν, αιτήσει της ενάγουσας, από τον πραγματογνώμονα κ. Galleri, με έκθεση συνταχθείσα στις 14 Οκτωβρίου 1993, σε 1 245 000 000 ιταλικές λίρες (ITL).
5 Με την από 17 Ιουνίου 1992 συστημένη επιστολή, η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση στο Κέντρο προκειμένου να λάβει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη λόγω του ότι τα λύματα και τα όμβρια ύδατα δεν ήταν δυνατόν να διοχετευθούν στον κεντρικό οχετό, του οποίου οι αγωγοί διέρχονται κάτω από το γήπεδο του Κέντρου, επειδή η εσχάρα που είχε τοποθετηθεί με φροντίδα του Κέντρου στο στόμιο του οχετού είχε φραχτεί από απόβλητα και κατεστραμμένα αντικείμενα που μετέφεραν τα ύδατα απορροής.
6 Στις 20 Ιουλίου 1992, το Κέντρο απάντησε ότι οι υπηρεσίες του προέβησαν στις αναγκαίες εξακριβώσεις προκειμένου να προσδιορίσουν την ύπαρξη ευθύνης κατόπιν της εν λόγω πλημμύρας.
7 Στις 22 Φεβρουαρίου 1993, η ασφαλιστική εταιρία του Κέντρου, η Cigna Insurance Company of Europe SA, προσέφυγε ενώπιον του tribunale της Varese ζητώντας να πραγματοποιηθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να διαπιστωθεί η κατάσταση των χώρων, να περιγραφεί η ποιότητα και η κατάσταση των αγαθών τα οποία υπέστησαν βλάβη από την πλημμύρα, ενόψει της αποδόσεως ευθύνης στο Κέντρο εκ μέρους των γειτόνων του. Με διάταξη του tribunale της Varese της 27ης Μαρτίου 1993, η πραγματοποίηση της πραγματογνωμοσύνης αυτής ανατέθηκε στον κ. Speroni, ο οποίος έπρεπε να υποβάλει την έκθεσή του εντός 90 ημερών.
8 Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο κ. Speroni κατατέθηκε στη γραμματεία του Tribunale της Varese στις 10 Μα_ου 1995. Στην έκθεση αυτή, μεταξύ άλλων, διευκρινίζεται:
"Από τις συγκεντρωθείσες πληροφορίες σχετικά με τους χώρους για τους οποίους γίνεται λόγος, φαίνεται ότι κατά τη στιγμή της πλημμύρας στο φρεάτιο επιθεωρήσεως μπροστά από τη σιδηροδρομική γραμμή ήταν τοποθετημένη βαρειά μεταλλική εσχάρα η οποία συγκράτησε διάφορα υλικά που κουβαλούσε το νερό (σανίδες, κορμούς κ.λπ.) εμποδίζοντας πραγματικά τη διοχέτευση των υδάτων και προκαλώντας πλημμύρες προς τα πίσω."
9 Με δικόγραφο της 28ης Φεβρουαρίου 1996, η ενάγουσα άσκησε κατά της Επιτροπής αγωγή αποζημιώσεως βάσει του εθνικού δικαίου ενώπιον του tribunale της Varese. Η υπόθεση αυτή, στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή προέβαλε το απαράδεκτο της εν λόγω αγωγής, εκκρεμούσε ακόμη κατά τον χρόνο καταθέσεως του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση.»
Η αγωγή ενώπιον του ρωτοδικείου
4 Υπό τις περιστάσεις αυτές η Autosalone άσκησε, στις 21 Μα_ου 1999, αγωγή ενώπιον του ρωτοδικείου με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η ευθύνη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας για τη ζημία που υπέστη και, επομένως, να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει ποσό 1 245 000 000 ιταλικών λιρών (ITL), πλέον της νομισματικής ανατιμήσεως και των τόκων για το ποσό αυτό.
5 Με την αντίκρουσή της, η Επιτροπή προέβαλε, ουσιαστικά, ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη διότι η αξίωση στην οποία βασίζεται έχει παραγραφεί. ράγματι, το άρθρο 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου προβλέπει, στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, την πενταετή παραγραφή των αξιώσεων από της επελεύσεως του γενεσιουργού γεγονότος (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 1982, 256/80, 257/80, 265/80, 267/80 και 5/81, Birra Wührer κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 85, σκέψη 10). Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, η προθεσμία παραγραφής άρχισε να τρέχει από την 1η Ιουνίου 1992.
6 Η Autosalone υποστήριξε αντίθετα ότι έλαβε γνώση των αιτιών της ζημίας που είχε υποστεί στις 10 Μα_ου 1995, ημερομηνία καταθέσεως της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο κ. Speroni. ριν την ημερομηνία αυτή, της ήταν αδύνατον να γνωρίζει τα περιστατικά που προκάλεσαν τη ζημία ή τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτών των στοιχείων στο μέτρο που, αφενός, καλοπίστως ανέμενε το αποτέλεσμα της πραγματογνωμοσύνης που ζήτησε η εναγομένη και, αφετέρου, δεν είχε πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του Κέντρου.
