Avis juridique important
Διάταξη του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 20ης Σεπτεμβρίου 2001. - Asia Motor France SA, André-François Bach και Monin automobiles SA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Ανταγωνισμός - Απόφαση περί απορρίψεως καταγγελιών - Αίτηση αναιρέσεως εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως αβάσιμη. - Υπόθεση C-1/01 P.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2001 σελίδα I-06349
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
1. Ανταγωνισμός - Διοικητική διαδικασία - Εξέταση των καταγγελιών - Υπερβολική διάρκεια - Συνέπειες
2. Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των περιστατικών - Απαράδεκτο - Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτιμήσεως των στοιχείων που υποβλήθηκαν στο ρωτοδικείο - Αποκλείεται εκτός αν συντρέχει περίπτωση αλλοιώσεως στοιχείων
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)
3. Αναίρεση - Λόγοι - αραδεκτό - ροϋποθέσεις
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51 § 1)
Περίληψη1. Η ενδεχομένως υπερβολική διάρκεια για την εξέταση καταγγελίας που υποβλήθηκε λόγω παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού δεν μπορεί, καταρχήν, να έχει επίπτωση σε αυτό καθεαυτό το περιεχόμενο της τελικής αποφάσεως που θα εκδώσει η Επιτροπή. ράγματι, η διάρκεια αυτή δεν μπορεί, εκτός εξαιρετικής περιπτώσεως, να τροποποιήσει τα ουσιαστικά στοιχεία τα οποία, αναλόγως της περιπτώσεως, στοιχειοθετούν την ύπαρξη ή όχι παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού, ή τα οποία δικαιολογούν το ότι η Επιτροπή δεν προβαίνει στη διεξαγωγή έρευνας.
( βλ. σκέψη 34 )
2. Το ρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα υποβληθέντα σ' αυτό στοιχεία της δικογραφίας και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιον του ρωτοδικείου, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.
( βλ. σκέψη 41 )
3. Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό.
( βλ. σκέψη 44 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-1/01 P,
Asia Motor France SA, με έδρα το Chemille (Γαλλία), υπό δικαστική εκκαθάριση,
André-François Bach, υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της επιχειρήσεως Jean-Michel Cesbron, κάτοικος Chemille, υπό δικαστική εκκαθάριση,
και
Monin automobiles SA, με έδρα το Bourg-de-Péage (Γαλλία), υπό δικαστική εκκαθάριση,
εκπροσωπούμενοι από τον J.-C. Fourgoux, avocat, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείοντες,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πέμπτο τμήμα), της 26ης Οκτωβρίου 2000, Τ-154/98, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3453), με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής,
όπου οι έτεροι διάδικοι είναι:
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Μ. G. Marenco και την F. Siredey-Garnier, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
η Europe auto services SA (EAS), με έδρα τη Livange (Λουξεμβούργο),
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen (εισηγητή) και την N. Colneric, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Ιανουαρίου 2001, η Asia Motor France SA, ο A.-F. Bach, υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της επιχειρήσεως του J.-Μ. Cesbron, και η Monin automobiles SA άσκησαν αναίρεση, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 26ης Οκτωβρίου 2000, Τ-154/98, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3453, στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), με την οποία το ρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή τους με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 15ης Ιουλίου 1998, περί απορρίψεως των καταγγελιών που είχαν υποβάλει οι αναιρεσείοντες και η Europe auto services SA (στο εξής: EAS) σχετικά με πρακτικές συμπράξεων που καταγγέλθηκαν ως αντιβαίνουσες στο άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81 ΕΚ) (στο εξής: επίδικη απόφαση) και, αφετέρου, το ρωτοδικείο να λάβει υπόψη ότι επιφυλάσσονται του δικαιώματός τους να ζητήσουν αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν.
Ιστορικό της διαφοράς
2 Οι αναιρεσείοντες και η EAS ασχολούνταν με την εισαγωγή και την εμπορία στη Γαλλία ιαπωνικών οχημάτων τα οποία είχαν τεθεί υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας σε άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, όπως το Βασίλειο του Βελγίου και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου. Αυτοί τελούν σήμερα υπό δικαστική εκκαθάριση.
