«Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων – Ανταγωνισμός – Καταβολή προστίμου – Τραπεζική εγγύηση – Επείγον – Δεν υφίσταται»
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 20ής Οκτωβρίου 2003Περίληψη της διατάξεως
1.. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Fumus boni juris – Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία – Σωρευτικός χαρακτήρας – Συνέπειες
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
2.. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Αναστολή εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για μη άμεση είσπραξη προστίμου – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Εξαιρετικές περιστάσεις
(Άρθρο 242 ΕΚ)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
της 20ής Οκτωβρίου 2003 (*)
« Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Ανταγωνισμός - Καταβολή προστίμου - Τραπεζική εγγύηση - Επείγον - Απουσία»
Στην υπόθεση T-46/03 R,
Leali SpA, με έδρα τo Odolo (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους G. Belotti και G. Vezzoli, δικηγόρους
Αιτούσα
υποστηριζόμενη από την
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τη L. Pignataro και τον A. Whelan, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 17ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 ΑΧ (COMP/37.956 - Ράβδοι σκυροδέματος), καθ' ό μέρος επιβάλλει στην αιτούσα, αλληλεγγύως με την υπό εκκαθάριση εταιρία Acciaierie e Ferriere Leali Luigi SpA, πρόστιμο ύψους 6,039 εκατομμυρίων ευρώ και μόνο στην αιτούσα πρόστιμο ύψους 1,082 εκατομμυρίων ευρώ,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑ.ΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Στις 17 Δεκεμβρίου 2002 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 ΑΧ (COMP/37.956 - Ράβδοι σκυροδέματος, στο εξής: Απόφαση). Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της Αποφάσεως, οι έντεκα επιχειρήσεις και η ένωση επιχειρήσεων που αναφέρει η Απόφαση, μεταξύ των οποίων και η αιτούσα, εφαρμόζοντας ενιαία συμφωνία στην ιταλική αγορά ράβδων ή ρολών σκυροδέματος, έχουσα ως αντικείμενο τον καθορισμό των τιμών και τον περιορισμό ή τον συντονισμένο έλεγχο της παραγωγής και/ή των πωλήσεων, παρέβησαν το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ.
2 To άρθρο 2 της Αποφάσεως επιβάλλει στην αιτούσα, αλληλεγγύως με την υπό εκκαθάριση εταιρία Acciaierie e Ferriere Leali Luigi SpA (στο εξής: AFLL), πρόστιμο ύψους 6,093 εκατομμυρίων ευρώ και μόνο στην αιτούσα πρόστιμο ύψους 1,082 εκατομμυρίων ευρώ για παράβαση του άρθρου 1. Η επιβολή του προστίμου στην αιτούσα αλληλεγγύως με την AFLL αιτιολογείται με τις αιτιολογικές σκέψεις 490 και 491 της Αποφάσεως. Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η αιτόυσα ανέλαβε και συνέχισε τις δραστηριότητες της AFLL, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως της εταιρίας αυτής στο τέλος του 1998. Η Επιτροπή θεωρεί, συνεπώς, ότι οι οικονομικές δραστηριότητες μεταξύ της AFLL και της αιτούσας συνεχίζονται. .σον αφορά την καταβολή του προστίμου, η Απόφαση διακρίνει μεταξύ, αφενός, της συμπεριφοράς της AFLL έως τη θέση της υπό εκκαθάριση, για την οποία ευθύνονται αλληλεγγύως η επιχείρηση αυτή και η αιτούσα, και, αφετέρου, της συμπεριφοράς της αιτούσας από το χρονικό σημείο της συστάσεώς της, η οποία καταλογίζεται αποκλειστικά στην ίδια.
3 Το άρθρο 3 της Αποφάσεως ορίζει ότι τα πρόστιμα που επιβάλλονται με τον τρόπο αυτόν είναι πληρωτέα εντός προθεσμίας τριών μηνών αρχομένης από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της Αποφάσεως. Με το έγγραφο κοινοποιήσεως της Αποφάσεως, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, διευκρινίστηκε ότι, σε περίπτωση ασκήσεως, εκ μέρους της αιτούσας, προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή δεν θα προέβαινε σε κανένα μέτρο εισπράξεως του προστίμου για όσο χρόνο η υπόθεση θα εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι η απαίτηση θα ήταν τοκοφόρος από την ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας καταβολής του προστίμου και ότι, το αργότερο έως την ημερομηνία εκείνη, θα παρεχόταν αποδεκτή τραπεζική εγγύηση.
