Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης
EL
Σειρά L
2025/2518
12.12.2025
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2025/2518 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 26ης Νοεμβρίου 2025
για τη θέσπιση πρόσθετων διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την επιβολή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 16,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή των Περιφερειών,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) θεσπίζει ένα αποκεντρωμένο σύστημα επιβολής με στόχο τη διασφάλιση της συνεπούς ερμηνείας και εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού σε υποθέσεις που αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία. Στις υποθέσεις αυτές, το αποκεντρωμένο σύστημα επιτάσσει τη συνεργασία των εποπτικών αρχών με σκοπό την επίτευξη συναίνεσης. Όταν οι εποπτικές αρχές αδυνατούν να επιτύχουν συναίνεση, ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 προβλέπει την επίλυση των διαφορών από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (ΕΣΠΔ).
(2)
Για την ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία του μηχανισμού συνεργασίας και του μηχανισμού επίλυσης διαφορών που προβλέπεται στα άρθρα 60 και 65 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, αντίστοιχα, πρέπει να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας από τις εποπτικές αρχές σε υποθέσεις που αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία, και από το ΕΣΠΔ κατά τη διάρκεια της επίλυσης διαφορών, συμπεριλαμβανομένου του χειρισμού καταγγελιών. Για τον ίδιο λόγο πρέπει επίσης να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος ακρόασης πριν από την έκδοση αποφάσεων από τις εποπτικές αρχές και, κατά περίπτωση, από το ΕΣΠΔ.
(3)
Ελλείψει σχετικών κανόνων της Ένωσης, εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος, σύμφωνα με την αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, να θεσπίσει τους λεπτομερείς κανόνες των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των δικαιωμάτων που αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο της Ένωσης. Συνεπώς, το δικονομικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους θα πρέπει να εφαρμόζεται στις εποπτικές αρχές στον βαθμό που ο παρών κανονισμός δεν εναρμονίζει ένα ζήτημα και εφόσον αυτοί εθνικοί δικονομικοί κανόνες δεν παρεμποδίζουν τις αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας του δικαίου της Ένωσης.
(4)
Ο παρών κανονισμός έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι οι έρευνες σε υποθέσεις που αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία διεκπεραιώνονται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης, ιδίως δε ότι διεκπεραιώνονται αμερόληπτα, δίκαια και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός θεσπίζει ορισμένες οριζόντιες αρχές σχετικά με τις διαδικασίες επιβολής του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για τέτοιες περιπτώσεις.
(5)
Οι καταγγελίες αποτελούν ουσιώδη πηγή πληροφοριών για τον εντοπισμό παραβάσεων των κανόνων προστασίας των δεδομένων. Οι πληροφορίες που παρέχει ο καταγγέλλων στο πλαίσιο της υποβληθείσας καταγγελίας ή όταν γνωστοποιεί τις απόψεις του μπορούν να περιλαμβάνουν επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να συμβάλουν στην πρόοδο της έρευνας. Ο καθορισμός σαφών και αποτελεσματικών διαδικασιών για τον χειρισμό καταγγελιών σε υποθέσεις που αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία είναι αναγκαίος καθώς η καταγγελία ενδέχεται να εξεταστεί από εποπτική αρχή διαφορετική από εκείνη στην οποία έχει υποβληθεί.
(6)
Ως καταγγελία θα πρέπει να νοείται το αίτημα που υποβάλλεται από υποκείμενο των δεδομένων σε εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 77 παράγραφος 1 ή το άρθρο 80 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Δεν πρέπει να θεωρούνται καταγγελίες η απλή αναφορά εικαζόμενων παραβάσεων που δεν αφορούν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετιζόμενων με το υποκείμενο των δεδομένων, αιτήματα παροχής συμβουλών υποβαλλόμενα από υπευθύνους επεξεργασίας ή εκτελούντες την επεξεργασία ούτε γενικά αιτήματα σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 είτε από υπευθύνους επεξεργασίας, είτε από εκτελούντες την επεξεργασία, είτε από φυσικά πρόσωπα.
(7)
Για να είναι παραδεκτή μια καταγγελία που αφορά διασυνοριακή επεξεργασία, θα πρέπει να περιέχει συγκεκριμένες πληροφορίες. Δεν θα πρέπει να απαιτούνται πρόσθετες πληροφορίες πέραν εκείνων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό για να είναι παραδεκτή μια τέτοια καταγγελία. Εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διοικητικές ρυθμίσεις και απαιτήσεις για το παραδεκτό των καταγγελιών που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο της εποπτικής αρχής στην οποία έχει υποβληθεί η καταγγελία, όπως η γλώσσα, ο χρόνος παραγραφής, τα μέσα ταυτοποίησης, το ηλεκτρονικό έντυπο, η χρήση συγκεκριμένου υποδείγματος ή η υπογραφή.
(8)
Τα στοιχεία επικοινωνίας του προσώπου που υποβάλλει την καταγγελία μπορούν να περιλαμβάνουν ταχυδρομική διεύθυνση, τόπο διαμονής και, κατά περίπτωση, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια το γεγονός ότι ο καταγγέλλων είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι σε θέση να ασκήσει το δικαίωμά του να υποβάλει καταγγελία χωρίς τη συνδρομή νόμιμου εκπροσώπου, για παράδειγμα επειδή είναι παιδί ή επειδή έχει αναπηρία ή βρίσκεται σε ευάλωτη κατάσταση, και, συνεπώς, ασκεί τα δικαιώματά του μέσω άλλου προσώπου, όπως γονέα, νόμιμου κηδεμόνα ή μέλους της οικογένειάς του, υπό την προϋπόθεση ότι η αντιπροσώπευση αυτή επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο.
(9)
Σε περίπτωση που η καταγγελία υποβάλλεται από μη κερδοσκοπικό φορέα, οργάνωση ή ένωση που αναφέρεται στο άρθρο 80 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, θα πρέπει να προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία ότι ο φορέας, η οργάνωση ή η ένωση έχει συσταθεί δεόντως σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, μαζί με την επωνυμία και τα στοιχεία επικοινωνίας του εν λόγω φορέα ή της εν λόγω οργάνωσης ή ένωσης, καθώς και αποδεικτικά στοιχεία ότι ο εν λόγω φορέας, ή η εν λόγω οργάνωση ή ένωση ενεργεί βάσει εντολής του υποκειμένου των δεδομένων. Οι ρυθμίσεις και οι διαδικασίες για τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία καθορίζονται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους της εποπτικής αρχής στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία.
(10)
Ο καταγγέλλων δεν θα πρέπει να υποχρεούται να επικοινωνήσει με το ερευνώμενο μέρος πριν υποβάλει καταγγελία ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της καταγγελίας του. Όταν η καταγγελία αφορά την άσκηση δικαιώματος του υποκειμένου των δεδομένων που βασίζεται στην υποβολή αιτήματος από το ενδιαφερόμενο υποκείμενο των δεδομένων στον υπεύθυνο επεξεργασίας, το αίτημα αυτό θα πρέπει να υποβάλλεται στον υπεύθυνο επεξεργασίας πριν από την υποβολή της καταγγελίας.
(11)
Η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία θα πρέπει να καθορίζει, μέσω προκαταρκτικού συμπεράσματος, αν η καταγγελία αφορά διασυνοριακή επεξεργασία, την εποπτική αρχή που τεκμαίρεται ότι είναι αρμόδια να ενεργεί ως επικεφαλής εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, και αν έχει εφαρμογή το άρθρο 56 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού. Όταν δεν έχει κινηθεί διαδικασία επίλυσης σε πρώιμο στάδιο, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία θα πρέπει να διαβιβάζει τις παραδεκτές καταγγελίες στην εποπτική αρχή που τεκμαίρεται ότι είναι αρμόδια να ενεργεί ως επικεφαλής εποπτική αρχή και να ενημερώνει σχετικά τον καταγγέλλοντα. Η κρίση της εποπτικής αρχής στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία περί του παραδεκτού της καταγγελίας θα πρέπει να είναι δεσμευτική για την επικεφαλής εποπτική αρχή.
(12)
Είναι σημαντικό οι εποπτικές αρχές να διευκολύνουν την υποβολή όλων των απαιτούμενων πληροφοριών από τον καταγγέλλοντα, για παράδειγμα παρέχοντας υποδείγματα ή ηλεκτρονικά έντυπα, λαμβανομένης υπόψη της σχετικής καθοδήγησης του ΕΣΠΔ. Οι εποπτικές αρχές μπορούν να διευκολύνουν την υποβολή καταγγελιών με εύχρηστο ηλεκτρονικό μορφότυπο και λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες ατόμων με αναπηρία, εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται από τον καταγγέλλοντα αντιστοιχούν στις συγκεκριμένες πληροφορίες που απαιτούνται. Δεν θα πρέπει να απαιτούνται πρόσθετες πληροφορίες προκειμένου η καταγγελία να κριθεί παραδεκτή.
