29. 12. 86
Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αριθ. C 333/29
Γνωμοδότηση για την ετήσια οικονομική έκθεση της Επιτροπής 1986-1987
(86/C 333/10)
Το Συμβούλιο ζήτησε στις 6 Νοεμβρίου 1986, έχοντας υπόψη την απόφαση αριθ. 120/84/ΕΟΚ
της 18ης Φεβρουαρίου 1974 σχετικά με την επίτευξη ενός υψηλότερου βαθμού σύγκλισης της
οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ('), όπως
τροποποιήθηκε με τη απόφαση αριθ. 787/75/ΕΟΚ (2) και ειδικότερα το άρθρο 4, τη γνωμοδότηση
της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την παραπάνω πρόταση.
Το τμήμα οικονομικών, δημοσιονομικών και νομισματικών υποθέσεων, στο οποίο ανατέθηκε η
προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότηση του στις 18 Νοεμβρίου 1986
με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Geuenich.
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή κατά τη 241η σύνοδο ολομέλειας της, (συνεδρίαση της
27ης Νοεμβρίου 1986) υιοθέτησε με 92 ψήφους υπέρ, 37 κατά και 11 αποχές την ακόλουθη
γνωμοδότηση:
1. Εισαγωγή
Η ΟΚΕ κρίνει απαραίτητο να συμπεριληφθεί στο κεφά
λαιο 2 περιληπτικά η ανάλυση της Επιτροπής σχετικά
με την οικονομική κατάσταση και τις μελλοντικές της
προοπτικές. Με τον τρόπο αυτό αφενός τίθεται μια βάση
αναφοράς για τις εκτιμήσεις της ΟΚΕ που περιλαμβά
νονται στο κεφάλαιο 4 σχετικά με τις προτάσεις οικονομι
κής πολιτικής που υποβάλλει η Επιτροπή και αφετέρου,
παρέχεται η ευκαιρία να προστεθούν στο κεφάλαιο 3
ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις όσον αφορά την
ανάλυση της οικονομικής κατάστασης από την Επιτροπή.
2. Η ανάλυση της οικονομικής κατάστασης από την Επι
τροπή
2.1. Τάσεις της ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας
2.1.1. Κύριο και καθοριστικό στοιχείο της εξέλιξης της
παγκόσμιας οικονομίας κατά το 1986 ήταν η ασυνήθιστη
και απρόβλεπτη, σ' αυτή την έκταση, πτώση των τιμών
πετρελαίου. Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στην άμβλυνση, με
ανέλπιστο τρόπο, των προβλημάτων του πληθωρισμού και
του ισοζυγίου πληρωμών στην Κοινότητα. Οι συνέπειες
της πτώσης των τιμών πετρελαίου έγιναν στην Κοινότητα
εντονότερες ύστερα από την αισθητή πτώση της τιμής του
δολαρίου ΗΠΑ στο εξωτερικό (η δεύτερη ουσιαστική
μεταβολή). Από την άλλη πλευρά όμως με την μεταβολή
αυτή των ισοτιμιών, μειώθηκαν ακόμη περισσότερο οι
δυνατότητες κοινοτικών εξαγωγών στο χώρο όπου κυριαρ
χεί το δολάριο. Η τρίτη συνιστώσα της παγκόσμιας οικο
νομίας που συνέβαλε στη μεταβολή των βασικών οικονο
μικών δεδομένων είναι η πτώση των επιτοκίων.
2.1.2. Οι τρεις αυτές εξελίξεις συνεπάγονται σε τελική
ανάλυση μεσοπρόθεσμα βελτιωμένες προϋποθέσεις για
μια ταχύτερη ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας.
Όμως, παρά τις μεταβολές αυτές, ο ρυθμός ανάπτυξης
στις χώρες του ΟΟΣΑ δεν αναμένεται να υπερβεί το 2,5 %
τόσο κατά το 1986 όσο και κατά το 1987, πράγμα που
σημαίνει ελαφρά μείωση σε σχέση με το 1985.
(') ΕΕαριθ. L 63 της 5. 3. 1975 σ. 16.
(2) ΕΕ αριθ. L 330 της 24. 12. 1975, σ. 52.
2.1.3. Η υποχώρηση των τιμών πετρελαίου κατά 2/3
περίπου (σε ECU), συνεπάγεται για τις χώρες κατανάλω
σης πετρελαίου μια σοβαρή ανακούφιση. Το κόστος των
εισαγωγών πετρελαίου στο σύνολο της Κοινότητας μειώ
νεται συνεπώς κατά 1,8 % περίπου του ΑΕΠ (Ακαθάριστο
Εγχώριο Προϊόν). Ωστόσο αναμένεται, ακριβώς λόγω της
πτώσης των τιμών, αισθητή αύξηση της κατανάλωσης
πετρελαίου και μείωση της προσφοράς από τις χώρες που
δεν ανήκουν στον ΟΠΕΚ, πράγμα που θα οδηγήσει τελικά
σε μία νέα αύξηση των τιμών πετρελαίου.
2.1.4. Η πτώση των τιμών πετρελαίου πίεσε σημαντικά
και τους δείκτες αύξησης των τιμών γενικά με αποτέλεσμα
να μειωθούν και οι ονομαστικοί τόκοι. Οι πραγματικοί
τόκοι εξακολουθούν ωστόσο να είναι υψηλοί. Χαμηλά
επιτόκια και χαμηλό κόστος ενέργειας συντελούν στην
αύξηση της αποδοτικότητας και επομένως στην ενίσχυση
των επενδύσεων, εφόσον διασφαλίζεται συγχρόνως και
μια κατάλληλη εξέλιξη της ζήτησης.
2.1.5. Η οικονομική κατάσταση στις Ηνωμένες Πολι
τείες χαρακτηρίζεται από τεράστια ελλείμματα του ισοζυ
γίου τρεχουσών συναλλαγών και του κρατικού προϋπολο
γισμού. Παρά την πτώση της τιμής του δολαρίου δεν
αναμένεται για το 1986, αλλά ούτε και για το 1987, ουσια
στική βελτίωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυ
γίου, επειδή στην αρχή οι δαπάνες για εισαγωγές αυξάνο
νται σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι τα κέρδη από τις
εξαγωγές. Εξάλλου το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών
επιβαρύνεται και από τις δαπάνες για την κάλυψη των
τόκων που συνεπάγεται το αυξανόμενο εξωτερικό χρέος
των Ηνωμένων Πολιτειών.
Μέχρι σήμερα οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν για τη
μείωση του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού
των ΗΠΑ είχαν ελάχιστη επιτυχία. Ωστόσο φαίνεται
αναπόφευκτη η εφαρμογή περιοριστικής φορολογικής
πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες για τα επόμενα χρό
νια.
2.1.6. Όσον αφορά τα μεταποιημένα προϊόντα, αναμέ
νεται να σημειωθεί κατά το 1987 στο παγκόσμιο εμπόριο
μια μέτρια αύξηση. Επειδή οι εισαγωγές του υπόλοιπου
κόσμου εκτός της Κοινότητας, θα αυξηθούν μάλλον με
πολύ αργό ρυθμό, η ανάπτυξη του εμπορίου εξαρτάται
ιδιαίτερα από την επέκταση που θα σημειωθεί στην
Ευρώπη.
Αριθ. C 333/30 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 29. 12. 86
2.1.7. Οι παράγοντες που περικλείουν κινδύνους για
την παγκόσμια οικονομία κατά το 1987, είναι κυρίως η
ενδεχομένως ακόμη μεγαλύτερη μείωση της οικονομικής
ανάπτυξης των Ηνωμένων Πολιτειών, η πιθανότητα νέας
αύξησης των τιμών πετρελαίου καθώς και η κατάσταση
σε ορισμένες από τις κυριότερες οφειλέτριες χώρες που
εξακολουθεί να είναι κρίσιμη.
2.2. Η οικονομική κατάσταση της Κοινότητας και οι
προοπτικές της
2.2.1. Οι μεταβολές που περιγράφτηκαν, όσον αφορά
τα οικονομικά δεδομένα σε διεθνή κλίμακα, συνέβαλαν
στη δημιουργία των προϋποθέσεων για μια μεσοπρόθεσμη
ενίσχυση της ανάπτυξης στην Κοινότητα. Ωστόσο, οι
τρεις αυτές ευνοϊκές προϋποθέσεις ακόμη δεν αντι
κατοπτρίζονται αισθητά σε αυξημένους δείκτες ανάπτυ
ξης. Για το 1986 ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης υηερβα-
ίνει ελάχιστα το δείκτη του 1985, αλλά και για το 1987
προβλέπεται μόνο μια κατά δέκατα υψηλότερη αύξηση
από ό,τι το 1986, αν δεν αλλάξει η οικονομική πολιτική.
Σύμφωνα με τις προγνώσεις ο κοινοτικός μέσος ρυθμός
ανάπτυξης για το 1987 θα κυμαίνεται γύρω στο 2,8 % και
θα είναι κατά συνέπεια αισθητά χαμηλότερος από ό,τι
ο ρυθμός που είχε τεθεί σαν στόχος στα πλαίσια της
στρατηγικής συνεργασίας για την ανάπτυξη, δηλαδή κατά
μέσον όρο 3,5% για την περίοδο 1986-1990.
2.2.2. Εξάλλου για την οικονομική κατάσταση της Κοι
νότητας γενικά έχει σημασία το γεγονός ότι οι ρυθμοί
ανάπτυξης των εθνικών οικονομιών των κρατών μελών
χαρακτηρίζονται από σημαντικές διαφορές. Για το 1987
προβλέπεται για την Ιταλία, την Πορτογαλία, την
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και την Ιρλαν
δία αύξηση κατά 3 %, για την Ισπανία 3 % για την Μεγάλη
Βρετανία, το Λουξεμβρούργο και την Γαλλία 2,5% ενώ
οι δείκτες για τα υπόλοιπα κράτη μέλη θα είναι χαμηλότε
ροι από 2 %. Για την Ελλάδα προβλέπεται μάλιστα μείωση
του πραγματικού ΑΕΠ.