4 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 11 Φεβρουαρίου 2003, η αιτούσα άσκησε, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της Αποφάσεως και, επικουρικώς, την ακύρωση ή τη μείωση του ποσού του επιβληθέντος σε αυτήν προστίμου.
5 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Μα.ου 2003, η αιτούσα υπέβαλε αίτηση αναστολής εκτελέσεως της Αποφάσεως.
6 Η Επιτροπή υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 5 Ιουνίου 2003.
7 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 22 Μα.ου 2003, η Ιταλική Δημοκρατία υπέβαλε αίτηση ασκήσεως παρεμβάσεως προς υποστήριξη των αιτημάτων της αιτούσας. Με διάταξη της 13ης Ιουνίου 2003, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου δέχθηκε την αίτηση της Ιταλικής Δημοκρατίας για άσκηση παρεμβάσεως και την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της κατά την ακρόαση.
8 Η ακρόαση ενώπιον του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή διεξήχθη στις 4 Ιουλίου 2003.
9 Κατά την εν λόγω ακρόαση, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου επέτρεψε στην αιτούσα να προσκομίσει ορισμένα πρόσθετα έγγραφα. Τα έγγραφα αυτά κοινοποιήθηκαν στις 11 Ιουλίου 2003. Η Επιτροπή υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί των εγγράφων αυτών με έγγραφο που περιήλθε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 23 Ιουλίου 2003.
10 Στις 8 Αυγούστου 2003 η αιτούσα απάντησε σε ερωτήσεις που της υπέβαλε εγγράφως, στις 17 Ιουλίου 2003, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου. Η Επιτροπή υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί των απαντήσεων της αιτούσας στις 10 Σεπτεμβρίου 2003.
Σκεπτικό
11 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων, αφενός, των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και, αφετέρου, του άρθρου 225, παράγραφος 1, ΕΚ, το Πρωτοδικείο μπορεί, εφόσον κρίνει ότι οι περιστάσεις το απαιτούν, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
12 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris), τη λήψη του προσωρινού μέτρου που ζητείται. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, και, ως εκ τούτου, η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορρίπτεται όταν δεν πληρούται μία από αυτές [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-4971, σκέψη 30].
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του fumus boni juris
13 Προκειμένου να αποδείξει ότι πληρούται εν προκειμένω η προϋπόθεση του fumus boni juris, η αιτούσα προβάλλει πέντε ισχυρισμούς.
14 Η αιτούσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι κακώς η Επιτροπή εξέδωσε την Απόφαση βάσει του άρθρου 65 ΑΧ, καθώς η Συνθήκη ΕΚΑΧ είχε παύσει να ισχύει πέντε μήνες πριν, ήτοι στις 23 Ιουλίου 2002. Ελλείψει μέτρων παρατάσεως της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Απόφαση στερείται νομικού ερείσματος. Κατά την αιτούσα, ο χαρακτηρισμός των εκκρεμών εννόμων σχέσεων και η εκ νέου απονομή των αρμοδιοτήτων που εξέλιπαν λόγω της λήξεως της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ έπρεπε να είχαν αποτελέσει αντικείμενο ρητής κανονιστικής ρυθμίσεως εκ μέρους των κρατών μελών.
15 Δεύτερον, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή κακώς θεώρησε ότι η AFLL και η ίδια αποτελούν, ως προς την επιβολή των κυρώσεων, μία επιχείρηση.
16 Τρίτον, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματά της άμυνας, καθόσον παρέλειψε να την ενημερώσει για τη συνεργασία των υπηρεσιών της με άλλη επιχείρηση. Κατά την αιτούσα, η Επιτροπή, ομοίως, παρέλειψε παρανόμως να της κοινοποιήσει ένα υπόμνημα της εν λόγω επιχειρήσεως, το οποίο, στην κοινοποίηση των αιτιάσεων, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως έγγραφο με περιεχόμενο αντίθετο προς τη θέση της αιτούσας.
17 Τέταρτον, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η Απόφαση.
18 Τέλος, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι το ποσό του επιβληθέντος με την Απόφαση προστίμου πρέπει να μειωθεί, δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη ως προς τη διάρκεια ορισμένων παραβάσεων.