(13)
Προκειμένου να διευκολυνθεί ο χειρισμός μιας καταγγελίας, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητούν συμπληρωματικές πληροφορίες από τον καταγγέλλοντα. Σε περίπτωση που λείπουν ορισμένες από τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για να θεωρηθεί παραδεκτή η καταγγελία, η εποπτική αρχή στην οποία έχει υποβληθεί η καταγγελία μπορεί να επικοινωνεί με τον καταγγέλλοντα προκειμένου να λάβει τις πληροφορίες που λείπουν, όταν αυτό είναι εφικτό. Όταν μια καταγγελία είναι απαράδεκτη, η εποπτική αρχή θα πρέπει να κηρύσσει απαράδεκτη την καταγγελία και να ενημερώνει τον καταγγέλλοντα σχετικά με τις πληροφορίες που λείπουν εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, ώστε να μπορεί αυτός να υποβάλει παραδεκτή καταγγελία.
(14)
Σε περίπτωση που, μετά την παραλαβή παραδεκτής καταγγελίας που αφορά διασυνοριακή επεξεργασία από εποπτική αρχή, η επικεφαλής εποπτική αρχή απαιτεί πρόσθετες πληροφορίες από τον καταγγέλλοντα προκειμένου να καταστεί δυνατή η πλήρης διερεύνηση της καταγγελίας, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία θα πρέπει να συνδράμει την επικεφαλής εποπτική αρχή, μεταξύ άλλων επικοινωνώντας, εάν χρειάζεται, με τον καταγγέλλοντα για να αναζητήσει τις απαιτούμενες πληροφορίες.
(15)
Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή κινεί έρευνα κατόπιν καταγγελίας, τα ερευνώμενα μέρη θα πρέπει να ενημερώνονται χωρίς καθυστέρηση σχετικά με την υποβολή της εν λόγω καταγγελίας και τα κύρια στοιχεία της. Ωστόσο, η παροχή των εν λόγω πληροφοριών από την επικεφαλής εποπτική αρχή θα μπορούσε να αναβληθεί για όσο διάστημα είναι αναγκαίο για την προστασία της ακεραιότητας της έρευνας και την αποτελεσματική εκτέλεση των ερευνητικών μέτρων.
(16)
Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική λειτουργία των μηχανισμών συνεργασίας και συνεκτικότητας του κεφαλαίου VII του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, είναι σημαντικό οι υποθέσεις που αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία να επιλύονται εγκαίρως και σε πνεύμα καλόπιστης και αποτελεσματικής συνεργασίας στο οποίο στηρίζεται το άρθρο 60 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να ασκεί την αρμοδιότητά της σε πλαίσιο στενής συνεργασίας με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Ομοίως, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές θα πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στην έρευνα σε πρώιμο στάδιο με σκοπό την επίτευξη συναίνεσης, κάνοντας πλήρη χρήση των εργαλείων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679. Είναι σημαντικό η συνεργασία των εποπτικών αρχών να βασίζεται σε ανοικτό διάλογο ο οποίος παρέχει στις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές τη δυνατότητα να ασκήσουν ουσιαστική επιρροή στην πορεία της έρευνας μέσω ανταλλαγής των εμπειριών και των απόψεών τους με την επικεφαλής εποπτική αρχή, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτει κάθε εποπτική αρχή. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να διεξάγουν τις διαδικασίες με ταχύ και αποτελεσματικό τρόπο και θα πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους με ειλικρινή και αποτελεσματικό τρόπο, μεταξύ άλλων παρέχοντας στήριξη, όπου απαιτείται, και ανταποκρινόμενες στα αιτήματα χωρίς καθυστέρηση.
(17)
Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να αποφαίνονται επί των καταγγελιών εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Για τον λόγο αυτό, ο παρών κανονισμός καθορίζει προθεσμίες. Το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης και, ειδικότερα, το πλαίσιό της, τα διάφορα διαδικαστικά στάδια που εφαρμόζει η επικεφαλής εποπτική αρχή, τη συμπεριφορά των ερευνώμενων μερών και του καταγγέλλοντος κατά τη διαδικασία και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Για την αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων σε σχέση με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, είναι σημαντικό οι καταγγελίες να διεκπεραιώνονται με αποτελεσματικό και ταχύ τρόπο. Ανάλογα με τις περιστάσεις μιας υπόθεσης, ο χρόνος που απαιτείται για τη διεκπεραίωση μιας καταγγελίας μπορεί να είναι μικρότερος από την προθεσμία που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό. Η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και των άλλων ενδιαφερόμενων αρχών μπορεί επίσης να έχει θετικό αντίκτυπο στην ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων.
(18)
Ο καταγγέλλων θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επικοινωνεί αποκλειστικά με την εποπτική αρχή στην οποία έχει υποβληθεί η καταγγελία του. Αυτή η δυνατότητα δεν εμποδίζει τον καταγγέλλοντα να επικοινωνεί απευθείας με άλλη εποπτική αρχή, συμπεριλαμβανομένης της επικεφαλής εποπτικής αρχής.
(19)
Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία και η κατάσταση του υποκειμένου των δεδομένων, για παράδειγμα όταν μια καταγγελία αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα παιδιών.
(20)
Η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να παρέχει στην εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της έρευνας προκειμένου να παρέχονται ενημερώσεις στον καταγγέλλοντα.
(21)
Προκειμένου οι εποπτικές αρχές να τερματίζουν ταχέως τις παραβάσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και να παρέχουν ταχέως λύση στους καταγγέλλοντες, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν, όπου ενδείκνυται, την επίλυση καταγγελιών μέσω διαδικασίας επίλυσης σε πρώιμο στάδιο σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Για τον σκοπό αυτό, η εποπτική αρχή θα πρέπει να διαπιστώνει αν η προσαπτόμενη με την καταγγελία παράβαση έχει τερματιστεί κατά τρόπο που καθιστά την καταγγελία άνευ αντικειμένου. Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να θεσπίσουν νέες διαδικασίες βάσει του εθνικού τους δικαίου ώστε να δίνεται στις εποπτικές αρχές τους η δυνατότητα να επιλύουν μια καταγγελία μέσω διαδικασίας επίλυσης σε πρώιμο στάδιο.
(22)
Μια καταγγελία θα πρέπει να επιλύεται μέσω διαδικασίας επίλυσης σε πρώιμο στάδιο μόνον όταν ο καταγγέλλων δεν έχει υποβάλει εγκαίρως ένσταση κατά της διαπίστωσης ότι η εικαζόμενη παράβαση έχει παύσει και ότι, ως εκ τούτου, η καταγγελία στερείται αντικειμένου. Ως εκ τούτου, η επίλυση μιας καταγγελίας σε πρώιμο στάδιο θα πρέπει να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις στις οποίες ο καταγγέλλων είναι πράγματι σε θέση να αξιολογήσει το προτεινόμενο αποτέλεσμα.
(23)
Η επίλυση μιας καταγγελίας σε πρώιμο στάδιο μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την ταχεία επίλυση καταγγελιών που αφορούν παραβιάσεις των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων σύμφωνα με το κεφάλαιο III του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, κατά τρόπο ικανοποιητικό για τον καταγγέλλοντα. Η εν λόγω επίλυση σε πρώιμο στάδιο θα πρέπει να δίνει στην εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία ή στην επικεφαλής εποπτική αρχή τη δυνατότητα να διαπιστώσει, βάσει προκαταρκτικής συνεργασίας με τον υπεύθυνο επεξεργασίας και υπό την προϋπόθεση ότι έχουν συγκεντρωθεί αποδεικτικά στοιχεία, ότι η καταγγελία είναι άνευ αντικειμένου.
(24)
Η πρώιμη επίλυση μιας καταγγελίας μέσω διαδικασίας επίλυσης σε πρώιμο στάδιο δεν θα πρέπει να θίγει την άσκηση από την επικεφαλής εποπτική αρχή των εξουσιών της σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 για το ίδιο θέμα, για παράδειγμα στην περίπτωση συστημικών ή επαναλαμβανόμενων παραβάσεων του εν λόγω κανονισμού.
