Υπόθεση C-398/03
Διαδικασία που κίνησε η εταιρία E. Gavrielides Oy
(αίτηση του Helsingin hallinto-oikeus για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 90/642/ΕΟΚ – Ανώτατες τιμές περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων – Αμπελόφυλλα»
Περίληψη της αποφάσεως
Γεωργία – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε φυτικά προϊόντα – Οδηγία 90/642 – Δυνατότητα εφαρμογής σε προϊόν που δεν περιλαμβάνεται στα παραρτήματα της οδηγίας – Προϋπόθεση – Προηγούμενη επιστημονική εκτίμηση – Η οδηγία δεν εφαρμόζεται στα αμπελόφυλλα λόγω της ελλείψεως μιας τέτοιας εκτιμήσεως
(Οδηγία 90/642 του Συμβουλίου)
Το γεγονός ότι ένα προϊόν δεν μνημονεύεται στα παραρτήματα της οδηγίας 90/642, περί καθορισμού των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών, δεν αποκλείει, αυτό καθαυτό, τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας στο εν λόγω προϊόν. Συναφώς, πρέπει να εξεταστεί αν το επίμαχο προϊόν μπορεί να θεωρηθεί ότι συναρτάται με άλλο προϊόν ή άλλη ομάδα προϊόντων περί των οποίων γίνεται ρητή μνεία στην οδηγία 90/642, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως περί της ανώτατης περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων. Κατά την εξέταση αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψη ο γενικός σκοπός τής ως άνω οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στον συμβιβασμό μεταξύ, αφενός, της ανάγκης αποτελεσματικής προστασίας των φυτών και των φυτικών προϊόντων από τους επιβλαβείς οργανισμούς και τα ζιζάνια, προς εξασφάλιση της αποδόσεως της φυτικής παραγωγής στην Κοινότητα και της παραγωγικότητας της κοινοτικής γεωργίας, και, αφετέρου, της ανάγκης προστασίας της υγείας των ανθρώπων ή των ζώων, καθώς και του περιβάλλοντος, από τις επιβλαβείς συνέπειες των φυτοφαρμάκων.
Επομένως, προκειμένου να περιληφθεί ένα προϊόν που δεν μνημονεύεται στα παραρτήματα της οδηγίας 90/642 σε ομάδα ή σε επιμέρους ομάδα προϊόντων που απαριθμούν τα παραρτήματα αυτά, θα πρέπει το εν λόγω μη μνημονευόμενο προϊόν να έχει αποτελέσει προηγουμένως αντικείμενο επιστημονικής εκτιμήσεως, στηριζόμενης σε στάθμιση των δύο επιταγών που απορρέουν από τον γενικό σκοπό της οδηγίας αυτής, από την οποία εκτίμηση να προκύπτει ότι, ενόψει της διττής αυτής επιταγής, μπορούν να ισχύσουν για το σχετικό προϊόν οι ανώτατες τιμές περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων οι οποίες έχουν καθορισθεί για την ομάδα ή την επιμέρους ομάδα προϊόντων στην οποία θα μπορούσε να υπαχθεί το προϊόν αυτό.
Επομένως, η οδηγία 90/642 δεν έχει εφαρμογή στα αμπελόφυλλα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προϊόντων που μνημονεύονται στα παραρτήματα αυτής, διότι τα θετικά και τα αρνητικά για τα εν λόγω αμπελόφυλλα αποτελέσματα των φυτοφαρμάκων δεν έχουν αποτελέσει μέχρι σήμερα το αντικείμενο επιστημονικής εκτιμήσεως.