19 Η Επιτροπή θεωρεί ότι κανένας από τους ισχυρισμούς που προβάλλει η αιτούσα δεν αποδεικνύει τη συνδρομή της σχετικής με το fumus boni juris προϋποθέσεως.
Επί του επείγοντος
20 Η αιτούσα θεωρεί ότι εν προκειμένω πληρούται η σχετική με το επείγον προϋπόθεση.
21 Εκ προοιμίου, επισημαίνει ότι η AFLL είναι μια υπό εκκαθάριση εταιρία άνευ επιχειρηματικού αντικειμένου και, για τον λόγο αυτόν, η υποχρέωση παροχής στην Επιτροπή τραπεζικής εγγυήσεως καλύπτουσας το συνολικό ποσό των κυρώσεων, ήτοι το ποσό των 7,175 εκατομμυρίων ευρώ, πλέον τόκων, βαρύνει την ίδια.
22 Προς απόδειξη της αδυναμίας της να συστήσει την τραπεζική εγγύηση, η αιτούσα επικαλείται τα έγγραφα της 20ής και 21ης Ιανουαρίου και της 7ης Μα.ου 2003, που τις απέστειλαν δύο τράπεζες με τις οποίες συναλλάσσεται παγίως. Με τα έγγραφα αυτά, οι εν λόγω τράπεζες απορρίπτουν την αίτησή της για τη σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως.
23 Η αιτούσα επισημαίνει, περαιτέρω, ότι διέρχεται πολύ σοβαρή χρηματοοικονομική κρίση και ότι η αναγκαστική εκτέλεση της Αποφάσεως μπορεί να επιφέρει την οριστική της εξαφάνιση από την αγορά.
24 Επιπλέον, από την έκθεση επί της ρευστότητας της εταιρίας κατά την 31η Δεκεμβρίου 2001 προκύπτουν ζημίες εκμεταλλεύσεως, κατά το 2001, ύψους 8,128 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ από άλλες χρηματοοικονομικές εκθέσεις, ήτοι από τους ισολογισμούς και από μια λογιστική πραγματογνωμοσύνη για την περίοδο 1998-2001, προκύπτουν πρόσθετες ζημίες συνολικού ύψους πλέον των 22 εκατομμυρίων ευρώ.
25 Επιπροσθέτως, κατά την αιτούσα, όπως προκύπτει από την ίδια την Απόφαση, στον ισολογισμό των ετών 2000 και 2001 εμφανίζονται βραχυπρόθεσμες οφειλές έναντι τραπεζών, ύψους 49,630 εκατομμυρίων ευρών.
26 Η αιτούσα προσθέτει ότι δεν διαθέτει κάποιο στοιχείο ενεργητικού δυνάμενο να ρευστοποιηθεί άμεσα ούτε κάποια απαίτηση έναντι τρίτων. Τα μόνα στοιχεία ενεργητικού επί των οποίων η Επιτροπή θα μπορούσε να εκτελέσει είναι οι εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα της αλυσίδας παραγωγής, των οποίων, εξάλλου, η τεχνολογική και η εμπορική αξία δεν είναι μεγάλη.
27 Τέλος, μια πρόσφατη πραγματογνωμοσύνη, της 8ης Μα.ου 2003, επιβεβαιώνει την αδυναμία της αιτούσας να καταβάλει τα πρόστιμα στην περίπτωση κατά την οποία αυτά καταστούν απαιτητά. Από την πραγματογνωμοσύνη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι αν καθίστατο απαιτητό έστω και μερός του ποσού των προστίμων, θα μπορούσε να επέλθει οριστική παύση της δραστηριότητας της εταιρίας και, συνεπακόλουθα, η έξοδός της από την αγορά.
28 Υπό αυτές τις συνθήκες, η εκτέλεση της αποφάσεως θα ήταν επιζήμια όχι μόνο για την αιτούσα, αλλά και για τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα μιας αγοράς με ήδη αισθητά υψηλό βαθμό συγκεντρώσεως.
29 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι η σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως της είναι αντικειμενικώς αδύνατη ή θα έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή της.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
Aντικείμενο της αιτήσεως
30 Πριν ληφθεί απόφαση επί της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να προσδιοριστεί με ακρίβεια το αντικείμενο της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, με την αίτησή της, η αιτούσα ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση της Αποφάσεως, η οποία επιβάλλει στην αιτούσα, αλληλεγγύως με την υπό εκκαθάριση AFLL, πρόστιμο ύψους 6,093 εκατομυρίων ευρώ και αποκλειστικά στην αιτούσα πρόστιμο ύψους 1,082 εκατομμυρίων ευρώ.