7 Όσον αφορά τη νομολογία που επικαλέστηκε η Επιτροπή, η Autosalone υπογράμμισε ότι βάσει της σκέψεως 10 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Birra Wührer κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας προκύπτει από τον συνδυασμό τριών στοιχείων: παράνομης πράξεως, ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ τους. Επομένως, η ευθύνη αυτή δεν στοιχειοθετείται από την ύπαρξη και μόνον της παράνομης πράξεως και, συνεπώς, η προθεσμία παραγραφής δεν αρχίζει να τρέχει λόγω της επελεύσεως μόνον αυτού του περιστατικού.
8 Επιπλέον, η Autosalone υποστήριξε ότι το από 20 Ιουλίου 1992 έγγραφο του Κέντρου και η διαδικασία πραγματογνωμοσύνης που κινήθηκε με την από 10 Μαρτίου 1993 αίτηση της Cigna Insurance Company of Europe SA και περατώθηκε με την υποβολή της εκθέσεως του κ. Speroni στις 10 Μα_ου 1995 πρέπει να θεωρηθούν ως πράξεις αναστέλλουσες την παραγραφή.
Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
9 Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη το ρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.
10 Η διάταξη αυτή στηρίζεται ιδίως στις ακόλουθες εκτιμήσεις:
«21 Επιβάλλεται [...] να παρατηρηθεί ότι, βάσει του άρθρου 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, οι αξιώσεις κατά της Κοινότητας στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος.
22 Στην προκειμένη περίπτωση, η πλημμύρα η οποία προκάλεσε τη ζημία που υπέστη η προσφεύγουσα επήλθε κατά τη νύκτα της 1ης προς 2 Ιουνίου 1992.
23 Επιπλέον, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι η νομολογία που παρέθεσε η ενάγουσα, και βάσει της οποίας η προθεσμία παραγραφής της αγωγής αποζημιώσεως δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει προτού πληρωθούν όλες οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η υποχρέωση αποκαταστάσεως της ζημίας, αποβλέπει στο να καθιερώσει το κριτήριο κατά το οποίο, στην περίπτωση που η ευθύνη της Κοινότητας οφείλεται σε κανονιστική πράξη, η ζημία η οποία αποτελεί αντικείμενο της αγωγής αποζημιώσεως πρέπει να είναι συγκεκριμένη. Στην περίπτωση αυτή, κατά συνέπεια, η προθεσμία παραγραφής δεν μπορεί να αρχίζει να τρέχει προτού επέλθουν τα ζημιογόνα αποτελέσματα της πράξεως αυτής. Επομένως, η νομολογία αυτή όχι μόνον δεν αφίσταται του αποφασιστικού κριτηρίου της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος που προβλέπει το άρθρο 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, οι πλημμύρες της 1ης και 2ας Ιουνίου, αλλά περιορίζεται ουσιαστικά στο να διευκρινίσει τα όρια στην περίπτωση, ουσιωδώς διαφορετική από την προκειμένη περίπτωση, στην οποία η αγωγή αποζημιώσεως ασκείται λόγω της ζημίας την οποία μπορούν να υποστούν οι ενάγοντες από την εφαρμογή κανονιστικής πράξεως που εκδόθηκε σε κοινοτικό επίπεδο.
24 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η νομολογία αυτή είχε εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι δεν αμφισβητείται ότι η πλημμύρα η οποία προκάλεσε τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα έγινε κατά τη νύκτα της 1ης προς τις 2 Ιουνίου 1992 και ότι η ζημία επήλθε στιγμιαία. Δεύτερον, επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι από την από 17 Ιουνίου 1992 επιστολή της ενάγουσας προς το Κέντρο προκύπτει ότι η ενάγουσα θεωρούσε ήδη, τότε, ότι είχε επαρκή γνώση των στοιχείων σχετικά με τις τρεις προϋποθέσεις που στοιχειοθετούν την ευθύνη προκειμένου να ασκήσει ήδη αγωγή αποζημιώσεως κατά της Κοινότητας. Το γεγονός ότι η ενάγουσα έκρινε, κατά τη στιγμή αποστολής της επιστολής αυτής, ότι δεν διέθετε ακόμη το σύνολο των στοιχείων που της επέτρεπαν να αποδείξει επαρκώς κατά νόμο την ευθύνη της Κοινότητας στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας δεν μπορεί, ωστόσο, να εμποδίσει την προθεσμία παραγραφής να τρέχει. ράγματι, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα δημιουργούνταν σύγχυση μεταξύ του διαδικαστικού κριτηρίου ως προς την έναρξη της προθεσμίας παραγραφής και τη διαπίστωση της υπάρξεως των προϋποθέσεων ευθύνης, που δεν μπορεί, τελικά, παρά να επιλυθεί από το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται προκειμένου να αποφανθεί οριστικά επί της ουσίας της διαφοράς.
25 Όσον αφορά την επιχειρηματολογία την οποία η ενάγουσα αντλεί από τη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η προθεσμία διακόπτεται, βάσει του άρθρου 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ [του Δικαστηρίου], είτε από αγωγή ασκούμενη ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, είτε από προηγούμενη αίτηση απευθυνόμενη στο αρμόδιο κοινοτικό όργανο, νοουμένου εντούτοις ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται μόνον αν, μετά την αίτηση, ασκείται αγωγή εντός των προθεσμιών που καθορίζονται σε σχέση με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ) και το άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 232 ΕΚ), που αντιστοιχούν στα άρθρα 146 και 148 της Συνθήκης ΕΚΑΕ στα οποία παραπέμπει το προμνημονευθέν άρθρο του Οργανισμού ΕΚΑΕ [του Δικαστηρίου] [...].
