ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 2ας Φεβρουαρίου 2012 ( *1 )
«Σύμβαση σχετικά με το καταστατικό των ευρωπαϊκών σχολείων — Ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και 25, παράγραφος 1 — Δικαίωμα προσβάσεως των αποσπασμένων εκπαιδευτικών στην ίδια εξέλιξη της σταδιοδρομίας και στην ίδια μισθολογική εξέλιξη όπως οι ομόλογοί τους σε εθνικό επίπεδο — Αποκλεισμός ορισμένων αποσπασμένων στα ευρωπαϊκά σχολεία από το Ηνωμένο Βασίλειο εκπαιδευτικών από την πρόσβαση σε ευνοϊκότερες μισθολογικές κλίμακες και σε άλλες επιπλέον αποδοχές χορηγούμενες στους ομολόγους τους σε εθνικό επίπεδο — Δεν συνάδει με τα άρθρα 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και 25, παράγραφος 1»
Στην υπόθεση C-545/09,
με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 26 της συμβάσεως σχετικά με το καταστατικό των ευρωπαϊκών σχολείων που ασκήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2009,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J. Currall και B. Eggers, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενου από την H. Walker, καθώς και από τον J. Coppel, barrister,
καθού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet, M. Ilešič (εισηγητή), J.-J. Kasel και M. Berger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: K. Sztranc-Sławiczek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Μαΐου 2011,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουλίου 2011,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το άρθρο 12, σημείο 4, στοιχείο αʹ, της συμβάσεως σχετικά με το καταστατικό των ευρωπαϊκών σχολείων της 21ης Ιουνίου 1994 (ΕΕ L 212, σ. 3, στο εξής: σύμβαση) πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αποσπασμένοι από τα κράτη μέλη εκπαιδευτικοί θα έχουν, κατά τη διάρκεια της αποσπάσεώς τους, τις ίδιες δυνατότητες βαθμολογικής και μισθολογικής προαγωγής με εκείνες των εκπαιδευτικών οι οποίοι εργάζονται εντός του κράτους μέλους αυτού και ότι ο αποκλεισμός ορισμένων αποσπασμένων από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας εκπαιδευτικών, κατά τη διάρκεια της αποσπάσεώς τους, από τις ευνοϊκότερες μισθολογικές κλίμακες (μεταξύ άλλων τις λεγόμενες «threshold pay», «excellent teacher system» ή «advanced skills teachers») και από άλλες επιπλέον αποδοχές (όπως είναι τα «teaching and learning responsibility payments»), καθώς και από την εξέλιξη στην υφιστάμενη μισθολογική κλίμακα που ισχύει για τους εκπαιδευτικούς που εργάζονται σε επιδοτούμενα σχολεία στην Αγγλία και στην Ουαλία, είναι αντίθετος προς τα άρθρα 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και 25, παράγραφος 1, της συμβάσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Η σύμβαση και ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως του αποσπασμένου προσωπικού
2
Τα ευρωπαϊκά σχολεία ιδρύθηκαν με βάση δύο πράξεις, ήτοι, αφενός, το καταστατικό του ευρωπαϊκού σχολείου, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 12 Απριλίου 1957 (Recueil des traités des Nations unies, τόμος 443, σ. 129), και, αφετέρου, το πρωτόκολλο για την ίδρυση ευρωπαϊκών σχολείων που εκδόθηκε βάσει του καταστατικού του ευρωπαϊκού σχολείου και το οποίο υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 13 Απριλίου 1962 (Recueil des traités des Nations unies, τόμος 752, σ. 267).
3
Οι πράξεις αυτές αντικαταστάθηκαν από τη σύμβαση, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2002 και είναι η εφαρμοστέα επί του παρόντος πράξη. Σε αντίθεση με τις αρχικές πράξεις, στις οποίες μόνον τα κράτη μέλη ήταν συμβαλλόμενα μέρη, στη σύμβαση συμβαλλόμενο μέρος είναι και οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες οι οποίες εξουσιοδοτήθηκαν προς τούτο με την απόφαση 94/557/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1994, που εξουσιοδοτεί την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας να υπογράψουν και να συνάψουν τη σύμβαση σχετικά με το καταστατικό των ευρωπαϊκών σχολείων (ΕΕ L 212, σ. 1).
4
Στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της συμβάσεως επισημαίνεται:
«[εκτιμώντας] ότι το σύστημα των ευρωπαϊκών σχολείων αποτελεί “sui generis” σύστημα· ότι με το σύστημα αυτό πραγματοποιείται μια μορφή συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ των κρατών μελών και των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ενώ ταυτόχρονα τα κράτη μέλη έχουν την πλήρη ευθύνη για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού τους συστήματος, καθώς και για την πολιτιστική και γλωσσική τους διαφοροποίηση».
5
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της συμβάσεως αυτής προβλέπει:
«Η διδασκαλία γίνεται από εκπαιδευτικούς αποσπασμένους ή τοποθετημένους από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αποφάσεις που λαμβάνει το ανώτατο συμβούλιο με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 4.»
6
Το άρθρο 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της εν λόγω συμβάσεως, το οποίο περιλαμβάνεται στον δεύτερο τίτλο, ο οποίος τιτλοφορείται «Όργανα των σχολείων», ορίζει:
«Σε διοικητικά θέματα, το ανώτατο συμβούλιο:
[...]
4.
α)
προσδιορίζει κάθε χρόνο, μετά από πρόταση των συμβουλίων επιθεωρητών, τις ανάγκες σε εκπαιδευτικό προσωπικό, δημιουργώντας και καταργώντας θέσεις απασχόλησης. Μεριμνά για τη δίκαιη κατανομή των θέσεων μεταξύ των κρατών μελών. Ρυθμίζει από κοινού με τις κυβερνήσεις τα θέματα που αφορούν τον διορισμό ή την απόσπαση των καθηγητών, των δασκάλων και των εκπαιδευτικών συμβούλων του σχολείου, οι οποίοι διατηρούν τα δικαιώματα προαγωγής και συνταξιοδότησης που κατοχυρώνονται από το εθνικό καθεστώς τους.»
7
Το άρθρο 25 της ιδίας συμβάσεως έχει ως εξής:
«Ο προϋπολογισμός των σχολείων χρηματοδοτείται από:
1)
τις συνεισφορές των κρατών μελών μέσω της συνεχούς καταβολής των μισθών για τους αποσπασμένους ή τοποθετημένους καθηγητές και, ενδεχομένως, με τη μορφή χρηματοδοτικής συμμετοχής που αποφασίζεται, με ομοφωνία, από το ανώτατο συμβούλιο,
2)
τη συνεισφορά των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία αποσκοπεί στην κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του συνολικού ποσού δαπανών των σχολείων και του συνόλου των λοιπών εσόδων,
3)
τις συνεισφορές των μη κοινοτικών οργανισμών με τους οποίους το ανώτατο συμβούλιο έχει συνάψει συμφωνία,
4)
τα ίδια έσοδα των σχολείων και ιδίως τα δίδακτρα τα οποία βαρύνουν τους γονείς των μαθητών σύμφωνα με απόφαση του ανωτάτου συμβουλίου,
5)
τα διάφορα έσοδα.
Ο τρόπος διάθεσης της κοινοτικής συνεισφοράς των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποτελεί αντικείμενο ειδικής συμφωνίας μεταξύ του ανωτάτου συμβουλίου και της Επιτροπής.»
8
Κατά το άρθρο 26 της συμβάσεως, το «Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι το μόνο όργανο αρμόδιο να αποφαίνεται για όσες διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης, δεν καθίσταται δυνατόν να επιλυθούν στα πλαίσια του ανωτάτου συμβουλίου».
9
Δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, της εν λόγω συμβάσεως, το ανώτατο συμβούλιο έχει εκδώσει κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως του αποσπασμένου προσωπικού των Ευρωπαϊκών Σχολείων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως του αποσπασμένου προσωπικού), ο οποίος περιέχει μεταξύ άλλων διατάξεις σχετικές με τις αποδοχές και τους όρους εργασίας των εκπαιδευτικών των ευρωπαϊκών σχολείων.
10
Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του αποσπασμένου προσωπικού, οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί πρέπει να κατέχουν τους τίτλους και να πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να ασκήσουν ισοδύναμα καθήκοντα στις χώρες καταγωγής τους. Το κεφάλαιο III του κανονισμού αυτού, το οποίο τιτλοφορείται «Αξιολόγηση», περιλαμβάνει το άρθρο 30 του οποίου το πρώτο εδάφιο ορίζει ότι «[η] ικανότητα, η αποτελεσματικότητα και η συμπεριφορά στην υπηρεσία αποτελούν για κάθε μέλος του διδακτικού και εποπτικού προσωπικού καθώς και για τους Αναπληρωτές Διευθυντές αντικείμενο έκθεσης αξιολόγησης η οποία καταρτίζεται τόσο από τον Διευθυντή όσο και από τον εθνικό Επιθεωρητή σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στον κανονισμό εφαρμογής. Σε περίπτωση ασυμφωνίας, υπερισχύει η έκθεση του εθνικού Επιθεωρητή».
11
Κατά το άρθρο 49 του εν λόγω κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί λαμβάνουν, αφενός, τις εθνικές αποδοχές τους τις οποίες τους καταβάλλουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές, και, αφετέρου, τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που ο κανονισμός αυτός προβλέπει και των εθνικών αποδοχών, μετά από αφαίρεση των υποχρεωτικών κρατήσεων κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία καταβάλλεται από τα ευρωπαϊκά σχολεία (στο εξής: ευρωπαϊκό συμπλήρωμα).
12
Κατά το άρθρο 72, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του αποσπασμένου προσωπικού, το μέλος του προσωπικού που αφυπηρετεί δικαιούται, κατά την αναχώρησή του και υπό την προϋπόθεση ότι αυτή δεν είναι συνέπεια πειθαρχικού μέτρου, επίδομα αποχωρήσεως ανάλογο προς τον συμπληρωθέντα χρόνο υπηρεσίας μέχρι του ανωτάτου ορίου των εννέα ετών. Η ως άνω αποζημίωση υπολογίζεται, κατά την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, με βάση τη διαφορά μεταξύ των τελευταίων βασικών ευρωπαϊκών αποδοχών ενός και ημίσεος μηνός, πολλαπλασιαζομένων με έναν διορθωτικό συντελεστή που καθορίζεται για την οικεία χώρα καταγωγής, και των τελευταίων βασικών εθνικών αποδοχών ενός και ημίσεος μηνός ανά έτος υπηρεσίας.