3 Θεωρώντας ότι πλήττεται από παράνομη σύμπραξη μεταξύ πέντε εισαγωγέων ιαπωνικών οχημάτων στη Γαλλία, συγκεκριμένα μεταξύ των Sidat Toyota France, Mazda France Motors, Honda France, Mitsubishi Sonauto και Richard Nissan SA, ένας από τους προσφεύγοντες ενώπιον του ρωτοδικείου, συγκεκριμένα ο J.-Μ. Cesbron, κατέθεσε στις 18 Νοεμβρίου 1985 καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής για παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ.
4 Στις 29 Νοεμβρίου 1988 οι αναιρεσείοντες και η EAS υπέβαλαν νέα καταγγελία κατά των ανωτέρω πέντε εισαγωγέων. Από τη σκέψη 4 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι οι υποβαλόντες την καταγγελία ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι οι εν λόγω πέντε εισαγωγείς ιαπωνικών οχημάτων είχαν αναλάβει έναντι των γαλλικών αρχών την υποχρέωση να μην πωλούν στην εσωτερική γαλλική αγορά αριθμό οχημάτων ανώτερο του 3 % του αριθμού των αδειών κυκλοφορίας αυτοκινήτων οχημάτων που είχαν ταξινομηθεί σε όλο το γαλλικό έδαφος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Κατά την καταγγελία, οι ίδιοι αυτοί εισαγωγείς είχαν συνεννοηθεί να κατανείμουν μεταξύ τους αυτή την ποσόστωση σύμφωνα με προκαθορισμένους κανόνες, αποκλείοντας κάθε άλλη επιχείρηση που θα επιθυμούσε να διαθέσει στη Γαλλία ιαπωνικά οχήματα σημάτων διαφορετικών από εκείνα που πωλούσαν οι συμμετέχοντες στην καταγγελλόμενη σύμπραξη.
5 Η πρώτη προσφυγή που άσκησαν ενώπιον του ρωτοδικείου οι αναιρεσείοντες και η EAS με αίτημα, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει έναντι αυτών απόφαση βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης απορρίφθηκε με απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1992, T-28/90, Asia Motor France SA κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2285), με το σκεπτικό ότι δεν συνέτρεχε πλέον λόγος το ρωτοδικείο να αποφανθεί επί των αιτημάτων του δικογράφου δεδομένου ότι η Επιτροπή, με έγγραφο της 5ης Δεκεμβρίου 1991, κοινοποίησε στους αναιρεσείοντες και την EAS απόφαση απορριπτική των καταγγελιών τους.
6 Εξάλλου, από τη σκέψη 13 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η απόρριψη αυτών των καταγγελιών στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στον λόγο ότι η συμπεριφορά των πέντε εισαγωγέων κατά των οποίων στράφηκαν οι καταγγελίες ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική των γαλλικών δημοσίων αρχών όσον αφορά τις εισαγωγές ιαπωνικών αυτοκινήτων στη Γαλλία και στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής, οι αρχές αυτές όχι μόνον καθόριζαν τη συνολική ποσότητα των οχημάτων που μπορούσαν να εισαχθούν κάθε χρόνο στη Γαλλία, αλλά όριζαν και τις λεπτομέρειες της κατανομής αυτών των ποσοτήτων.
7 Με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1993, T-7/92, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-669, στο εξής: απόφαση Asia Motor France ΙΙ), το ρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1991, καθόσον αφορούσε το άρθρο 85 της Συνθήκης.