26 Όμως, οι επιστολές και οι διαδικασίες στις οποίες αναφέρεται η ενάγουσα δεν μπορούν προφανώς να θεωρηθούν ως αγωγή κατατεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου ή του ρωτοδικείου. Εξάλλου, μετά τις πράξεις που απηύθυνε στην Επιτροπή, η ενάγουσα δεν άσκησε εντός των καθοριζομένων προθεσμιών αγωγή. Επομένως, η προθεσμία παραγραφής που άρχισε στις 2 Ιουνίου 1992 ουδέποτε διακόπηκε σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ [του Δικαστηρίου] (βλ., κατά την έννοια αυτή, διάταξη [του ρωτοδικείου της 4ης Αυγούστου 1999, Τ-106/98], Fratelli Murri κατά Επιτροπής, [Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-2553], σκέψη 30).
27 Επιπλέον, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα μπορούσε ακόμη να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως εντός των προθεσμιών που επιβάλλει το άρθρο 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ [του Δικαστηρίου] μετά την παραλαβή της πραγματογνωμοσύνης του κ. Speroni, στις 10 Μα_ου 1995, αλλά δεν έκρινε σκόπιμο να το πράξει κατά τη στιγμή αυτή, αφού επέλεξε να ασκήσει σχετική αγωγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.»
Η αίτηση αναιρέσεως
11 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Autosalone ζητεί κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, να αναγνωρίσει την ευθύνη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας δυνάμει του άρθρου 188, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ με βάση τα πραγματικά περιστατικά και τους λόγους που επικαλέστηκε με την αγωγή της και που πρέπει, κατ' αυτή, να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνονται εξ ολοκλήρου και στην παρούσα αναίρεση και να καταδικάσει την Κοινότητα αυτή εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή να της καταβάλει το ποσό των 1 245 000 000 ITL, πλέον της νομισματικής ανατιμήσεως και των οφειλομένων τόκων μέχρι της πραγματικής καταβολής ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ορίσει το Δικαστήριο.
12 Όσον αφορά τα μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων, η Autosalone ζητεί από το Δικαστήριο να κάνει δεκτές τις αιτήσεις διεξαγωγής αποδείξεων που διατύπωσε ενώπιον του ρωτοδικείου, για τους λόγους που εκτίθενται στην αγωγή της και οι οποίοι πρέπει να θεωρηθούν ως εξ ολοκλήρου επαναλαμβανόμενοι εν προκειμένω, ιδίως τα στοιχεία που επικαλέστηκε με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο.
13 ρος στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Autosalone προβάλλει, αφενός, λόγο αντλούμενο από παράβαση του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου και, αφετέρου, περισσότερους λόγους σχετικούς με παράβαση του άρθρου 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου.
14 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, κυρίως, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως απαράδεκτη ή ως προδήλως αβάσιμη και, επικουρικώς, να κάνει δεκτά τα αιτήματα που υπέβαλε πρωτοδίκως.
15 Εκ προοιμίου, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, βάσει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να την απορρίψει με αιτιολογημένη διάταξη.
Επί του πρώτου αντλούμενου από την παράβαση του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα της Autosalone
16 Η Autosalone επικαλείται παράβαση του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου διότι αυτό δεν άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αντίθετα προς την απορρέουσα από το γράμμα της διατάξεως αυτής υποχρέωση.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
17 Καίτοι το γράμμα του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου προβλέπει την παρέμβαση γενικού εισαγγελέα, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του ως άνω κανονισμού, μόνο στην περίπτωση που ένας δικαστής ορίστηκε όντως ως ασκών καθήκοντα γενικού εισαγγελέα.
18 Εν προκειμένω, το ρωτοδικείο δεν επικουρήθηκε από γενικό εισαγγελέα ούτε ήταν υποχρεωμένο να πράξει κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 18 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου προκύπτει ότι το ρωτοδικείο μπορεί να επικουρείται από γενικό εισαγγελέα εφόσον κρίνει ότι η νομική δυσκολία της υποθέσεως ή το πολύπλοκο των πραγματικών περιστατικών το απαιτούν.
19 Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από την παράβαση του περί παραγραφής κανόνα του άρθρου 44, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου
20 Η Autosalone επικαλείται διάφορες αιτιάσεις προκειμένου να στηρίξει τη μη τήρηση εκ μέρους του ρωτοδικείου της προθεσμίας παραγραφής των αξιώσεων κατά της Κοινότητας λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης. Εκτιμά ότι η παραγραφή των αξιώσεων αυτών αναστέλλεται για όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο δικαιούχος της αξιώσεως δεν μπορούσε να λάβει γνώση των γενεσιουργών του δικαιώματός του προς αποζημίωση πραγματικών περιστατικών ούτε ήταν σε θέση να τα εξακριβώσει προσηκόντως ή ότι η εν λόγω προθεσμία παραγραφής δεν μπορούσε να αρχίσει να τρέχει υπό περιστάσεις όπως αυτές της παρούσας υποθέσεως.