2.2.3. Ένας λόγος για τη σχετικά μη ικανοποιητική
οικονομική ανάπτυξη είναι η αρνητική συμβολή του
εξωτερικού εμπορίου, η οποία για το 1986 αναμένεται να
μειωθεί κατά 1 % του ΑΕΠ, ενώ κατά το 1987 αναμένεται
να φθάσει το 0,8 % του ΑΕΠ περίπου. Στα ποσοστά αυτά
αντικατοπτρίζονται κυρίως η μείωση της ζήτησης που
σημειώθηκε με ραγδαίο ρυθμό στις χώρες παραγωγής
πετρελαίου και η μεταβολή των συναλλαγματικών ισοτι
μιών. Η μείωση αυτή των εξαγωγών, δεν αντισταθμίστηκε
με μια αναθέρμανση της εσωτερικής ζήτησης, κυρίως
κατά το πρώτο εξάμηνο του 1986.
2.2.4. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι η πτώση
των τιμών των ενεργειακών προϊόντων θα συμβάλλει
ολοένα και περισσότερο στη βελτίωση του καταναλωτι
κού κλίματος. Η ιδιωτική κατανάλωση θα διαδραματίσει
έτσι σημαντικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη (σε
πραγματικές τιμές 3,7% το 1986 και 3,5 % το 1987).
2.2.5. Στη βελτίωση της ανάπτυξης συμβάλλουν ουσια
στικά και οι επενδύσεις. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν
σ' αυτό τον τομέα προπαντός οι κεφαλαιουχικές επενδύ
σεις (σε πραγματικές τιμές 6,1 % το 1986 και 6,9% το
1987), ενώ αντίθετα, οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται
στον τομέα των κατασκευών, αν και έχουν αυξηθεί, δεν
αναπτύσσονται με ιδιαίτερο δυναμισμό. Γενικά όμως είναι
χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το ποσοστό αύξησης των
επενδύσεων είναι πολύ χαμηλό σε σύγκριση με προηγού
μενες φάσεις ανοδικής συγκυρίας. Επομένως απαιτείται
να ενταθούν οι προσπάθειες που καταβάλλονται στον
τομέα των επενδύσεων.
2.2.6. Η συμβολή της δημόσιας κατανάλωσης στην
αύξηση της εσωτερικής ζήτησης, η οποία εκτιμάται για
το 1986 σε 3,8 % και για το 1987 σε 3,4% σε πραγματικές
τιμές, θα είναι όπως και κατά το παρελθόν χαμηλότερη
από το μέσο όρο.
2.2.7. Ο δείκτης αύξησης των τιμών κατανάλωσης περι
ορίσθηκε σε ένα επίπεδο που δεν είχε επιτευχθεί εδώ και
20 χρόνια: ο μέσος κοινοτικός όρος για το 1986 είναι
3,7%. Ωστόσο η εξέλιξη των τιμών στα κράτη μέλη πα
ρουσιάζει ακόμη σημαντικές διαφορές. Ιδιαίτερα στην
Ελλάδα και την Πορτογαλία, αλλά και στην Ισπανία και
την Ιταλία, αν και σε μικρότερο βαθμό, ο δείκτης πλη
θωρισμού κατά το 1986 είναι ακόμη σχετικά υψηλός.
Όμως για το 1987 αναμένεται να μειωθεί ο μέσος όρος
αύξησης των τιμών σε 3,0% επειδή η κατάσταση που
επικρατεί στις παραπάνω χώρες θα εξακολουθήσει να
βελτιώνεται.
2.2.8. Η ευνοϊκή εξέλιξη που σημειώθηκε όσον αφορά
τις τιμές κατανάλωσης αλλά και η βελτίωση των πραγμα
τικών όρων εμπορίου (terms of trade) συνέβαλαν, μαζί με
τη μέτρια αύξηση των ονομαστικών μισθών, στη δημιουρ
γία μιας ιδανικής κατάστασης στην οποία ενώ οι πραγμα
τικοί μισθοί αυξήθηκαν κατά 2,3% και αυξήθηκε κατά
συνέπεια και η αγοραστική δύναμη, δεν υπάρχει συγχρό
νως και αύξηση του κόστους ανά εργαζόμενο. Για το 1987
όμως δεν αναμένεται να επαναληφθεί αυτή η κατάσταση.
2.2.9. Η αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων
κατά το 1986 και 1987 εκτιμάται ότι θα είναι περίπου
0,8%. Το ποσοστό αυτό, αν και στα πλαίσια μιας
μακροπρόθεσμης συγκριτικής θεώρησης είναι ανώτερο
του μέσου όρου αύξησης του αριθμού των απασχολουμέ
νων, οφείλεται πάντως εν μέρει σε ειδικά μέτρα πολιτικής
για την αγορά της εργασίας. Επειδή όμως, λόγω της αυξη
μένης συμμετοχής των γυναικών στον ενεργό πληθυσμό,
εξακολουθεί να ανέρχεται ο ρυθμός των ενεργά
απασχολούμενων, το ποσοστό των ανέργων παραμένει
σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα: ο κοινοτικός μέσος όρος
(Ευρώπη των 12) ανερχόταν σε 11,9% το 1986 και 11,7%
το 1987.
2.2.10. Ιδιαίτερα προβληματικό είναι, όσον αφορά τη
διάρθρωση της ανεργίας, το αυξανόμενο ποσοστό των
μακροχρόνια ανέργων: περίπου 40 % των ανέργων
βρίσκονται σ' αυτή την κατάσταση για διάστημα μεγαλύ
τερο του χρόνου. Εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραματίζει
και η ανεργία των νέων, παρόλο ότι διαφαίνονται ήδη τα
πρώτα σημεία βελτίωσης.
2.2.11. Οι προοπτικές για την οικονομική κατάσταση
κατά το 1987 δημιουργούν προσδοκίες ότι θα εξακολουθή
σει να σημειώνεται συγκρατημένη ανάκαμψη της οικονο
μίας. Ωστόσο οι δυνατότητες ακόμη μεγαλύτερης ανάπτυ
ξης θα εξαρτηθούν κυρίως από τους παράγοντες της εγχώ
ριας οικονομίας ενώ δεν φαίνεται να υπάρχουν ελπίδες
για βελτίωση των εξαγωγών. Οι ανυπόφορες διαστάσεις
της ανεργίας θα περιοριστούν όμως μόνο ελάχιστα.
29. 12. 86 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. C 333/31
3. Παρατηρήσεις σχετικά με την ανάλυση της οικονομι
κής κατάστασης
3.1. Η ΟΚΕ λαμβάνει γνώση της ανάλυσης της Επιτρο
πής όσον αφορά την εξέλιξη της διεθνούς οικονομικής
κατάστασης. Σχετικά επιθυμεί να τονίσει ιδιαίτερα τα
ακόλουθα:
— τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ με το
ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών τους θα υφίστανται
και μετά το 1987. Εν επιτευχθεί η επίλυση τους διαμέ
σου μιας περιοριστικής φορολογικής πολιτικής των
ΗΠΑ η εξασθένηση της οικονομικής ανάπτυξης θα
μπορούσε να μεταβληθεί σε οικονομική ύφεση,
— εξίσου κρίσιμες επιπτώσεις θα μπορούσε να έχει η
ακόμα μεγαλύτερη πτώση της τιμής του δολαρίου,
— σύμφωνα με τις προγνώσεις, η ανάπτυξη της ευρωπαϊ
κής οικονομίας θα αναχαιτισθεί στο μέλλον έντονα
από την εξέλιξη της οικονομίας των ΗΠΑ και τις
επιπτώσεις της σε διεθνή κλίμακα,
— οι κίνδυνοι που απειλούν το παγκόσμιο εμπόριο είναι
γενικά ευρύτεοι και πιο σοβαροί. Οι τάσεις προστατευ
τισμού εντείνονται και οι απρόβλεπτες ασταθείς διακυ
μάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών μπορούν να
δημιουργήσουν πρόσθετη ανασφάλεια.
3.2. Σχετικά με την εκτίμηση της οικονομικής κατά
στασης στην Κοινότητα η ΟΚΕ σημειώνει τα εξής:
— είναι πολύ αμφισβητήσιμο αν θα εξακολουθήσει η
πτώση του μέσου δείκτη αύξησης των τιμών κατανάλω
σης κατά το 1987,
— η ιδιωτική κατανάλωση θα μπορούσε να ενισχυθεί
περισσότερο αν το ποσοστό συμμετοχής των μισθών
στο εθνικό εισόδημα δεν εξακολουθήσει να σημειώνει
φθίνουσα εξέλιξη,
— το ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ εκτιμάται τουλάχιστον
όσον αφορά ορισμένες εθνικές οικονομίες, όπως αυτή
της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με
υπερβολικά αισιόδοξο τρόπο,
— χρειάζεται να καταβληθούν αυξημένες προσπάθειες
όσον αφορά τις επενδύσεις κυρίως στον τομέα της
βιομηχανίας μεταποίησης και των νέων τεχνολογιών,
— είναι αμφισβητήσιμο αν ο ρυθμός ανάπτυξης που προ
βλέπεται, αρκεί για να περιοριστεί η έκταση της ανερ
γίας κατά τα επόμενα χρόνια, εφόσον δεν έχει υλοποιη
θεί στα κράτη μέλη σε μεγαλύτερο βαθμό ο στόχος
όσον αφορά την αύξηση της απασχόλησης με την
εφαρμογή ανάλογων μέτρων. Για το λόγο αυτό η ΟΚΕ
επιδοκιμάζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι η Επιτροπή θέτει
το πρόβλημα της εξάλειψης της ανεργίας στα πλαίσια
μιας δυναμικής ευρωπαϊκής οικονομίας, στο επίκεντρο
των σκέψεων της.