13
Αντιθέτως, ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως δεν προβλέπει συνταξιοδοτικό σύστημα για τους αποσπασμένους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι εξακολουθούν να καταβάλλουν εισφορές στα εθνικά συστήματα κατά τη διάρκεια της αποσπάσεώς τους.
Το καθεστώς των εκπαιδευτικών στην Αγγλία και την Ουαλία
14
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η εκπαίδευση υπάγεται στην αρμοδιότητα αποκεντρωμένων αρχών τριών διαφορετικών περιφερειών, ήτοι της Αγγλίας και της Ουαλίας, που αποτελούν από κοινού μία μόνη περιφέρεια, της Βόρειας Ιρλανδίας και της Σκωτίας. Οι όροι εργασίας σε καθεμία από τις περιφέρειες αυτές είναι διαφορετικοί.
15
Όσον αφορά την περιφέρεια που αποτελείται από την Αγγλία και την Ουαλία, η οποία είναι η μοναδική περιφέρεια περί της οποίας γίνεται λόγος στην παρούσα διαφορά, η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών εργάζεται σε επιδοτούμενα σχολεία («maintained schools»). Οι αποδοχές και οι όροι εργασίας των εκπαιδευτικών αυτών καθορίζονται με απόφαση του αρμοδίου υπουργού, ήτοι με την πράξη περί των αποδοχών και των όρων εργασίας των εκπαιδευτικών των σχολείων («School Teachers Pay and Conditions Document», στο εξής: STPCD), η οποία ισχύει υποχρεωτικώς για τις συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται από τα επιδοτούμενα σχολεία.
16
Ορισμένοι εκπαιδευτικοί δεν εργάζονται σε επιδοτούμενο σχολείο, αλλά σε άλλου είδους σχολεία, όπως είναι για παράδειγμα τα δημόσια ανεξάρτητα και πολυκλαδικά σχολεία που χρηματοδοτούνται από χορηγούς (τα λεγόμενα «academies»), τα ιδιωτικά σχολεία, το ευρωπαϊκό σχολείο του Culham ή τα σχολεία που διευθύνονται από ξένες κυβερνήσεις. Για τα σχολεία αυτά, οι ρυθμίσεις και οι όροι εργασίας που προβλέπει η STPCD δεν έχουν αναγκαστική ισχύ.
17
Η STPCD, όπως είχε το 2009, προβλέπει τα μισθολογικά κλιμάκια των αποδοχών, περιλαμβανομένων των ακόλουθων κύριων στοιχείων.
18
Για τους εκπαιδευτικούς προβλέπεται μια βασική μισθολογική κλίμακα με έξι κλιμάκια. Το κύριο κριτήριο εξελίξεως στα κλιμάκια αυτά είναι η αρχαιότητα, η οποία μετράται με συμπληρωμένα έτη υπηρεσίας. Έτσι, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων μη ικανοποιητικών αποτελεσμάτων, η εξέλιξη στην κλίμακα αυτή είναι αυτόματη.
19
Το 2000, χορηγήθηκε γενική αύξηση αποδοχών 3 % στην Αγγλία και την Ουαλία. Ταυτοχρόνως προβλέφθηκε αύξηση αποδοχών 7 % βάσει νέου συστήματος καλούμενου «threshold pay», για την υπαγωγή στο οποίο οι εκπαιδευτικοί έπρεπε να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις.
20
Κατ’ εφαρμογήν του συστήματος αυτού, οι εκπαιδευτικοί στην Αγγλία και την Ουαλία, μόλις φθάσουν στο τελευταίο κλιμάκιο της βασικής μισθολογικής κλίμακας, μπορούν να υποβάλουν υποψηφιότητα για να υπερβούν το όριο και να ανέλθουν στην ανώτερη μισθολογική κλίμακα («post-threshold pay scale»). Οι εκπαιδευτικοί που επιθυμούν να υποβάλουν τέτοια υποψηφιότητα πρέπει να πληρούν ορισμένα κριτήρια επαγγελματικής ικανότητας, να αποδεικνύουν τα προσόντα τους και να ζητήσουν αξιολόγηση των ικανοτήτων τους, η οποία πραγματοποιείται από τους προϊσταμένους των σχολικών μονάδων. Τα κριτήρια επαγγελματικής ικανότητας που πρέπει να ικανοποιούνται προβλέπονται στο έγγραφο «Επαγγελματικοί κανόνες για τους εκπαιδευτικούς» («Professional Standards for Teachers»). Όταν ο εκπαιδευτικός ανέλθει στην ανώτερη κλίμακα («post-threshold teacher») οι προαγωγές σε αυτήν δεν είναι αυτόματες αλλά εξαρτώνται από τα αποτελέσματα των ετησίων συνεντεύξεων αξιολογήσεως.
21
Η STPCD προβλέπει, ακόμη, για τα επιδοτούμενα σχολεία τη δυνατότητα δημιουργίας θέσεων εργασίας για «εξαίρετους εκπαιδευτικούς» («excellent teachers») και για «εκπαιδευτικούς με ειδικά προσόντα» («advanced skills teacher»), στις οποίες έχει εφαρμογή διαφορετική μισθολογική κλίμακα, καθώς και θέσεις εργασίας που παρέχουν δικαίωμα σε «επίδομα εκπαιδευτικών ευθυνών» («teaching and learning responsibility payments»). Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να κατέχει περισσότερες της μιας τέτοιων θέσεων εργασίας ταυτοχρόνως.
22
Οι εκπαιδευτικοί που επιθυμούν την υπαγωγή τους στο «excellent teacher scheme» πρέπει να βρίσκονται από διετίας τουλάχιστον στο τελευταίο από τα τρία κλιμάκια της «post-threshold pay scale» και να αποδεικνύουν ότι έχουν ειδικά επαγγελματικά προσόντα, βάσει των «Professional Standards for Teachers». Εντούτοις, δεν μπορούν να ζητήσουν σχετική αξιολόγηση, η οποία πραγματοποιείται από εξωτερικούς αξιολογητές, παρά μόνο προς πλήρωση κενής θέσεως «excellent teacher» στο δικό τους σχολείο. Επιπλέον των συνήθων εκπαιδευτικών καθηκόντων τους, από τους «excellent teachers» ζητείται να συνδράμουν τους λοιπούς καθηγητές στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της ποιότητας της διδασκαλίας τους.
23
Για να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε θέσεις εργασίας «advanced skills teacher», οι υποψήφιοι δεν απαιτείται να έχουν ήδη ανέλθει στο «post-threshold pay scale», πρέπει εντούτοις να πληρούν τους «post-threshold teacher standards» και ειδικότερα τα κριτήρια επαγγελματικής ικανότητας που αφορούν ειδικά τους «advanced skills teachers», όπως ορίζονται στους «Professional Standards for Teachers». Οι σχετικές αξιολογήσεις διενεργούνται από εξωτερικούς αξιολογητές. Αυτές οι θέσεις εργασίας συνεπάγονται πρόσθετα καθήκοντα, τα οποία ασκούνται προς όφελος εκπαιδευτικών άλλων σχολείων.
24
Τέλος, κάθε εκπαιδευτικός ο οποίος ασκεί συνήθη καθήκοντα διδασκαλίας μπορεί να τύχει «teaching and learning responsibility payments», χωρίς να απαιτείται αυτός ο εκπαιδευτικός να έχει υπερβεί το «post-threshold pay scale». Τα επιδόματα αυτά χορηγούνται στους εκπαιδευτικούς που αναλαμβάνουν «πρόσθετη διαρκή ευθύνη στο πλαίσιο της δομής του προσωπικού» του σχολείου. Σκοπός τους είναι να ανταμείψουν την παρεχόμενη εκτός της αίθουσας διδασκαλίας αρωγή προς τους μαθητές ή τις πρωτοβουλίες του όσον αφορά τον προσδιορισμό της διδακτέας ύλης ή την κατάρτιση του προγράμματος.
Το καθεστώς των εκπαιδευτικών που τοποθετούνται ή αποσπώνται στα ευρωπαϊκά σχολεία από την Αγγλία ή την Ουαλία
25
Οι θέσεις εργασίας στα ευρωπαϊκά σχολεία που αντιστοιχούν στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι ανοικτές σε όλους τους εκπαιδευτικούς που έχουν επαρκή προσόντα, ανεξαρτήτως του αν, κατά την τοποθέτηση ή απόσπασή τους, εργάζονται σε σχολείο επιδοτούμενο, ιδιωτικό ή εκτός της εθνικής επικράτειας, ή ακόμη δεν εργάζονται σε εκπαιδευτικό ίδρυμα.
26
Οι εκπαιδευτικοί που τοποθετούνται στα ευρωπαϊκά σχολεία δεν διατηρούν τη συμβατική σχέση με τον προηγούμενο εργοδότη τους, αλλά συνάπτουν, στο πλαίσιο της τοποθετήσεως αυτής, νέα σύμβαση εργασίας με το «Department for Children, Schools and Families» (Υπουργείο παιδικής ηλικίας, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και οικογένειας, στο εξής: Υπουργείο Παιδείας).
27
Η σύμβαση εργασίας αυτή ορίζει, όσον αφορά τους Άγγλους και Ουαλούς εκπαιδευτικούς, ότι η STPCD δεν έχει εφαρμογή στους εκπαιδευτικούς των ευρωπαϊκών σχολείων. Εντούτοις, διευκρινίζεται ότι οι εθνικοί μισθοί που καταβάλλονται μηνιαίως στους αποσπασμένους εκπαιδευτικούς καθορίζονται σύμφωνα με τη βασική μισθολογική κλίμακα που προβλέπει η STPCD και ότι θα καταβάλλονται σε αυτούς οι ετήσιες μισθολογικές αυξήσεις που αποφασίζονται κατόπιν διαπραγματεύσεων σε εθνικό επίπεδο, οι οποίες έχουν εφαρμογή δυνάμει της STPCD. Ορίζεται ότι δεν θα καταβάλλεται καμία άλλη συμπληρωματική παροχή επιπλέον του εθνικού μισθού και ότι ο αποσπασμένος στα ευρωπαϊκά σχολεία εκπαιδευτικός, κατά τη διάρκεια της τοποθετήσεώς του στα σχολεία αυτά, δεν μπορεί να ζητήσει να προαχθεί σε ανώτερη μισθολογική κλίμακα, να λάβει συμπληρωματικά επιδόματα ή να υπαχθεί σε ειδικό καθεστώς προβλεπόμενο από τη STPCD. Τέλος, η σύμβαση εργασίας αυτή προβλέπει ότι η υπηρεσία σε ευρωπαϊκό σχολείο παρέχει δικαίωμα συντάξεως βάσει του συνταξιοδοτικού συστήματος των εκπαιδευτικών στην Αγγλία και την Ουαλία και ότι οι εισφορές στο σύστημα αυτό θα καθορίζονται αποκλειστικώς βάσει του εθνικού μισθού.