Επί της προσβολής του δικαιώματος ασκήσεως αγωγής
Επιχειρήματα της Autosalone
21 Διακρίνοντας μεταξύ των πράξεων και των ζητημάτων των συμφυών με το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής και αυτών που αφορούν το παραδεκτό της αγωγής, η Autosalone ισχυρίζεται, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της, ότι η κοινοτική ρύθμιση περί παραγραφής, όπως εφαρμόστηκε από το ρωτοδικείο, περιορίζει αδικαιολόγητα το δικαίωμά της προς άσκηση αγωγής. Ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο προσέβαλε το δικαίωμά της προς άσκηση αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη, προκειμένου να υπολογίσει την προθεσμία παραγραφής, τη δυνατότητά της να λάβει προσήκουσα γνώση των πραγματικών περιστατικών που έπρεπε να επικαλεστεί κατά τη διαδικασία.
22 Η Autosalone διευκρινίζει συναφώς ότι η γνώση των πραγματικών περιστατικών συνδέεται με το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής. ροϋποθέτει τη δυνατότητα ακριβούς και εμπεριστατωμένης γνώσεως των πραγματικών αυτών περιστατικών πριν από την άσκηση αγωγής και τη δυνατότητα προσήκουσας εκτιμήσεως του υποστατού των πραγματικών αυτών περιστατικών προκειμένου να υποβληθούν στην κρίση του δικαστή.
23 Η Autosalone τονίζει ότι τα τυχόν πραγματικά εμπόδια, που δεν επιτρέπουν την πλήρη γνώση των πραγματικών περιστατικών, δεν ασκούν επιρροή στην περίπτωση που ο δικαιούχος της αξιώσεως μπορεί αποτελεσματικά να διακόψει την παραγραφή χωρίς να είναι οπωσδήποτε υποχρεωμένος για τον σκοπό αυτό να ασκήσει αγωγή. Στην περίπτωση αυτή, τα πραγματικά εμπόδια δεν συνεπάγονται την παραγραφή της αξιώσεως ή του σχετικού δικαιώματος.
24 Αντίθετα, όταν η μη άσκηση αγωγής συνεπάγεται την απώλεια της ίδιας αξιώσεως και του σχετικού δικαιώματος, τα εμπόδια αποκτούν σημασία για τη διαδρομή της προθεσμίας παραγραφής, στο μέτρο που ο δικαιούχος βρίσκεται σε μια κατάσταση που τον υποχρεώνει είτε να ασκήσει την αγωγή καίτοι δεν γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά ούτε ήταν σε θέση να τα αναζητήσει, να τα έχει στη διάθεσή του και να τα εξακριβώσει προσηκόντως, είτε να παραμείνει αδρανής, χάνοντας έτσι τόσο την αξίωση όσο και το δικαίωμα που τη στηρίζει λόγω παραγραφής. Αυτό προσβάλλει προδήλως το δικαίωμά της προς άσκηση αγωγής και προς παροχή εννόμου προστασίας για την προστασία των δικαιωμάτων της, αρχή που αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες δικαίωμα προσωπικής ελευθερίας από όλες τις έννομες τάξεις.
25 Η Autosalone προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι αγνόησε την αντίρρηση αυτή κρίνοντας, με τη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, ότι γνώριζε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αγωγή της από την εξώδικη όχληση που ο νομικός της εκπρόσωπος απέστειλε στο Κέντρο τον Ιούνιο του 1992. Στο πλαίσιο αυτό, η Autosalone προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη τη φύση της εξώδικης οχλήσεως. Αυτή ουδόλως προϋποθέτει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως ούτε την εξακρίβωσή τους.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
26 Επιβάλλεται η διαπίστωση, εκ προοιμίου, ότι το δικαίωμα ασκήσεως ένδικου βοηθήματος ενώπιον του κοινοτικού δικαστή μπορεί να ασκηθεί μόνο υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται σχετικώς από τις διατάξεις που διέπουν κάθε ειδικό ένδικο βοήθημα, εν προκειμένω την αγωγή αποζημιώσεως. Κατά συνέπεια, το ρωτοδικείο προσέβαλε το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής μόνο σε περίπτωση που δεν εφάρμοσε ορθά, ιδίως, τις διατάξεις που διέπουν τους κανόνες της σχετικής με την εν λόγω αγωγή παραγραφής.
27 Σύμφωνα με το ίδιο το γράμμα του πρώτου εδαφίου του άρθρου 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, οι αξιώσεις κατά της Κοινότητας στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος.
28 Όπως ορθώς υποστήριξε με το υπόμνημά της αντικρούσεως η Επιτροπή, η παραγραφή σκοπεί στην εξισορρόπηση της προστασίας των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος προσώπου και της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Η διάρκεια της προθεσμίας παραγραφής καθορίστηκε μετά λήψη υπόψη, ιδίως, του αναγκαίου για το ζημιωθέν μέρος χρόνου για να συγκεντρώσει τις κατάλληλες πληροφορίες προκειμένου να ασκήσει τυχόν αγωγή και για να εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που ενδέχεται να επικαλεστεί προς στήριξη της αγωγής αυτής.