8 Με την απόφαση αυτή Asia Motor France ΙΙ, το ρωτοδικείο, αφού παρατήρησε μεταξύ άλλων, στη σκέψη 48, ότι η βεβαιώση των γαλλικών αρχών ότι οι επιχειρηματίες στερούνταν κάθε αυτονομίας στην εφαρμογή της ρυθμίσεως που θέσπισαν οι γαλλικές δημόσιες αρχές δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό έγγραφο, κατέληξε, στη σκέψη 55, ότι η απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1991, κατά το μέρος που απέρριψε τις καταγγελίες με την αιτιολογία ότι οι καταγγελλόμενοι επιχειρηματίες δεν διέθεταν καμιά αυτονομία ή «περιθώριο ελιγμού», ενώ ο λόγος αυτός αντικρούστηκε από ακριβή και εμπεριστατωμένα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν στην κρίση της Επιτροπής από τις επιχειρήσεις οι οποίες είχαν υποβάλει τις καταγγελίες, έπασχε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών που την οδήγησαν σε νομική πλάνη ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης στη συμπεριφορά των καταγγελθέντων επιχειρηματιών.
9 Η Επιτροπή, κατόπιν της αποφάσεως Asia Motor France ΙΙ, αφού προέβη σε νέες διερευνήσεις ειδικότερα ενώπιον των γαλλικών αρχών, με έγγραφο της 13ης Οκτωβρίου 1994 κοινοποίησε στους αναιρεσείοντες και την EAS απόφαση απορρίπτουσα εκ νέου τις καταγγελίες τους. Η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στον ίδιο λόγο με εκείνον που αναφέρεται στη σκέψη 6 της παρούσας διατάξεως.
10 Με απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1996, Τ-387/94, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-961, στο εξής: απόφαση Asia Motor France ΙΙΙ), το ρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση αυτή της Επιτροπής στο μέτρο που απέρριψε τις καταγγελίες που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες και η EAS.
11 Με την απόφαση Asia Motor France ΙΙΙ, το ρωτοδικείο διαπίστωσε διαδοχικά ότι:
- οι ίδιες οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι καμιά διάταξη του γαλλικού δικαίου δεν επέβαλε στους εισαγωγείς ιαπωνικών οχημάτων στη μητροπολιτική Γαλλία την καταγγελθείσα με τις καταγγελίες συμπεριφορά (σκέψη 64)·
- η Επιτροπή στήριξε την από 13 Οκτωβρίου 1994 απόφασή της, καθόσον αφορούσε τις καταγγελίες που στρέφονταν κατά των εισαγωγών ιαπωνικών αυτοκινήτων στη μητροπολιτική Γαλλία, στα ίδια στοιχεία που στήριζαν το πόρισμά της και στην προηγούμενη απόφασή της, της 5ης Δεκεμβρίου 1991, ότι δηλαδή οι καταγγελθείσες επιχειρήσεις δεν διέθεταν καμιά αυτονομία ή «περιθώριο ελιγμού» (σκέψη 66)·
- κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι, όντως, ασκήθηκαν έμμεσες πιέσεις στους εισαγωγείς με την ανάκληση της αναγνωρίσεώς τους ή την άρνηση χορηγήσεως σε αυτούς του ευεργετικού καθεστώτος της παραλαβής ανά τύπο οχήματος για νέους τύπους και το ερώτημα αυτό δεν τέθηκε καν, κατά τη διοικητική διαδικασία, στις κρατικές αρχές ή στους εισαγωγείς στη μητροπολιτική Γαλλία (σκέψη 68)·
- η Επιτροπή διευκρίνισε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι η απόφαση της διοικήσεως να μην αναγνωρίσει άλλα ιαπωνικά σήματα πέραν από εκείνα των πέντε καταγγελθέντων εισαγωγέων, αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του διακανονισμού που είχε εγκαθιδρυθεί και μπορούσε να θεωρηθεί ως «το αντάλλαγμα» της αποδοχής, εκ μέρους των εισαγωγέων, της πολιτικής την οποία επέλεξε η διοίκηση, πράγμα που, εκ πρώτης όψεως, φαινόταν να απέκλειε την εκδοχή ότι ασκήθηκαν αφόρητες πιέσεις από τις γαλλικές αρχές (σκέψη 69).