Οι προ της ασκήσεως της προσφυγής διαβουλεύσεις
28
Λόγω της υποβολής μεγάλου αριθμού καταγγελιών από ενδιαφερόμενους εκπαιδευτικούς και κατόπιν ερωτήσεων στο Κοινοβούλιο, η Επιτροπή προέβη επανειλημμένα, από το 2000, σε διαβήματα προς τους διαδοχικούς Υπουργούς Παιδείας του Ηνωμένου Βασιλείου, επικαλούμενη το ασυμβίβαστο προς τη σύμβαση της αποφάσεως να μην έχουν οι Βρετανοί εκπαιδευτικοί που είναι αποσπασμένοι στα ευρωπαϊκά σχολεία πρόσβαση στη νέα μισθολογική κλίμακα. Μετά από μια πρώτη ανταλλαγή εγγράφων κατά τη διάρκεια των ετών 2000 και 2001, καθώς και μια δεύτερη το 2007, δεν κατέστη δυνατό να επιλυθεί η διαφορά. Η Επιτροπή ζήτησε τότε να εξεταστεί το ζήτημα κατά τις συνεδριάσεις του ανωτάτου συμβουλίου από τις 20 μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 2008. Στις 20 Νοεμβρίου 2008 πραγματοποιήθηκε τηλεδιάσκεψη μεταξύ εκπροσώπων της Επιτροπής και του Υπουργείου Παιδείας, η οποία ωστόσο δεν κατέληξε σε διακανονισμό της διαφοράς. Στις 13 Ιανουαρίου 2009 η Επιτροπή υπέβαλε στο ανώτατο συμβούλιο ένα τελευταίο αίτημα προκειμένου να διευθετηθεί η κατάσταση, δηλώνοντας παράλληλα ότι αν δεν υπάρξει κανένα αποτέλεσμα, θα ήταν υποχρεωμένη να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου.
29
Το ζήτημα της ερμηνείας των άρθρων 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και 25, παράγραφος 1, της συμβάσεως εξετάστηκε κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων του ανωτάτου συμβουλίου της 20ής και της 21ης Ιανουαρίου 2009. Κατόπιν των συνεδριάσεων αυτών, το εν λόγω συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «δεν μπόρεσε να επιλύσει τη διαφορά και σημείωσε την πρόθεση της Επιτροπής να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά του Ηνωμένου Βασιλείου για την ερμηνεία και την εφαρμογή διατάξεων δυνάμει του άρθρου 26 της συμβάσεως, σε συνδυασμό με τα άρθρα 10 και 39 της Συνθήκης».
30
Υπό τις περιστάσεις αυτές η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
31
Με την προσφυγή της, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί, δυνάμει του άρθρου 26 της συμβάσεως, αφενός, επί της ερμηνείας του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, τελευταία περίοδος, της συμβάσεως και, αφετέρου, επί του εάν το Ηνωμένο Βασίλειο, όσον αφορά ειδικώς τους αποσπασμένους εκπαιδευτικούς στα ευρωπαϊκά σχολεία από την Αγγλία και την Ουαλία, εφαρμόζει ορθώς τη διάταξη αυτή και αν, κατά συνέπεια, τηρεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή καθώς και από το άρθρο 25, παράγραφος 1, της ίδιας συμβάσεως.
Επί της ερμηνείας του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, τελευταία περίοδος της συμβάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
32
Η Επιτροπή εκτιμά ότι η τελευταία περίοδος του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της συμβάσεως επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν στους αποσπασμένους εκπαιδευτικούς τη διατήρηση των δικαιωμάτων προαγωγής και συνταξιοδοτήσεως που κατοχυρώνονται από το εθνικό καθεστώς τους. Ως εκ τούτου η σύμβαση παρέχει συναφώς ένα δικαίωμα στους αποσπασμένους εκπαιδευτικούς.
33
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τη σαφή και ανεπιφύλακτη διατύπωση της διατάξεως αυτής καθώς και από το πλαίσιο και τον σκοπό της ο οποίος είναι να διασφαλίσει ότι δεν θα περιέρχονται οι εκπαιδευτικοί σε δυσμενή θέση εξαιτίας της αποσπάσεώς τους.
34
Επιπροσθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο όρος «προαγωγή» χρήζει αυτοτελούς ερμηνείας και σκοπό έχει να καλύπτει τα διάφορα εθνικά συστήματα αποδοχών που ισχύουν για τους εκπαιδευτικούς σε περίπτωση αποσπάσεως. Εξάλλου, το ευρύ περιεχόμενο του όρου αυτού επιβεβαιώνεται από την εξέταση της αποδόσεώς του σε άλλες γλώσσες.
35
Αντιθέτως, το Ηνωμένο Βασίλειο εκτιμά ότι το άρθρο 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της συμβάσεως απευθύνεται αποκλειστικά στο ανώτατο συμβούλιο και, συνεπώς, δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση στα κράτη μέλη.
36
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται, αφενός, από το γράμμα της διατάξεως αυτής, η οποία περιλαμβάνεται στον δεύτερο τίτλο της συμβάσεως, ο οποίος τιτλοφορείται «Όργανα των σχολείων» και του οποίου καμία διάταξη δεν επιβάλλει υποχρεώσεις στα κράτη μέλη, και, αφετέρου, από την παραπομπή που γίνεται από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της συμβάσεως στο άρθρο 12 αυτής.
37
Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, το άρθρο 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της συμβάσεως έχει ως αποτέλεσμα να επιβάλλει στο ανώτατο συμβούλιο, κατά την άσκηση των διοικητικών του αρμοδιοτήτων, να σέβεται τις εθνικές ρυθμίσεις στον τομέα των προαγωγών και της συνταξιοδοτήσεως. Πράγματι, δεν έχει νόημα να γίνει δεκτό ότι η σύμβαση επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση τηρήσεως της νομοθεσίας τους.
38
Εξάλλου, θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 165, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, κατά το οποίο διατηρείται η αυτονομία των κρατών μελών όσον αφορά την οργάνωση των εκπαιδευτικών τους συστημάτων, η επιβολή από τη σύμβαση στα κράτη μέλη της υποχρεώσεως παροχής στους αποσπασμένους ή τοποθετημένους στα ευρωπαϊκά σχολεία εκπαιδευτικούς δικαιωμάτων τα οποία αυτοί δεν θα μπορούσαν να έχουν δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας.
39
Επιπροσθέτως, το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι, κατά την κοινώς αποδεκτή στο Ηνωμένο Βασίλειο έννοιά του, ο όρος «προαγωγή» αφορά αποκλειστικώς την εξέλιξη του εκπαιδευτικού σε ανώτερη θέση συνεπαγόμενη περισσότερες ευθύνες στο πλαίσιο της δομής των σχολείων, όπως είναι οι θέσεις των διευθυντών και των υποδιευθυντών μονάδων («head teacher» ή «deputy head teacher»). Όσον αφορά τους όρους «δικαιώματα προαγωγής που κατοχυρώνονται» από το εθνικό καθεστώς, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, την άποψη ότι οι όροι αυτοί πρέπει να ερμηνευθούν κατά γράμμα και στενά. Συνεπώς, προαγωγή που δεν χορηγείται αυτομάτως λόγω αρχαιότητας, αλλά η οποία πρέπει να ζητηθεί από τον εκπαιδευτικό και η οποία του χορηγείται μόνο αν πληροί ορισμένα κριτήρια, δεν αποτελεί δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το εθνικό καθεστώς.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
40
Η διαφορά μεταξύ της Επιτροπής και του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς την ερμηνεία της τελευταίας περιόδου του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της συμβάσεως αφορά, κατ’ ουσίαν, δύο ερωτήματα, συγκεκριμένα, πρώτον, αν η διάταξη αυτή επιβάλλει υποχρέωση στα συμβαλλόμενα στη σύμβαση αυτή κράτη μέλη και, δεύτερον, ποιο είναι το περιεχόμενο που πρέπει να προσδοθεί στους όρους «δικαιώματα προαγωγής που κατοχυρώνονται» από το εθνικό καθεστώς.
41
Όσον αφορά το πρώτο από τα δύο αυτά ερωτήματα, πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι το άρθρο 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της συμβάσεως ορίζει ότι, σε διοικητικά θέματα, το ανώτατο συμβούλιο προσδιορίζει, κάθε χρόνο, μετά από πρόταση των συμβουλίων επιθεωρητών, τις ανάγκες σε εκπαιδευτικό προσωπικό, δημιουργώντας και καταργώντας θέσεις εργασίας. Μεριμνά για τη δίκαιη κατανομή των θέσεων μεταξύ των κρατών μελών. Ρυθμίζει από κοινού με τις κυβερνήσεις τα θέματα που αφορούν τον διορισμό ή την απόσπαση των καθηγητών, των δασκάλων και των εκπαιδευτικών συμβούλων του σχολείου. Αυτοί διατηρούν τα δικαιώματα προαγωγής και συνταξιοδοτήσεως που κατοχυρώνονται από το εθνικό καθεστώς τους.
42
Επομένως, από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως προκύπτει ότι, ενώ οι τρεις πρώτες περίοδοί της επιβάλλουν στο ανώτατο συμβούλιο υποχρεώσεις οι οποίες πρέπει, κατά περίπτωση, να εκπληρωθούν σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις, η τελευταία της περίοδος έχει διατυπωθεί κατά τρόπο ουδέτερο, διαπιστώνοντας το δικαίωμα των εκπαιδευτικών να διατηρήσουν τα δικαιώματα προαγωγής και συνταξιοδοτήσεως που κατοχυρώνονται από το εθνικό τους καθεστώς, χωρίς να διευκρινίζει από ποιον πρέπει να διασφαλισθεί η διατήρηση των δικαιωμάτων αυτών.