(25)
Εάν η επικεφαλής εποπτική αρχή στην οποία έχει διαβιβαστεί η καταγγελία θεωρεί ότι μια καταγγελία μπορεί να επιλυθεί μέσω διαδικασίας επίλυσης σε πρώιμο στάδιο, θα πρέπει να υποβληθεί σχέδιο απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, με σκοπό την έκδοση τελικής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, με την οποία θα διαπιστώνεται ότι η εικαζόμενη παράβαση τερματίστηκε και ότι η καταγγελία, ή μέρος της καταγγελίας, έχει επιλυθεί από την επικεφαλής εποπτική αρχή. Το υποβαλλόμενο σχέδιο απόφασης θα μπορούσε, συνεπώς, να είναι απλουστευμένο και να περιορίζεται στην πληροφορία ότι η καταγγελία έχει διευθετηθεί, εν όλω ή εν μέρει, μέσω διαδικασίας επίλυσης σε πρώιμο στάδιο, αναφέροντας τους λόγους στους οποίους βασίζεται η απόφαση και το εύρος της επίλυσης, και επιβεβαιώνοντας ότι, ως εκ τούτου, η καταγγελία στερείται αντικειμένου. Στις περιπτώσεις αυτές, η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να υποβάλλει απευθείας το σχέδιο απόφασής της στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, χωρίς να χρειάζεται να συντάξει και να διανείμει σύνοψη βασικών ζητημάτων ή προκαταρκτικών πορισμάτων.
(26)
Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή έχει διαμορφώσει προκαταρκτική άποψη σχετικά με τα κύρια ζητήματα μιας έρευνας, η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να συνεργάζεται με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μέσω απλής διαδικασίας συνεργασίας. Η απλή διαδικασία συνεργασίας θα πρέπει να εφαρμόζεται κατά περίπτωση, υπό την προϋπόθεση ότι η επικεφαλής εποπτική αρχή θεωρεί ότι δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ως προς το πεδίο της έρευνας και ότι τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που εντοπίστηκαν δεν απαιτούν πρόσθετη συνεργασία που θα ήταν αναγκαία για τους σκοπούς μιας πολύπλοκης έρευνας, ιδίως όταν τα ζητήματα αυτά μπορούν να αντιμετωπιστούν με βάση τα χαρακτηριστικά της υπόθεσης και με βάση προηγούμενες αποφάσεις σε παρόμοιες υποθέσεις. Επιπλέον, είναι σημαντικό η υφιστάμενη νομολογία και οι κατευθυντήριες γραμμές του ΕΣΠΔ σχετικά με τις εικαζόμενες παραβάσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 που πρόκειται να διερευνηθούν να ληφθούν επίσης υπόψη από την επικεφαλής εποπτική αρχή, όταν εκτιμά ότι είναι πιθανό να επιτευχθεί συναίνεση σχετικά με τα κύρια στοιχεία μιας υπόθεσης. Καταρχήν, η απλή διαδικασία συνεργασίας δεν εφαρμόζεται όταν η υπόθεση εγείρει συστημικά ή επαναλαμβανόμενα προβλήματα σε αρκετά κράτη μέλη, αφορά ένα γενικό νομικό ζήτημα σχετικά με την ερμηνεία, την εφαρμογή ή την επιβολή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, σχετίζεται με τα σημεία που τέμνεται η προστασία των δεδομένων με άλλα πεδία του δικαίου, επηρεάζει μεγάλο αριθμό υποκειμένων των δεδομένων σε αρκετά κράτη μέλη ή σχετίζεται με μεγάλο αριθμό καταγγελιών σε αρκετά κράτη μέλη ή όπου ενδέχεται να υπάρχει υψηλός κίνδυνος για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων.
(27)
Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή προτίθεται να εφαρμόσει την απλή διαδικασία συνεργασίας, θα πρέπει να ενημερώνει τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές για την πρόθεσή της και να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τα χαρακτηριστικά της υπόθεσης και την καταγγελία, συμπεριλαμβανομένων των κύριων σχετικών πραγματικών περιστατικών και της εικαζόμενης παράβασης που πρόκειται να διερευνηθεί. Εάν εφαρμόζεται η απλή διαδικασία συνεργασίας, η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να συνεχίσει να συνεργάζεται με τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και να υποβάλει σχέδιο απόφασης εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
(28)
Όταν η εποπτική αρχή υποχρεούται να προβεί σε ορισμένες διαδικαστικές ενέργειες εντός καθορισμένων προθεσμιών, σκοπός των εν λόγω προθεσμιών είναι να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία προχωρεί και ολοκληρώνεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Οι εν λόγω προθεσμίες δεν εμποδίζουν τις εποπτικές αρχές να προβούν στις απαιτούμενες διαδικαστικές ενέργειες μετά τη λήξη τους. Είναι, συνεπώς, αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι η πραγματοποίηση των εν λόγω διαδικαστικών ενεργειών μετά τη λήξη των αντίστοιχων προθεσμιών τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί λόγο έλλειψης νομιμότητας ή ακυρότητας της εν λόγω διαδικαστικής ενέργειας ή της τελικής απόφασης.
(29)
Η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να παρατείνει την προθεσμία για την υποβολή σχεδίου απόφασης. Οι εν λόγω παρατάσεις θα πρέπει να χορηγούνται μόνο κατ’ εξαίρεση, λόγω της πολυπλοκότητας μιας υπόθεσης. Οι άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές θα πρέπει να ενημερώνονται και να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν αντιρρήσεις σχετικά με την παράταση, οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από την επικεφαλής εποπτική αρχή όταν αποφασίζει αν θα εφαρμόσει παράταση της προθεσμίας και, κατά περίπτωση, τη διάρκεια της εν λόγω παράτασης.
(30)
Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή παρατείνει την προθεσμία για την υποβολή σχεδίου απόφασης, οι άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ενημερώνουν την επικεφαλής εποπτική αρχή σχετικά με την εκτίμησή τους ότι είναι αναγκαίο να ληφθούν μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων. Εάν η επικεφαλής εποπτική αρχή έχει ενημερωθεί για την εν λόγω αξιολόγηση και δεν υποβάλει σχέδιο απόφασης εντός της παραταθείσας προθεσμίας, θα πρέπει να τεκμαίρεται ότι πληρούται η επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 66 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Παρά την εν λόγω δυνατότητα, η επείγουσα διαδικασία παραμένει στη διάθεση των εποπτικών αρχών υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 66 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
(31)
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία διεξάγεται με αποτελεσματικό τρόπο, με την επιφύλαξη της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, είναι προτιμότερο τα ένδικα βοηθήματα κατά των διαδικαστικών ενεργειών των εποπτικών αρχών να είναι διαθέσιμα μόνο σε συνδυασμό με ένδικο βοήθημα κατά τελικής απόφασης, εκτός εάν η ίδια η διαδικαστική ενέργεια θίγει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του ερευνώμενου μέρους ή του καταγγέλλοντος, ανεξάρτητα από την τελική απόφαση.
(32)
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό οι εποπτικές αρχές να επιτυγχάνουν συναίνεση σχετικά με βασικές πτυχές της υπόθεσης όσο το δυνατόν νωρίτερα και πριν από την έκδοση του σχεδίου απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 60 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
(33)
Η ανταλλαγή συναφών πληροφοριών μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την υποστήριξη του πνεύματος καλόπιστης και αποτελεσματικής συνεργασίας. Η εν λόγω ανταλλαγή και η έγκαιρη παροχή συγκεκριμένων πληροφοριών από την επικεφαλής εποπτική αρχή αποτελεί συνεχή διαδικασία καθ’ όλη τη διάρκεια μιας έρευνας, τα δε απαιτούμενα έγγραφα και λεπτομέρειες μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Ανάλογα με το στάδιο της έρευνας και τις περιστάσεις μιας υπόθεσης, οι σχετικές πληροφορίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την ανταλλαγή αλληλογραφίας με τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή το υποκείμενο των δεδομένων όσον αφορά καταγγελία ή έρευνα, τα προπαρασκευαστικά έγγραφα για έλεγχο ή επιθεώρηση ή προκαταρκτική τεχνική ή νομική αξιολόγηση από την επικεφαλής εποπτική αρχή ως αποτέλεσμα συγκεκριμένης ενέργειας της έρευνάς της.
(34)
Η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να παρέχει κάθε σχετική πληροφορία στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές χωρίς καθυστέρηση μόλις η πληροφορία αυτή καταστεί διαθέσιμη, αλλά και οι άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές θα πρέπει επίσης να καθιστούν προδραστικά διαθέσιμη κάθε σχετική πληροφορία που κρίνεται χρήσιμη για την εκτίμηση των νομικών και πραγματικών στοιχείων μιας υπόθεσης. Η ανταλλαγή συναφών πληροφοριών θα πρέπει να υποστηρίζει την ταχεία και αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των εποπτικών αρχών και μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να υποστηρίζεται από συνόψεις, αποσπάσματα ή αντίγραφα εγγράφων, προκειμένου να διευκολύνεται η ταχεία κατανόηση μιας υπόθεσης, επιτρέποντας παράλληλα την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών όταν είναι αναγκαίο. Προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική και κατάλληλη ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών, το ΕΣΠΔ θα πρέπει να είναι σε θέση να προσδιορίζει τις ρυθμίσεις και τις απαιτήσεις για την ανταλλαγή των εν λόγω πληροφοριών.