(βλ. σκέψεις 22-24, 26)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 2ας Δεκεμβρίου 2004 (*)
«Οδηγία 90/642/ΕΟΚ – Ανώτατες τιμές περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων – Αμπελόφυλλα»
Στην υπόθεση C-398/03,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ,
την οποία υπέβαλε το Helsingin hallinto-oikeus (Φινλανδία), με απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2003 , που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Σεπτεμβρίου 2003, στο πλαίσιο της διαδικασίας που κίνησε η εταιρία
E. Gavrielides Oy,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues και K. Schiemann, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 16ης Σεπτεμβρίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η E. Gavrielides Oy, εκπροσωπούμενη από τον Ε. Γαβριηλίδη,
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Κ. Μαρίνου και τον Β. Κοντόλαιμο,
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Guimaraes-Purokoski,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους E. Paasivirta, B. Doherty και P. Aalto,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, περί καθορισμού των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών (ΕΕ 1990, L 350, σ. 71), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2000/42/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2000 (ΕΕ L 158, σ. 51, στο εξής: οδηγία 90/642).
2 Η ως άνω αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας E. Gavrielides Oy (στο εξής: Gavrielides) και των φινλανδικών τελωνειακών αρχών, κατόπιν των αποφάσεων με τις οποίες οι αρχές αυτές απαγόρευσαν την εκ μέρους της εταιρίας Gavrielides εισαγωγή αμπελόφυλλων στη Φινλανδία.
Το νομικό πλαίσιο
3 Η οδηγία 90/642 ορίζει, στο άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα προϊόντα των ομάδων της στήλης 1 του παραρτήματος Ι, των οποίων παραδείγματα περιέχονται στη στήλη 2, εφόσον τα προϊόντα της ομάδας αυτής, ή τα μέρη προϊόντων τα οποία περιγράφονται στη στήλη 3, μπορούν να περιέχουν ορισμένα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων.»
4 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 90/642:
«Τα προϊόντα των ομάδων ή, ενδεχομένως, τα μέρη προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 δεν πρέπει να περιέχουν, από τη στιγμή που τίθενται σε κυκλοφορία, κατάλοιπα φυτοφαρμάκων σε επίπεδα υψηλότερα από εκείνα που ορίζονται στον κατάλογο που αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙ.»
5 Το παράρτημα I της οδηγίας 90/642 περιλαμβάνει κατάλογο των ομάδων προϊόντων και των προϊόντων περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 1 της οδηγίας αυτής.
6 Στη στήλη 1 του παραρτήματος αυτού περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η ομάδα των μούρων και μικρών καρπών. Μεταξύ των προϊόντων της ομάδας αυτής απαριθμούνται, στη στήλη 2, τα επιτραπέζια και τα οινοποιήσιμα σταφύλια. Σύμφωνα με τη στήλη 3, η ανώτατη περιεκτικότητα σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων αφορά «ολόκληρο το προϊόν μετά την αφαίρεση του κάλυκα και του μίσχου».
7 Στη στήλη 1 του ως άνω παραρτήματος περιλαμβάνεται επίσης η ομάδα των φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών. Μεταξύ των προϊόντων της ομάδας αυτής απαριθμούνται, στη στήλη 2, τα αρωματικά φυτά. Σύμφωνα με τη στήλη 3, η ανώτατη περιεκτικότητα σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων αφορά «ολόκληρο το προϊόν μετά την αφαίρεση των μαραμένων εξωτερικών φύλλων, της ρίζας και του χώματος (αν υπάρχει)».
8 Το παράρτημα II της οδηγίας 90/642 καθορίζει την ανώτατη περιεκτικότητα σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων για τα διάφορα προϊόντα ή τμήματα προϊόντων περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 1 της οδηγίας αυτής. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο της ομάδας των μούρων και μικρών καρπών, τα επιτραπέζια και οινοποιήσιμα σταφύλια καθώς και, στο πλαίσιο της ομάδας των φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών, την επιμέρους ομάδα των αρωματικών φυτών. Η τελευταία αυτή επιμέρους ομάδα περιλαμβάνει μια απαρίθμηση ορισμένων προϊόντων, τα οποία είναι το σκαντζίκι, το σχοινόπρασο και ο μαϊντανός· περιλαμβάνει επίσης μια επιπλέον κατηγορία ονομαζόμενη «Άλλα».