4. Η υλοποίηση της στρατηγικής συνεργασίας για την
ανάπτυξη
4.1. Γενικά προβλήματα μιας στρατηγικής συνεργασίας
4.1.1. Τα υφιστάμενα δεδομένα για το 1986 και 1987,
ιδιαίτερα αυτά που αφορούν την οικονομική ανάπτυξη
και την απασχόληση στην Κοινότητα, δείχνουν ότι η
οικονομική εξέλιξη απέχει ακόμη σε μεγάλο βαθμό από
την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής συνεργασίας
για την ανάπτυξη. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός
ότι η οικονομική ανάπτυξη το 1986 ήταν σχετικά χαμηλή,
αν και η τεράστια πτώση των τιμών των εισαγόμενων
προϊόντων, και ιδιαίτερα των πρώτων υλών, και οι θετικοί
όροι εμπορίου που προέκυψαν από την εξέλιξη αυτή,
αποτελούσαν ευνοϊκές πορϋποθέσεις για μια ενισχυμένη
αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης.
4.1.2. Η εμπειρία αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η
ύπαρξη ευνοϊκών, ή τουλάχιστον ευνοϊκότερων γενικών
όρων, όσον αφορά την εξέλιξη των τιμών, το κόστος
παραγωγής, τα κέρδη των επιχειρήσεων, το ισοζύγιο
τρεχουσών συναλλαγών και τα ελλείμματα του προϋπολο
γισμού, δεν συνεπάγεται αυτομάτως και σημαντική επιτά
χυνση του ρυθμού της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά ότι
οι βελτιωμένοι γενικοί όροι προσφέρουν απλώς τη δυνα
τότητα βελτίωσης της εξέλιξης της παραγωγής και της
απασχόλησης, η οποία δυνατότητα θα πρέπει όμως να
αξιοποιηθεί από την οικονομική πλευρά.
4.1.3. Η δυνατότητα αυτή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί
με την υλοποίηση της στρατηγικής συνεργασίας για την
ανάπτυξη. Γιατί πρόκειται για μια φιλόδοξη στρατηγική
και θέτει υψηλούς στόχους. Όμως μέχρι σήμερα οι προϋ
ποθέσεις για την υλοποίηση μιας στρατηγικής συνερ
γασίας για την ανάπτυξη βελτιώθηκαν μεν αλλά μόνο
λόγω των μεταβολών που σημειώθηκαν στην αγορά όσον
αφορά το καθεστώς των τιμών. Αντίθετα δεν λήφθηκε
κανένα μέτρο πολιτικού χαρακτήρα με το οποίο θα
μπορούσε να καταστεί δυνατή η υλοποίηση της στρατηγι
κής συνεγασίας για την ανάπτυξη. Διότι η απόφαση του
Συμβουλίου των υπουργών του Δεκεμβρίου 1985 και η
συζήτηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των κοινοτικών
οργάνων και των κοινωνικών εταίρων σε ευρωπαϊκό
επίπεδο, δεν σημαίνουν ακόμη ότι η συμπεριφορά των
ενδιαφορμένων ομάδων σε εθνικό επίπεδο και η σύγκλιση
των οικονομικών πολιτικών των ενδιαφερομένων χωρών
θα είναι ανάλογη, ακόμη και αν υπήρξε σε μεγάλο βαθμό
σύγκλιση απόψεων, όσον αφορά τους στόχους της στρα
τηγικής αυτής αλλά και τα μέσα που απαιτούνται για την
υλοποίηση της.
4.1.4. Κρίνεται επομένως απαραίτητο να αναφερθούν
ορισμένες βασικές σκέψεις σχετικά με τις δυνατότητες
τήρησης μιας στάσης συνεργασίας εκ μέρους των κοινω
νικών εταίρων και των αρχών που είναι αρμόδιες για την
οικονομική πολιτική των επιμέρους κρατών μελών.
4.1.5. Ακόμη και στις εθνικές οικονομίες της Δυτικής
Ευρώπης με λιγότερο ή περισσότερο κοινωνικό προσανα
τολισμό, επικρατούν παραδοσιακά ο οικονομικός
προγραμματισμός και αποφάσεις που λαμβάνονται με κρι
τήρια τα ατομικά και ιδιωτικά συμφέροντα. Ορισμένες
κυβερνήσεις ακολουθούν συνειδητά μια πολιτική με την
οποία αποδίδεται η ίδια ή και μεγαλύτερη σημασία στην
αρχή αυτή· αλλά και η στρατηγική συνεργασία για την
ανάπτυξη που προτείνει η Επιτροπή έχει έως έναν
ορισμένο βαθμό παρόμοιο προσανατολισμό. Στάση συν
εργασίας σημαίνει όμως μια στάση υπεράνω των ατομικών
και ιδιωτικών συμφερόντων διότι απαιτεί την αποδοχή
περιορισμών, όσον αφορά την επιδίωξη των ιδίων συμ
φερόντων, ώστε να λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα
Αριθ. C 333/32 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 29. 12. 86
των άλλων. Μια στάση συνεργασίας είναι επομένως μόνο
κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις λογική, δηλαδή >ιόνο
όταν οι θυσίες του ενός παροτρύνουν ή αναγκάζουν και
τον άλλον ενδιαφερόμενο να αποδεχθεί θυσίες. Μόνον
έτσι είναι δυνατό να επιτευχθεί μια οικονομική κατά
σταση στην οποία, αφενός μπορούν να αξιοποιηθούν όλα
τα πλεονεκτήματα και η οποία, αφετέρου, είναι καλύτερη
από ό,τι η κατάσταση που θα προέκυπτε σε περίπτωση
επιδίωξης μόνο των καθαρά ατομικών συμφερόντων.
Δηλαδή: οι θυσίες θα πρέπει να έχουν και ορισμένο
αντίκρυσμα. Αποδίδουν μόνο όταν και οι άλλοι ενδιαφε
ρόμενοι τηρούν την ίδια στάση συνεργασίας.
4.1.6. Στην κοινή στάση συνεργασίας αντιτίθεται όμως
τη τάση για την επιδίωξη των ιδίων συμφερόντων. Γιατί
ο καθένας θέτει τον εαυτό του σε πρώτη θέση όταν ο
άλλος τηρεί στάση συνεργασίας ενώ ο ίδιος επιδιώκει να
ευνοήσει τα δικά του συμφέροντα. Φυσικά αυτό θα
μπρούσε να οδηγήσει τον άλλον στη διακοπή της συνερ
γασίας του. Όμως η έλλειψη προθυμίας για συνεργασία
δεν γίνεται πάντα αντιληπτή, ιδιάτερα όταν δεν υπάρχουν
σαφή κριτήρια για την έννοια της στάσης συνεργασίας ή
όταν, όπως αυτό συμβαίνει στα μικρότερα κράτη μέλη της
Κοινότητας, η συμβολή κάθε πολίτη στην επίτευξη του
συνολικού αποτελέσματος είναι σχετικά μικρή. Επίσης η
έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους ορισμένων κρατών μελών,
παρά τον κίνδυνο που υπάρχει να διακόψουν και τα άλλα
κράτη μέλη την συνεργασία τους, είναι προφανής προ
παντός όταν το πλεονέκτημα που αναμένεται από τη συν
εργασία αυτή είναι βραχείας διάρκειας ή όταν θεωρείται
ήδη ικανοποιητικό και εφόσον δεν επιβάλλονται συγχρό
νως κυρώσεις κατά των κρατών μελών που δείχνουν αυτή
την τάση.
4.1.7. Οι σκέψεις αυτές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι
οι δυνατότητες εφαρμογής μιας στρατηγικής συνεργασίας
για την ανάπτυξη μπορούν να βελτιωθούν ακόμη περισσό
τερο. Για τον σκοπό αυτό:
α) Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα πρέπει
να θεσπίσει πολύ σαφή κριτήρια για να επιτευχθεί η
συνεργασία των ενδιαφερομένων κρατών μελών και
ομάδων
β) Θα πρέπει να τονίσει ότι πρόκειται για μία στρατηγική
που είναι απαραίτητο να ακολουθηθεί μακροπρόθεσμα
και που θα πρέπει να ισχύει και πέρα από το 1990, γιατί
διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να διακοπεί πρόωρα η
συνεργασία·
γ) Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα πρέπει
να παρακολουθεί τη συμβολή όλων των κρατών μελών
στην εφαρμογή της κοινής στρατηγικής·
δ) Θα πρέπει επίσης να εξετάσει ποιες θα μπορούσαν να
είναι οι συνέπειες σε περίπτωση που δεν τηρείται
στάση συνεργασίας·
ε) Θα πρέπει να καταστήσει διαυγή σε κάθε κοινωνική
ομάδα ποια πλεονεκτήματα μπορούν να προκύψουν
από τις θυσίες της ομάδας αυτής.
4.2. Νομισματική πολιτική
4.2.1. Οι στόχοι που είχαν ορισθεί για το 1986 όσον
αφορά τη νομισματική πολιτική, υλοποιήθηκαν σχετικά
εύκολα, επειδή αύξηση των τιμών κατανάλωσης περιορίσ
θηκε σημαντικά λόγω της έντονης πτώσης των τιμών των
προϊόντων εισαγωγής. Επομένως έγινε δυνατό να περιο
ρισθεί η αύξηση του όγκου του κυκλοφορούντος νομίσμα
τος κατά μέσο όρο στα κράτη μέλη χωρίς συγχρόνως να
περιορισθούν τα περιθώρια για οικονομική ανάπτυξη.