(35)
Στο πλαίσιο των σχετικών πληροφοριών για μια συγκεκριμένη υπόθεση, η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να παρέχει στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σύνοψη βασικών ζητημάτων στην οποία παρουσιάζεται η προκαταρκτική άποψή της σχετικά με τα κύρια ζητήματα της έρευνας. Η εν λόγω σύνοψη θα πρέπει να παρέχεται μεν σε αρκετά πρώιμο στάδιο, ώστε να καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική συνεκτίμηση των απόψεων που υποβάλλουν οι άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, αλλά συγχρόνως σε στάδιο κατά το οποίο η επικεφαλής εποπτική αρχή διαθέτει επαρκή στοιχεία για να σχηματίσει τις απόψεις της για την υπόθεση, εάν χρειάζεται μέσω προκαταρκτικής ανάλυσης και πιθανών αρχικών ερευνητικών μέτρων. Η σύνοψη βασικών ζητημάτων θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, τον προκαταρκτικό προσδιορισμό δυνητικών διορθωτικών μέτρων όπου η επικεφαλής εποπτική αρχή διαθέτει επαρκή στοιχεία για να διαμορφώσει προκαταρκτική άποψη επί των μέτρων αυτών, ιδίως όταν οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 τις οποίες αφορά η εικαζόμενη παράβαση μπορούν εύκολα να προσδιοριστούν σε πρώιμο στάδιο.
(36)
Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τη σύνοψη βασικών ζητημάτων, μεταξύ άλλων όσον αφορά ευρύ φάσμα ζητημάτων, όπως το πεδίο της έρευνας, ο προσδιορισμός των εικαζόμενων παραβάσεων και ο προσδιορισμός πραγματικών και νομικών ζητημάτων σημαντικών για την έρευνα. Δεδομένου ότι το πεδίο της έρευνας καθορίζει τα ζητήματα τα οποία πρέπει να διερευνηθούν από την επικεφαλής εποπτική αρχή, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν την επίτευξη συναίνεσης σχετικά με το πεδίο της έρευνας όσο το δυνατόν νωρίτερα.
(37)
Προς όφελος της αποτελεσματικής και χωρίς αποκλεισμούς συνεργασίας μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και όλων των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών, είναι σημαντικό η σύνοψη βασικών ζητημάτων και οι παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών να είναι περιεκτικές και διατυπωμένες με επαρκή σαφήνεια και ακρίβεια ώστε να είναι ευχερώς κατανοητές από όλες τις εποπτικές αρχές. Τα νομικά επιχειρήματα θα πρέπει να ομαδοποιούνται διά παραπομπής στο τμήμα της σύνοψης βασικών ζητημάτων το οποίο αφορούν. Η σύνοψη βασικών ζητημάτων και οι παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών μπορούν να συμπληρώνονται με πρόσθετα έγγραφα. Ωστόσο, η απλή παραπομπή, στις παρατηρήσεις ενδιαφερόμενης εποπτικής αρχής, σε συμπληρωματικά έγγραφα δεν μπορεί να αντισταθμίσει την έλλειψη ουσιωδών νομικών ή πραγματικών επιχειρημάτων που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις παρατηρήσεις. Τα βασικά νομικά και πραγματικά στοιχεία των οποίων γίνεται επίκληση στα εν λόγω έγγραφα θα πρέπει να αναφέρονται, τουλάχιστον σε συνοπτική μορφή, με συνεκτικό και κατανοητό τρόπο στις ίδιες τις παρατηρήσεις.
(38)
Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν κάθε αναγκαίο μέσο για την επίτευξη συναίνεσης σε πνεύμα καλόπιστης και αποτελεσματικής συνεργασίας. Σε περίπτωση διάστασης απόψεων μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών σχετικά με το πεδίο έρευνας που βασίζεται σε καταγγελία, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 η παράβαση των οποίων θα διερευνηθεί, ή εάν οι παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών αφορούν σημαντική αλλαγή στη σύνθετη εκτίμηση των νομικών ή πραγματικών παραμέτρων, ή στον προκαταρκτικό προσδιορισμό πιθανών διορθωτικών μέτρων, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μπορούν να χρησιμοποιούν τα εργαλεία που προβλέπονται στα άρθρα 61 και 62 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
(39)
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 δίνει στην εποπτική αρχή τη δυνατότητα να ζητήσει την έκδοση επείγουσας δεσμευτικής απόφασης από το ΕΣΠΔ, όταν δεν έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα από αρμόδια εποπτική αρχή σε περίπτωση στην οποία απαιτείται επειγόντως η λήψη μέτρων για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων. Βάσει του παρόντος κανονισμού, όταν, κατόπιν της χρήσης των μέσων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, οι εποπτικές αρχές δεν κατορθώσουν να επιτύχουν συναίνεση ως προς το πεδίο έρευνας που βασίζεται σε καταγγελία, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 66 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για το αίτημα έκδοσης επείγουσας δεσμευτικής απόφασης και η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να ζητεί την έκδοση επείγουσας δεσμευτικής απόφασης από το ΕΣΠΔ. Η επείγουσα δεσμευτική απόφαση του ΕΣΠΔ για το πεδίο έρευνας που βασίζεται σε καταγγελία δεν μπορεί να προδικάζει την έκβαση της έρευνας της επικεφαλής εποπτικής αρχής ή να εμποδίζει την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος ακρόασης των ερευνώμενων μερών.
(40)
Τα δικονομικά δικαιώματα θα πρέπει να παρέχονται στον καταγγέλλοντα στον βαθμό που θίγονται τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του ως υποκειμένου των δεδομένων. Οι διαδικαστικές ενέργειες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ εποπτικών αρχών, δεν παρέχουν δικαιώματα στον καταγγέλλοντα ή στα ερευνώμενα μέρη. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός διευκρινίζει ποιες διατάξεις σχετικά με τις διαδικαστικές ενέργειες δεν απονέμουν δικαιώματα στα ερευνώμενα φυσικά πρόσωπα ή μέρη ή δεν περιορίζουν τα εν λόγω δικαιώματα.
(41)
Οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν την άποψή τους πριν από την έκδοση απόφασης που τους θίγει. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που, εν όλω ή εν μέρει, απορριφθεί ή κηρυχθεί απαράδεκτη καταγγελία σε υπόθεση που αφορά διασυνοριακή επεξεργασία, ο καταγγέλλων θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει τις απόψεις του πριν από την υποβολή σχεδίου απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή αναθεωρημένου σχεδίου απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή πριν από την έκδοση δεσμευτικής απόφασης του ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού.
(42)
Πρέπει να αποσαφηνιστεί η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και της εποπτικής αρχής στην οποία έχει υποβληθεί η καταγγελία σε περίπτωση που καταγγελία σε υπόθεση που αφορά διασυνοριακή επεξεργασία εν όλω ή εν μέρει απορριφθεί ή κηρυχθεί απαράδεκτη. Καθώς αποτελεί το σημείο επαφής του καταγγέλλοντος κατά τη διάρκεια της έρευνας, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία θα πρέπει να παρέχει στον καταγγέλλοντα τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει τις απόψεις του επί των νέων αυτών στοιχείων σχετικά με την πρόταση εν όλω ή εν μέρει να απορριφθεί ή να κηρυχθεί απαράδεκτη η καταγγελία, ενώ αυτή η ίδια εποπτική αρχή θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για κάθε επικοινωνία με τον καταγγέλλοντα. Κάθε τέτοια επικοινωνία θα πρέπει να διαβιβάζεται στην επικεφαλής εποπτική αρχή. Δεδομένου ότι, δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφοι 8 και 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία είναι υπεύθυνη για την έκδοση της τελικής απόφασης με την οποία εν όλω ή εν μέρει απορρίπτεται ή κηρύσσεται απαράδεκτη η καταγγελία, η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να καταρτίζει το σχέδιο απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, σε συνεργασία με την εποπτική αρχή στην οποία έχει υποβληθεί η καταγγελία. Η συνεργασία αυτή περιλαμβάνει τη δυνατότητα να ζητηθεί η συνδρομή της εποπτικής αρχής στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία για την κατάρτιση του εν λόγω σχεδίου.