12 Από τα προεκτεθέντα, το ρωτοδικείο συνήγαγε ότι «η απόφαση [της 13ης Οκτωβρίου 1994] δεν στηρίζεται, ελλείψει νέων στοιχείων για το εφαρμοζόμενο στη μητροπολιτική Γαλλία καθεστώς εισαγωγών, σε αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις ότι οι γαλλικές αρχές άσκησαν μονομερώς αφόρητες πιέσεις στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις για να ακολουθήσουν την καταγγελθείσα συμπεριφορά» (σκέψη 70). Το ρωτοδικείο συνήγαγε επίσης ότι, «ελλείψει στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι ασκούνταν αφόρητες πιέσεις [...] δυνάμενες να αναγκάσουν τους εισαγωγείς να αποδεχθούν περιορισμό των εισαγωγών τους, η συμπεριφορά των εισαγωγέων, η οποία συμμορφώνεται προς τις επιθυμίες της γαλλικής διοικήσεως, συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς κινδύνους και τα πλεονεκτήματα, πρέπει να θεωρηθεί ως έκφραση επιλογής εμπορικής πολιτικής» (σκέψη 71, δεύτερη περίοδος).
13 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το ρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών κρίνοντας, βάσει των στοιχείων που διέθετε, ότι η συμπεριφορά των αναγνωρισμένων στη μητροπολιτική Γαλλία εισαγωγέων εστερείτο αυτονομίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εκφεύγει της εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης (σκέψη 71, πρώτη περίοδος).
14 Κατόπιν της αποφάσεως Asia Motor France ΙΙΙ, η Επιτροπή προέβη σε συμπληρωματική έρευνα των καταγγελιών που είχαν υποβάλει οι αναιρεσείοντες καθώς και η EAS και, εν όψει των απαντήσεων που παρέσχαν οι εν λόγω εισαγωγείς στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών που τους απηύθυνε, κοινοποίησε, με έγγραφο της 16ης Ιουλίου 1998, την επίδικη απόφαση στους υποβαλόντες τις καταγγελίες.
15 Από τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η απόφαση αυτή στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στους εξής λόγους:
«[...] κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, οι γαλλικές δημόσιες αρχές καθόριζαν στην αρχή κάθε έτους για καθέναν από τους αναγνωρισμένους εισαγωγείς τον αριθμό οχημάτων που του επιτρεπόταν να εισαγάγει. Συνεπώς, η κατανομή της συνολικής ποσοστώσεως του 3 % αποτελούσε αποκλειστική ευθύνη των γαλλικών αρχών. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς των καταγγελλουσών επιχειρήσεων, οι εισαγωγείς δεν προέβησαν σε κατανομή, αλλά όφειλαν να τηρούν τις ποσοστώσεις πωλήσεων που τους επιβάλλονταν μονομερώς από τις διοικητικές αρχές. Έτσι, επιβεβαιώεται ότι, όσον αφορά την κατανομή της συνολικής ποσοστώσεως, δεν υπήρξε σύμπτωση βουλήσεων μεταξύ των πέντε εισαγωγέων και, κατά συνέπεια, δεν υπήρξε σύμπραξη υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1» (σημείο 6).
«[...] η πίεση των γαλλικών αρχών δεν ασκήθηκε στην ομάδα των εισαγωγέων προκειμένου να συνεννοηθούν μεταξύ τους ώστε να διασφαλισθεί η τήρηση της συνολικής ποσοστώσεως του 3 %, αλλά [...] ασκήθηκε σε κάθε εισαγωγέα προκειμένου αυτός να τηρεί ορισμένο μέρος της ποσοστώσεως καθοριζόμενο από τις ίδιες τις διοικητικές αρχές. ροκειμένου οι γαλλικές αρχές να επιτύχουν τον σκοπό τους, δεν ήταν ανάγκη οι εισαγωγείς να διατηρούν επαφές μεταξύ τους» (σημείο 12).