29 Όπως προκύπτει από το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ) και το άρθρο 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, που έχει πανομοιότυπη διατύπωση με το άρθρο 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η γένεση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας και η άσκηση του δικαιώματος αποκαταστάσεως της επελθούσας ζημίας εξαρτώνται από την πλήρωση ενός συνόλου προϋποθέσεων, σχετικών με την ύπαρξη παρανόμου πράξεως των κοινοτικών οργάνων, πραγματικής ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ τους (βλ. αποφάσεις Birra Wührer κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 9, και της 14ης Οκτωβρίου 1999, C-104/97 P, Atlanta κατά Ευρωπαϊκής Κοινότητας, Συλλογή 1999, σ. Ι-6983, σκέψη 65).
30 Συνεπώς, ο χρόνος παραγραφής της αγωγής αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει πριν πληρωθούν όλες οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η υποχρέωση αποζημιώσεως και, ιδίως, πριν συγκεκριμενοποιηθεί η προς αποκατάσταση ζημία (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Birra Wührer κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 10).
31 Αντίθεται, η άποψη της Autosalone ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει μόνο από τη στιγμή που ο ζημιωθείς έχει ακριβή και εμπεριστατωμένη γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως είναι εσφαλμένη. Η γνώση των πραγματικών περιστατικών δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να αρχίσει να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής.
32 Από τη σκέψη 50 της αποφάσεως της 7ης Νοεμβρίου 1985, 145/83, Adams κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 3539), προκύπτει, βεβαίως, ότι η παραγραφή δεν μπορεί να αντιταχθεί στο θύμα της ζημίας που δεν μπόρεσε να λάβει έγκαιρα γνώση του γενεσιουργού της ζημίας αυτής λόγου και κατ' αυτό τον τρόπο δεν διέθετε εύλογη προθεσμία για να ασκήσει την αγωγή του ή να υποβάλει την αίτησή του πριν από την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής. Εντούτοις, η εν λόγω απόφαση δεν αποφαίνεται επί των προϋποθέσεων που είναι αναγκαίες για να αρχίσει να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής που προβλέπουν τα άρθρα 43 του Οργανισμού ΕΚ και 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου. Η προπαρατεθείσα απόφαση Adams κατά Επιτροπής αφορά κυρίως την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής. Εν πάση περιπτώσει, η Autosalone δεν βρίσκεται σε κατάσταση ανάλογη με αυτή που αφορούσε η εν λόγω απόφαση και, εξάλλου, δεν ισχυρίστηκε ότι συνέβη κάτι τέτοιο.
33 Η επιχειρηματολογία της Autosalone ότι, με τη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, το ρωτοδικείο διέπραξε σφάλμα κρίνοντας ότι γνώριζε τα πραγματικά περιστατικά που στήριζαν την αξίωσή της από την ημερομηνία της εξώδικης οχλήσεως είναι, κατά συνέπεια, επίσης αλυσιτελής.
34 Με τη σκέψη 23 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, το ρωτοδικείο ερμήνευσε το άρθρο 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου ως έχων την έννοια ότι αποφασιστικό κριτήριο για την έναρξη της προθεσμίας παραγραφής είναι η επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος. Εντούτοις, από τη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως προκύπτει ότι το ρωτοδικείο έκρινε, καίτοι επικουρικώς, ότι ο χρόνος της παραγραφής άρχισε να τρέχει από την ημερομηνία επελεύσεως της ζημίας, σύμφωνα με την προμνημονευθείσα στη σκέψη 30 της παρούσας διατάξεως νομολογία. Έτσι, καίτοι το ρωτοδικείο υπολόγισε τον χρόνο της παραγραφής μόνο επικουρικά, σύμφωνα με τον νομολογιακό κανόνα, το σφάλμα που κατ' αυτόν τον τρόπο διέπραξε το ρωτοδικείο προσδιορίζοντας τον χρόνο ενάρξεως της παραγραφής με τη σκέψη 23 δεν επέφερε αποτελέσματα.
35 Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.
Επί της μη δυνατότητας ασκήσεως αγωγής πριν από τις 10 Μα_ου 1995
Επιχειρήματα της Autosalone
36 Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως η Autosalone ισχυρίζεται ότι δεν μπόρεσε να ασκήσει αγωγή πριν από τις 10 Μα_ου 1995, ημερομηνία καταθέσεως της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του κ. Speroni, εξαιτίας της συνδρομής ενός συνόλου αντικειμενικών στοιχείων συνδυαζομένων με την παράνομη συμπεριφορά της Κοινότητας.
37 ρώτον, όσον αφορά τους αντικειμενικούς λόγους της αδυναμίας αυτής, η Autosalone υποστηρίζει ότι είχε αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη, κατά τον χρόνο που συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά, μιας εσχάρας τοποθετημένης στο στόμιο του οχετού λυμάτων και ομβρίων υδάτων που εμπόδιζε τη διέλευση των μεταφερόμενων από τα ύδατα απορροής απορριμμάτων, τα οποία, συσσωρευόμενα, προκάλεσαν το ζημιογόνο γεγονός. Οπωσδήποτε, εκείνο το χρονικό διάστημα κυκλοφορούσαν προφορικές πληροφορίες από τρίτους ότι υπήρχε μια τέτοια εσχάρα, όμως δεν ήταν βέβαιο ότι αυτή δεν αφαιρέθηκε λόγω του άμεσου κινδύνου καταστροφής.