31 Είναι όμως σαφές ότι, με το έγγραφο κοινοποιήσεως της Αποφάσεως, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή διευκρίνισε στην αιτούσα ότι, στην περίπτωση κατά την οποία αυτή θα ασκούσε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, δεν θα προέβαινε σε κανένα μέτρο για την είσπραξη του προστίμου ενόσω η υπόθεση θα εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, εφόσον η απαίτηση θα ήταν τοκοφόρος από της εκπνοής της προθεσμίας καταβολής του προστίμου και εφόσον, το αργότερο κατά την ημερομηνία αυτή, η αιτούσα θα προέβαινε στη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως, αποδεκτής από την Επιτροπή και καλύπτουσας το ποσό της κύριας οφειλής πλέον τόκων και τυχόν άλλων απαιτητών προσαυξήσεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αίτηση της αιτούσας έχει, στην πραγματικότητα, ως μόνο αντικείμενο την απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για τη μη άμεση είσπραξη, εκ μέρους της Επιτροπής, του ποσού του επιβληθέντος με την Απόφαση προστίμου.
Επί του επείγοντος
32 Κατά πάγια νομολογία, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως, ως προϋπόθεση για τη μη άμεση καταβολή του ποσού του προστίμου, μπορεί να γίνει δεκτή μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις [διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Μα.ου 1982, 107/82 R, AEG κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1549, σκέψη 6, και της 23ης Μαρτίου 2001, C-7/01 P(R), FEG κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. 2559, σκέψη 44]. Η δυνατότητα επιβολής υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως προβλέπεται ρητώς στις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων από τους Κανονισμούς Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου και αποτελεί γενικό και εύλογο τρόπο δράσεως της Επιτροπής.
33 Η συνδρομή τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων μπορεί, καταρχήν, να θεωρηθεί αποδεδειγμένη, όταν ο διάδικος που ζητεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως αποδεικνύει ότι η σύσταση της εν λόγω εγγυήσεως τού είναι αντικειμενικώς αδύνατη [βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1999, C-364/99 P(R), DSR-Senator Lines κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-8733, και προαναφερθείσα διάταξη FEG κατά Επιτροπής] ή ότι η σύσταση της εγγυήσεως αυτής θα έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή του (βλ., υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Δεκεμβρίου 1994, Τ-295/94 R, Buchmann κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-1265, σκέψη 24, και της 28ης Ιουνίου 2000, Τ-191/98 R II, Cho Yang Shipping κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-2551, σκέψη 43).
34 Eν προκειμένω, προς απόδειξη της αδυναμίας της να συστήσει τραπεζική εγγύηση, η αιτούσα προσκόμισε τρία έγγραφα, της 20ής και 21ης Ιανουαρίου και της 7ης Μα.ου 2003, με τα οποία δύο τράπεζες απέρριψαν, χωρίς να παραθέτουν ειδικότερη αιτιολογία, την αίτησή της για σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως. Με το έγγραφο της 7ης Μα.ου 2003, η τράπεζα με την οποία η αιτούσα συναλλάσσεται συνήθως ενέμεινε στην απορριπτική απόφασή της, επισημαίνοντας ρητώς ότι το συνολικό ποσό των πιστώσεων που έχουν, κατά τη δεδομένη στιγμή, χορηγηθεί στην αιτούσα καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε νέα αύξηση αυτών.
35 Η σημασία των εγγράφων αυτών πρέπει να αξιολογηθεί λαμβανομένης υπόψη της αντικειμενικής οικονομικής καταστάσεως της αιτούσας (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα διάταξη Cho Yang Shipping κατά Επιτροπής, σκέψη 43).