Η διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
16 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 23 Σεπτεμβρίου 1998, οι αναιρεσείοντες και η EAS ζήτησαν, αφενός, την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως και, αφετέρου, να ληφθεί υπόψη ότι επιφυλάσσονται του δικαιώματός τους να ζητήσουν αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν.
17 Με διάταξη της 21ης Μα_ου 1999, T-154/98, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-1703), το ρωτοδικείο έκρινε την προσφυγή αυτή παραδεκτή στο μέτρο που στηριζόταν σε ένα λόγο αντληθέντα από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και σε λόγο αντληθέντα από παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 233 ΕΚ).
18 Όσον αφορά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στις σκέψεις 42 έως 45 αυτής, το ρωτοδικείο, πρώτον, απέρριψε ως απαράδεκτο, ως νέο ισχυρισμό προβληθέντα κατά τη διάρκεια της δίκης, τον λόγο που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες και η EAS για πρώτη φορά στο στάδιο της απαντήσεως και που άντλησαν από το ότι η προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή είχε αποφανθεί επί των καταγγελιών τους ήταν υπερβολικά μακρά και, συνεπώς, είχε παραβιάσει τη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου κατά την οποία κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε μια δίκαιη δίκη (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-8417, σκέψη 21).
19 ρος αντίκρουση του επιχειρήματος που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες και η EAS, ότι δηλαδή το ρωτοδικείο πρέπει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από την παραβίαση της αρχής αυτής, δεδομένου ότι πρόκειται περί θεμελιώδους δικαιώματος το οποίο εγγυάται η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την ροάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ) και πρέπει να γίνεται σεβαστή από την Ένωση, δυνάμει του άρθρου ΣΤ, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 2, ΕΕ), το ρωτοδικείο υπέμνησε, στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι μπορεί να εξετάζει αυτεπαγγέλτως την παράβαση ουσιώδους τύπου και, ιδίως, των δικονομικών εγγυήσεων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη. Εντούτοις, δεδομένου ότι το ρωτοδικείο αποφάνθηκε ήδη επί του ποιοι λόγοι ακυρώσεως προβλήθηκαν προσηκόντως με το δικόγραφο της προσφυγής (βλ. την προπαρατεθείσα διάταξη της 21ης Μα_ου 1999, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής), παρέλκει εν προκειμένω η αυτεπάγγελτη εξέταση του λόγου αυτού.
20 Το ρωτοδικείο επισήμανε στη συνέχεια, στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, στο πλαίσιο προσφυγής που ασκείται δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ), δεν απόκειται στον κοινοτικό δικαστή να λαμβάνει υπόψη ότι ένας διάδικος επιφυλάσσεται του δικαιώματος να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως και, συνεπώς, έκρινε απαράδεκτο το σχετικό αίτημα.
21 Τέλος, το ρωτοδικείο εξέτασε το βάσιμο των δύο λόγων ακυρώσεως που είχε κρίνει παραδεκτούς με την προπαρατεθείσα διάταξή του Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής.
22 Όσον αφορά τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από την πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, το ρωτοδικείο επισήμανε, στις σκέψεις 79, 80, 81 και 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πλείονα νέα στοιχεία που συνέλεξε η Επιτροπή στο πλαίσιο της συμπληρωματικής έρευνας που αυτή διεξήγαγε, μετά την απόφαση Asia Motor France ΙΙΙ, και, στη σκέψη 85, συνήγαγε ότι, ελλείψει συμπράξεως υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση, ότι δηλαδή οι καταγγελίες που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες και η EAS ήταν αβάσιμες, στηρίζεται σε αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις.
23 Το ρωτοδικείο πρόσθεσε, στη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα νέα στοιχεία που συνελέγησαν κατά την εν λόγω συμπληρωματική έρευνα καθιστούσαν εξάλλου δυνατή μια νέα ανάλυση των στοιχείων στα οποία το ρωτοδικείο, με τις αποφάσεις του Asia Motor France ΙΙ και Asia Motor France ΙΙΙ, είχε αναγνωρίσει ισχυρή αποδεικτική αξία ως προς την πιθανή ύπαρξη συμπτώσεως βουλήσεων.