(43)
Η αποτελεσματική επιβολή των ενωσιακών κανόνων προστασίας των δεδομένων θα πρέπει να είναι συμβατή με τον πλήρη σεβασμό για τα δικαιώματα άμυνας των ερευνώμενων μερών, στοιχείο που συνιστά θεμελιώδη αρχή του ενωσιακού δικαίου που πρέπει να τηρείται σε κάθε περίπτωση, τα δικαιώματα δε αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία σε διαδικασίες οι οποίες μπορεί να καταλήξουν στην επιβολή κυρώσεων.
(44)
Για την αποτελεσματική διασφάλιση του δικαιώματος χρηστής διοίκησης και των δικαιωμάτων υπεράσπισης, όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο «Χάρτης»), είναι σημαντικό να προβλεφθούν σαφείς κανόνες σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος ακρόασης κάθε προσώπου πριν από τη λήψη ατομικού μέτρου εις βάρος του.
(45)
Οι κανόνες σχετικά με τη διοικητική διαδικασία που εφαρμόζουν οι εποπτικές αρχές όταν επιβάλλουν τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα ερευνώμενα μέρη έχουν πραγματικά τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν την άποψή τους σχετικά με το υποστατό και τον κρίσιμο χαρακτήρα των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων των οποίων γίνεται επίκληση και των ενστάσεων που η εποπτική αρχή πρόβαλε καθ’ όλη τη διαδικασία, ώστε να μπορούν με τον τρόπο αυτόν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους άμυνας. Στα προκαταρκτικά πορίσματα περιγράφεται η προκαταρκτική θέση σχετικά με την εικαζόμενη παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 μετά από έρευνα. Επομένως, τα προκαταρκτικά πορίσματα συνιστούν ουσιώδη διαδικαστική εγγύηση η οποία διασφαλίζει τον σεβασμό του δικαιώματος ακρόασης. Τα ερευνώμενα μέρη θα πρέπει να λαμβάνουν τα απαιτούμενα έγγραφα για την αποτελεσματική άμυνά τους και την υποβολή παρατηρήσεων σχετικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται εναντίον τους, μέσω της παροχής πρόσβασης στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.
(46)
Οι κανόνες αυτοί δεν θα πρέπει να θίγουν τη δυνατότητα των εποπτικών αρχών να χορηγούν περαιτέρω πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο με σκοπό την ακρόαση των απόψεων οποιουδήποτε από τα ερευνώμενα μέρη ή του καταγγέλλοντος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο της επικεφαλής εποπτικής αρχής.
(47)
Τα προκαταρκτικά πορίσματα καθορίζουν το πεδίο της έρευνας και, επομένως, την εμβέλεια κάθε μελλοντικής τελικής απόφασης, ενδεχομένως ληφθείσας βάσει δεσμευτικής απόφασης που εκδίδεται από το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, αποδέκτες της οποίας μπορεί να είναι υπεύθυνοι επεξεργασίας ή εκτελούντες την επεξεργασία. Τα προκαταρκτικά πορίσματα θα πρέπει, ακόμη και αν είναι λιτά, να είναι επαρκώς σαφή ώστε τα ερευνώμενα μέρη να μπορούν να προσδιορίσουν δεόντως τη φύση της εικαζόμενης παράβασης του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Η υποχρέωση παροχής στα ερευνώμενα μέρη κάθε αναγκαίας πληροφορίας ώστε να μπορούν να υπερασπιστούν δεόντως τον εαυτό τους εκπληρώνεται εάν στην τελική απόφαση δεν αναφέρεται ότι τα ερευνώμενα μέρη διέπραξαν παραβάσεις διαφορετικές από τις αναφερόμενες στα προκαταρκτικά πορίσματα, λαμβάνονται δε υπόψη μόνον πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τα οποία τα ερευνώμενα μέρη είχαν τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν την άποψή τους. Ωστόσο, δεν απαιτείται η τελική απόφαση της επικεφαλής εποπτικής αρχής να αναπαράγει τα προκαταρκτικά πορίσματα. Θα πρέπει να επιτρέπεται στην επικεφαλής εποπτική αρχή να λαμβάνει υπόψη στην τελική της απόφαση τις απαντήσεις των ερευνώμενων μερών στα προκαταρκτικά πορίσματα και, κατά περίπτωση, στο αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να μπορεί να διενεργεί τη δική της εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των νομικών επιχειρημάτων που προβάλλουν τα ερευνώμενα μέρη προκειμένου είτε να απορρίψει τα επιχειρήματα, όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή κρίνει ότι είναι αβάσιμα, είτε να συμπληρώσει και να αναδιατυπώσει τα πορίσματά της, τόσο πραγματικά και νομικά, προς στήριξη επιχειρημάτων που προβάλλει. Για παράδειγμα, η συνεκτίμηση επιχειρήματος το οποίο πρόβαλε ερευνώμενο μέρος κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, χωρίς να παρασχεθεί σε αυτό η δυνατότητα να διατυπώσει τη γνώμη του συναφώς πριν από την έκδοση της τελικής απόφασης, δεν μπορεί να συνιστά καθεαυτήν προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
(48)
Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες για περιπτώσεις στις οποίες η επικεφαλής εποπτική αρχή υποχρεούται από το εθνικό δίκαιο να συμμετέχει σε επακόλουθες εθνικές διαδικασίες σχετικά με την ίδια υπόθεση, όπως διαδικασίες διοικητικής προσφυγής.
(49)
Τα ερευνώμενα μέρη θα πρέπει να έχουν δικαίωμα ακρόασης πριν από την υποβολή αναθεωρημένου σχεδίου απόφασης βάσει του άρθρου 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή την έκδοση δεσμευτικής απόφασης από το ΕΣΠΔ βάσει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού. Τα νέα νομικά στοιχεία περιλαμβάνουν σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις όταν οι εν λόγω ενστάσεις περιέχουν νομικές εκτιμήσεις διαφορετικές από εκείνες που πρότεινε η επικεφαλής εποπτική αρχή στο σχέδιο απόφασης που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
(50)
Οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στη διαδικασία που κινεί εποπτική αρχή με σκοπό τον προσδιορισμό ή την αποσαφήνιση ζητημάτων σχετικών με δυνητική παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Το γεγονός ότι εποπτική αρχή έχει ήδη ξεκινήσει έρευνα σχετικά με το αντικείμενο της καταγγελίας ή θα χειριστεί την καταγγελία στο πλαίσιο έρευνας κινηθείσας αυτεπαγγέλτως κατόπιν παραλαβής της καταγγελίας δεν αποκλείει τον χαρακτηρισμό του υποκειμένου των δεδομένων ως καταγγέλλοντος. Η έρευνα, από εποπτική αρχή, ενδεχόμενης παράβασης του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 από υπεύθυνο επεξεργασίας ή εκτελούντα την επεξεργασία συνιστά διαδικασία κινηθείσα από εποπτική αρχή, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας, κατά την άσκηση των καθηκόντων της βάσει του άρθρου 57 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού. Τα ερευνώμενα μέρη και ο καταγγέλλων δεν βρίσκονται στην ίδια δικονομική θέση, είναι δε απαραίτητο να διασφαλίζονται τα δικαιώματα άμυνας του ερευνώμενου μέρους. Τα ερευνώμενα μέρη και ο καταγγέλλων μπορούν να επικαλεστούν το θεμελιώδες δικαίωμα ακρόασης όταν η απόφαση επηρεάζει δυσμενώς τη νομική τους θέση.
(51)
Θα πρέπει να παρέχεται στους καταγγέλλοντες η δυνατότητα να υποβάλουν εγγράφως τις απόψεις τους επί των προκαταρκτικών πορισμάτων, στο μέτρο που οι εν λόγω απόψεις αφορούν την καταγγελία τους σχετικά με την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων. Ωστόσο, οι καταγγέλλοντες δεν θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε εμπορικά απόρρητα ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα που ανήκουν σε ερευνώμενα μέρη ή τρίτα πρόσωπα.
(52)
Όταν οι εποπτικές αρχές τάσσουν προθεσμίες σε ερευνώμενα μέρη και σε καταγγέλλοντες προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με προκαταρκτικά πορίσματα, είναι σημαντικό οι εποπτικές αρχές να λαμβάνουν υπόψη την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που τέθηκαν στα προκαταρκτικά πορίσματα, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα ερευνώμενα μέρη και οι καταγγέλλοντες έχουν σε επαρκή βαθμό τη δυνατότητα να εκθέσουν με ουσιαστικό τρόπο τις απόψεις τους σχετικά με τα εν λόγω ζητήματα.