36 Συναφώς, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι διέρχεται πολύ σοβαρή χρηματοοικονομική κρίση και επικαλείται μια σειρά συνημμένων στο δικόγραφο της αιτήσεώς της εγγράφων. Κατά την αιτούσα, από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι, κατά το έτος 2001, υπέστη ζημίες εκμεταλλεύσεως ύψους 8,128 εκατομμυρίων ευρώ, ότι το σύνολο των ζημιών της υπερβαίνει τα 22 εκατομμύρια ευρώ και ότι οι βραχυπρόθεσμες οφειλές της έναντι τραπεζών ανέρχονται σε 49,630 εκατομμύρια ευρώ. Επιπλέον, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι δεν διαθέτει κάποιο στοιχείο ενεργητικού δυνάμενο να ρευστοποιηθεί άμεσα ούτε κάποια απαίτηση έναντι τρίτων, δεδομένου ότι τα μόνα στοιχεία ενεργητικού επί των οποίων η Επιτροπή θα μπορούσε να εκτελέσει είναι οι εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα της αλυσίδας παραγωγής. Τέλος, κατά την αιτούσα, μια πρόσφατη πραγματογνωμοσύνη, της 8ης Μα.ου 2003, επιβεβαιώνει την αδυναμία της να καταβάλει το ποσό των προστίμων στην περίπτωση κατά την οποία αυτά καταστούν απαιτητά.
37 Προς εξακρίβωση του αληθούς των ισχυρισμών αυτών, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής υπέβαλε εγγράφως στην αιτούσα μια σειρά ερωτήσεων και την κάλεσε να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων τον ισολογισμό για το οικονομικό έτος 2002.
38 Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εκτιμά ότι οι διευκρινίσεις και τα προσκομισθέντα από την αιτούσα στοιχεία δεν αποδεικνύουν επαρκώς κατά τον νόμο ότι η χρηματοοικονομική της κατάσταση καθιστά αντικειμενικώς αδύνατη την εκ μέρους της σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως.
39 Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της αιτούσας ότι, κατά τα προηγούμενα οικονομικά έτη, υπέστη ζημίες εκμεταλλεύσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τους ισολογισμούς που προσκόμισε η αιτούσα προκύπτει μια γενική βελτίωση της χρηματοοικονομικής της καταστάσεως κατά τα τριά τελευταία έτη. Συγκεκριμένα, κατά το οικονομικό έτος 2001, η αιτούσα βελτίωσε τις οικονομικές της επιδόσεις, μειώνοντας το έλλειμμά της από 13,467 εκατομμύρια ευρώ, κατά το τέλος του οικονομικού έτους 2000, σε 8 εκατομμύρια ευρώ περίπου, κατα το τέλος του επόμενου οικονομικού έτους. Κατά το οικονομικό έτος 2002, η καθαρή θετική απόδοση της ανήλθε σε 154 376 ευρώ. Τα στοιχεία αυτά συνοδεύονται από μια αύξηση του κύκλου εργασιών κατά 25 % κατά το οικονομικό έτος 2002, με αποτέλεσμα ο όγκος του να ανέλθει από τα 158,047 εκατομμύρια ευρώ στα 198,936 εκατομμύρια ευρώ.
40 Πρέπει ομοίως να επισημανθεί ότι η έκθεση διαχειρίσεως του ισολογισμού κατά την 31η Δεκεμβρίου 2002, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ισολογισμού για το οικονομικό έτος 2002, κάνει λόγο για βελτίωση της χρηματοοικονομικής καταστάσεως του τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται η αιτούσα. Κατά την έκθεση αυτή, η θετική πορεία κατά το 2002 επαληθεύθηκε στον τομέα κτιριακών κατασκευών, ιδιωτικό και δημόσιο, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα μια συνεχή ζήτηση του οπλισμένου σκυροδέματος καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, με τιμές που, κατά το δεύτερο εξάμηνο, σημείωσαν μεγάλη άνοδο. Στον τομέα των ειδικών χαλύβων, ο οποίος το 2002 αντιπροσώπευε περίπου το 20 % των πωλήσεων της αιτούσας, η εγκατάσταση της ελάσεως σημείωσε κατά τη διάρκεια του έτους αξίες εν γένει άριστες. Προκύπτει επίσης ότι κατά το οικονομικό έτος 2002 πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις ύψους 2,540 εκατομμυρίων ευρώ και ότι για το οικονομικό έτος 2003 προβλέπονται περισσότερες επενδύσεις.