9 Στο ως άνω παράρτημα II, η ανώτατη περιεκτικότητα σε chloropyriphos καθορίζεται για τα επιτραπέζια και οινοποιήσιμα σταφύλια σε 0,5 mg/kg και για τα αρωματικά φυτά σε 0,05 mg/kg.
10 Στο ίδιο παράρτημα, η ανώτατη περιεκτικότητα σε fenarimol για τα επιτραπέζια και οινοποιήσιμα σταφύλια καθορίζεται σε 0,3 mg/kg και, για τα αρωματικά φυτά, σε 0,02 mg/kg.
11 Η οδηγία 90/642 μεταφέρθηκε στο φινλανδικό δίκαιο με την απόφαση 896/1999 του Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας, περί ανώτατης περιεκτικότητας σε ορισμένα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων στα φρούτα και λαχανικά, στα δημητριακά, καθώς και στα αβγά και στα προϊόντα με βάση τα αβγά.
12 Όσον αφορά τον προσδιορισμό της ανώτατης περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ως άνω αποφάσεως παραπέμπει σε πίνακα ουσιών που συνάπτεται ως παράρτημα στην απόφαση αυτή. Ο πίνακας αυτός επαναλαμβάνει τα ποσοστά που απαριθμούνται στις σκέψεις 9 και 10 της παρούσας αποφάσεως σχετικά με την ανώτατη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα σε chloropyriphos και σε fenarimol, αντιστοίχως, για τα σταφύλια και τα αρωματικά φυτά.
Το ιστορικό της διαφοράς και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Τον Μάρτιο του 2000 η εταιρία Gavrielides εισήγαγε στη Φινλανδία μία παρτίδα ντολμαδάκια με ρύζι και, τον Ιούλιο του 2002, μία παρτίδα αμπελόφυλλων συντηρημένων σε άλμη.
14 Το χημείο των φινλανδικών τελωνειακών αρχών προέβη σε δειγματοληπτικό έλεγχο των ως άνω προϊόντων προκειμένου να μετρήσει την περιεκτικότητά τους σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων· από τη χημική ανάλυση προέκυψε ότι τα μεν αμπελόφυλλα που είχαν χρησιμοποιηθεί για τα ντολμαδάκια είχαν περιεκτικότητα 0,28 mg/kg σε chloropyriphos, τα δε συντηρημένα σε άλμη αμπελόφυλλα 0,11 mg/kg σε chloropyriphos και 0,14 mg/kg σε fenarimol.
15 Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της αναλύσεως αυτής και εκτιμώντας ότι, για την εφαρμογή της ρυθμίσεως περί της ανώτατης περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων, τα αμπελόφυλλα υπάγονται στην ομάδα των φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών, στο πλαίσιο της οποίας εξομοιώνονται προς τα αρωματικά φυτά, με αποφάσεις της 29ης Ιουλίου και της 12ης Αυγούστου 2002 οι φινλανδικές τελωνειακές αρχές απαγόρευσαν την εισαγωγή, την εξαγωγή, την κατοχή με σκοπό τη μεταπώληση, την προσφορά και οποιαδήποτε εκχώρηση δικαιώματος επί των ως άνω προϊόντων με την αιτιολογία ότι η περιεκτικότητα σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων η οποία διαπιστώθηκε στα προϊόντα αυτά υπερέβαινε τις ανώτατες τιμές που ορίζονται για τα κατάλοιπα των ουσιών chloropyriphos και fenarimol όσον αφορά τα αρωματικά φυτά.
16 Η εταιρία Gavrielides άσκησε προσφυγή ακυρώσεως των αποφάσεων αυτών των φινλανδικών τελωνειακών αρχών ενώπιον του Helsingin hallinto-oikeus.