43
Είναι, όμως, προφανές ότι τα δικαιώματα αυτά δεν θα μπορούσαν να διατηρηθούν αν τα συμβαλλόμενα στη συμφωνία αυτή κράτη μέλη ήταν ελεύθερα να διαμορφώνουν τα εθνικά τους καθεστώτα και τις διατάξεις που διέπουν τον διορισμό ή την απόσπαση των εκπαιδευτικών τους σε ευρωπαϊκό σχολείο κατά τρόπο που θα τους στερούσε, κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας ή της αποσπάσεως, από τα δικαιώματα αυτά.
44
Συναφώς, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι τα δικαιώματα προαγωγής και συνταξιοδοτήσεως των εκπαιδευτικών που είναι τοποθετημένοι ή αποσπασμένοι στα ευρωπαϊκά σχολεία διέπονται εξ ολοκλήρου από τις οικείες εθνικές νομοθεσίες και ότι, κατά συνέπεια, το ανώτατο συμβούλιο αδυνατεί να διασφαλίσει τη διατήρηση των δικαιωμάτων αυτών όταν τέτοια διατήρηση δεν προβλέπεται από τις εν λόγω νομοθεσίες. Επιπροσθέτως, καίτοι το ανώτατο συμβούλιο οφείλει να τηρεί τις νομοθεσίες αυτές, εντούτοις, αφενός, η εφαρμογή τους στους εν λόγω εκπαιδευτικούς δεν απαιτεί καμία παρέμβαση εκ μέρους του συμβουλίου και, αφετέρου, δυσχερώς μπορεί να γίνει αντιληπτό με ποιο τρόπο το συμβούλιο αυτό μπορεί, δεδομένων των περιορισμένων και αυστηρώς οριοθετημένων από τη σύμβαση εξουσιών του, να θίξει τα δικαιώματα προαγωγής και συνταξιοδοτήσεως που παρέχονται στους εκπαιδευτικούς αυτούς από την εθνική τους νομοθεσία.
45
Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ερμηνεία που προβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο, κατά την οποία η τελευταία περίοδος του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της συμβάσεως απευθύνεται αποκλειστικώς στο ανώτατο συμβούλιο προκειμένου να το υποχρεώσει να τηρεί την εθνική νομοθεσία σχετικά με τις προαγωγές και τη συνταξιοδότηση, θα καθιστούσε τη διάταξη αυτή άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας.
46
Επομένως, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι επιβάλλει επίσης στα συμβαλλόμενα στη σύμβαση κράτη μέλη να διασφαλίζουν στους εκπαιδευτικούς τη διατήρηση των δικαιωμάτων προαγωγής και συνταξιοδοτήσεως που κατοχυρώνονται από το εθνικό καθεστώς τους κατά τον χρόνο της τοποθετήσεως ή αποσπάσεώς τους στα ευρωπαϊκά σχολεία.
47
Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται ούτε από το γεγονός ότι το άρθρο 12 της συμβάσεως περιλαμβάνεται στον δεύτερο τίτλο, ο οποίος τιτλοφορείται «Όργανα των σχολείων» και απαριθμεί τις υποχρεώσεις του ανωτάτου συμβουλίου όσον αφορά τα διοικητικά θέματα, ούτε από την παραπομπή που γίνεται από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της συμβάσεως στο εν λόγω άρθρο 12.
48
Πράγματι, καίτοι δεν αμφισβητείται ότι το ανωτέρω άρθρο 12 ορίζει, κατά κύριο λόγο, τις υποχρεώσεις του ανωτάτου συμβουλίου, εντούτοις πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο αυτό αναφέρει επίσης, στην προτελευταία περίοδο της παραγράφου 4, στοιχείο αʹ, «τις κυβερνήσεις» και ότι η τελευταία περίοδος της διατάξεως αυτής δεν είναι διατυπωμένη, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 47 της παρούσας αποφάσεως, ως υποχρέωση του ανωτάτου συμβουλίου αλλά ως ανεπιφύλακτο δικαίωμα των τοποθετημένων ή αποσπασμένων στα ευρωπαϊκά σχολεία εκπαιδευτικών.
49
Επιπροσθέτως, η θέση της τελευταίας αυτής φράσεως εξηγείται από ιστορικούς λόγους και από την εγγενή σχέση που υφίσταται μεταξύ του αντικειμένου αυτής της φράσεως και εκείνου της προηγούμενης φράσεως. Έτσι, στο καταστατικό του ευρωπαϊκού σχολείου, που αναφέρθηκε στη σκέψη 2 της παρούσας αποφάσεως, όπως ίσχυε στις 12 Απριλίου 1957, οι φράσεις αυτές ήταν ενωμένες και το άρθρο 12, παράγραφος 3, του καταστατικού αυτού όριζε τότε ότι το ανώτατο συμβούλιο ρύθμιζε, «από κοινού με τις κυβερνήσεις, τα θέματα που αφορούν την τοποθέτηση ή απόσπαση των καθηγητών, των δασκάλων και του εποπτικού προσωπικού του σχολείου κατά τρόπο, ώστε αυτοί να διατηρούν τα δικαιώματα προαγωγής και συνταξιοδότησης που κατοχυρώνονται από το εθνικό υπηρεσιακό καθεστώς τους, αλλά και να έχουν τα πλεονεκτήματα που χορηγούνται στους υπαλλήλους της κατηγορίας τους, που υπηρετούν στο εξωτερικό». Από την προϊσχύσασα αυτή εκδοχή του καταστατικού προκύπτει σαφώς ότι το ανώτατο συμβούλιο και οι κυβερνήσεις όφειλαν να μεριμνούν από κοινού για τη ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούσαν την απόσπαση και την τοποθέτηση, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι εκπαιδευτικοί δεν θα περιέρχονταν σε δυσμενέστερη θέση λόγω της αποσπάσεως ή τοποθετήσεώς τους σε ευρωπαϊκό σχολείο. Η ισχύουσα σύμβαση ενισχύοντας περαιτέρω την προστασία των εκπαιδευτικών με την αναγνώριση σε αυτούς ρητού και ανεπιφύλακτου δικαιώματος, σε καμία περίπτωση δεν έχει ως σκοπό να απαλλάξει τις κυβερνήσεις από τη συναφή υποχρέωσή τους.
50
Αντιθέτως προς όσα προφανώς υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, η υποχρέωση αυτή δεν είναι, εξάλλου, άνευ αντικειμένου λόγω του ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τη δική τους νομοθεσία. Πράγματι, από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η ευθύνη των συμβαλλομένων στη σύμβαση κρατών μελών για την επίτευξη του σκοπού που προβλέπεται στην τελευταία περίοδο του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, αυτής περιλαμβάνει όχι μόνο την υποχρέωση τηρήσεως της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τα δικαιώματα προαγωγής και συνταξιοδοτήσεως, αλλά επίσης και την υποχρέωση εξασφαλίσεως ότι η νομοθεσία αυτή διαμορφώνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην αποκλείει τους τοποθετημένους ή αποσπασμένους στα ευρωπαϊκά σχολεία εκπαιδευτικούς.
51
Μία τέτοια υποχρέωση δεν είναι, επιπροσθέτως, ασυμβίβαστη με το άρθρο 165 ΣΛΕΕ. Αφενός, ο προβλεπόμενος στο άρθρο αυτό περιορισμός των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την εκπαίδευση δεν αφορά τη σύμβαση δεδομένου ότι αυτή δεν είναι πράξη του παράγωγου δικαίου εκδοθείσα από τα όργανα της Ένωσης, αλλά πράξη του διεθνούς δικαίου, η οποία έχει συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών και των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Αφετέρου, και στο μέτρο που η τρίτη αιτιολογική σκέψη της συμβάσεως τονίζει επίσης ότι αυτό το σύστημα συνεργασίας sui generis μεταξύ των κρατών μελών και των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών για την οργάνωση των εκπαιδευτικών τους συστημάτων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αρμοδιότητα αυτή ουδόλως επηρεάζεται από την υποχρέωση των κρατών μελών να μην περιέρχονται σε δυσμενή θέση, όσον αφορά τα δικαιώματα προαγωγής και συνταξιοδοτήσεως, οι τοποθετημένοι ή αποσπασμένοι σε ευρωπαϊκά σχολεία εκπαιδευτικοί.
52
Όσον αφορά το δεύτερο ερμηνευτικό ζήτημα, επί του οποίου οι διάδικοι ερίζουν και το οποίο αφορά το περιεχόμενο των όρων «δικαιώματα προαγωγής που κατοχυρώνονται» από το εθνικό καθεστώς, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην τελευταία περίοδος του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της συμβάσεως, πρέπει να επισημανθεί ότι αυτό το περιεχόμενο, και άρα η παρεχόμενη από τη διάταξη αυτή προστασία στους τοποθετημένους ή αποσπασμένους στα ευρωπαϊκά σχολεία εκπαιδευτικούς, δεν μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους και ότι, κατά συνέπεια, οι εν λόγω όροι χρήζουν αυτοτελούς ερμηνείας.
53
Μία τέτοια ερμηνεία πρέπει μεταξύ άλλων να καθιστά πράγματι δυνατή την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τη διάταξη αυτή σκοπού και συνεπώς πρέπει να διασφαλίζει ότι οι εκπαιδευτικοί δεν θα υφίστανται, λόγω της τοποθετήσεως ή της αποσπάσεώς τους σε ευρωπαϊκό σχολείο, δυσμενείς επιπτώσεις όσον αφορά τις προαγωγές και τη συνταξιοδότηση.