38 Ελλείψει, αφενός, επιτοπίου εξακριβώσεως, η οποία δεν ήταν δυνατή λόγω του καθεστώτος ασυλίας και ετεροδικίας της Κοινότητας, και, αφετέρου, επιβεβαιώσεως εκ μέρους του Κέντρου ότι υπήρχε η εν λόγω εσχάρα έως την ημερομηνία της καταστροφής, η Autosalone θεωρεί ότι οι προφορικές πληροφορίες που διέθετε ήταν ανεπαρκείς προκειμένου να στηρίξει καλοπίστως ένδικο βοήθημα ενώπιον του κοινοτικού δικαστή. Μόνον κατόπιν της προκαταρκτικής τεχνικής πραγματογνωμοσύνης που διέταξε το Tribunale di Varese, στο πλαίσιο κατ' αντιμωλία διαδικασίας με την Επιτροπή, η Autosalone έλαβε λογική επιβεβαίωση της υπάρξεως της εσχάρας και της δυνατότητας προκλήσεως ζημίας εξ αυτής.
39 Δεύτερον, η Autosalone ισχυρίζεται ότι της ήταν επίσης αδύνατον να ασκήσει ένδικο βοήθημα λόγω της παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής. Η γενεσιουργός της ζημίας εξωσυμβατική παράνομη πράξη αποτελεί περιστατικό που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια προσώπων και αγαθών το οποίο, βάσει του άρθρου 449 του ιταλικού ποινικού κώδικα, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως ενός έως πέντε ετών. Η ιταλική δικαιοσύνη δεν διενήργησε ανάκριση των υπαλλήλων του Κέντρου προκειμένου να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά και τις ευθύνες λόγω της ασυλίας έναντι του ιταλικού ποινικού νόμου που απολαμβάνουν οι υπάλληλοι της Κοινότητας.
40 Η Autosalone εκτιμά ότι μια τέτοια έρευνα έπρεπε, πάντως, να διενεργηθεί από την Επιτροπή, ως υπεύθυνη και ιδιοκτήτρια των εγκαταστάσεων του Κέντρου. Η αρχή της κυριαρχίας και της ετεροδικίας δεν απαλλάσσουν την Κοινότητα και την Επιτροπή από την τήρηση των υποχρεώσεων προστασίας των συλλογικών συμφερόντων και αμεροληψίας που συνδέονται με την κυριαρχία αυτή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται αναμφισβήτητα η υποχρέωση να διαπιστώσει, σύμφωνα με σχετική δέσμευση που ανέλαβε η Επιτροπή, την ευθύνη για περιστατικά που θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια, τα αγαθά και τη ζωή των προσώπων και να κοινοποιήσει το αποτέλεσμα των εξακριβώσεών της στους ενδιαφερομένους που απευθύνθηκαν σε αυτή ζητώντας αποζημίωση. Όμως, καίτοι ο διευθυντής του Κέντρου υποσχέθηκε κάτι τέτοιο, τίποτα δεν έγινε για να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή.
41 Η Autosalone υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστά συνεχιζόμενη και διαρκή παράλειψη. Αυτή χαρακτηρίζεται, κατά την ιταλική έννομη τάξη, ως παράλειψη και/ή «αδικαιολόγητη καθυστέρηση αυτεπάγγελτων ενεργειών» (indebito ritardo di atti d'ufficio) που προβλέπει και τιμωρεί το άρθρο 328 του ιταλικού ποινικού κώδικα με ποινή φυλακίσεως έξι μηνών έως δύο ετών. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για συνεχιζόμενη και διαρκή παράνομη συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από την ιταλική νομολογία ως «παράνομη άσκηση δημόσιας υπηρεσίας» και τιμωρείται στο πλαίσιο της εξωσυμβατικής ευθύνης βάσει του άρθρου 2043 του ιταλικού αστικού κώδικα.
42 Τέλος, η Autosalone ισχυρίζεται ότι δεν μπορούσε να λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά της ούτε να τα επαληθεύσει, στο μέτρο που ανέμενε απολύτως καλόπιστα - και αναμένει ακόμη - να της κοινοποιήσει η Επιτροπή το αποτέλεσμα των εξακριβώσεών της.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
43 ρέπει να τονιστεί ότι τα επιχειρήματα αυτά τείνοντα στην απόδειξη της αδυναμίας της Autosalone να γνωρίζει προσηκόντως τα πραγματικά περιστατικά στηρίζονται στην άποψη, η οποία απορρίφθηκε ως εσφαλμένη με τις σκέψεις 31 και 32 της παρούσας διατάξεως, ότι ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει να τρέχει μόνον από τη στιγμή που ο ζημιωθείς διαθέτει όλα τα στοιχεία που θεωρεί κρίσιμα για να ασκήσει αγωγή.