17 Στηριζόμενο στη διαπίστωση ότι η εθνική ρύθμιση είναι ταυτόσημη προς την κοινοτική ρύθμιση στον τομέα αυτό, το Helsingin hallinto-oikeus κρίνει ότι η λύση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται από το αν η οδηγία 90/642 έχει την έννοια ότι καθορίζει δεσμευτικά τις ανώτατες τιμές περιεκτικότητας σε κατάλοιπα chloropyriphos και fenarimol όσον αφορά τα αμπελόφυλλα.
18 Ελλείψει νομολογίας επί του ζητήματος αυτού το Helsingin hallinto-oikeus αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, που αφορά τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών, την έννοια ότι η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή και στα αμπελόφυλλα;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως:
α) Έχει το παράρτημα I της οδηγίας την έννοια ότι τα αμπελόφυλλα κατατάσσονται στην ομάδα των φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών, το δε παράρτημα II ότι τα αμπελόφυλλα κατατάσσονται στην κατηγορία των άλλων αρωματικών φυτών;
β) Σε περίπτωση που τα αμπελόφυλλα δεν κατατάσσονται στην κατηγορία των άλλων αρωματικών φυτών, σε ποια κατηγορία πρέπει να καταταγούν;»
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
19 Δεν αμφισβητείται ότι ούτε η οδηγία 90/642 ούτε τα παραρτήματά της κάνουν λόγο για τα αμπελόφυλλα.
20 Με τα υποβαλλόμενα ερωτήματα το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν η οδηγία 90/642 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή και στα αμπελόφυλλα παρά το γεγονός ότι η ίδια δεν περιλαμβάνει σχετική μνεία, σε περίπτωση δε καταφατικής απαντήσεως, σε ποια κατηγορία προϊόντων και σε ποια θέση πρέπει να καταταγεί το προϊόν αυτό.
21 Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/642, το οποίο καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της, ορίζει ότι τα προϊόντα των ομάδων που απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας αυτής αποτελούν «παραδείγματα». Επιπλέον, στο παράρτημα II της ίδιας οδηγίας, η πρώτη στήλη φέρει τον τίτλο «Ομάδες προϊόντων και παραδείγματα μεμονωμένων προϊόντων για τα οποία ισχύουν τα μέγιστα όρια υπολειμμάτων», ενώ πολλές ομάδες και επιμέρους ομάδες των προϊόντων που παραθέτει το παράρτημα αυτό περιλαμβάνουν, μετά την απαρίθμηση ορισμένων προϊόντων, μια κατηγορία ονομαζόμενη «Άλλα».
22 Επομένως, όπως διατείνονται η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς που κυρίως προβάλλουν η εταιρία Gavrielides και η Ελληνική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι ένα προϊόν δεν μνημονεύεται στα παραρτήματα της οδηγίας 90/642 δεν αποκλείει, αυτό καθαυτό, τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας στο εν λόγω προϊόν. Ωστόσο, πρέπει να εξεταστεί αν το επίμαχο προϊόν μπορεί να θεωρηθεί ότι συναρτάται με άλλο προϊόν ή άλλη ομάδα προϊόντων περί των οποίων γίνεται ρητή μνεία στην οδηγία 90/642, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως περί της ανώτατης περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων.
23 Στο πλαίσιο αυτής της εξετάσεως πρέπει να ληφθεί υπόψη ο γενικός σκοπός της ως άνω οδηγίας, ο οποίος συνίσταται, σύμφωνα με τις έξι πρώτες αιτιολογικές σκέψεις της, όπως υπογράμμισε και η γενική εισαγγελέας στα σημεία 32 και 33 των προτάσεών της, στον συμβιβασμό μεταξύ, αφενός, της ανάγκης αποτελεσματικής προστασίας των φυτών και των φυτικών προϊόντων από τους επιβλαβείς οργανισμούς και τα ζιζάνια, προς εξασφάλιση της αποδόσεως της φυτικής παραγωγής στην Κοινότητα και της παραγωγικότητας της κοινοτικής γεωργίας, και, αφετέρου, της ανάγκης προστασίας της υγείας των ανθρώπων ή των ζώων, καθώς και του περιβάλλοντος, από τις επιβλαβείς συνέπειες των φυτοφαρμάκων.