24 Ειδικότερα, όσον αφορά το γεγονός, που επισημάνθηκε στη σκέψη 69 της αποφάσεως Asia Motor France ΙΙΙ, ότι οι πέντε εισαγωγείς κατά των οποίων στρέφονταν οι καταγγελίες έτυχαν «ανταλλάγματος», το οποίο συνίστατο στην απόφαση των γαλλικών αρχών να μην αναγνωρίσουν άλλα σήματα ιαπωνικών αυτοκινήτων πλην εκείνων των εν λόγω εισαγωγέων, το ρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «η εξήγηση την οποία προέβαλε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι δηλαδή οι γαλλικές αρχές επιθυμούσαν να περιορίσουν κατά τον τρόπο αυτόν τον δυσάρεστο χαρακτήρα της καθιερωθείσας πολιτικής, μπορεί ευλόγως να γίνει δεκτή».
25 Όσον αφορά τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από το ότι η Επιτροπή, κατά παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης, δεν έλαβε τα μέτρα που συνεπαγόταν η εκτέλεση της αποφάσεως Asia Motor France ΙΙΙ, το ρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατόπιν της εν λόγω αποφάσεως Asia Motor France ΙΙΙ και ειδικότερα της επικρίσεως που περιλαμβάνει, στη σκέψη 68, έναντι της Επιτροπής, ότι δηλαδή αυτή δεν είχε εξακριβώσει αν ασκούνταν πιέσεις στους εισαγωγείς αυτούς ώστε να αποδεχτούν περιορισμό των εισαγωγών τους, η Επιτροπή κάλεσε ακριβώς τους επιχειρηματίες αυτούς να της αποδείξουν, μεταξύ άλλων, ότι υπέστησαν τέτοιες πιέσεις και ότι δεν ήσαν σε θέση να ανστισταθούν σ' αυτές. Το ρωτοδικείο πρόσθεσε, αφενός, ότι ο ισχυρισμός ότι οι ερωτήσεις που έθεσε προς τούτο η Επιτροπή ήσαν «ακατάλληλες» και «κατευθυνόμενες» πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι οι ερωτήσεις αυτές διατυπώθηκαν προφανώς υπό το πρίσμα του σκεπτικού της αποφάσεως Asia Motor France ΙΙΙ, και αφετέρου, δεν μπορεί να συναχθεί από το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής ότι η Επιτροπή όφειλε οπωσδήποτε, στο πλαίσιο της συμπληρωματικής έρευνάς της, να ζητήσει, εξάλλου, πληροφορίες από τις γαλλικές αρχές.
26 Στη σκέψη 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο απέρριψε επίσης το επιχείρημα ότι τα συλλεγέντα κατά τη συμπληρωματική αυτή έρευνα στοιχεία ήσαν επουσιώδη και δεν υποβλήθηκαν σε σοβαρή ανάλυση εκ μέρους της Επιτροπής, υπενθυμίζοντας ότι είχε διαπιστώσει, στις σκέψεις 78 έως 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα στοιχεία αυτά, προστιθέμενα σε όσα ήδη διέθετε η Επιτροπή, δικαιολογούσαν επαρκώς κατά νόμο το συμπέρασμά της ότι οι καταγγελίες που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες και η EAS έπρεπε να απορριφθούν ελλείψει συμπράξεως απαγορευομένης από το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
27 Κατά συνέπεια, το ρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.
Η αίτηση αναιρέσεως
28 Οι αναιρεσείοντες, με την αίτησή τους περί αναιρέσεως, ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να ακυρώσει την επίδικη απόφαση και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
29 ρος στήριξη της αιτήσεώς τους περί αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν δύο λόγους. Ο πρώτος αντλείται από την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ο δεύτερος στηρίζεται στην «πρόδηλη πραγματική και νομική πλάνη, στην αλλοίωση, την αντίφαση, την ανεπαρκή αιτιολογία και την παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης».