44 Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.
Επί της συντμήσεως του χρόνου της παραγραφής
Επιχειρήματα της Autosalone
45 Με την αιτίαση αυτή, που αποτελεί το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Autosalone αντικρούει την επιχειρηματολογία του ρωτοδικείου στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως. Θεωρεί ότι το ρωτοδικείο προσέβαλε σοβαρά τα δικαιώματά της στηριζόμενο στο γεγονός ότι, τον Φεβρουάριο του 1996, άσκησε κατά της Επιτροπής ενώπιον του εθνικού δικαστή την ίδια αγωγή με αυτή που εκκρεμεί ενώπιον του κοινοτικού δικαστή και συνάγοντας ότι θα μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά της προς άσκηση αγωγής πριν από την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής.
46 Συναφώς, η Autosalone επαναλαμβάνει ότι η παραγραφή συνιστά εξαίρεση από τον κανόνα, εξαίρεση που δικαιολογείται από την αδράνεια που επέδειξε ο δικαιούχος καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου της παραγραφής. Όμως, ιδίως κατόπιν παράνομης συμπεριφοράς εκ μέρους του ζημιώσαντος, ο χρόνος της παραγραφής δεν μπορεί να συντμηθεί.
47 Η Autosalone προσθέτει ότι δεν κατανοεί πώς μια αξίωση μπορεί να υποκύψει σε παραγραφή πριν να καταστεί δυνατή η άσκησή της. Εκτιμά ότι, για τον λόγο αυτό, η εφαρμογή εκ μέρους του ρωτοδικείου του κοινοτικού κανόνα περί παραγραφής είχε ως αποτέλεσμα την de facto αδικαιολόγητη σύντμηση του χρόνου παραγραφής της αξιώσεως, περιορίζοντάς τον από πέντε έτη σε λίγο περισσότερο από δύο έτη, ή επέτρεψε στην Επιτροπή να περιορίσει την εν λόγω προθεσμία με την παράνομη συμπεριφορά της.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
48 Η αιτίαση της Autosalone ότι το ρωτοδικείο περιόρισε τη διάρκεια της προθεσμίας παραγραφής σε λίγο περισσότερο από δύο έτη στηρίζεται επίσης στην εσφαλμένη άποψη, που απορρίφθηκε με τις σκέψεις 31 και 32 της παρούσας διατάξεως, σχετικά με τον χρόνο ενάρξεως της πενταετούς παραγραφής που προβλέπει το άρθρο 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η Autosalone ουδόλως αντικρούει τη διαπίστωση του ρωτοδικείου ότι μπορούσε να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως εντός της προβλεπόμενης από το εν λόγω άρθρο 44 προθεσμίας μετά τις 10 Μα_ου 1995, ημερομηνία καταθέσεως της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης από τον κ. Speroni. Κατ' ουσίαν, προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι όρισε ως χρόνο ενάρξεως της παραγραφής ημερομηνία πολύ προγενέστερη της, κατά την άποψή της, κρίσιμης ημερομηνίας.
49 Για τους λόγους που εκτέθηκαν στη σκέψη 43 της παρούσας διατάξεως, το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.
Επί του τρίτου και τέταρτου λόγου αναιρέσεως σχετικών με τις συνέπειες επί της παραγραφής των ασκηθεισών ενώπιον του εθνικού δικαστή αγωγών
Επιχειρήματα της Autosalone
50 Αφού διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του εθνικού δικαστή, το απαράδεκτο του ασκηθέντος ως συντηρητικού μέτρου ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του Tribunale di Varese εκ μέρους της Cigna Insurance Company of Europe SA, η Autosalone ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η διαδικασία αυτή μπορεί και πρέπει, επομένως, να ενταχθεί στη δικαστική διαδικασία ενώπιον του κοινοτικού δικαστή ως παραδεκτή και κρίσιμη. Η διαδικασία αυτή συνιστά τμήμα της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Συνάγει ότι ο χρόνος παραγραφής πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ως ανασταλείς καθ' όλη τη διάρκεια της συντηρητικής ή ελεγκτικής δικαστικής διαδικασίας. Έτσι, το στάδιο της προκαταρκτικής τεχνικής πραγματογνωμοσύνης δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του χρόνου της παραγραφής.
51 Κατά την Autosalone, συνάγεται ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο χρόνος άρχισε να τρέχει στις 2 Ιουνίου 1992, ημερομηνία κατά την οποία συνέβησαν οι επίμαχες πλημμύρες, ανεστάλη στις 22 Φεβρουαρίου 1993, ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως προκαταρκτικής τεχνικής πραγματογνωμοσύνης ή, το αργότερο, στις 27 Μαρτίου 1993, ημερομηνία της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του εθνικού δικαστή και της ενάρξεως της κατ' αντιμωλία διαδικασίας με την Επιτροπή και ότι η εν λόγω προθεσμία άρχισε εκ νέου να τρέχει από τις 11 Μα_ου 1995, ήτοι μετά το πέρας της προκαταρκτικής τεχνικής πραγματογνωμοσύνης. Επομένως, η προθεσμία αυτή εξέπνευσε στις 18 Αυγούστου 1999 ή, αν η προθεσμία ανεστάλη στις 27 Μαρτίου 1993, στις 15 Ιουλίου 1999, ήτοι, εν πάση περιπτώσει, πολύ αργότερα από την κατάθεση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου ενώπιον του κοινοτικού δικαστή.