24 Συνεπώς, προκειμένου να περιληφθεί ένα προϊόν που δεν μνημονεύεται στα παραρτήματα της οδηγίας 90/642 σε ομάδα ή σε επιμέρους ομάδα προϊόντων που απαριθμούν τα παραρτήματα αυτά, θα πρέπει, όπως εκθέτει η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, το εν λόγω μη μνημονευόμενο προϊόν να έχει αποτελέσει προηγουμένως αντικείμενο επιστημονικής εκτιμήσεως, στηριζόμενης σε στάθμιση των δύο επιταγών περί των οποίων γίνεται λόγος στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, από την οποία να προκύπτει ότι, ενόψει της διττής αυτής επιταγής μπορούν να ισχύσουν για το σχετικό προϊόν οι ανώτατες τιμές περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων οι οποίες έχουν καθορισθεί για την ομάδα ή την επιμέρους ομάδα προϊόντων στην οποία θα μπορούσε να υπαχθεί το προϊόν αυτό.
25 Η ως άνω ανάγκη προηγούμενης επιστημονικής εκτιμήσεως επιβεβαιώνεται από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/642, κατά την οποία για τον καθορισμό της ανώτατης υποχρεωτικής περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων «απαιτείται μακρά τεχνική μελέτη».
26 Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τις ενδείξεις που προσκόμισε η Επιτροπή, τα θετικά και τα αρνητικά για τα αμπελόφυλλα αποτελέσματα των φυτοφαρμάκων δεν έχουν αποτελέσει μέχρι σήμερα το αντικείμενο επιστημονικής εκτιμήσεως, οπότε δεν επιτρέπεται να καταταγούν τα φύλλα αυτά στην κατηγορία «Άλλα» της επιμέρους ομάδας των αρωματικών φυτών στο πλαίσιο της ομάδας φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών, όπως επιθυμεί η Φινλανδική Κυβέρνηση, ή στην επιμέρους ομάδα των επιτραπέζιων ή οινοποιήσιμων σταφυλιών στο πλαίσιο της ομάδας των μούρων και μικρών καρπών, όπως προτείνουν, επικουρικώς, η εταιρία Gavrielides και η Ελληνική Κυβέρνηση.
27 Όσον αφορά την προβαλλόμενη δυνατότητα υπαγωγής των αμπελόφυλλων στην επιμέρους ομάδα των αρωματικών φυτών, πρέπει, επίσης, να τονισθεί ότι, σε σχέση με τα παραδείγματα αρωματικών φυτών που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα I και II της οδηγίας 90/642, δηλαδή σε σχέση με το σκαντζίκι, το σχοινόπρασο και τον μαϊντανό, τα αμπελόφυλλα παρουσιάζουν διαφορές όσον αφορά τη μορφολογία, τον τρόπο καταναλώσεως και τις συνθήκες καλλιέργειας και εκθέσεως στους επιβλαβείς οργανισμούς, οι οποίες, δεδομένου ότι δεν υφίσταται μέχρι σήμερα κάποιο σχετικό επιστημονικό έρεισμα, αποκλείουν την εφαρμογή στα αμπελόφυλλα των ανωτάτων τιμών περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων που καθορίζονται για τα αρωματικά φυτά.
28 Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της η Φινλανδική Κυβέρνηση επικαλείται έγγραφο με τον τίτλο «Κατάταξη των (μικρής σημασίας) καλλιεργειών που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα της οδηγίας 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου» [Classification of (minor) crops not listed in the Appendix of Council Directive 90/642/EEC], στις σελίδες 107 και 108 του οποίου τα αμπελόφυλλα εξομοιώνονται με τα αρωματικά φυτά.