54
Όσον αφορά ειδικότερα τον όρο «προαγωγή», επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λαμβανομένου υπόψη του εν λόγω σκοπού, ο όρος αυτός δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τον συσταλτικό τρόπο που πρότεινε το Ηνωμένο Βασίλειο. Πράγματι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 45 και 46 των προτάσεών του, ο όρος αυτός αφορά όχι μόνο την πρόσβαση ενός εκπαιδευτικού σε θέσεις εργασίας ανώτερης βαθμίδας στην ιεραρχία ενός σχολείου, συνεπαγόμενες αυξημένες ευθύνες, όπως εκείνες του διευθυντή μονάδας, αλλά επίσης κάθε εξέλιξη στο πλαίσιο της επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Συνεπώς, περιλαμβάνει επίσης την πρόσβαση σε κλιμάκια της αυτής σταδιοδρομίας, πράγμα που έχει ως συνέπεια την καταβολή υψηλότερων αποδοχών, χωρίς να συνεπάγεται την αναγνώριση διαφορετικού τίτλου ή περαιτέρω ευθύνες.
55
Ομοίως, αντιθέτως προς όσα φαίνεται να υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, δεν μπορεί να συναχθεί από τους όρους «δικαιώματα» προαγωγής «που κατοχυρώνονται» από το εθνικό καθεστώς ότι κατ’ αρχήν καλύπτονται μόνο οι περιπτώσεις για τις οποίες η εθνική νομοθεσία προβλέπει αυτόματη προαγωγή βάσει αρχαιότητας. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 53 έως 55 των προτάσεών του, από το γράμμα και τον σκοπό της τελευταίας περιόδου του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της συμβάσεως προκύπτει ότι η διάταξη αυτή αποβλέπει στη διατήρηση, υπέρ των τοποθετημένων ή αποσπασμένων στα ευρωπαϊκά σχολεία εκπαιδευτικών, του συνόλου των σχετικών με την εξέλιξη στη σταδιοδρομία δικαιωμάτων, όπως προβλέπονται στις οικείες εθνικές νομοθεσίες, ανεξαρτήτως της μορφής των δικαιωμάτων αυτών. Συνεπώς, ανάλογα με το περιεχόμενο των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν οι νομοθεσίες αυτές, αυτά μπορεί να λάβουν τη μορφή δικαιώματος αυτόματης προαγωγής ή απλώς δικαιώματος συμμετοχής σε διαδικασίες που παρέχουν τη δυνατότητα εξελίξεως στη σταδιοδρομία. Εντούτοις, τα δικαιώματα αυτά δεν μπορεί να έχουν στενότερο περιεχόμενο από εκείνο που θα είχαν αν οι εν λόγω εκπαιδευτικοί είχαν παραμείνει στη θέση στους στη σχολική μονάδα του κράτους μέλους καταγωγής τους.
56
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το άρθρο 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, τελευταία περίοδος, της συμβάσεως έχει την έννοια ότι υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα στη σύμβαση αυτή κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε οι τοποθετημένοι ή αποσπασμένοι σε ευρωπαϊκά σχολεία εκπαιδευτικοί να έχουν, κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως ή τοποθετήσεώς τους, τα ίδια δικαιώματα εξελίξεως στη σταδιοδρομία και συνταξιοδοτήσεως με εκείνα που αναγνωρίζονται στους ομολόγους τους σε εθνικό επίπεδο δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους καταγωγής τους.
Επί της εφαρμογής από το Ηνωμένο Βασίλειο των άρθρων 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, τελευταία περίοδος, και 25, παράγραφος 1, της συμβάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
57
Η Επιτροπή εκτιμά ότι το γεγονός ότι η σύμβαση εργασίας που υποχρεωτικώς συνάπτουν οι Άγγλοι και Ουαλοί εκπαιδευτικοί με το Υπουργείο Παιδείας για την απόσπασή τους στα ευρωπαϊκά σχολεία διατηρεί αμετάβλητο τον μισθό των εκπαιδευτικών αυτών καθόλη τη διάρκεια της αποσπάσεώς τους στο επίπεδο του κλιμακίου που κατείχαν, εμποδίζοντάς τους να υποβάλουν αίτηση για ανώτερες μισθολογικές κλίμακες ή να λάβουν τις προβλεπόμενες στη STPCD «teaching and responsibillity payments», είναι ασυμβίβαστο με τα άρθρα 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και 25, παράγραφος 1, της συμβάσεως.
58
Πρώτον, οι πιθανοί υποψήφιοι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση λόγω της αδυναμίας, κατά τη διάρκεια της αποσπάσεώς τους, συμμετοχής σε αξιολόγηση που θα καθιστούσε δυνατή την πρόσβασή τους στην «post-threshold pay scale». Ως εκ τούτου, κατά την επιστροφή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση μόνο για θέσεις εργασίας που υπάγονται στη βασική μισθολογική κλίμακα, πράγμα που συνεπάγεται τον περιορισμό των θέσεων εργασίας στις οποίες έχουν πρόσβαση.
59
Δεύτερον, το γεγονός ότι δεν δικαιούνται κανένα επίδομα ή προαγωγή κατά τη διάρκεια της εννεαετούς αποσπάσεως μειώνει σημαντικά τον συντάξιμο μισθό και, κατά συνέπεια, το ποσό της μελλοντικής συντάξεως γήρατος.
60
Η Επιτροπή υποστηρίζει, επιπροσθέτως, ότι η εν λόγω εξαίρεση συνεπάγεται σημαντική οικονομική επιβάρυνση του προϋπολογισμού της Ένωσης, επειδή αυτός πρέπει να καλύψει μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του κατώτερου εθνικού μισθού και του εναρμονισμένου μισθού δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του αποσπασμένου προσωπικού.
61
Εκτιμά, επί τη βάσει κατά προσέγγιση υπολογισμού, ότι ο προϋπολογισμός της Ένωσης επιβαρύνθηκε το 2008 με επιπλέον δαπάνη περίπου 720 000 ευρώ μόνο για τους 194 Άγγλους και Ουαλούς αποσπασμένους εκπαιδευτικούς. Η δαπάνη αυτή προκύπτει από την υψηλότερη διαφορά που πρέπει να καταβληθεί δυνάμει του άρθρου 49, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του αποσπασμένου προσωπικού και, κατά συνέπεια, δυνάμει του άρθρου 25, παράγραφος 2, της συμβάσεως. Επί τη βάσει του υπολογισμού αυτού, μπορεί ευλόγως να εκτιμηθεί ότι η αδυναμία προσβάσεως των Άγγλων και Ουαλών αποσπασμένων εκπαιδευτικών στην «post-threshold pay scale» συνεπάγεται αφ’ εαυτής επιπλέον ετήσια δαπάνη για τον προϋπολογισμό της Ένωσης η οποία κυμαίνεται μεταξύ των 500 000 και του 1 000 000 ευρώ.
62
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι δεν υποστηρίζει ότι οι Άγγλοι και Ουαλοί εκπαιδευτικοί πρέπει να έχουν αυτόματη πρόσβαση στις ανώτερες μισθολογικές κλίμακες που προβλέπονται για τους «post-threshold teacher», «advanced teacher» και «excellent teacher» και να εξελίσσονται κατά τον ίδιο τρόπο σε αυτές, ή ακόμη να λαμβάνουν τις «teaching and learning responsibility payments». Ζητεί μόνο να έχουν αυτοί οι εκπαιδευτικοί μισθολογική εξέλιξη υπό τους ίδιους όρους όπως κάθε άλλος εκπαιδευτικός που εργάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και συνεπώς, μεταξύ άλλων, να έχουν τη δυνατότητα συμμετοχής στις προβλεπόμενες για την πρόσβαση στις κλίμακες αυτές διαδικασίες αξιολογήσεως.
63
Κατά την Επιτροπή, από την εμπεριστατωμένη ανάλυση των διαφόρων κριτηρίων επαγγελματικής ικανότητας και καθηκόντων που εφαρμόζονται στις κλίμακες και τα επιδόματα αυτά προκύπτει ότι οι αποσπασμένοι στα ευρωπαϊκά σχολεία εκπαιδευτικοί εκπληρώνουν συχνά καθήκοντα τα οποία θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να τους παρέχουν τη δυνατότητα προσβάσεως στις εν λόγω κλίμακες και να λαμβάνουν τα εν λόγω επιδόματα.
64
Η Επιτροπή εκτιμά ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί να επικαλείται τεχνικές δυσχέρειες για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση . Επιπλέον, αμφισβητεί ότι όντως υπάρχουν αυτές οι δυσχέρειες ή ότι αυτές δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν με προσπάθεια ανάλογη προς τα διακυβευόμενα συμφέροντα.
65
Όσον αφορά, πρώτον, την οργάνωση της αξιολογήσεως των αποσπασμένων εκπαιδευτικών, παρατηρεί, εκ προοιμίου, ότι η αξιολόγηση για την πρόσβαση στην «post-threshold pay scale» διενεργείται από τους διευθυντές των τοπικών σχολείων και ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως κανείς λόγος ο οποίος να κωλύει την ανάθεση του καθήκοντος αυτού στον διευθυντή του ευρωπαϊκού σχολείου. Επιπροσθέτως, θα μπορούσαν επίσης να εξεταστούν άλλες επιλογές. Έτσι, το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να αποστέλλει επιθεωρητές, για να ελέγχουν τη διενεργηθείσα από τους διευθυντές των ευρωπαϊκών σχολείων αξιολόγηση, ή εξωτερικούς αξιολογητές, οι οποίοι θα διενεργούσαν οι ίδιοι την αξιολόγηση ή ακόμη να επιλέξει συνδυασμό των ανωτέρω επιλογών. Τέλος, τίποτε δεν εμποδίζει τους αξιολογητές της εθνικής υπηρεσίας που διενεργεί τις αξιολογήσεις των ευρισκόμενων στο κράτος αυτό υποψηφίων για θέσεις εργασίας «advanced skills teachers» και «excellent teachers» να μεταβούν στα ευρωπαϊκά σχολεία, δεδομένου ότι ήδη διενεργούν αξιολογήσεις στα σχολεία του Υπουργείου Άμυνας στη Γερμανία και σε άλλες χώρες εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου.
66
Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου το οποίο αντλείται από το ότι η πρόσβαση στις ανώτερες μισθολογικές κλίμακες τίθεται υπό την προϋπόθεση της δημιουργίας θέσεων εργασίας, η Επιτροπή αναφέρει ότι αυτό δεν ισχύει για την πρόσβαση στην «post-threshold pay scale», η θέσπιση της οποίας συνιστά, κατ’ ουσίαν, συγκαλυμμένη γενική αύξηση μισθού. Όσον αφορά την πρόσβαση στις λοιπές ανώτερες μισθολογικές κλίμακες, πρόκειται για τη δημιουργία θέσεων εργασίας από τον προϋπολογισμό. Τίποτε, όμως, δεν εμποδίζει το Ηνωμένο Βασίλειο να δημιουργήσει επαρκή αριθμό θέσεων εργασίας «advanced skills teachers» και «excellent teachers» στο Υπουργείο Παιδείας για τους αποσπασμένους εκπαιδευτικούς.