30 ροβάλλουν εξάλλου ότι «δεν είναι ορατό τι εμπόδιζε το ρωτοδικείο να λάβει υπόψη ότι οι προσφεύγοντες επεφυλάσσοντο του δικαιώματός τους να ασκήσουν αυτοτελή αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 288 [...] ΕΚ».
31 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει πλήρως την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
32 Δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
33 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο ρωτοδικείο ότι δεν εξέτασε αυτεπαγγέλτως τον λόγο αναιρέσεως που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της εύλογης προθεσμίας και, επομένως, παρέβη την επιταγή για μια δίκαιη δίκη, όπως αυτή προβλέπεται ειδικότερα στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ και αναγνωρίστηκε, ως γενική αρχή κοινοτικού δικαίου, από το Δικαστήριο με τη σκέψη 21 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Baustahlgewebe κατά Επιτροπής.
34 Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι η ενδεχομένως υπερβολική διάρκεια για την εξέταση καταγγελίας που υποβλήθηκε λόγω παραβάσεως, μεταξύ άλλων, του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να έχει επίπτωση σε αυτό καθεαυτό το περιεχόμενο της τελικής αποφάσεως που θα εκδώσει η Επιτροπή. ράγματι, η διάρκεια αυτή δεν μπορεί, εκτός εξαιρετικής περιπτώσεως, να τροποποιήσει τα ουσιαστικά στοιχεία τα οποία, αναλόγως της περιπτώσεως, στοιχειοθετούν την ύπαρξη ή όχι παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, ή τα οποία δικαιολογούν το ότι η Επιτροπή δεν προβαίνει σε διεξαγωγή αποδείξεων (διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 2000, C-39/00 P, SGA κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-11201, σκέψη 44).
35 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, καλώς το ρωτοδικείο αποφάσισε, στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, να μην εξετάσει αυτεπαγγέλτως τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από τη μη εύλογη προθεσμία της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής.
36 Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
37 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι οι αποφάσεις Asia Motor France ΙΙ και Asia Motor France ΙΙΙ, «κατά των οποίων η Επιτροπή δεν υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως, δημιούργησαν ένα βάθρο διαπιστώσεων και λογικών συλλογισμών που συνιστούν νομικό κεκτημένο το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί, να αλλοιωθεί ή να αντικρουσθεί». Στην αλληλουχία αυτή, παραπέμπουν σε ορισμένα αποσπάσματα των εν λόγω αποφάσεων από τα οποία προκύπτει τόσο η ανάγκη να αποδειχθεί ότι οι εισαγωγείς κατά των οποίων στρέφονταν οι καταγγελίες «στερούνταν κάθε αυτονομίας» και δεν διέθεταν «κανένα περιθώριο ελιγμού», η έλλειψη οποιασδήποτε νομοθεσίας ή κανονιστικής ρυθμίσεως που να επιβάλλει στους εν λόγω εισαγωγείς περιορισμό των μεριδίων τους στην αγορά και η συμμετοχή των ίδιων εισαγωγέων, η οποία αφορούσε «εμπορική επιλογή» εκ μέρους τους, όσο και η «συνεννόηση» για την οποία η απόφαση της γαλλικής διοικήσεως να μην εγκρίνει άλλα ιαπωνικά οχήματα εκτός εκείνων των εν λόγω εισαγωγέων αποτελούσε το «αντάλλαγμα» για τις επί μέρους τους «δεσμεύσεις» αυτοπεριορισμού.