29 Το έγγραφο αυτό αποτελεί παράρτημα ενός περιέχοντος γενικές εκτιμήσεις εγγράφου της Επιτροπής με ημερομηνία 22 Ιουλίου 1997, με τον τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές για την παραγωγή δεδομένων αφορώντων τα κατάλοιπα περί των οποίων γίνεται λόγος στο παράρτημα II, μέρος Α, σημείο 6, και στο παράρτημα III, μέρος Α, σημείο 8, της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων» (Guidelines for the generation of data concerning residues as provided in Annex II, part A, section 6 and Annex III, part A, section 8 of Directive 91/414/ECC concerning the placing of plant protection products on the market).
30 Εντούτοις, το έγγραφο που επικαλείται η Φινλανδική Κυβέρνηση δεν ανατρέπει την προεκτεθείσα συλλογιστική.
31 Πράγματι, όπως προκύπτει από τις ενδείξεις που προσκόμισε η Επιτροπή, το έγγραφο αυτό εκφράζει αποκλειστικά την άποψη των υπηρεσιών της Επιτροπής και όχι εκείνη της μόνιμης φυτοϋγειονομικής επιτροπής, η οποία δεν έχει ακόμη λάβει θέση επί του ζητήματος αυτού. Συνεπώς, η προτεινόμενη βάσει του ως άνω εγγράφου κατάταξη των προϊόντων δεν στηρίζεται σε καμία επιστημονική εκτίμηση.
32 Επιπλέον, όπως προκύπτει από τον τίτλο του περιέχοντος γενικές εκτιμήσεις εγγράφου της 22ας Ιουλίου 1997, του οποίου παράρτημα αποτελεί το προβαλλόμενο έγγραφο, η ως άνω κατάταξη των προϊόντων εντάσσεται σε ένα συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, δηλαδή σε εκείνο της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (ΕΕ L 230, σ. 1).
33 Στο παράρτημα I η οδηγία αυτή περιλαμβάνει έναν πίνακα δραστικών ουσιών οι οποίες επιτρέπεται να περιέχονται στα φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Σε αντίθεση με την οδηγία 90/642, όμως, δεν καθορίζει ανώτατες τιμές περιεκτικότητας για τα κατάλοιπα των δραστικών ουσιών τις οποίες αφορά. Όπως εκθέτει η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η οδηγία 91/414 θέτει την αρχή, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, ότι η διάθεση στο εμπόριο φυτοπροστατευτικών προϊόντων περιλαμβανόντων τέτοιες ουσίες εξαρτάται από τη χορήγηση σχετικής αδείας εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους, το οποίο, αν έχει προσδιορίσει προσωρινά τις ανώτατες επιτρεπόμενες τιμές περιεκτικότητας των καταλοίπων υποχρεούται να τις κοινοποιήσει στην Επιτροπή, προκειμένου η τελευταία να ελέγξει αν είναι αποδεκτές.
34 Στο πλαίσιο αυτό, η εξομοίωση των αμπελόφυλλων με τα αρωματικά φυτά, την οποία προτείνει το έγγραφο περί του οποίου γίνεται λόγος στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, αφορά, όπως προκύπτει από τον τίτλο των «Κατευθυντήριων γραμμών» των οποίων το ως άνω έγγραφο αποτελεί παράρτημα, την παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο της διαδικασίας προσθήκης μιας νέας δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 ή της διαδικασίας περί διαθέσεως στην αγορά ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος, πληροφοριών που συλλέγονται κατόπιν ελεγχομένων δοκιμών που αφορούν τη συμπεριφορά των καταλοίπων της οικείας ουσίας ή του οικείου προϊόντος εντός ή επί των προϊόντων στα οποία έχει χρησιμοποιηθεί η οικεία δραστική ουσία, των τροφίμων για ανθρώπινη κατανάλωση και των ζωοτροφών, σύμφωνα με το παράρτημα II, μέρος Α, σημείο 6, και το παράρτημα III, μέρος Α, σημείο 8, της οδηγίας 91/414.