67
Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν δέχεται ότι η σχετική με τους αποσπασμένους εκπαιδευτικούς πολιτική του αντίκειται στα άρθρα 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και 25 της συμβάσεως.
68
Το Ηνωμένο Βασίλειο εκτιμά ότι η προσφυγή της Επιτροπής στηρίζεται σε εσφαλμένη κατανόηση του επαγγελματικού καθεστώτος των αποσπασμένων εκπαιδευτικών και της φύσεως των επιπλέον αποδοχών που προβλέπονται από τη STPCD. Συναφώς, τονίζει μεταξύ άλλων ότι οι αποσπασμένοι Άγγλοι και Ουαλοί εκπαιδευτικοί δεν έχουν απαραιτήτως εργαστεί προηγουμένως σε εγχώριο επιδοτούμενο σχολείο και κατά συνέπεια ενδέχεται να μην υπάγονταν στη STPCD πριν την απόσπασή τους. Η STPCD δεν αποτελεί συνεπώς το «εθνικό καθεστώς», κατά την έννοια του άρθρου 12 της συμβάσεως.
69
Επιπροσθέτως, οι αποσπασμένοι Άγγλοι και Ουαλοί εκπαιδευτικοί έχουν εσκεμμένως εγκαταλείψει την προηγούμενη απασχόλησή τους για να αναλάβουν θέση εργασίας σε ευρωπαϊκό σχολείο βάσει νέας συμβάσεως εργασίας την οποία συνάπτουν με το Υπουργείο Παιδείας. Η εν λόγω σύμβαση διευκρινίζει ακριβώς ότι ο αποσπασμένος εκπαιδευτικός δεν μπορεί να ζητήσει να ενταχθεί στις ανώτερες μισθολογικές κλίμακες και να λάβει τα πρόσθετα επιδόματα που προβλέπονται στη STPCD. Οι εν λόγω εκπαιδευτικοί έχουν με αυτό τον τρόπο εκουσίως επιλέξει την αποδοχή μίας θέσεως εργασίας στην οποία δεν εφαρμόζεται η STPCD.
70
Κατά τα λοιπά, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι οι επιπλέον αποδοχές που προβλέπονται στη STPCD δεν είναι «κατοχυρωμένες» από την εθνική νομοθεσία και δεν αποτελούν «δικαιώματα» σε προαγωγή, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της συμβάσεως. Πράγματι, οι αποδοχές αυτές δεν χορηγούνται αυτομάτως βάσει αρχαιότητας, αλλά πρέπει να ζητηθούν και χορηγούνται βάσει ορισμένων κριτηρίων. Επιπλέον, δεν υπάρχει πρόσβαση στα «teaching and learning responsibility payments» και στο καθεστώς των «advanced skills teachers» και «excellent teachers» παρά μόνο στο μέτρο που ένα σχολείο αποφασίζει να δημιουργήσει συναφείς θέσεις εργασίας. Εξάλλου, οι επιπλέον αποδοχές δεν αποτελούν «προαγωγή» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, δεδομένου ότι οι εκπαιδευτικοί στους οποίους χορηγούνται τέτοιες αποδοχές διατηρούν τη θέση του «εκπαιδευτικού» και δεν κατατάσσονται σε θέση ανώτερης βαθμίδας.
71
Το Ηνωμένο Βασίλειο εκτιμά ότι αν οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί είχαν δικαίωμα για επιπλέον αποδοχές χωρίς υποχρέωση εκπληρώσεως των σχετικών με αυτές καθηκόντων, θα δημιουργούνταν δυσμενής διάκριση εις βάρος των υπηρετούντων στο κράτος αυτό εκπαιδευτικών. Το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητεί ιδίως ότι οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί πληρούν τα κριτήρια που καθιστούν δυνατή τη λήψη επιπλέον αποδοχών. Συνεπώς, δεν υφίσταται πραγματική ισοδυναμία μεταξύ της καταστάσεως των υπηρετούντων στα ευρωπαϊκά σχολεία εκπαιδευτικών και εκείνης των εκπαιδευτικών των επιδοτούμενων σχολείων του Ηνωμένου Βασιλείου.
72
Μια τέτοια διάκριση θα οφειλόταν επίσης στο γεγονός ότι ο έλεγχος της επαγγελματικής ικανότητας των εκπαιδευτικών των ευρωπαϊκών σχολείων δεν θα ήταν εξίσου ακριβής και αυστηρός με τον ελεγκτικό μηχανισμό που προβλέπεται σε εθνικό επίπεδο. Η προτεινόμενη από την Επιτροπή λύση, ήτοι η διεξαγωγή του ελέγχου αυτού από επιθεωρητές που θα αποστέλλει το Ηνωμένο Βασίλειο στα ευρωπαϊκά σχολεία, δεν επαρκεί για τη διασφάλιση ισοδυναμίας συναφώς.
73
Τέλος, όσον αφορά το άρθρο 25 της συμβάσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι ακόμα και αν υποτεθεί ότι ερμηνεύει εσφαλμένως το άρθρο 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, τελευταία περίοδος, της συμβάσεως αυτής, εντούτοις η ερμηνεία αυτή δεν συνεπάγεται επιπλέον δαπάνη για τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Βεβαίως, είναι πιθανό στο μέλλον ορισμένοι από τους αποσπασμένους ή τοποθετημένους σε ευρωπαϊκά σχολεία Άγγλους και Ουαλούς εκπαιδευτικούς να αποκτήσουν το δικαίωμα λήψεως επιπλέον αποδοχών, αν υποβάλουν σχετική αίτηση και η αίτηση αυτή γίνει δεκτή. Εντούτοις, καθόσον η χορήγηση του δικαιώματος αυτού εξαρτάται από την ατομική αξιολόγηση καθενός εκπαιδευτικού, κανείς από τους εν λόγω εκπαιδευτικούς δεν μπορεί επί του παρόντος να ζητήσει να του χορηγηθεί. Κατά συνέπεια, το Ηνωμένο Βασίλειο, έως σήμερα, εκπληρώνει την υποχρέωσή του για καταβολή του συνόλου των αποδοχών που δικαιούνται οι εκπαιδευτικοί αυτοί.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
74
Η Επιτροπή προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Ηνωμένο Βασίλειο ότι δεν μερίμνησε ώστε οι εκπαιδευτικοί που είναι αποσπασμένοι ή τοποθετημένοι από την Αγγλία και την Ουαλία στα ευρωπαϊκά σχολεία να διατηρούν τα δικαιώματα προαγωγής και συνταξιοδοτήσεως που κατοχυρώνονται από το εθνικό τους καθεστώς, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, τελευταία περίοδος, της συμβάσεως και, κατά συνέπεια, ότι δεν διατήρησε επίσης το επίπεδο των καταβαλλόμενων στους εν λόγω εκπαιδευτικούς αποδοχών κατά παράβαση του άρθρου 25, παράγραφος 1, της ιδίας συμβάσεως.
75
Για να κριθεί το βάσιμο της αιτιάσεως αυτής, πρέπει, εκ προοιμίου, να εξακριβωθεί αν η STPCD συνιστά, για τους εκπαιδευτικούς αυτούς, το εθνικό καθεστώς κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, τελευταία περίοδος, της συμβάσεως.
76
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι καίτοι τα συμβαλλόμενα στη σύμβαση κράτη μέλη διατηρούν, όπως υπενθυμίζει η τρίτη αιτιολογική σκέψη της συμβάσεως, την πλήρη ευθύνη της οργανώσεως του εκπαιδευτικού τους συστήματος, εντούτοις δεν μπορούν να προβάλλουν ιδιαιτερότητες του συστήματος αυτού προκειμένου να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση και να στερούν τους εκπαιδευτικούς που τοποθετούν ή αποσπούν στα ευρωπαϊκά σχολεία από την προστασία που προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, τελευταία περίοδος, της συμβάσεως.
77
Αυτό ακριβώς, όμως, είναι το αποτέλεσμα της προβαλλόμενης από το Ηνωμένο Βασίλειο επιχειρηματολογίας κατά την οποία η STPCD δεν αποτελεί το εθνικό καθεστώς κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τους Άγγλους και Ουαλούς εκπαιδευτικούς. Πράγματι, κατά την επιχειρηματολογία αυτή, απλούστατα δεν υφίσταται, λαμβανομένων υπόψη των ιδιομορφιών του εκπαιδευτικού συστήματος αυτού του κράτους μέλους, εθνικό καθεστώς του.
78
Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι η STPCD είναι δεσμευτική για όλα τα επιδοτούμενα σχολεία στην Αγγλία και την Ουαλία και ότι η πλειονότητα των εκπαιδευτικών που προσλαμβάνονται στην περιοχή αυτή εργάζεται όντως σε τέτοιο σχολείο, αλλά επίσης το γεγονός ότι σημαντικός αριθμός των μη επιδοτούμενων σχολείων εφαρμόζουν την STPCD εν όλω ή εν μέρει. Η Επιτροπή επισήμανε συναφώς, χωρίς να την αντικρούσει επ’ αυτού το Ηνωμένο Βασίλειο, ότι τα μη επιδοτούμενα σχολεία που εφαρμόζουν μερικώς μόνο τη STPCD χρησιμοποιούν στην πράξη τους προβλεπόμενους σε αυτήν όρους ως κατώτατο όριο προσθέτοντας συμπληρωματικές παροχές και ότι στην πραγματικότητα η STPCD εφαρμόζεται στο 90 % του συνόλου των απασχολούμενων στο κράτος μέλος αυτό εκπαιδευτικών.