38 Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το ρωτοδικείο, δεχόμενο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την εξήγηση την οποία προέβαλε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι δηλαδή οι γαλλικές αρχές, με την εν λόγω απόφαση αρνήσεως εισαγωγής άλλων ιαπωνικών οχημάτων, επιθυμούσαν «να περιορίσουν κατά τον τρόπο αυτό τον δυσάρεστο χαρακτήρα της καθιερωθείσας πολιτικής», «εξάλειψε απλούστατα το κεκτημένο των δύο προγενέστερων αποφάσεών του». Ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, διέπραξε πρόδηλο σφάλμα νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών, «αλλοίωσε τις λέξεις των οποίων η έννοια δεν μπορεί να στρεβλώνεται ελαφρά τη καρδία όπως οι λέξεις "συνεννόηση", "αντάλλαγμα", "δέσμευση" [...] ή "επιλογή εμπορικής πολιτικής"» και περιέπεσε «σε αντίφαση ως να μην είχε εκδώσει καμιά απόφαση και ως να μην υπήρχε κανένα νομικό ή πραγματικό κεκτημένο».
39 Συναφώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, πρώτον, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν ουσιαστικό στο ρωτοδικείο ότι δεν επιβεβαίωσε τις διαπιστώσεις στις οποίες είχε προβεί με τις αποφάσεις Asia Motor France ΙΙ και Asia Motor France ΙΙΙ και, κατά συνέπεια, δεν ακύρωσε την επίδικη απόφαση καταλήγοντας, βάσει των διαπιστώσεων αυτών, ότι η απόφαση αυτή, όπως και οι από 5 Δεκεμβρίου 1991 και 13 Οκτωβρίου 1994 προγενέστερες αποφάσεις, έπασχε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών που οδήγησε την Επιτροπή σε νομική πλάνη ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης στη συμπεριφορά των καταγγελθέντων επιχειρηματιών.
40 Δεύτερον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, από τη σκέψη 22 της παρούσας διατάξεως προκύπτει ότι, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το ρωτοδικείο διατύπωσε σαφώς τα νέα στοιχεία, τα οποία συνέλεξε η Επιτροπή στο πλαίσιο της διεξαχθείσας συμπληρωματικής έρευνας κατόπιν της αποφάσεως Asia Motor France ΙΙΙ, τα οποία επέτρεψαν σ' αυτήν να καταλήξει, καλώς του λοιπού, ότι οι καταγγελίες των προσφευγόντων μπορούσαν να απορριφθούν ως αβάσιμες.
41 Τρίτον, προέχει επίσης η υπόμνηση ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, το ρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα υποβληθέντα σ' αυτό στοιχεία της δικογραφίας, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιον του ρωτοδικείου, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000, C-237/98 P, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-4549, σκέψη 35, και διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 2000, C-44/00 P, Sodima κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-11231, σκέψη 38).
42 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αναιρεσείοντες ουδόλως αμφισβητούν την ακρίβεια των νέων στοιχείων στα οποία βασίστηκε το ρωτοδικείο για να κρίνει ότι καλώς η Επιτροπή, με την επίδικη απόφαση, είχε τελικά απορρίψει τις καταγγελίες των οποίων είχε επιληφθεί.
43 Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί της αρνήσεως του ρωτοδικείου να λάβει υπόψη ότι οι προσφεύγοντες επεφυλάχθησαν του δικαιώματός τους να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής
44 Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό (προπαρατεθείσα διάταξη Sodima κατά Επιτροπής, σκέψη 39).
45 Όμως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, περιοριζόμενοι να ισχυριστούν ότι «δεν είναι ορατό τι εμπόδιζε το ρωτοδικείο να λάβει υπόψη ότι οι προσφεύγοντες επεφυλάσσοντο του δικαιώματός τους να ασκήσουν αυτοτελή αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 288 [...] ΕΚ», οι αναιρεσείοντες δεν πληρούν την υπομνησθείσα στην προηγούμενη σκέψη απαίτηση.
46 Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου να λάβει υπόψη ότι οι αναιρεσείοντες επεφυλάχθησαν του δικαιώματός τους να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής.
47 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως αβάσιμη και, επομένως, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 119 του κανονισμού διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
48 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη των αναιρεσειόντων και οι τελευταίοι ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Asia Motor France SA, τον A.-F. Bach, ως εκκαθαριστή της επιχειρήσεως του J.-Μ. Cesbron, και τη Monin automobiles SA στα δικαστικά έξοδα.
Top