4.2.2. Το 1987 όμως το έργο της νομισματικής πολιτι
κής θα είναι πολύ δυσκολότερο επειδή δεν πρόκειται να
συνεχισθεί η πτώση των τιμών εισαγωγής. Η εξασφάλιση
της επιτυχίας της καταπολέμησης του πληθωρισμού έχει
γι' αυτό ιδιαίτερη σημασία. Ο στόχος αυτός δεν θα είναι
εύκολο να επιτευχθεί, επειδή ο μέσος όρος αύξησης των
τιμών, που ανέρχεται σε 3,5 % αναφέρεται και στα κράτη
μέλη στα οποία σημειώνεται πολύ χαμηλή αύξηση ή
ακόμη και μηδενική αύξηση του τιμάριθμου. Η κατά
σταση αυτή θα είναι μάλλον αδύνατο να σταθεροποιηθεί
στις χώρες αυτές, γεγονός που είναι ανεπιθύμητο.
4.2.3. Για να σταθεροποιηθεί ο μέσος ρυθμός πλη
θωρισμού στην Κοινότητα, είναι επομένως απαραίτητο να
μειωθούν ακόμη περισσότερο τα ποσοστά αύξησης των
τιμών, στις χώρες στις οποίες σημειώνεται υπερβολικά
υψηλή αύξηση τιμών. Η νομισματική πολιτική μπορεί να
επιλύσει γενικά το πρόβλημα αυτό, χωρίς περιορισμό του
ρυθμού ανάπτυξης, μόνο αν μειωθεί ανάλογα η αύξηση
του κόστους παραγωγής. Οι σχετικές προϋποθέσεις είναι
ευνοϊκές, επειδή η μείωση του πληθωρισμού που επιτεύ
χθηκε, θα γίνει δυνατό να ληφθεί υπόψη κατά τον προσδι
ορισμό της αύξησης των μισθών. Κατά τον τρόπο αυτό
θα επιτευχθεί προσέγγιση της αύξησης των τιμών των
επιμέρους κρατών μελών, πράγμα που σημαίνει συγχρό
νως σύγκλιση και συνοχή όσον αφορά την αύξηση της
νομισματικής κυκλοφορίας χώρις να χαράσσεται νομισ
ματική πολιτική που θα έχει περιοριστικές επιπτώσεις
στην οικονομική ανάπτυξη.
4.2.4. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η νομισματική πολι
τική έχει επίσης σαν σκοπό αν χρηματοδοτεί κατάλληλα
τις ευκαιρίες για την επίτευξη της πραγματικής οικονομι
κής ανάπτυξης. Τι σημαίνει όμως κατάλληλη χρηματο
δότηση στα πλαίσια μιας στρατηγικής συνεργασίας για
την ανάπτυξη; Η ΟΚΕ έχει τη γνώμη ότι βάση αναφοράς
δεν θα πρέπει να είναι η σημερινή οικονομική κατάσταση
των κρατών μελών. Οι στόχοι, όσον αφορά τη νομισμα
τική κυκλοφορία, θα πρέπει αντίθετα να λαμβάνουν υπόψη
μια μικρή, αναπόφευκτη αύξηση των τιμών και να παρα
χωρούν στα επιμέρους κράτη μέλη, ανάλογα με τις
αναπτυξιακές τους δυνατότητες, τα περιθώρια πραγματι
κής οικονομικής ανάπτυξης που απαιτούνται για να
επιτευχθεί κατά μέσο κοινοτικό όρο το ποσοστό οικονομι
κής ανάπτυξης της τάξης του 3,5% που έχει τεθεί σαν
στόχος, στα πλαίσια της στρατηγικής συνεργασίας έως
το 1990. Αν η μισθολογική πολιτική διαμορφωθεί στα
πλαίσια μιας συνεργασίας δεν υπάρχει ο κίνδυνος ακόμη
μεγαλύτερων δεικτών πληθωρισμού, όπως εξάλλου δια
πίστωσε και η ΟΚΕ στη γνωμοδότηση της για την «Οικο
νομική κατάσταση στα μέσα του 1986».
4.2.5. Λόγω της εξέλιξης της τιμής του δολαρίου ίσως
να είναι απαραίτητο, όπως διαπιστώνει σωστά και η Επι
τροπή, να υπάρξει στην Ευρώπη μια ελαστική αντίδραση
όσον αφορά τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια. Έτσι θα κατα
στεί δυνατό να αποφευχθεί και η επιτάχυνση της αύξησης
της νομισματικής κυκλοφορίας.
4.2.6. Η επιδιωκόμενη φιλελευθεροποίηση της κυκλο
φορίας κεφαλαίων και η ενίσχυση και διεύρυνση του
ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος αποτελούν σημα
ντικά στοιχεία για τη βελτίωση της σύγκλισης των πολιτι
κών στον τομέα της χρηματικής και της νομισματικής
πολιτικής στην Κοινότητα και κατά συνέπεια για την
επίτευξη συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών.
4.3. Τα περιθώρια της δημοσιονομικής πολιτικής
4.3.1. Η Επιτροπή ανέλυσε λεπτομερώς τις εξελίξεις
και τις δυνατότητες δράσης στον τομέα των δημόσιων
29. 12. 86 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. C 333/33
οικονομικών, επειδή θεωρεί τη φορολογική πολιτική σε
σημαντικό βαθμό υπεύθυνη για την υλοποίηση της στρα
τηγικής συνεργασίας για την ανάπτυξη. Σύμφωνα με τη
γνώμη της ΟΚΕ, η φορολογική πολιτική θα πρέπει μάλι
στα να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο, επειδή οι ιδιωτι
κές επενδύσεις δεν αναπτύχθηκαν παράλληλα με τη βελ
τίωση των όρων προσφοράς και προπαντός με την αύξηση
της αποδοτικότητας.
4.3.2. Για να αυξηθεί η επενδυτική δραστηριότητα
απαιτούνται προφανώς εκτός από τη βελτίωση της αποδο
τικότητας και καλύτερες προσδοκίες όσον αφορά τη διά
θεση των προϊόντων. Η πτυχή αυτή του προβλήματος
κατείχε μέχρι σήμερα στους δημόσιους προϋπολογισμούς
δευτερεύουσα θέση, επειδή την πρώτη θέση καταλάμβα
ναν οι προσπάθειες σταθεροποίησης των δαπανών. Αν και
η σταθεροποίηση των δημόσιων προϋπολογισμών έχει
προχωρήσει ήδη αρκετά, δεν έχει επιτευχθεί σε όλα τα
κράτη μέλη ανάλογη σχέση μεταξύ της αύξησης του δημο
σίου χρέους και της αύξησης του ΑΕΠ. Ευτυχώς μεγαλύ
τερα περιθώρια δράσης επιτεύχθηκαν κυρίως σε ορισμένα
μεγάλα κράτη μέλη.
Στην ΟΔΓ.το έλλειμμα του προϋπολογισμού έχει ήδη
μειωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορεί να ανατεθεί ένας
σημαντικότερος ρόλος στη φορολογική πολιτική όσον
αφορά την εξέλιξη της ζήτησης. Η Επιτροπή επισημαίνει
δικαίως ότι εφόσον συμφωνείται η υιοθέτηση μιας
επεκτατιής πολιτικής στην οποία θα πρέπει να συμβάλει
και ο η ΟΔΓ, θα πρέπει να διαθέτουν και η Γαλλία αλλά
και η Μεγάλη Βρετανία περιθώρια για μια πλέον επεκτα
τική πολιτική προϋπολογισμού. Επίσης θα πρέπει να ληφ
θούν υπόψη και τα πλεονάσματα που σημειώνονται στη
Δανία και στο Λουξεμβούργο.
Στο μεταξύ περιθώρια ελιγμών στη φορολογική πολιτική
δεν προσφέρει μόνο η εξέλιξη που σημειώνεται στα
υπόλοιπα των προϋπολογισμών. Η ΟΚΕ διαβλέπει εξίσου
σημαντικές δυνατότητες αναθέρμανσης της οικονομικής
ανάπτυξης και απασχόλησης διαμέσου μιας βελτιωμένης
διάρθρωσης των δαπανών.
4.3.3. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το θέμα για ποιο
σκοπό θα αξιοποιηθούν τα διατιθέμενα περιθώρια. Σύμ
φωνα με τη γνώμη της ΟΚΕ χρειάζεται κυρίως να αυξη
θούν οι επενδύσεις στον τομέα των έργων υποδομής καθώς
και οι δαπάνες για την προστασία του περιβάλλοντος και
την ανανέωση των πόλεων, επειδή κατά την περασμένη
δεκαετία μειώθηκαν σε μεγάλο βαθμό ιδιαίτερα οι δημό
σιες επενδύσεις. Όσον αφορά τις επενδύσεις θα πρέπει
επίσης να καταβληθούν αυξημένες προσπάθειες στον
τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης καθώς και στον
τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης και της απόκτησης
ειδίκευσης εκ μέρους των μακροχρόνια ανέργων. Η ιδιαί
τερη σημασία των δημοσίων δαπανών που διατίθενται για
επενδύσεις δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι δημιουργούν
οι ίδιες ζήτηση και απασχόληση. Επιπλέον λειτουργούν
συμπληρωματικά για να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυ
χίας των ιδιωτικών επενδύσεων. Εξάλλου θα έπρεπε
αποδοτικά έργα υποδομής, όπως η σήραγγα κάτω από τη
Μάγχη, να γίνει δυνατό να χρηματοδοτούν, τουλάχιστον
εν μέρει, από ιδιωτικά κεφάλαια.
4.3.4. Είναι αμφισβητήσιμο αν υπάρχουν ακόμη περι
θώρια για μείωση της φορολογίας ή των άλλων δαπανών
κυρίως των κοινωνικών εισφορών. Ωστόσο από την
εξάλειψη των νόμιμων δυνατοτήτων φοροδιαφυγής και
την κατάργηση των επιδοτήσεων θα μπορούσαν να προ
κύψουν νέες δυνατότητες για τη μείωση των φόρων.
Επειδή τα φορολογικά συστήματα των κρατών μελών δια
φέρουν μεταξύ τους, θα πρέπει επιπλέον να εξετασθεί πώς
θα μπορούσαν να διαμορφωθούν ώστε να συμβάλουν στην
αύξηση της απασχόλησης.