41 .σον αφορά το πρώτο εξάμηνο του 2003, η έκθεση για τη διαχείριση του ισολογισμού κατά την 31η Δεκεμβρίου 2002 κάνει λόγο για εξέλιξη της παραγωγής η οποία επιβεβαιώνει, στον τομέα των ειδικών χαλύβων, την επιλογή της αιτούσας να κατευθύνει την παραγωγή προς τις ειδικές ράβδους, οδηγώντας σε νέες επενδύσεις στον τομέα αυτό. Από την εν λόγω έκθεση προκύπτει επίσης ότι, ενώ, στον τομέα των ειδικών χαλύβων, η αύξηση της παραγωγής το 2002 σε σχέση με την αντίστοιχη του 2001 ήταν της τάξεως του 47,4 %, μόνον κατά τους πρώτους πέντε μήνες του 2003 η παραγωγή της εταιρίας της αιτούσας έφτασε τους 53 000 τόνους έναντι 73 000 τόνων για όλο το 2002.
42 Επομένως, η χρηματοοικονομική κατάσταση της αιτούσας παρουσιάζει σταθερή βελτίωση με θετικές προοπτικές για το μέλλον.
43 Δεύτερον, όσον αφορά τις βραχυπρόθεσμες οφειλές της έναντι τραπεζών, υπήρξε, ομοίως, μείωση αυτών σε σχέση με το οικονομικό έτος 2002. Από τον προσκομισθέντα ισολογισμό προκύπτει ότι το ύψος των εν λόγω οφειλών μειώθηκε περίπου κατά 6 εκατομμύρια ευρώ, ήτοι από 53,657 εκατομμύρια ευρώ σε 47,865 εκατομμύρια ευρώ στο τέλος του 2002.
44 Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα κατά το οποίο η αιτούσα δεν διαθέτει κάποιο στοιχείο ενεργητικού δυνάμενο να ρευστοποιηθεί άμεσα, δεδομένου ότι τα μόνα στοιχεία ενεργητικού επί των οποίων η Επιτροπή θα μπορούσε να εκτελέσει είναι οι εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα της αλυσίδας παραγωγής, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εκτιμά ότι η αιτούσα δεν απέδειξε επαρκώς κατά τον νόμο ότι τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εμπράγματης ασφάλειας για τη σύσταση της απαιτούμενης τραπεζικής εγγυήσεως. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τον ισολογισμό του οικονομικού έτους 2002, τα στοιχεία αυτά αποτιμώνται σε 34,112 εκατομμύρια ευρώ. Επιπλέον, όπως κατ' επανάληψη ανέφερε η αιτούσα, τα εν λόγω στοιχεία δεν βαρύνονται με υποθήκες, ενέχυρα ή προνομιακά δικαιώματα τρίτων.
45 Απαντώντας σε σχετική ερώτηση που της υπέβαλε εγγράφως ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής, η αιτούσα εξήγησε ότι, στο πλαίσιο της χρηματοδοτήσεως της τρέχουσας δραστηριότητάς της, οι τράπεζες δεν δέχθηκαν ποτέ να της χορηγήσουν δάνειο αντί εμπράγματης ασφάλειας επί των βιομηχανικών εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού της και ότι «συνεπώς, κατά μείζονα λόγο, δεν πιθανολογείται η εκ μέρους τους παροχή ασφάλειας με αντικείμενο τη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως για την καταβολή των προστίμων».
46 Κανένα, όμως, στοιχείο της δικογραφίας δεν επιτρέπει στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να εξακριβώσει το αληθές αυτών των ισχυρισμών, οι οποίοι έχουν, εξάλλου, τον χαρακτήρα απλών υποθέσεων. Πράγματι, τα μόνο στοιχεία που προσκομίσθηκαν συναφώς είναι τα έγγραφα της 20ής και 21ης Ιανουαρίου και της 7ης Μα.ου 2003, με τα οποία δύο τράπεζες απορρίπτουν την αίτηση της αιτούσας για σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως. Εντούτοις, το πολύ σύντομο περιεχόμενο των εγγράφων αυτό είναι γενικόλογο και δεν δίδει στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή τη δυνατότητα να εξακριβώσει αν η αιτούσα πρότεινε στις εν λόγω τράπεζες τη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας επί των ως άνω εγκαταστάσεων και εξοπλισμού.
47 Με το δικόγραφο της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα επισημαίνει επίσης ότι οι εν λόγω εγκαταστάσεις και εξοπλισμός δεν είναι μεγάλης τεχνολογικής και εμπορικής αξίας.