(53)
Η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των εποπτικών αρχών πριν από την υποβολή σχεδίου απόφασης περιλαμβάνει ανοικτό διάλογο και εκτενή ανταλλαγή απόψεων κατά την οποία οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια επίτευξης συναίνεσης σχετικά με την περαιτέρω πορεία της έρευνας. Αντιστρόφως, διαφωνία που διατυπώνεται σε σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, οι οποίες αυξάνουν την πιθανότητα προσφυγής στην επίλυση διαφορών μεταξύ εποπτικών αρχών βάσει του άρθρου 65 του εν λόγω κανονισμού και καθυστερούν την έκδοση τελικής απόφασης από την αρμόδια εποπτική αρχή, θα πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στην περίπτωση στην οποία οι εποπτικές αρχές αδυνατούν να επιτύχουν συναίνεση και στην οποία είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί συνεπής ερμηνεία του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Τέτοιες ενστάσεις θα πρέπει να προβάλλονται όταν τίθεται ζήτημα συνεπούς επιβολής του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
(54)
Χάριν της αποτελεσματικής και χωρίς αποκλεισμούς ολοκλήρωσης της διαδικασίας επίλυσης διαφορών, στην οποία όλες οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να διατυπώσουν τις απόψεις τους, και λαμβανομένων υπόψη των χρονικών περιορισμών στους οποίους υπόκειται η επίλυση διαφορών, η μορφή και η διάρθρωση των σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων θα πρέπει να πληρούν ορισμένες απαιτήσεις.
(55)
Η πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο προβλέπεται στο πλαίσιο των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος χρηστής διοίκησης που κατοχυρώνονται στον Χάρτη. Κατά την κοινοποίηση των προκαταρκτικών πορισμάτων, θα πρέπει να παρέχεται στα ερευνώμενα μέρη πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο και θα πρέπει να τάσσεται προθεσμία για την υποβολή των γραπτών παρατηρήσεών τους σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα.
(56)
Όταν παρέχουν στα ερευνώμενα μέρη και στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν την προστασία εμπορικών απορρήτων και άλλων πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα. Η κατηγορία των άλλων πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα περιλαμβάνει τις πληροφορίες που δεν συνιστούν εμπορικά απόρρητα και θα μπορούσαν να θεωρηθούν εμπιστευτικές σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο, καθόσον η δημοσιοποίησή τους θα έβλαπτε σημαντικά έναν υπεύθυνο επεξεργασίας, έναν εκτελούντα την επεξεργασία ή ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Στις εμπιστευτικές πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνονται ιδίως πληροφορίες που είναι γνωστές μόνον σε περιορισμένο αριθμό προσώπων και των οποίων η δημοσιοποίηση ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή ζημία στο πρόσωπο που τις παρέσχε ή σε τρίτα πρόσωπα, υπό την προϋπόθεση ότι τα συμφέροντα που ενδέχεται να θιγούν από τη δημοσιοποίηση των εν λόγω πληροφοριών είναι, αντικειμενικώς, άξια προστασίας. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να μπορούν να ζητούν από τα ερευνώμενα μέρη που υποβάλλουν ή υπέβαλαν έγγραφα ή δηλώσεις να προσδιορίζουν τις πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα.
(57)
Οσάκις εμπορικά απόρρητα ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα είναι απαραίτητες για να αποδειχθεί μια παράβαση, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να αξιολογούν κατά τρόπο σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας, για κάθε επιμέρους έγγραφο, αν η ανάγκη δημοσιοποίησής του είναι μεγαλύτερη από τη βλάβη που είναι πιθανόν να προκληθεί από την εν λόγω δημοσιοποίηση.
(58)
Η πρόσβαση σε έγγραφα που περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο βάσει της πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα παρέχεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό να προστατεύεται η ακεραιότητα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων έως ότου ληφθεί η τελική απόφαση από την αρμόδια εποπτική αρχή.
(59)
Είναι σημαντικό το ΕΣΠΔ να διευκολύνει την πρόσβαση σε αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τους μηχανισμούς συνεργασίας και συνεκτικότητας, δημοσιεύοντας στο διαδίκτυο, μέσω ευχερώς προσβάσιμων μητρώων, το κείμενο των τελικών αποφάσεων που εκδίδονται από τις εθνικές εποπτικές αρχές. Σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, οι εποπτικές αρχές μπορούν να διαγράψουν τα ονόματα, οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες που μπορούν να επιτρέψουν την ταυτοποίηση των ερευνώμενων μερών ή του καταγγέλλοντος, και άλλες πληροφορίες που προστατεύονται από το εφαρμοστέο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.
(60)
Είναι σημαντικό η κοινοποίηση στον καταγγέλλοντα μιας εκδοχής της τελικής απόφασης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό να μην θίγει τη δυνατότητα μιας εποπτικής αρχής να αποφασίζει αν θα δημοσιοποιήσει την απόφαση στο πλαίσιο των διορθωτικών εξουσιών της.
(61)
Όταν ένα ζήτημα παραπέμπεται σε διαδικασία επίλυσης διαφορών βάσει του άρθρου 65 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να παρέχει στο ΕΣΠΔ όλα τα αναγκαία έγγραφα και πληροφορίες ώστε να είναι σε θέση να αξιολογεί το παραδεκτό των σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων και να λαμβάνει απόφαση βάσει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού. Μόλις το ΕΣΠΔ παραλάβει όλα τα αναγκαία έγγραφα και πληροφορίες, ο πρόεδρος του ΕΣΠΔ θα πρέπει να καταχωρίζει την παραπομπή του ζητήματος σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
(62)
Η δεσμευτική απόφαση του ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά και μόνον ζητήματα τα οποία προκάλεσαν την ενεργοποίηση της διαδικασίας επίλυσης διαφορών και να συντάσσεται με τρόπο που να παρέχει στην επικεφαλής εποπτική αρχή τη δυνατότητα να εκδώσει την τελική απόφασή της βάσει της απόφασης του ΕΣΠΔ.
(63)
Προκειμένου να εξορθολογιστεί η επίλυση διαφορών μεταξύ εποπτικών αρχών οι οποίες υποβάλλονται στο ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν διαδικαστικοί κανόνες σχετικά με τα έγγραφα και τις πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται στο ΕΣΠΔ και στα οποία το ΕΣΠΔ θα πρέπει να βασίζει την απόφασή του. Είναι επίσης αναγκαίο να προσδιορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο το ΕΣΠΔ θα πρέπει να καταχωρίζει την παραπομπή του ζητήματος σε επίλυση διαφορών.
(64)
Προκειμένου να εξορθολογιστεί η διαδικασία έκδοσης επείγουσας γνώμης ή επείγουσας δεσμευτικής απόφασης από το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν διαδικαστικοί κανόνες σχετικά με τον χρόνο υποβολής των αιτημάτων έκδοσης επείγουσας γνώμης ή επείγουσας δεσμευτικής απόφασης και τα έγγραφα και τις πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται στο ΕΣΠΔ και στα οποία θα πρέπει αυτό να βασίζει την απόφασή του.
(65)
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 προβλέπει ότι το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής όταν η αρμόδια εποπτική αρχή δεν επιλαμβάνεται καταγγελίας. Ο παρών κανονισμός δεν δημιουργεί νέα ένδικα βοηθήματα πέραν εκείνων που έχουν ήδη θεσπιστεί με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, ούτε περιορίζει την εφαρμογή των ένδικων βοηθημάτων που θεσπίζονται με τον εν λόγω κανονισμό. Ορισμένες διατάξεις του παρόντος κανονισμού έχουν ιδιαίτερη σημασία για την έγκαιρη έκδοση της τελικής απόφασης από τις εποπτικές αρχές κατά τον χειρισμό των καταγγελιών. Κατά τον προσδιορισμό του εάν μια εποπτική αρχή έχει διεκπεραιώσει μια καταγγελία, θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον η εποπτική αρχή έχει τηρήσει ορισμένες προθεσμίες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679. Για τη διαπίστωση αυτή, είναι σημαντικό να διασφαλίζεται το δικαίωμα του καταγγέλλοντος για διεκπεραίωση της καταγγελίας του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν θίγουν τη δυνατότητα πρόβλεψης ενδίκων βοηθημάτων στο εθνικό δίκαιο για το ερευνώμενο μέρος, δεδομένου του δικαιώματός του για διεκπεραίωση των υποθέσεών του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
(66)
Η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού απαιτεί επαρκή ψηφιακά εργαλεία που υποστηρίζουν την ταχεία και ασφαλή ανταλλαγή πληροφοριών. Είναι σημαντικό να είναι διαθέσιμο ένα κατάλληλο και ασφαλές κοινό ηλεκτρονικό εργαλείο για όλες τις αρχές προστασίας δεδομένων, λαμβανομένης υπόψη της πείρας που αποκτήθηκε από τη χρήση των υφιστάμενων εργαλείων. Είναι επίσης σημαντικό να παρέχονται οι πόροι που απαιτούνται για την εφαρμογή ενός τέτοιου ηλεκτρονικού εργαλείου και το εργαλείο αυτό να διευκολύνει τη συλλογή και την ενοποίηση από το ΕΣΠΔ των στατιστικών στοιχείων για την επιβολή της νομοθεσίας σχετικά με υποθέσεις που αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία.