4.3.5. Οι προσπάθειες που καταβάλλονται για τη μεταρ
ρύθμιση του φορολογικού συστήματος θα πρέπει να προ
σανατολίζονται κυρίως προς την απλοποίηση του συστή
ματος αυτού. Η απλοποίηση του φορολογικού συστή
ματος μπορεί να επιτευχθεί με την απαλλαγή πολλών
χαμηλών εισοδημάτων από την φορολογία και ταυτό
χρονη κατάργηση της παροχής κοινωνικών επιδομάτων
προς τα άτομα αυτά. Βασικά οι δαπάνες που προορίζονται
για κοινωνικούς σκοπούς θα πρέπει να περιορίζονται ή η
αύξηση τους να αναχαιτίζεται μόνο στην περίπτωση που
έχει εξαλειφθεί η κοινωνική ανάγκη που πρόκειται να
καλύψουν οι δαπάνες αυτές. Η ΟΚΕ λαμβάνει σαν δεδο
μένο ότι οι σχετικές παρατηρήσεις της Επιτροπής αναφέ
ρονται σ' αυτή την περίπτωση. Τα μέτρα που συντελούν
στην αύξηση της προσφοράς εργατικού δυναμικού διαμέ
σου της μείωσης των κοινωνικών επιδομάτων είναι στο
ορατό μέλλον περιττά.
4.4. Πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς και
δραστήρια διαρθρωτική πολιτική
4.4.1. Η ΟΚΕ αναφέρθηκε ήδη στη γνωμοδότηση της
για την «οικονομική κατάσταση στα μέσα του 1986»
αναλυτικά στη σχέση που υπάρχει μεταξύ της αποτε
λεσματικότητας της στρατηγικής συνεργασίας για την
ανάπτυξη και της πραγματοποίησης μιας ευρωπαϊκής
εσωτερικής αγοράς. Στο έγγραφο αυτό τονίσθηκε ότι η
διεύρυνση των αγορών και η ένταση του ανταγωνισμού
πρέπει να επιφέρουν νέα ώθηση στην οικονομική
ανάπτυξη. Σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει ωστόσο να ληφθεί
υπόψη το γεγονός ότι τα πλεονεκτήματα της εσωτερικής
αγοράς ωφελούν και τους καταναλωτές. Οι μεταβολές που
προκαλούνται στη διάρθρωση των αγορών θα απαιτήσουν
πρόσθετες δραστηριότητες στον τομέα της πολιτικής για
την προστασία των καταναλωτών, όπως π.χ. μια πολιτική
ενημέρωσης που να προσεγγίζει τους καταναλωτές καθώς
και την εφαρμογή ελέγχων ποιότητας. Γενικά η Επιτροπή
θα πρέπει να δώσει μεγαλύτερη σημασία στα συμφέροντα
των καταναλωτών. Η ΟΚΕ προτίθεται να εξετάσει στις
γνωμοδοτήσεις και εισηγητικές εκθέσεις της το θέμα αυτό
και σε συνάρτηση με άλλους κύκλους συμφερόντων.
Παράλληλα επισημάνθηκε στη γνωμοδότηση για την
οικονομική κατάσταση στα μέσα του 1986 και η σημασία
των περιφερειακών και τομεακών διαρθρωτικών μεταβο
λών και προτάθηκε όπως οι διαδικασίες προσαρμογής
συνοδεύονται από διαρθρωτικά μέτρα.
4.4.2. Η ΟΚΕ επιδοκιμάζει συνεπώς ιδιαίτερα το γεγο
νός ότι και η Επιτροπή συσχετίζει στα πλαίσια των κοινο
τικών μέτρων με προσανατολισμό την προσφορά, το
άνοιγμα των αγορών με τις παρεμβάσεις της περιφερεια
κής και της διαρθρωτικής πολιτικής.
4.4.3. Ωστόσο διαπιστώνεται ότι η διαδικασία επίτευ
ξης πραγματικής σύγκλισης, δηλαδή του περιορισμού των
διαφορών των μεταξύ των πραγματικών κατά κεφαλήν
εισοδημάτων και των ποσοστών ανεργίας στα επιμέρους
κράτη μέλη και στις περιοχές της Κοινότητας, έχει μείνει
στάσιμη από τα μέσα της δεκαετίας του 70 ή ακόμη ότι
σημείωσε οπισθοδρόμηση. Με τη διεύρυνση της Κοινό
τητας και τη μόνιμη διαδικασία διαρθρωτικών μεταβολών,
ο στόχος της επίτευξης μιας πραγματικής οικονομικής
σύγκλισης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Αριθ. C 333/34 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 29. 12. 86
4.4.4. Η υλοποίηση της στρατηγικής συνεργασίας θα
συμβάλει στη δημιουργία ευνοϊκού μακροοικονομικού
κλίματος για μια δυναμική οικονομική ανάπτυξη. Στις
πιο μειονεκτικές περιοχές της Κοινότητας θα πρέπει να
επιτευχθεί ένας ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης που να
υπερβαίνει τον κοινοτικό μέσο όρο, πράγμα που απαιτεί
την αναζωογόνηση της διαδικασίας πραγματικής σύγκλι
σης στην Κοινότητα. Επομένως, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα
έχει μεγαλύτερη υποχρέωση από ό,τι στο παρελθόν να
χρησιμοποιήσει τα μέσα που διαθέτει στα πλαίσια της
κοινωνικής, περιφερειακής και διαρθρωτικής πολιτικής,
να αυξήσει την αποτελεσματικότητα των μέσων αυτών
βελτιώνοντας το συντονισμό μεταξύ των κοινοτικών τα
μείων αλλά και με τα άλλα κοινοτικά μέσα. Η ΟΚΕ παρα
πέμπει σχετικά στις γνωμοδοτήσεις της για τη 15η έκθεση
της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την πολι
τική ανταγωνισμού και για το Λευκό Βιβλίο της Επιτρο
πής για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στις
οποίες επισημάνθηκε η σχέση που υπάρχει μεταξύ μιας
αποτελεσματικής πολιτικής ανατγωνισμού, της ολοκλή
ρωσης της εσωτερικής αγοράς και της δημιουργίας ενός
ευρωπαϊκού κοινωνικού χώρου. Η ΟΚΕ υποστηρίζει την
άποψη ότι η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς μπορεί να
επιτευχθεί μόνο με την προϋπόθεση ότι θα συμπεριληφθεί
στις κοινοτικές πολιτικές και η κοινωνική διάσταση.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι η Επιτροπή θα εξετάσει
εμπεριστατωμένα ποιες είναι οι συνέπειες που θα προ
κύψουν για τους εργαζόμενους από τη δημιουργία της
εσωτερικής αγοράς.
4.4.5. Η κοινωνική, περιφερειακή και διαρθρωτική
πολιτική, μπορεί να επιτύχει τα επιδιωκόμενα αποτε
λέσματα μόνο εφόσον τα σχετικά μέτρα εφαρμόζονται με
συντονισμένο τρόπο και θεσπίζονται με βάση την
ανάλυση των προοπτικών ανάπτυξης των επιμέρους κλά
δων της οικονομίας. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να
επιδιωχθεί —όπως τονίζεται εξάλλου και στις εκθέσεις
της Επιτροπής για την πολιτική ανταγωνισμού— η
εξάλειψη του εσωτερικού προστατευτισμού και η
αποφυγή του ανταγωνισμού, όσον αφορά τις επιδοτήσεις.
4.5. Μισθολογική πολιτική
4.5.1. Η Επιτροπή υποθέτει ότι στα πλαίσια της στρα
τηγικής συνεργασίας για την ανάπτυξη, η αύξηση του
πραγματικού κόστους των μισθών ανά εργαζόμενο θα
ανέρχεται κατά μέσον όρο της περιόδου 1986-1990 σε
1,0% και ότι η αύξηση των μισθών ανά εργαζόμενο σε
πραγματικές τιμές θα ανέρχεται σε 1,1 %. Επίσης η Επι
τροπή υποθέτει ότι ο μέσος όρος αύξησης της παραγωγι
κότητας ανά εργαζόμενο κατά την ίδια περίοδο θα είναι
2,3 %. Λόγω της υπερβολικά υψηλής ανεργίας που επικρα
τεί σε όλα τα κράτη μέλη, με εξαίρεση το Λουξεμβούργο,
η ΟΚΕ δεν αντιτίθεται προς το παρόν στην πρόταση
όπως η αύξηση του κόστους των μισθών και η αύξηση
των μισθών σε πραγματικές τιμές είναι μικρότερη από την
αύξηση της παραγωγικότητας, με την προϋπόθεση ότι θα
υλοποιηθούν με συνέπεια και όλα τα άλλα στοιχεία της
στρατηγικής συνεργασίας για την ανάπτυξη, ότι θα εντα
θεί η αύξηση των επενδύσεων και ότι θα δημιουργηθούν
πρόσθετες θέσεις απασχόλησης. Η ΟΚΕ παρατηρεί όμως
ότι η επιδιωκόμενη διαφορά μεταξύ της αύξησης του
πραγματικού κόστους των μισθών και των πραγματικών
μισθών και της αύξησης της παραγωγικότητας εξακολου
θεί να είναι σημαντική. Τονίζει εξάλλου ότι ο μετριασμός
της αύξησης των πραγματικών μισθών μπορεί να είναι
τόσο περισσότερο αποδεκτός, όσο περισσότερο θετικά
επιδρούν τα αποτελέσματα της στρατηγικής της συνερ
γασίας στην εξέλιξη της απασχόλησης.