48 Ωστόσο, από τα έγγραφα που προσκόμισε η αιτούσα προκύπτουν σημαντικές επενδύσεις σε εγκαταστάσεις και εξοπλισμό κατά το οικονομικό έτος 2001. Συγκεκριμένα, την 31η Δεκεμβρίου 2000 η αξία των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού ανερχόταν, σύμφωνα με τους ισολογισμούς, σε 3,989 εκατομμύρια ευρώ, ενώ την 31η Δεκεμβρίου 2001 η αξία τους ανερχόταν σε 34,337 εκατομμύρια ευρώ. Τα στοιχεία αυτά παρουσιάζουν, συνεπώς, σημαντικές επενδύσεις σε εγκαταστάσεις και εξοπλισμό κατά το οικονομικό έτος 2001, γεγονός που επιτρέπει στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να συναγάγει ότι οι εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός έχουν κάποια εμπορική αξία, αν υποτεθεί ότι θα εκποιηθούν.
49 Τέλος, απαντώντας σε ερώτηση που της υπέβαλε εγγράφως ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής, η αιτούσα επισήμανε ότι, κατά την τραπεζική πρακτική, για δάνειο ύψους 7 εκατομμυρίων ευρώ, οι τράπεζες ζητούν εμπράγματη ασφάλεια επί των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού ύψους 28 έως 35 εκατομμυρίων ευρώ.
50 Ακόμη και να υποτεθεί ότι τα πιστωτικά ιδρύματα ζητούν, εν προκειμένω, τη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας επί στοιχείων του ενεργητικού με αξία ανερχόμενη σε αυτό το ποσό, ισχυρισμός που, εξάλλου, δεν αποδείχθηκε, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αριθμοί που παραθέτει η αιτούσα δεν υπερβαίνουν την αξία των βιομηχανικών εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού που διαθέτει.
51 Κατόπιν των ανωτέρω, δεν προβάλλει πιθανό το ενδεχόμενο να αρνηθεί μια τράπεζα να χορηγήσει τραπεζική εγγύηση ύψους 7 εκατομμυρίων ευρώ περίπου αντί εμπράγματης ασφάλειας επί στοιχείων του ενεργητικού αξίας περί των 34 εκατομμυρίων ευρώ.
52 Τέλος, ως προς τον προκαταρκτικό ισχυρισμό της αιτούσας, κατά τον οποίο η AFLL αποτελεί εταιρία άνευ επιχειρηματικού αντικειμένου και ενεργητικού και ότι με την υποχρέωση συστάσεως υπέρ της Επιτροπής του συνόλου της τραπεζικής εγγυήσεως βαρύνεται αποκλειστικά η αιτούσα, πρέπει να επισημανθεί ότι η αιτούσα δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ικανό να στηρίξει αυτόν τον ισχυρισμό. Επομένως, η αιτούσα δεν απέδειξε ότι όφειλε κατ' ανάγκη, όπως η ίδια ισχυρίζεται, να υποβάλει στις τράπεζες αίτηση για τη σύσταση σχετικής τραπεζικής εγγυήσεως ύψους 7,175 εκατομμυρίων ευρώ, πλέον τόκων.
53 Από τις ανωτέρω παρατηρήσεις προκύπτει ότι η αιτούσα προδήλως δεν απέδειξε ότι η χρηματοοικονομική της κατάσταση καθιστά αντικειμενικώς αδύνατη την εκ μέρους της σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως που απαιτείται.
54 .σον αφορά το ζήτημα αν η σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως θα μπορούσε να επιφέρει την εξαφάνιση της αιτούσας από την αγορά, πρέπει να επισημανθεί ότι, με την αίτησή της για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι η σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως της είναι αντικειμενικώς αδύνατη και ότι η αναγκαστική εκτέλεση της Αποφάσεως θα έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή της. Συνεπώς, η αιτούσα δεν αποδεικνύει ότι η σύσταση της απαιτούμενης τραπεζικής εγγυήσεως θα αρκούσε για να επιφέρει την εξαφάνισή της από την αγορά.
55 Επομένως, η αιτούσα δεν απέδειξε επαρκώς κατά τον νόμο ότι, σε περίπτωση μη αναστολής της υποχρεώσεώς της για σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως, θα υφίστατο σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
56 Δεδομένου ότι η αιτούσα δεν απέδειξε τη συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων, η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν πληρούται η προϋπόθεση του fumus boni juris.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 20 Οκτωβρίου 2003.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
B. Vesterdorf
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top