52 Δεύτερον, η Autosalone επικαλείται την αγωγή που άσκησε ενώπιον του Tribunale di Varese τον Μάρτιο του 1997, με δικόγραφο της 28ης Φεβρουαρίου 1996, και της οποίας το παραδεκτό αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του επιληφθέντος εθνικού δικαστή. Συναφώς υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή υποστήριξε πρωτοδίκως ότι το αντικείμενο της αγωγής αυτής ενώπιον του εθνικού δικαστή είναι πανομοιότυπο με το αντικείμενο της αγωγής που ασκήθηκε στη συνέχεια ενώπιον του κοινοτικού δικαστή και ότι, προκειμένου να διακόψει νομοτύπως την παραγραφή, θα μπορούσε ήδη τότε να ασκήσει αγωγή ενώπιον του κοινοτικού δικαστή. Ο κοινοτικός δικαστής δέχθηκε τον λόγο εξετάζοντας, στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, την ουσία της αγωγής αυτής.
53 Έτσι, η Επιτροπή, η οποία επικαλέστηκε ενώπιον του εθνικού δικαστή το απαράδεκτο της αγωγής λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του εθνικού δικαστή, δέχεται τώρα την αγωγή αυτή και την καθιστά παραδεκτή και κρίσιμη στο πλαίσιο της αντικρούσεώς της κατά τη διαδικασία ενώπιον του κοινοτικού δικαστή. Κατά συνέπεια, η Autosalone υποστηρίζει ότι δικαιούται και αυτή να επικαλεστεί την ουσία της εν λόγω αγωγής προς υπεράσπισή της.
54 Ο έλεγχος αυτός δεικνύει ότι η αξίωση αυτή που ασκήθηκε ενώπιον του εθνικού δικαστή δεν είναι παραγεγραμμένη ούτε ήταν παραγεγραμμένη όταν ασκήθηκε η αγωγή ενώπιον του κοινοτικού δικαστή και ότι, εφόσον πρόκειται για την ίδια αγωγή που ασκήθηκε ενώπιόν του, η ένσταση παραγραφής της αξιώσεως στην τελευταία αυτή διαδικασία πρέπει να απορριφθεί. Για τον λόγο αυτό, η αγωγή που άσκησε η Autosalone ενώπιον του κοινοτικού δικαστή είναι παραδεκτή στο μέτρο που σκοπεί ακριβώς στην άσκηση μιας μη παραγεγραμμένης αξιώσεως.
55 Επιπλέον, η Autosalone επικαλείται τη συμπεριφορά της Επιτροπής κατά τη διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστή, η οποία δεν συμβιβάζεται με την επιθυμία της να επικαλεστεί την παραγραφή.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
56 Ανεξαρτήτως του ότι τα άρθρα 43 του Οργανισμού ΕΚ και 44 του Οργανισμού ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου αναφέρουν μόνο τη διακοπή της παραγραφής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από το ίδιο το γράμμα των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι προϋποθέτουν, στις δύο περιπτώσεις που προβλέπουν, προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου ή του ρωτοδικείου, ενώπιον των οποίων εφαρμόζονται οι εν λόγω διατάξεις βάσει, αντιστοίχως, των άρθρων 46, πρώτο εδάφιο, και 47, πρώτο εδάφιο, των ως άνω οργανισμών. Αντίθετα, ούτε η άσκηση αναλόγου ένδικου βοηθήματος ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, ήτοι αγωγής αποζημιώσεως, ούτε η αίτηση διεξαγωγής αποδείξεων, όπως η σκοπούσα στον διορισμό πραγματογνώμονα, ούτε η αίτηση λήψεως συντηρητικών μέτρων που υποβάλλεται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου μπορεί να διακόψει την παραγραφή.
57 Επιβάλλεται επίσης η διαπίστωση ότι, όσον αφορά την άσκηση ενώπιον του Tribunale di Varese αγωγής ανάλογης με αυτή που ασκήθηκε ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, ούτε η συμπεριφορά της Επιτροπής ενώπιον του εθνικού δικαστή ούτε το γεγονός ότι το αντικείμενο της αγωγής ενώπιον αυτού είναι πανομοιότυπο με το αντικείμενο της αγωγής που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη ασκούν επιρροή στην επίλυση της διαφοράς.
58 Επομένως, το ρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αρνούμενο να δεχθεί ότι η παραγραφή διακόπηκε με τη διαδικασία συντηρητικών μέτρων και την αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον του Tribunale di Varese. Κατά συνέπεια, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθούν ως προδήλως αβάσιμοι.
59 Από όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως προδήλως αβάσιμη, χωρίς να χρειάζεται να ληφθεί απόφαση επί των μέτρων περί διεξαγωγής αποδείξεων που ζήτησε η Autosalone.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
60 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, αν υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Autosalone που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί η δεύτερη στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Autosalone Ispra dei Fratelli Rossi Snc στα δικαστικά έξοδα.
Top