79
Επιπροσθέτως, η τυποποιημένη σύμβαση εργασίας την οποία συνάπτουν οι τοποθετούμενοι ή αποσπώμενοι από το Ηνωμένο Βασίλειο στα ευρωπαϊκά σχολεία εκπαιδευτικοί με το Υπουργείο Παιδείας πριν την τοποθέτηση ή την απόσπαση τους προβλέπει ότι οι μηνιαίως καταβαλλόμενοι στους εκπαιδευτικούς αυτούς εγχώριοι μισθοί καθορίζονται σύμφωνα με τις μισθολογικές κλίμακες που προβλέπονται στη STPCD και ότι θα καταβάλλονται οι, εφαρμοστέες δυνάμει της STPCD, ετήσιες αυξήσεις μισθών που προκύπτουν από διαπραγμάτευση σε εθνικό επίπεδο. Δεν αμφισβητείται επομένως ότι οι εργασιακοί όροι, ακόμα και των εν λόγω εκπαιδευτικών, διέπονται εν μέρει από τη STPCD και ότι κατά συνέπεια η εν λόγω σύμβαση αποκλείει την εφαρμογή της κατά τρόπο επιλεκτικό, ιδίως όσον αφορά την κατάταξη σε ανώτερη μισθολογική κλίμακα και την παροχή συμπληρωματικών επιδομάτων.
80
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η STPCD αποτελεί για τους Άγγλους και Ουαλούς εκπαιδευτικούς εθνικό καθεστώς κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, τελευταία περίοδος, της συμβάσεως.
81
Όσον αφορά το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου ότι δεν μπορεί να υποχρεωθεί να χορηγήσει τα δικαιώματα προαγωγής που προβλέπονται στη STPCD σε όλους τους εκπαιδευτικούς που τοποθετεί ή αποσπά σε ευρωπαϊκά σχολεία, δεδομένου ότι μόνο ορισμένοι από αυτούς απασχολούνταν, πριν την τοποθέτηση ή την απόσπασή τους, σε επιδοτούμενο σχολείο στην Αγγλία ή την Ουαλία, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή δεν υποστηρίζει, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, την εφαρμογή των δικαιωμάτων που προβλέπονται στη STPCD στο σύνολο των εκπαιδευτικών που τοποθετούνται ή αποσπώνται από το κράτος μέλος αυτό, αλλά μόνο σε εκείνους που προέρχονται από την Αγγλία και την Ουαλία. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι η STPCD δεν εφαρμόζεται μεταξύ άλλων στους εκπαιδευτικούς που απασχολούνται στη Σκωτία δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την προσφυγή αυτή.
82
Κατά τα λοιπά, στο μέτρο που όχι μόνο τα επιδοτούμενα σχολεία στην Αγγλία και την Ουαλία, αλλά επίσης και σημαντικός αριθμός των μη επιδοτούμενων σχολείων εφαρμόζουν, στο σύνολό της ή εν μέρει, τη STPCD, μπορεί να συναχθεί ότι η πλειονότητα των τοποθετημένων ή αποσπασμένων στα ευρωπαϊκά σχολεία Άγγλων και Ουαλών εκπαιδευτικών είχε τύχει της εφαρμογής των προβλεπόμενων στη STPCD όρων πριν την τοποθέτηση ή απόσπασή τους. Πάντως, ακόμα και αν προκύψει ότι ορισμένοι από τους εκπαιδευτικούς αυτούς δεν είχαν υπαχθεί στη STPCD λόγω του ότι οι εκπαιδευτικοί αυτοί είχαν προηγουμένως προσληφθεί είτε από μη επιδοτούμενο σχολείο που δεν εφάρμοζε οικειοθελώς τη STPCD είτε από κανένα άλλο σχολείο, το γεγονός αυτό, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό από το Ηνωμένο Βασίλειο, δυνάμει της τυποποιημένης συμβάσεως την οποία οφείλουν να υπογράψουν οι εκπαιδευτικοί εν όψει της τοποθετήσεως ή της αποσπάσεώς τους σε ευρωπαϊκά σχολεία, της χορηγήσεως ορισμένων πλεονεκτημάτων που προβλέπονται από τη STPCD για το σύνολο των Άγγλων και Ουαλών εκπαιδευτικών.
83
Εξάλλου, αντιθέτως προς όσα διατείνεται το Ηνωμένο Βασίλειο, ο αποκλεισμός αυτός δεν δικαιολογείται από το γεγονός και μόνο ότι οι εν λόγω εκπαιδευτικοί συνάπτουν τη σύμβαση αυτή αυτοβούλως και με πλήρη επίγνωση της καταστάσεως. Πράγματι, καίτοι είναι βεβαίως αληθές ότι οι εν λόγω εκπαιδευτικοί ουδόλως εξαναγκάσθηκαν να ζητήσουν την τοποθέτηση ή απόσπασή τους σε ευρωπαϊκό σχολείο και είναι σε θέση να γνωρίζουν τους όρους της νέας συμβάσεως εργασίας, εντούτοις οι εκπαιδευτικοί αυτοί δεν έχουν άλλη επιλογή από το να δεχθούν να υπογράψουν την εν λόγω σύμβαση της οποίας οι όροι τους επιβάλλονται από το Υπουργείο Παιδείας. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί βασίμως ότι, υπ’ αυτές τις περιστάσεις, οι εκπαιδευτικοί έχουν εσκεμμένως παραιτηθεί από τα εν λόγω πλεονεκτήματα που προβλέπονται στη STPCD και από το δικαίωμα που τους αναγνωρίζεται από τη διάταξη αυτή της συμβάσεως, διότι άλλως δεν θα είχε πρακτικό αποτέλεσμα το άρθρο 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, τελευταία περίοδος, της συμβάσεως.
84
Όσον αφορά, εν συνεχεία, το ερώτημα αν η πρόσβαση σε ευνοϊκότερα μισθολογικά κλιμάκια, όπως η «post-threshold pay scale» καθώς και στις κλίμακες που εφαρμόζονται στους «excellent teachers» και τους «advanced skills teachers», καθώς και η πρόσβαση σε άλλες επιπλέον αποδοχές, όπως οι «teaching and learning responsibility payments», οι οποίες προβλέπονται από τη STPCD, είναι δικαιώματα προαγωγής κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 54 και 55 της παρούσας αποφάσεως αποτελούν επίσης τέτοια δικαιώματα εκείνα που έχουν ως αποτέλεσμα την καταβολή υψηλότερων αποδοχών, χωρίς το πλεονέκτημα αυτό να συνεπάγεται την αναγνώριση διαφορετικού τίτλου στον εκπαιδευτικό, καθώς και εκείνα που δεν χορηγούνται αυτομάτως ανάλογα με την αρχαιότητα, αλλά προϋποθέτουν τη συμμετοχή σε διαδικασίες ή την εκπλήρωση ορισμένων κριτηρίων.
85
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα του Ηνωμένου Βασιλείου που αντλούνται από το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί στους οποίους εφαρμόζονται οι κλίμακες αυτές και καταβάλλονται οι αποδοχές αυτές διατηρούν τη θέση τους και έχουν υποβληθεί σε τέτοιες διαδικασίες. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή δεν υποστηρίζει ότι οι τοποθετημένοι ή αποσπασμένοι στα ευρωπαϊκά σχολεία από την Αγγλία και την Ουαλία εκπαιδευτικοί πρέπει να τυγχάνουν αυτομάτως της εφαρμογής των εν λόγω κλιμάκων και καταβολής των εν λόγω πληρωμών, αλλά ότι θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε αυτές με τους ίδιους όρους, που εφαρμόζονται στους Άγγλους και Ουαλούς εκπαιδευτικούς που υπάγονται στη STPCD.
86
Μολονότι το Ηνωμένο Βασίλειο διατείνεται ότι οι τοποθετημένοι ή αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί δεν είναι δυνατόν, κατ’ αρχήν, να πληρούν τα κριτήρια επαγγελματικής ικανότητας επί τη βάσει των οποίων χορηγείται πρόσβαση στις μισθολογικές κλίμακες καθώς και να ασκούν τα επιπλέον καθήκοντα που συνδέονται με την εφαρμογή ορισμένων από αυτές τις κλίμακες και πληρωμές, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή προέβη σε λεπτομερή ανάλυση αυτών των κριτηρίων και καθηκόντων εξηγώντας κατά πειστικό τρόπο ότι μεγάλος αριθμός των εν λόγω εκπαιδευτικών πληροί τα κριτήρια αυτά και ασκεί ισοδύναμα καθήκοντα στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών σχολείων.
87
Η ανάλυση και οι εξηγήσεις αυτές δεν αναιρούνται από τα επιχειρήματα που προβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο, κατά τα οποία, κατ’ ουσίαν, δεν υφίσταται πραγματική ισοδυναμία μεταξύ της καταστάσεως των εκπαιδευτικών των ευρωπαϊκών σχολείων και εκείνης των ευρισκόμενων στο κράτος αυτό ομολόγων τους. Πράγματι, τέτοια θέση προσκρούει στο άρθρο 10 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του αποσπασμένου προσωπικού, κατά το οποίο οι εκπαιδευτικοί που τοποθετούνται ή αποσπώνται πρέπει να κατέχουν τους τίτλους και να πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να ασκήσουν ισοδύναμα καθήκοντα στις χώρες καταγωγής τους. Επιπροσθέτως, στο μέτρο που τα εν λόγω επιχειρήματα του Ηνωμένου Βασιλείου βασίζονται στην αντίληψη κατά την οποία τα κριτήρια και τα καθήκοντα αυτά δεν μπορούν, εξ ορισμού, να εκπληρώνονται από τους εν λόγω εκπαιδευτικούς λαμβανομένου υπόψη ότι τα ευρωπαϊκά σχολεία δεν λειτουργούν κατά όμοιο τρόπο με τα επιδοτούμενα σχολεία στην Αγγλία και την Ουαλία, αγνοούν το ιδιαίτερο καθεστώς και τον sui generis χαρακτήρα των ευρωπαϊκών σχολείων.