4.5.2. Στην ετήσια οικονομική έκθεση 1986/87 (στον
πίνακα 22), η Επιτροπή επισημαίνει ότι το 1987 αναμέ
νεται να μειωθεί στην Κοινότητα (Ευρώπη των 12) το
πραγματικό κόστος των μισθών ανά εργαζόμενο (διαφορά
μεταξύ της αύξησης του κόστους των μισθών και της
αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας ανά εργαζό
μενο) κατά 0,7 % περίπου, δεδομένου ότι ύστερα από την
πτώση των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων κατά το
1986, θα προκύψει μεγαλύτερη προσαρμογή του πραγματι
κού κόστους των μισθών ανά εργαζόμενο, δηλαδή κατά
1,8 %. Συγχρόνως προβλέπεται ότι θα αυξηθεί το πραγμα
τικό κόστος των μισθών ανά εργαζόμενο το 1987 σε
ορισμένα κράτη μέλη κατά 2 έως 3 % περίπου. Η Επιτροπή
συνιστά στους κοινωνικούς εταίρους των χωρών αυτών να
λάβουν υπόψη κατά τις διαπραγματεύσεις για τον καθο
ρισμό των μισθών τόσο την εξέλιξη της απασχόλησης
όσο και την αύξηση του ποσοστού ανεργίας.
4.5.3. Η Επιτροπή είναι πρόθυμη να λάβει υπόψη της
τις διαφορές που υπάρχουν στην εξέλιξη της απασχό
λησης και στο επίπεδο του ποσοστού ανεργίας στα πλαί
σια της μισθολογικής πολιτικής. Η ΟΚΕ κρίνει όμως ότι
στο σημείο αυτό θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και η μέχρι
τώρα προσαρμογή του πραγματικού κόστους των μισθών
ανά εργαζόμενο (πίνακας 21) και της αποδοτικότητας,
διότι τα στοιχεία αυτά δείχνουν τις μελλοντικές δυνατότη
τες επενδύσεων και απασχόλησης που ήδη υπάρχουν.
4.5.4. Όσον αφορά την περαιτέρω μισθολογική πολι
τική, η Επιτροπή προτείνει την τήρηση ορισμένων βασι
κών αρχών:
Αφενός προτείνει οι συλλογικές συμβάσεις να προ
βλέπουν τη δυνατότητα αντίδρασης στις μεταβολές των
όρων εμπορίου. Συγκεκριμένα αυτό σημαίνει ότι προκει
μένου για τη μισθολογική πολιτκή θα πρέπει να γίνεται
διάκριση μεταξύ του εντόπιου και του εισαγόμενου πλη
θωρισμού. Η ΟΚΕ κρίνει ότι η διάκριση αυτή θα
μπορούσε να έχει σημασία σε περίπτωση νέας επιδείνω
σης των όρων εμπορίου. Θα πρέπει να αποφευχθεί η μετα
φορά ενός πληθωρισμού που έχει επιβληθεί σχεδόν αυτο
μάτως από εξωτερικούς παράγοντες και στο κόστος που
προκύπτει στο εσωτερικό μιας χώρας.
4.5.5. Άλλες προτάσεις της Επιτροπής, όπως π.χ. η
περιφερειακή διαφοροποίηση των μισθών, ο γενικός
μετριασμός της αύξησης των μισθών ακόμα και σε τομείς
που είναι οικονομικά υγιείς, η σύναψη συμβάσεων εργα
σίας περιορισμένου χρόνου, η εξάρτηση της αμοιβής από
το κέρδος, αποτελούν εν μέρει μέτρα καθοριστικής σημα
σίας. Θα χρειαστεί ένας πολύ εντατικός διάλογος μεταξύ
των κοινωνικών εταίρων προκειμένου να σημειωθούν
μεταβολές σε σχέση με τη σημερινή πρακτική στους
τομείς αυτούς και θα πρέπει να διατηρηθούν τα μέτρα
προστασίας της απασχόλησης όπου αυτό είναι εφικτό.
Εξάλλου πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες της περι
φερειακής πολιτικής ώστε να μην υπάρξουν αρνητικές
επιπτώσεις όσον αφορά τους στόχους της κοινοτικής περι
φερειακής πολιτικής.
4.6. Προσαρμογή της αγοράς εργασίας και πολιτική σχε
τικά με το χρόνο εργασίας
4.6.1. Η Επιτροπή προτείνει στα πλαίσια της στρατηγι
κής συνεργασίας για την ανάπτυξη, παράλληλα με τους
29. 12. 86 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. C 333/35
μακροοικονομικούς, καθοριστικούς παράγοντες της
απασχόλησης, έναν μεγάλο αριθμό μιρκοοικονομικών
μέσων με τα οποία θα μπορούσε να ενισχυθεί η προθυμία
απασχόλησης εργαζόμενων από τις επιχειρήσεις. Αναφέ
ρει συγκεκριμένα τα εξής:
— Αναδιάρθρωση και μείωση του χρόνου εργασίας
— Ρυθμίσεις για την προστασία των θέσεων απασχό
λησης
— Δυνατότητες επαγγελματικής κατάρτισης και επανα-
κατάρτιση
— Ρυθμίσεις για τη διευκόλυνση της ίδρυσης μικρών,
ανεξάρτητων και συνεταιριστικών επιχειρήσεων
— Μέτρα υπέρ των μακροχρόνια άνεργων.
4.6.2. Σκοπός των μέτρων αυτών είναι να καταστεί η
οικονομική ανάπτυξη αποτελεσματικότερη και από πλευ
ράς απασχόλησης. Σ' αυτό θα μπορούσε να συμβάλει η
αναδιάρθρωση και η μείωση του χρόνου εργασίας με την
προϋπόθεση ότι θα πραγματοποιηθεί χώρις επιδράσεις
όσον αφορά το κόστος. Λόγω της σημερινής κατάστασης,
και ιδιαίτερα λόγω των απογοητευτικών αποτελεσμάτων
που είχαν οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν κατά το
1986 για την καταπολέμηση της ανεργίας και με βάση τις
προοπτικές για το 1987, η ΟΚΕ κρίνει ότι στα πλαίσια
της στρατηγικής συνεργασίας θα πρέπει, λαμβανομένων
υπόψη και των ιδιαιτεροτήτων κάθε τομέα να τονισθεί σε
μεγαλύτερο βαθμό η αναδιάρθρωση και η μείωση του
χρόνου εργασίας. Προκαλεί επίσης εντύπωση το γεγονός
ότι η Επιτροπή αναφέρει τη μείωση του χρόνου εργασίας
πάντα μόνο σε συνάρτηση με ή μετά την αναδιάρθρωση
του χρόνου εργασίας. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η
μείωση του χρόνου εργασίας προκύπτει προφανώς από
την αναδιάρθρωση του χρόνου εργασίας. Η ΟΚΕ όμως
έχει, αντίθετα από την Επιτροπή, την άποψη ότι η μείωση
του χρόνου εργασίας αποτελεί ανεξάρτητο στόχο της
πολιτικής απασχόλησης. Η αναδιάρθρωση του χρόνου
εργασίας καθιστά απαραίτητη μόνο εφόσον έχει μειωθεί
ο χρόνος εργασίας, ώστε να είναι δυνατό να ανακατανε-
μηθεί ο συνολικός χρόνος εργασίας σε περισσότερα
άτομα.
4.6.3. Η μείωση του χρόνου εργασίας δεν πρέπει να
περιορίζεται, στα πλαίσια μιας στρατηγικής συνεργασίας,
στην υλοποίηση ατομικών συμφερόντων, όσον αφοφά το
χρόνο εργασίας, γιατί έτσι θα περιορίζονταν τα συμ
φέροντα των ανέργων. Τα συμφέροντα των επιχειρημα
τιών θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη με μια εφαρμογή
της μείωσης του χρόνου εργασίας η οποία δεν επηρεάζει
το ύψος του κόστους. Η Επιτροπή παρατηρεί δικαίως ότι
ο στόχος αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί με μια πλέον
διευρυμένη χρονικά χρησιμοποίηση των εγκαταστάσεων
παραγωγής. Η διεύρυνση του χρόνου χρησιμοποίησης
των εγκαταστάσεων παραγωγής καθιστά συχνά αναγκαία
μια ελαστικότερη απασχόληση των εργαζομένων. Σκοπός
του κοινωνικού διαλόγου είναι η ανεύρεση μιας μορφής
απασχόλησης που να είναι αποδεκτή και για τις δύο πλευ
ρές.
4.6.4. Στα πλαίσια των προβλημάτων σχετικά με τις
ρυθμίσεις για την προστασία των θέσεων απασχόλησης,
η Επιτροπή δεν επιδιώκει να προωθήσει την απορρύθμιση
αυτή καθαυτή. Ωστόσο κρίνει ότι οι ρυθμίσεις που
ισχύουν σε ορισμένα κράτη μέλη σχετικά με τις απολύσεις
των μισθωτών δεν συμβάλλουν ιδιαίτερα στην αύξηση της
απασχόλησης. Το θέμα αυτό μπορεί όμως να συζητηθεί
με πιο εμπεριστατωμένο τρόπο όταν έχουν προσδιορισθεί
οι συνέπειες αυτών των λεγόμενων παρεμποδιστικών ρυθ
μίσεων. Γενικά όμως οι ρυθμίσεις για την προστασία των
θέσεων απασχόλησης έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους
εργαζόμενους, κυρίως σε περιόδους υψηλής ανεργίας. Οι
εργαζόμενοι χρειάζονται αυτή τη μορφή κοινωνικής
ασφάλειας για να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν τους
κινδύνους περιορισμού του εισοδήματος τους που θα
μπορούσαν να προκύψουν από την εφαρμογή μιας πολιτι
κής για τη μείωση του χρόνου εργασίας τόσο σε ατομικό
όσο και σε γενικό επίπεδο.
4.6.5. Η ενίσχυση των δυνατοτήτων επαγγελματικής
κατάρτισης και επανακατάρτισης επιδοκιμάζεται ανεπι
φύλακτα, επειδή ευνοεί τις διαρθρωτικές αλλαγές γενικά
αλλά και ειδικά την επαναπρόσληψη ανέργων, μεταξύ των
οποίων το ποσοστό των ανειδίκευτων εργαζομένων είναι,
όπως είναι γνωστό, υπερβολικά υψηλό. Ιδιαίτερη σημασία
θα πρέπει να δοθεί στα προβλήματα των μακροχρόνια
ανέργων.