35 Ελλείψει σχετικού επιστημονικού ερείσματος, η εξομοίωση αυτή, που προτείνεται, στο πλαίσιο της οδηγίας 91/414, μόνο με τον σκοπό της συλλογής πληροφοριών περί των αποτελεσμάτων των δοκιμών που αφορούν τη συμπεριφορά των καταλοίπων δραστικών ουσιών ή φυτοπροστατευτικών προϊόντων επί των τροφίμων ή των προϊόντων στα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί οι ουσίες αυτές, δεν μπορεί να επεκταθεί στον καλυπτόμενο από την οδηγία 90/642 τομέα του προσδιορισμού των ανωτάτων επιτρεπομένων τιμών περιεκτικότητας για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων.
36 Επομένως, στο πλαίσιο της οδηγίας 90/642, τα αμπελόφυλλα δεν μπορούν να εξομοιωθούν με τα αρωματικά φυτά.
37 Όσον αφορά την προβαλλόμενη δυνατότητα εξομοιώσεως των αμπελόφυλλων με τα σταφύλια, επιβάλλεται, επιπροσθέτως, να τονισθεί, κατ’ αρχάς, ότι η επιμέρους ομάδα των «επιτραπέζιων και οινοποιήσιμων σταφυλιών» περιλαμβάνει, αφενός, τα «επιτραπέζια σταφύλια» και, αφετέρου, τα «οινοποιήσιμα σταφύλια». Δεν περιλαμβάνει μια κατηγορία ονομαζόμενη «Άλλα», πράγμα το οποίο οδηγεί στη σκέψη ότι η απαρίθμηση των προϊόντων τα οποία περιλαμβάνει αυτή η επιμέρους ομάδα είναι εξαντλητική, αποκλείοντας την υπαγωγή άλλων προϊόντων, όπως τα αμπελόφυλλα, σ’ αυτήν.
38 Δεύτερον, πρέπει να σημειωθεί ότι, προκειμένου περί της ομάδας των «μούρων και μικρών καρπών», στην οποία υπάγεται η επιμέρους ομάδα των «επιτραπέζιων και οινοποιήσιμων σταφυλιών», οι ανώτατες τιμές περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων αφορούν «ολόκληρο το προϊόν», σύμφωνα με τη στήλη 3 του παραρτήματος I της οδηγίας 90/642. Βάσει της διευκρινίσεως αυτής, δεν μπορούν να περιληφθούν στην προαναφερθείσα ομάδα προϊόντων τμήματα ενός φυτού, όπως είναι τα αμπελόφυλλα, τα οποία αποχωρίζονται από το μούρο ή από τον μικρό καρπό.
39 Τρίτον, η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των αμπελόφυλλων και των σταφυλιών. Πράγματι, εκτός του ότι ο τρόπος καταναλώσεώς τους είναι εντελώς διαφορετικός, τα δύο αυτά προϊόντα διακρίνονται, όπως εκθέτει η Επιτροπή με τις γραπτές της παρατηρήσεις, όσον αφορά τη μορφολογία τους και, επομένως, όσον αφορά τη δυνατότητα συσσωρεύσεως καταλοίπων φυτοφαρμάκων, καθώς και όσον αφορά τις συνθήκες της συγκομιδής τους και, κατά συνέπεια, τη διάρκεια εκθέσεώς τους στους βλαβερούς οργανισμούς.
40 Επομένως, στο πλαίσιο της οδηγίας 90/642, τα αμπελόφυλλα δεν μπορούν να εξομοιωθούν με τα επιτραπέζια ή τα οινοποιήσιμα σταφύλια.
41 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να γίνει δεκτό ότι η οδηγία 90/642 δεν έχει εφαρμογή στα αμπελόφυλλα.
42 Κατά συνέπεια, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 90/642 δεν έχει εφαρμογή στα αμπελόφυλλα.
Επί των δικαστικών εξόδων
43 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η οδηγία 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, που αφορά τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2000/42/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2000, δεν έχει εφαρμογή στα αμπελόφυλλα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.
Top