88
Εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, η πρόσβαση των τοποθετημένων ή αποσπασμένων από την Αγγλία και την Ουαλία στα ευρωπαϊκά σχολεία εκπαιδευτικών στα εν λόγω μισθολογικές κλιμάκια και στις εν λόγω επιπλέον αποδοχές δεν συνεπάγεται δυσμενή διάκριση εις βάρος των ευρισκόμενων στο κράτος αυτό ομολόγων τους λόγω του ότι θα ήταν αδύνατο να διεξαχθούν έλεγχοι της επαγγελματικής ικανότητας των εκπαιδευτικών εξίσου ακριβείς και αυστηροί όσο οι διενεργούμενοι στο εθνικό επίπεδο. Πράγματι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 87 έως 90 των προτάσεών του, το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο, στο μέτρο που υπάρχουν εντελώς εφικτές λύσεις για τη διεξαγωγή τέτοιων ελέγχων. Εξάλλου, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ανέπτυξε τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι οι διάφορες συναφείς επιλογές που προτάθηκαν από την Επιτροπή δεν καθιστούν δυνατή την επίτευξη ικανοποιητικού αποτελέσματος, αλλά περιορίστηκε να δηλώσει ότι δεν θα ήταν αρκετή η αποστολή εθνικών επιθεωρητών στα ευρωπαϊκά σχολεία.
89
Το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει επίσης ότι για μεγάλο αριθμό εκπαιδευτικών των επιδοτούμενων σχολείων στην Αγγλία και την Ουαλία δεν τυγχάνουν εφαρμογής ούτε οι μισθολογικές κλίμακες που προβλέπονται για τους «excellent teachers» και για τους «advanced skills teachers» ή οι «teaching and learning responsibility payments» για τον λόγο ότι έχουν δημιουργηθεί ελάχιστες ή δεν έχει δημιουργηθεί καμία θέση εργασίας η οποία να παρέχει δικαίωμα στις κλίμακες ή αποδοχές αυτές στα σχολεία τους. Εντούτοις, η κατάσταση αυτή δεν δικαιολογεί τον αποκλεισμό του συνόλου των αποσπασμένων στα ευρωπαϊκά σχολεία Άγγλων και Ουαλών εκπαιδευτικών από τις κλίμακες και τις αποδοχές αυτές.
90
Επιπροσθέτως, απαντώντας στο αίτημα της Επιτροπής να θεσπιστεί για τα ευρωπαϊκά σχολεία ανάλογος αριθμός τέτοιων θέσεων με εκείνον που υπάρχει στην Αγγλία και την Ουαλία, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αμφισβήτησε ότι αυτό είναι πράγματι δυνατό, αλλά δήλωσε ότι οι θέσεις στα ευρωπαϊκά σχολεία θα ήταν πολύ λίγες, ή ανύπαρκτες, και ότι θα ήταν υπ’ αυτές τις περιστάσεις δυσχερές να οριστούν τα ευρωπαϊκά σχολεία στα οποία θα δημιουργηθούν οι θέσεις αυτές. Τέτοιες, όμως, πρακτικές δυσκολίες στην κατανομή των θέσεων εργασίας που παρέχουν το δικαίωμα στις εν λόγω κλίμακες και στις εν λόγω αποδοχές δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την άρνηση θεσπίσεως τέτοιων θέσεων για τα ευρωπαϊκά σχολεία. Δεν αμφισβητείται εξ άλλου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, προτελευταία περίοδος, της συμβάσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να ζητήσει την αρωγή του ανωτάτου συμβουλίου για την επίλυση των συγκεκριμένων δυσκολιών με σκοπό τον καθορισμό στα ευρωπαϊκά σχολεία θέσεων εργασίας για «excellent teachers» και «advanced skills teachers».
91
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η πρόσβαση σε ευνοϊκότερες μισθολογικές κλίμακες, όπως η «post-threshold pay scale» καθώς και οι εφαρμοζόμενες κλίμακες για τους «excellent teachers» και τους «advanced skills teachers», καθώς και η λήψη άλλων επιπλέον αποδοχών, όπως οι «teaching and learning responsibility payments», που προβλέπονται από τη STPCD, συνιστούν δικαίωμα προαγωγής κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, τελευταία περίοδος, της συμβάσεως, για την τήρηση του οποίου οφείλει να μεριμνά το Ηνωμένο Βασίλειο υπέρ των τοποθετημένων ή αποσπασμένων στα ευρωπαϊκά σχολεία από την Αγγλία και την Ουαλία εκπαιδευτικών. Εξάλλου, δεδομένου ότι η πρόσβαση σε αυτές τις κλίμακες και η λήψη των αποδοχών αυτών επηρεάζουν άμεσα το ποσό της συντάξεως γήρατος την οποία θα δικαιούνται οι εκπαιδευτικοί αυτοί, συνιστούν επίσης δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως που κατοχυρώνεται από το εθνικό τους καθεστώς, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
92
Τέλος, όσον αφορά το ερώτημα αν το Ηνωμένο Βασίλειο εφαρμόζει ορθώς το άρθρο 25, παράγραφος 1, της συμβάσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι η διάταξη αυτή υποχρεώνει τα κράτη μέλη να συνεισφέρουν στον προϋπολογισμό των ευρωπαϊκών σχολείων μέσω της συνεχούς καταβολής των μισθών για τους αποσπασμένους ή τοποθετημένους στα σχολεία αυτά καθηγητές. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου αυτού άρθρου, σε συνδυασμό με το άρθρο 49 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του αποσπασμένου προσωπικού, η Ένωση συνεισφέρει στον εν λόγω προϋπολογισμό με την καταβολή του ευρωπαϊκού συμπληρώματος. Συναφώς, η Επιτροπή, χωρίς να αντικρουσθεί ουσιαστικά επ’ αυτού από το Ηνωμένο Βασίλειο, προέβαλε αριθμητικά δεδομένα, από τα οποία προκύπτει με πειστικό τρόπο ότι το πάγωμα των αποδοχών των τοποθετημένων ή αποσπασμένων στα ευρωπαϊκά σχολεία Άγγλων και Ουαλών εκπαιδευτικών είχε ως συνέπεια την καταβολή υψηλότερου ευρωπαϊκού συμπληρώματος στους εκπαιδευτικούς αυτούς, με αποτέλεσμα την αύξηση της ετήσιας συνεισφοράς της Ένωσης στον προϋπολογισμό των εν λόγω σχολείων.
93
Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται μεταξύ άλλων ούτε από το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου με το οποίο προβάλλεται ότι η πρόσβαση σε ανώτερες μισθολογικές κλίμακες και σε επιπλέον αποδοχές εξαρτάται από την ατομική αξιολόγηση κάθε εκπαιδευτικού, η οποία δεν έχει ακόμη διενεργηθεί για τους τοποθετημένους ή αποσπασμένους στα ευρωπαϊκά σχολεία Άγγλους και Ουαλούς εκπαιδευτικούς. Πράγματι, το επιχείρημα αυτό παραβλέπει προφανώς ότι, αφενός, τέτοιες αξιολογήσεις δεν έχουν διενεργηθεί έως τώρα ακριβώς λόγω του συστηματικού αποκλεισμού των εκπαιδευτικών αυτών από τις εν λόγω κλίμακες και αποδοχές και, αφετέρου, μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι, ελλείψει τέτοιου αποκλεισμού, ορισμένοι από τους εκπαιδευτικούς αυτούς θα μπορούσαν ήδη να έχουν καταταγεί σε αυτές τις κλίμακες ή να έχουν λάβει τις αποδοχές αυτές.
94
Κατά συνέπεια, στο μέτρο που η ορθή ερμηνεία και η ορθή εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, τελευταία περίοδος, της συμβάσεως από το Ηνωμένο Βασίλειο θα είχαν ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη συνεισφορά του κράτους μέλους αυτού στον προϋπολογισμό των ευρωπαϊκών σχολείων, υφίσταται τουλάχιστον έμμεσος σύνδεσμος, μεταξύ της παραβάσεως του άρθρου 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της συμβάσεως και της υποχρεώσεως που βαρύνει τα κράτη μέλη κατά το άρθρο 25, παράγραφος 1, της εν λόγω συμβάσεως, σύνδεσμος ο οποίος εξάλλου δεν έχει αμφισβητηθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά συνέπεια, εμποδίζοντας τους εν λόγω εκπαιδευτικούς να υποβάλουν αίτηση για μια από τις ανώτερες μισθολογικές κλίμακες ή να λάβουν «teaching and learning responsibility payments», το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη επίσης το άρθρο 25, παράγραφος 1, της συμβάσεως.
95
Από το σύνολο των προεκτεθέντων επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αποκλείοντας την πρόσβαση των τοποθετημένων ή αποσπασμένων στα ευρωπαϊκά σχολεία Άγγλων και Ουαλών εκπαιδευτικών, κατά τη διάρκεια της τοποθετήσεως ή αποσπάσεώς τους, σε ευνοϊκότερες μισθολογικές κλίμακες, μεταξύ των οποίων οι λεγόμενες «threshold pay», «excellent teacher system» ή «advanced skills teachers», και από τη λήψη άλλων επιπλέον αποδοχών, όπως οι «teaching and learning responsibility payments», που προβλέπονται από τη STPCD, το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τα άρθρα 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και 25, παράγραφος 1, της συμβάσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
96
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα και το Ηνωμένο Βασίλειο ηττήθηκε, πρέπει αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Το άρθρο 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, τελευταία περίοδος, της συμβάσεως σχετικά με το καταστατικό των ευρωπαϊκών σχολείων της 21ης Ιουνίου 1994 έχει την έννοια ότι υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα στη σύμβαση αυτή κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε οι τοποθετημένοι ή αποσπασμένοι σε ευρωπαϊκά σχολεία εκπαιδευτικοί να έχουν, κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως ή τοποθετήσεώς τους, τα ίδια δικαιώματα εξελίξεως στη σταδιοδρομία και συνταξιοδοτήσεως με εκείνα που αναγνωρίζονται στους ομολόγους τους σε εθνικό επίπεδο δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους καταγωγής τους.
2)
Αποκλείοντας την πρόσβαση των τοποθετημένων ή αποσπασμένων στα ευρωπαϊκά σχολεία Άγγλων και Ουαλών εκπαιδευτικών, κατά τη διάρκεια της τοποθετήσεως ή αποσπάσεώς τους, σε ευνοϊκότερες μισθολογικές κλίμακες, μεταξύ των οποίων οι λεγόμενες «threshold pay», «excellent teacher system» ή «advanced skills teachers», και από τη λήψη άλλων επιπλέον αποδοχών, όπως οι «teaching and learning responsibility payments», που προβλέπονται από τη «School Teachers Pay and Conditions Document», το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας παρέβη τα άρθρα 12, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και 25, παράγραφος 1, της συμβάσεως αυτής.
3)
Καταδικάζει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top