(67)
Τα κεφάλαια III και IV του παρόντος κανονισμού αφορούν τη συνεργασία των εποπτικών αρχών, τα διαδικαστικά δικαιώματα των ερευνώμενων μερών και τη συμμετοχή των καταγγελλόντων. Προκειμένου να διασφαλίζεται ασφάλεια δικαίου, οι σχετικές διατάξεις δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε έρευνες οι οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Θα πρέπει να εφαρμόζονται σε έρευνες που κινούνται αυτεπαγγέλτως μετά το πέρας 15 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού και σε έρευνες που βασίζονται σε καταγγελία, όταν η καταγγελία υποβλήθηκε μετά το πέρας 15 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Τα κεφάλαια V και VI του παρόντος κανονισμού προβλέπουν διαδικαστικούς κανόνες για τις υποθέσεις που παραπέμπονται στη διαδικασία επίλυσης διαφορών του άρθρου 65 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και για τα αιτήματα για την έκδοση επείγουσας γνώμης ή επείγουσας δεσμευτικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 66 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, τα εν λόγω κεφάλαια δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε υποθέσεις οι οποίες παραπέμφθηκαν στη διαδικασία επίλυσης διαφορών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες τις υποθέσεις που παραπέμπονται στη διαδικασία επίλυσης διαφορών μετά το πέρας 15 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.
(68)
Ζητήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και του ΕΣΠΔ, που εξέδωσαν κοινή γνωμοδότηση στις 19 Σεπτεμβρίου 2023,
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
Ο παρών κανονισμός καθορίζει διαδικαστικούς κανόνες για τον χειρισμό καταγγελιών και τη διενέργεια ερευνών, τόσο σε υποθέσεις που βασίζονται σε καταγγελία όσο και σε αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενες υποθέσεις, από τις εποπτικές αρχές κατά την επιβολή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, όταν οι υποθέσεις αυτές αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία. Ο χειρισμός καταγγελιών και η διεξαγωγή ερευνών σε υποθέσεις που αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία περιλαμβάνουν την κρίση περί του αν μια υπόθεση αφορά διασυνοριακή επεξεργασία.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται οι ορισμοί του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
Εφαρμόζεται επίσης ο ακόλουθος ορισμός:
«ερευνώμενο μέρος»: ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία που διερευνάται για εικαζόμενη παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 που αφορά διασυνοριακή επεξεργασία.
Άρθρο 3
Αρχές σχετικά με την επιβολή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 σε υποθέσεις που αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία
1. Οι εποπτικές αρχές διεξάγουν τις διαδικασίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού ταχέως και αποτελεσματικά. Συνεργάζονται μεταξύ τους με ειλικρινή και αποτελεσματικό τρόπο, μεταξύ άλλων με την παροχή στήριξης, όπου απαιτείται, και την αμοιβαία ανταπόκριση στα εκατέρωθεν αιτήματα χωρίς καθυστέρηση.
2. Μια εποπτική αρχή μπορεί να ενώνει ή να χωρίζει υποθέσεις σύμφωνα με το εθνικό δικονομικό δίκαιο, εφόσον η ένωση ή ο χωρισμός αυτών των υποθέσεων δεν υπονομεύει τα δικαιώματα των ερευνώμενων μερών ή τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος.
3. Ο καταγγέλλων έχει τη δυνατότητα να επικοινωνεί αποκλειστικά με την εποπτική αρχή στην οποία ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του σύμφωνα με το άρθρο 77 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
4. Ο χειρισμός καταγγελίας οδηγεί πάντα σε απόφαση που υπόκειται σε πραγματική δικαστική προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 78 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
5. Για λόγους αποτελεσματικότητας των διαδικασιών, οι εποπτικές αρχές μπορούν να περιορίζουν την έκταση των παρατηρήσεων του ερευνώμενου μέρους και του καταγγέλλοντος, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης και των εγγράφων που έχουν ήδη υποβληθεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΥΠΟΒΟΛΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΛΥΣΗ ΣΕ ΠΡΩΙΜΟ ΣΤΑΔΙΟ
Άρθρο 4
Καταγγελίες που αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία
1. Κάθε καταγγελία η οποία βασίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και αφορά διασυνοριακή επεξεργασία είναι παραδεκτή υπό την προϋπόθεση ότι περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας του προσώπου που υποβάλλει την καταγγελία·
β)
εάν η καταγγελία υποβάλλεται από μη κερδοσκοπικό φορέα, οργάνωση ή ένωση που αναφέρεται στο άρθρο 80 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, αποδεικτικά στοιχεία ότι ο φορέας, η οργάνωση ή η ένωση αυτή έχει συσταθεί δεόντως σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους·
γ)
εάν η καταγγελία υποβάλλεται βάσει του άρθρου 80 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, την επωνυμία και τα στοιχεία επικοινωνίας του μη κερδοσκοπικού φορέα, οργάνωσης ή ένωσης που υποβάλλει την καταγγελία και αποδεικτικά στοιχεία ότι ο φορέας, η οργάνωση ή η ένωση ενεργεί βάσει της εντολής του υποκειμένου των δεδομένων·
δ)
πληροφορίες που διευκολύνουν την ταυτοποίηση του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία που αποτελεί το αντικείμενο της καταγγελίας·
ε)
περιγραφή της εικαζόμενης παράβασης του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
Για να είναι παραδεκτή μια καταγγελία που αφορά διασυνοριακή επεξεργασία δεν απαιτούνται πρόσθετες πληροφορίες πέραν εκείνων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.
Εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διοικητικές ρυθμίσεις και απαιτήσεις βάσει του εθνικού δικονομικού δικαίου της εποπτικής αρχής στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία.
2. Εάν η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε καταγγελία κρίνει ότι η καταγγελία δεν περιέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, κηρύσσει την εν λόγω καταγγελία απαράδεκτη εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή της και ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για τους σχετικούς λόγους.
3. Για να είναι παραδεκτή η καταγγελία, ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να έχει επικοινωνήσει με το ερευνώμενο μέρος πριν από την υποβολή της.
Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, όταν μια καταγγελία αφορά την άσκηση δικαιώματος του υποκειμένου των δεδομένων που βασίζεται στην υποβολή αιτήματος από το ενδιαφερόμενο υποκείμενο των δεδομένων στον υπεύθυνο επεξεργασίας, το εν λόγω αίτημα υποβάλλεται στον υπεύθυνο επεξεργασίας πριν από την υποβολή της εν λόγω καταγγελίας.
4. Η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία καθορίζει, μέσω προκαταρκτικού συμπεράσματος, τα εξής:
α)
αν η καταγγελία αφορά διασυνοριακή επεξεργασία·
β)
ποια εποπτική αρχή θεωρεί ως κατά τεκμήριο αρμόδια να ενεργεί ως επικεφαλής εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679· και
γ)
αν εφαρμόζεται το άρθρο 56 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
5. Όταν μια καταγγελία που αφορά διασυνοριακή επεξεργασία είναι παραδεκτή και δεν επιτευχθεί επίλυση σε πρώιμο στάδιο σύμφωνα με το άρθρο 5, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία διαβιβάζει την καταγγελία στην εποπτική αρχή που θεωρεί ότι είναι αρμόδια να ενεργεί ως επικεφαλής εποπτική αρχή το αργότερο έξι εβδομάδες από τη λήψη της καταγγελίας και ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για την εν λόγω διαβίβαση.
Η κρίση της εποπτικής αρχής στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία περί του παραδεκτού της καταγγελίας είναι δεσμευτική για την επικεφαλής εποπτική αρχή.
6. Εντός έξι εβδομάδων από την παραλαβή καταγγελίας, η εποπτική αρχή που θεωρείται αρμόδια να ενεργεί ως επικεφαλής εποπτική αρχή είτε επιβεβαιώνει την αρμοδιότητά της είτε, εάν υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με το ποια από τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές είναι αρμόδια για την κύρια εγκατάσταση, παραπέμπει το θέμα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (ΕΣΠΔ) για την επίλυση της διαφοράς βάσει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
Εάν η εποπτική αρχή που θεωρείται αρμόδια να ενεργεί ως επικεφαλής εποπτική αρχή δεν επιβεβαιώσει την αρμοδιότητά της ή παραπέμψει το θέμα στο ΕΣΠΔ εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η εποπτική αρχή στην οποία έχει υποβληθεί η καταγγελία παραπέμπει το θέμα στο ΕΣΠΔ για την επίλυση της διαφοράς σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
7. Με την επιφύλαξη του παραδεκτού της, η εποπτική αρχή στην οποία έχει υποβληθεί καταγγελία ή η επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει συμπληρωματικές πληροφορίες που θα διευκολύνουν τον χειρισμό της εν λόγω καταγγελίας και θα καταστήσουν δυνατή την πλήρη εξέτασή της.