4.6.6. Η ΟΚΕ υποστηρίζει την πρωτοβουλία της
Επιτροπής να επανεξετάσει τις περιττές ή στρεβλωτικές
ρυθμίσεις οι οποίες εμποδίζουν την ίδρυση ή την
επέκταση μικρομεσαίων επιχειρήσεων και να χαράξει μια
πολιτική για την εξάλειψη παρόμοιων εμποδίων.
4.7. Ο συντονισμός της οικονομικής πολιτικής σε διε
θνές επίπεδο
4.7.1. Επειδή η κλιμάκωση των υπολοίπων των ισοζυ
γίων τρεχουσών συναλλαγών γίνεται με πολύ άνισο
τρόπο, θα πρέπει η οικονομική πολιτική να εξακολουθή
σει να συντονίζεται σε διεθνές επίπεδο, δεδομένου ότι οι
ανισότητες που προκύπτουν παρακωλύουν τις διεθνείς
συναλλαγές. Η Επιτροπή κατάρτισε μια πολύ αποκα
λυπτική ανάλυση της ελαστικότητας των εισοδημάτων
στον τομέα των εξαγωγών και εισαγωγών των ενδιαφε
ρομένων χωρών. Τονίζει ότι ιδιαίτερα η Ιαπωνία αλλά
και η ΟΔΓ θα πρέπει να εντείνουν την ανάπτυξη της
εσωτερικής ζήτησης. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της
Γερμανίας δεν είναι όμως σε καμία περίπτωση σε θέση να
αναλάβει το ρόλο της κινητήριας δύναμης της παγκόσμιας
οικονομίας. Όπως φαίνεται στις ΗΠΑ να σημειώνεται,
άρχισε η από μακρού χρόνου αναγκαία αύξηση των πραγ
ματικών εισοδημάτων. Κάθε εφαρμογή συσταλτικών
μέτρων θα πρέπει να αποφευχθεί ώστε να μην τεθεί σε
κίνδυνο η ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου.
4.7.2. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το πρόβλημα της
χρέωσης πολλών αναπτυσσόμενων χωρών θα οξυνθεί εκ
νέου, αν η Ευρώπη και η Ιαπωνία δεν εντείνουν την οικο
νομική τους ανάπτυξη διαδραματίζοντας με τον τρόπο
αυτό έναν πιο ενεργό ρόλο στα πλαίσια του διεθνούς
εμπορίου. Αν και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της
Κοινότητας μπορεί να υποστεί σημαντική επιδείνωση με
την υλοποίηση της στρατηγικής συνεργασίας για την
ανάπτυξη, δεν θα πρέπει εντούτοις η στρατηγική αυτή να
αμφισβητηθεί. Τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών
συναλλαγών είναι το αναγκαίο αντίβαρο για τη δημιουρ
γία πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών
των αναπτυσσόμενων χωρών. Γιατί τα κράτη αυτά δεν
είναι σε θέση να καταβάλουν τις οφειλές τους, εφόσον δεν
τους παρέχεται άφεση χρεών, παρά μόνο διαμέσου της
δημιουργίας πλεονασμάτων στο ισοζύγιο συναλλαγών.
4.7.3. Αν ελπίσουμε ότι τα αποτελέσματα του νέου
γύρου διαπραγματεύσεων στα πλαίσια της ΓΣΔΕ θα συμ-
Αριθ. C 333/36 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 29. 12. 86
βάλουν στην επίτευξη μεγαλύτερης ισορροπίας στο διε
θνές εμπόριο. Ωστόσο θα πρέπει να τονισθεί ένας βασικός
κανόνας των διεθνών συναλλαγών: ο προστατευτισμός θα
πρέπει να καταπολεμηθεί γενικά. Οι διαπραγματεύσεις
στα πλαίσια της ΓΣΔΕ ή σε διμερή βάση θα πρέπει να
διεξαχθούν με κύριο θέμα την εξάλειψη των υφιστάμενων
μέτρων προστατευτισμού.
4.8. Ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου
4.8.1. Η Επιτροπή έχει πλήρη επίγνωση της σημασίας
ενός εντατικότερου κοινωνικού διαλόγου. Αναλύει ορθά
με ποιο τρόπο η έλλειψη κοινωνικού διαλόγου κατά το
παρελθόν οδήγησε στα σημερινά προβλήματα. Η σημασία
του κοινωνικού διαλόγου έγκειται στο γεγονός ότι δια
σφαλίζει το κλίμα εμπιστοσύνης με αποτέλεσμα να ενερ
γεί ο κάθε ενδιαφερόμενος με τρόπο ενεργητικό και όχι
αμυντικό.
4.8.2. Βασικά, ο κοινωνικός διάλογος θα πρέπει να διε
ξάγεται σε όλους τους τομείς πολιτικής της στρατηγικής
συνεργασίας για την ανάπτυξη και να διεξάγεται όχι μόνο
σε οικονομικό επίπεδο γενικά αλλά και συμπληρωματικά
στους επιμέρους κλάδους της οικονομίας. Η Οικονομική
και Κοινωνική Επιτροπή, η οποία καθιερώνεται από τις
συνθήκες ίδρυσης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ως συμ
βουλευτικός θεσμός των άλλων κοινοτικών οργάνων, και
κατά συνέπεια ως κυριότερος χώρος διαλόγου, υποστη
ρίζει την άποψη ότι ο κοινωνικός διάλογος θα πρέπει να
διεξάγεται σε όλα τα επίπεδα και με όλους τους ενδιαφε
ρόμενους.
4.8.3. Η Επιτροπή παρατηρεί δικαίως ότι και σε ευρω
παϊκό επίπεδο υπάρχουν ακόμη διαφορές αντιλήψεων
μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Ωστόσο ο ρόλος του
κράτους, όσον αφορά τη σταθεροποίηση του κύκλου της
οικονομικής διαδικασίας, δεν θα πρέπει να αμφισβητείται
επειδή σε περίπτωση αποκέντρωσης της λήψης αποφά
σεων σ' ένα σύστημα οικονομίας της αγοράς, αποφάσεων
που αφορούν την παραγωγή και την απασχόληση, ο επιμέ-
Βρυξέλλες, 27 Νοεμβρίου 1986.
ρους επιχειρηματίας δεν είναι σε θέση να αναλάβει την
ευθύνη για το σύνολο της οικονομίας. Οι δυνατότητες που
διαθέτει ο μεμονωμένος επιχειρηματίας να τηρήσει στάση
συνεργασίας διαμέσου της επενδυτικής του δραστηριότη
τας είναι πολύ περιορισμένες επειδή κατά κανόνα
βρίσκεται σε ανταγωνισμό με άλλους επιχειρηματίες. Από
την άλλη πλευρά μπορεί να βασιστεί στην επενδυτική
συμπεριφορά των άλλων επιχειρήσεων και κατά συνέπεια
στην εξέλιξη της ζήτησης στις επιχειρήσεις αυτές. Επομέ
νως ο ρόλος του κράτους στα πλαίσια μιας στρατηγικής
συνεργασίας είναι να ασκήσει την πολιτική του με στα
θεροποιητικό τρόπο όσον αφορά τις προσδοκίες για τη
διάθεση των προϊόντων.
4.8.4. Η Επιτροπή δεν θα πρέπει να περιορίζεται στην
προώθηση του κοινωνικού διαλόγου σε ευρωπαϊκό
επίπεδο. Αντίθετα θα πρέπει να αναπτύξει μηχανισμούς
με τους οποίους θα είναι δυνατό να ελέγχεται η υλοποίηση
της στρατηγικής συνεργασίας για την ανάπτυξη και σε
εθνικό επίπεδο, πράγμα που θα συντελέσει στην προώ
θηση της στρατηγικής αυτής.
Η ΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή ότι υπάρχει ένα χάσμα
μεταξύ των πιθανών δυνατοτήτων ανάπτυξης και των
πραγματικών ρυθμών ανάπτυξης που επιτεύχθηκαν, το
οποίο προφανώς οφείλεται ανάμεσα σε άλλα και στην
ανεπαρκή υλοποίηση της στρατηγικής συνεργασίας για
την ανάπτυξη. Βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι η στρα
τηγική συνεργασίας για την ανάπτυξη θεσπίσθηκε μόλις
το Δεκέμβριο του 1985 και επομένως ήταν αδύνατο να
έχει ήδη αποτελέσματα το 1986. Ωστόσο η εφαρμογή της
στρατηγικής συνεργασίας για την ανάπτυξη με εντο
νότερο τρόπο έχει καταστεί στο μεταξύ επείγουσα.
Για το λόγο αυτό η ΟΚΕ έχει τη γνώμη ότι ο ενδιάμεσος
απολογισμός που προβλέπεται για τον Ιούλιο του 1987
σχετικά με την εφαρμογή της κοινοτικής στρατηγικής
είναι οπωσδήποτε απαραίτητος. Ας ελπίσουμε ότι οι κυ
βερνήσεις των κρατών μελών θα ανταποκριθούν στο κάλε
σμα της Επιτροπής να υποβάλουν εκθέσεις σχετικά με την
υλοποίηση της κοινοτικής στρατηγικής.
Ο Πρόεδρος της
Οικονομικής και Κοινωνικής
Επιτροπής
Alfons MARGOT
26. 5. 86 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. C 333/37
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Οι ακόλουθες τροπολογίες απορρίφθηκαν από την ΟΚΕ κατά τη διάρκεια των συζητήσεων:
1. Παράγραφος 4.3.3
Η παράγραφος 4.3.3 να γίνει:
«4.3.3. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το θέμα για ποιο σκοπό θα αξιοποιηθούν τα διατιθέμενα
περιθώρια. Σύμφωνα με τη γνώμη του τμήματος εκτός από την απαραίτητη μείωση των επιβαρύνσεων
των επιχειρήσεων, θέμα το οποίο θα επανεξετασθεί αργότερα, χρειάζεται κυρίως να αυξηθούν οι
επενδύσεις στον τομέα των έργων υποδομής καθώς και οι δαπάνες για την προστασία του περιβάλ
λοντος και την ανανέωση των πόλεων, επειδή κατά την περασμένη δεκαετία μειώθηκαν σε μεγάλο
βαθμό ιδιαίτερα οι δημόσιες επενδύσεις. Όσον αφορά τις επενδύσεις, θα πρέπει επίσης να κατα
βληθούν αυξημένες προσπάθειες στον τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης καθώς και στον
τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης και της απόκτησης προσόντων εκ μέρους των μακροχρόνια
ανέργων. Η ιδιαίτερη σημασία των δημοσίων δαπανών που διατίθενται για επενδύσεις δεν έγκειται
μόνο στο γεγονός ότι δημιουργούν οι ίδιες ζήτηση και απασχόληση. Επιπλέον λειτουργούν συμπλη
ρωματικά για να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας των ιδιωτικών επενδύσεων.»
Αιτιολογία
Δεν φαίνεται να συνιστάται η μείωση των φόρων ή των κοινωνικών επιβαρύνσεων. Ωστόσο οι
φορολογικές και κοινωνικές επιβαρύνσεις των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων είναι δυσβάστακτες σε
σχέση με τις αντίστοιχες επιβαρύνσεις των αμερικανικών και ιαπωνικών επιχειρήσεων.
Αποτέλεσμα ψηφοφορίας
Ψήφοι υπέρ: 53, ψήφοι κατά: 71, Αποχές: 8.
2. Παράγραφος 4.3.4
Η παράγραφος 4.3.4 να γίνει:
«Φαίνεται ότι είναι δυνατό να υπάρχουν ακόμη επαρκή περιθώρια για μείωση της φορολογίας ή
των άλλων δαπανών κυρίως των κονωνικών εισφορών. Έτσι είναι απολύτως απαραίτητο να μειωθούν
η φορολογία και οι κοινωνικές εισ9ορές των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων εξαιτίας των οποίων οι
επιχειρήσεις αυτές περιέρχονται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους του
ΟΟΣΑ. Με την εξάλειψη των νόμιμων δυνατοτήτων φοροδιαφυγής και την κατάργηση των επιδο
τήσεων θα μπορούσαν να προκύψουν επίσης νέες δυνατότητες για τη μείωση των φόρων. Επειδή
τα φορολογικά συστήματα των κρατών μελών διαφέρουν μεταξύ τους, θα πρέπει επιπλέον να
εξετασθεί πως θα μπορούσαν να διαμορφωθούν ώστε να συμβάλλουν στην αύξηση της απασχό
λησης.»
Αιτιολογία
Δεν φαίνεται να συνιστάται η μείωση των φόρων ή των κοινωνικών επιβαρύνσεων. Ωστόσο οι
φορολογικές και κοινωνικές επιβαρύνσεις των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων είναι δυσβάστακτες σε
σχέση με τις αντίστοιχες επιβαρύνσεις των αμερικανικών και ιαπωνικών επιχειρήσεων.
Αποτέλεσμα ψηφοοφορίας
Ψήφοι υπέρ: 57, ψήφοι κατά: 75, αποχές: 5.
3. Παράγραφος 4.3.5
α) Στο σημείο 4.3.5 να διαγραφεί το κείμενο που αρχίζει με τη λέξη «Βασικά ...» έως τις λέξεις
«... μακροπρόθεσμα περιττά» και στη θέση του να παρεμβληθεί το ακόλουθο κείμενο:
«Η αύξηση των κοινωνικών δαπανών θα πρέπει να τροχοπεδηθεί, σύμφωνα με την επιθυμία της
Επιτροπής. Δεν είναι σωστό να κατατρώγεται όλο και περισσότερο το εισόδημα των νοικοκυριών
λόγω της αύξησης της μεταφοράς εισοδήματος για κοινωνικούς λόγους. Εξάλλου οι επιχειρήσεις
της Κοινότητας επιβαρύνονται με κοινωνικές εισφορές που συγκριτικά είναι μεγαλύτερες από
αυτές που καταβάλλουν οι αμερικανοί και ιάπωνες ανταγωνιστές τους. Η παράταση αυτής της
κατάστασης δεν μπορεί παρά να μειώσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας
και τελικά να περιορίσει την απασχόληση.»
Αιτιολογία
Η διατύπωση του σημείου 4.3.5 δεν είναι ικανοποιητική: Τι σημαίνει η έκφραση «στην περί
πτωση που έχει εξαλειφθεί η κοινωνική ανάγκη»; Δεν σημαίνει αυτό οριστική παραίτηση από
την επίλυση ενός πραγματικού προβλήματος;
Αριθ. C 333/38 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 29. 12. 86
Η υπόθεση που διατυπώνεται ότι η γνωμοδότηση είνα σύμφωνη με τη δήλωση της Επιτροπής
είναι αντίθετη με το ίδιο το κείμενο της έκθεσης της Επιτροπής (σελίδα 115).
Η τελευταία φράση δεν έχει νόημα. Καμιά κυβέρνηση δεν προβλέπει, ενόψει της παρούσας
κατάστασης από πλευράς ανεργίας, να λάβει μέτρα αποβλέποντα στην αύξηση της προσφοράς
εργατικού δυναμικού (θα πρέπει, χωρίς αμφιβολία, να αναγνώσουμε «η προσφορά εργατικού
δυναμικού»;).
Αλλά το αληθινό πρόβλημα βρίσκεται στη συνεχή αύξηση των κοινωνικών εισφορών που
βαρύνουν τις επιχειρήσεις και τους μισθωτούς, πράγμα που εξασθενεί την ανταγωνιστικότητα
της Ευρώπης και συμβάλλει στην αύξηση της ανεργίας.
Πρέπει να τροχοπεδηθούν οι κοινωνικές εισφορές: η ουσία όμως είναι ότι αυτή η τροχοπέδηση
πρέπει να αποβλέπει στη βελτίωση της κατάστασης στον τομέα της απασχόλησης με τρόπο
ώστε να υπάρξει κοινωνική ομοφωνία στον τομέα αυτό.
Αποτέλεσμα ψηφοφορίας
Ψήφοι υπέρ: 49, ψήφοι κατά: 79, αποχές: 9.
β) Η παράγραφος 4.3.5 να διατυπωθεί ως εξής:
«4.3.5. Οι προσπάθειες που καταβάλλονται για τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος
θα πρέπει επίσης να προσανατολίζονται κυρίως προ την απλοποίηση του συστήματος αυτού και
την ανακούφιση των επιχειρήσεων. Η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος μπορεί να
επιτευχθεί τόσο με την απαλλαγή πολλών χαμηλών εισοδημάτων από τη φορολογία και ταυτόχ
ρονη κατάργηση της παροχής κοινωνικών επιδομάτων προς τα άτομα αυτά όσο και με την
προσεκτική μεταφορά ενός μέρους των άμεσων επιβαρύνσεων των επιχειρήσεων στις έμμεσες
επιβαρύνσεις (γεγονός που δεν θα επηρεάσει τις τιμές εκτός από τις περιπτώσεις εισαγόμενων
εμπορευμάτων). Βασικά οι δαπάνες που προορίζονται για κοινωνικούς σκοπούς θα πρέπει να
περιορίζονται ή η αύξηση τους να αναχαιτίζεται μόνο στην περίπτωση που έχει εξαλειφθεί η
κοινωνική ανάγκη που πρόκειται να καλύψουν οι δαπάνες αυτές. Το τμήμα λαμβάνει σαν
δεδομένο ότι οι σχετικές παρατηρήσεις της Επιτροπής αναφέρονται σ'αυτήν την περίπτωση.
Ωστόσο θα έπρεπε να καταβηλθεί προσπάθεια να μειωθεί το κόστος της κοινωνικής ασφάλισης
χωρίς αντίστοιχη μείωση της αποτελεσματικότητας.» (Διαγράφεται η τελευταία πρόταση).
Αιτιολογία
Δεν φαίνεται να συνιστάται η μείωση των φόρων ή των κοινωνικών επιβαρύνσεων. Ωστόσο, οι
φορολογικές και κοινωνικές επιβαρύνσεις των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων είναι δυσβάστακτες
σε σχέση με τις αντίστοιχες επιβαρύνσεις των αμερικανικών και ιαπωνικών επιχειρήσεων.
Αποτέλεσμα ψηφοφορίας
Ψήφοι υπέρ: 63, ψήφοι κατά: 66, αποχές: 7.
4. Παράγραφος 4.6.2
Να διαγραφούν οι δύο τελευταίες προτάσεις του εν λόγω σημείου, από τις λέξεις: «Το τμήμα όμως
έχει αντίθετα» ...έως τις λέξεις «... ο συνολικός χρόνος εργασίας σε περισσότερα άτομα».
Αιτιολογία
Το κριτήριο που αναφέρεται από το τμήμα δεν έχει επαρκή θεωρητική ή εμπειρική θεμελίωση ώστε
να μπορεί να γίνει γενικότερα αποδεκτό.
Δεν παρουσιάσθηκαν επαρκή θεωρητικά η πρακτικά επιχειρήματα ώστε να μπορέσει να γίνει
αποδεκτό αυτό το κριτήριο, ούτε καν ως περιορισμένη ή υπό αίρεση υπόθεση και ακόμη λιγότερο
ως αρχή γενικότερης ισχύος με τους στοιχειώδεις αναφερόμενους όρους, χωρίς να εξετάζεται ο
πολυσύνθετος χαρκτήρας των περιστάσεων και των άμεσων, έμμεσων και συνακόλουθων
επιπτώσεων που συνεπάγεται η υπόθεση αυτή.
Αποτέλεσμα ψηφοφορίας
Ψήφοι υπέρ: 49, ψήφοι κατά: 76, αποχές: 13.
Full & Egal Universal Law Academy