8. Η επικεφαλής εποπτική αρχή ενημερώνει αμελλητί το ερευνώμενο μέρος για την υποβολή καταγγελίας και για τα κύρια στοιχεία της.
Άρθρο 5
Επίλυση σε πρώιμο στάδιο
1. Καταγγελία σχετικά με διασυνοριακή επεξεργασία η οποία αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων δυνάμει του κεφαλαίου III του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 μπορεί, κατά περίπτωση, να επιλυθεί μέσω διαδικασίας που επιτρέπει την επίλυση σε πρώιμο στάδιο από:
α)
την εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία, αφού διαπιστώσει, ως προκαταρκτικό συμπέρασμα, ότι η καταγγελία αφορά διασυνοριακή επεξεργασία και πριν από την ενδεχόμενη διαβίβαση της καταγγελίας στην εποπτική αρχή που θεωρείται αρμόδια να ενεργεί ως επικεφαλής εποπτική αρχή· ή
β)
την επικεφαλής εποπτική αρχή στην οποία έχει διαβιβαστεί η καταγγελία, οποτεδήποτε πριν από την υποβολή των προκαταρκτικών πορισμάτων στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 19 του παρόντος κανονισμού, ή, όταν εφαρμόζεται η απλή διαδικασία συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του παρόντος κανονισμού, πριν από την υποβολή του σχεδίου απόφασης.
Οι εποπτικές αρχές μπορούν να ενθαρρύνουν και να διευκολύνουν την επίλυση των καταγγελιών σε πρώιμο στάδιο και, κατά περίπτωση, να επικοινωνούν με το ερευνώμενο μέρος ή τον καταγγέλλοντα για τον σκοπό αυτό.
2. Για τους σκοπούς της επίλυσης σε πρώιμο στάδιο, όταν η εποπτική αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) διαπιστώσει, βάσει αποδεικτικών στοιχείων, ότι η εικαζόμενη παράβαση τερματίστηκε, η εν λόγω εποπτική αρχή θεωρεί ότι η καταγγελία έχει καταστεί άνευ αντικειμένου.
Όταν έχει διαπιστωθεί ότι η καταγγελία έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, η εποπτική αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β), χρησιμοποιώντας σαφή και απλή γλώσσα, ενημερώνει τον καταγγέλλοντα:
α)
ότι η εικαζόμενη παράβαση τερματίστηκε και ότι θεωρεί ότι η καταγγελία στερείται αντικειμένου
β)
σχετικά με τις συνέπειες της επίλυσης σε πρώιμο στάδιο και
γ)
σχετικά με τη δυνατότητα του καταγγέλλοντα να υποβάλει ένσταση κατά της επίλυσης σε πρώιμο στάδιο εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη λήψη των εν λόγω πληροφοριών.
3. Στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον της εποπτικής αρχής στην οποία έχει υποβληθεί καταγγελία, εάν ο καταγγέλλων δεν υποβάλει ένσταση εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ), η εν λόγω εποπτική αρχή, εντός δύο εβδομάδων από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, διαπιστώνει ότι η καταγγελία έχει επιλυθεί και ενημερώνει τον καταγγέλλοντα, το ερευνώμενο μέρος και, κατά περίπτωση, την επικεφαλής εποπτική αρχή για την εν λόγω επίλυση.
4. Στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον της επικεφαλής εποπτικής αρχής στην οποία έχει διαβιβαστεί η καταγγελία, εάν ο καταγγέλλων δεν υποβάλει ένσταση εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, η εν λόγω επικεφαλής εποπτική αρχή υποβάλλει σχέδιο απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, με σκοπό την έκδοση τελικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 με την οποία διαπιστώνεται ότι η καταγγελία έχει επιλυθεί.
5. Η επίλυση μιας καταγγελίας σε πρώιμο στάδιο δεν θίγει την άσκηση από την επικεφαλής εποπτική αρχή των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 όσον αφορά το ίδιο αντικείμενο.
6. Τα άρθρα 10 έως 20 δεν εφαρμόζονται σε καταγγελίες που επιλύονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 60 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2016/679
ΤΜΗΜΑ 1
ΑΠΛΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
Άρθρο 6
Απλή διαδικασία συνεργασίας
1. Μόλις η επικεφαλής εποπτική αρχή διαμορφώσει προκαταρκτική άποψη σχετικά με τα κύρια ζητήματα μιας έρευνας, μπορεί να συνεργάζεται με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μέσω απλής διαδικασίας συνεργασίας, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, όταν:
α)
θεωρεί ότι δεν υφίσταται καμία εύλογη αμφιβολία ως προς το πεδίο της έρευνας, ιδίως όσον αφορά τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, τις οποίες αφορά η εικαζόμενη παράβαση που πρέπει να διερευνηθεί· και
β)
τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που εντόπισε η επικεφαλής εποπτική αρχή δεν απαιτούν την πρόσθετη συνεργασία με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές που θα ήταν αναγκαία για τους σκοπούς μιας σύνθετης έρευνας, ιδίως όταν τα ζητήματα αυτά μπορούν να αντιμετωπιστούν βάσει προηγούμενων αποφάσεων σε παρόμοιες υποθέσεις.
Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή εφαρμόζει την απλή διαδικασία συνεργασίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 10, 11, 16, 19, 20, το άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) και το άρθρο 23 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού. Η επικεφαλής εποπτική αρχή υποβάλλει σχέδιο απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού.
2. Η επικεφαλής εποπτική αρχή κοινοποιεί στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές την πρόθεσή της να εφαρμόσει την απλή διαδικασία συνεργασίας και παρέχει πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά της υπόθεσης που είναι χρήσιμα για να διαπιστωθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εντός έξι εβδομάδων από τη στιγμή που η επικεφαλής εποπτική αρχή επιβεβαιώσει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού ή από δεσμευτική απόφαση του ΕΣΠΔ σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
3. Εάν οποιαδήποτε από τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές αντιταχθεί στην εφαρμογή της απλής διαδικασίας συνεργασίας εντός δύο εβδομάδων από τη στιγμή που θα ειδοποιηθεί σχετικά, η εν λόγω διαδικασία δεν εφαρμόζεται και η επικεφαλής εποπτική αρχή συντάσσει σύνοψη βασικών ζητημάτων σύμφωνα με το άρθρο 10 και συνεργάζεται με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στο κεφάλαιο III.
4. Κατά την εφαρμογή της απλής διαδικασίας συνεργασίας, η επικεφαλής εποπτική αρχή διασφαλίζει, πριν από την υποβολή σχεδίου απόφασης, ότι, κατά περίπτωση, παρέχεται στα ερευνώμενα μέρη το δικαίωμα ακρόασης και ότι παρέχεται στον καταγγέλλοντα η δυνατότητα να γνωστοποιήσει τις απόψεις του. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διοικητικές ρυθμίσεις και απαιτήσεις που προβλέπονται στο εθνικό δικονομικό δίκαιο της επικεφαλής εποπτικής αρχής ή της αρχής στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία, ανάλογα με την περίπτωση.
5. Το κεφάλαιο III του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζεται σε υποθέσεις τις οποίες χειρίζεται η ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 56 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
ΤΜΗΜΑ 2
ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 60 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2016/679
Άρθρο 7
Απονομή ή περιορισμών δικαιωμάτων
Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος αφορούν τη συνεργασία μεταξύ των εποπτικών αρχών και δεν απονέμουν δικαιώματα σε φυσικά πρόσωπα ή στα ερευνώμενα μέρη ούτε περιορίζουν τα δικαιώματά τους.
Άρθρο 8
Συνεργασία των εποπτικών αρχών
Όταν συνεργάζονται με σκοπό την επίτευξη συναίνεσης, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 60 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, οι εποπτικές αρχές μπορούν να χρησιμοποιούν όλα τα μέσα που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων της αμοιβαίας συνδρομής δυνάμει του άρθρου 61 του εν λόγω κανονισμού και των κοινών επιχειρήσεων δυνάμει του άρθρου 62 του εν λόγω κανονισμού.
Άρθρο 9
Συναφείς πληροφορίες που πρέπει να ανταλλάσσονται μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών
1. Η επικεφαλής εποπτική αρχή και οι άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές ανταλλάσσουν τις συναφείς πληροφορίες που μνημονεύονται στο άρθρο 60 παράγραφοι 1 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση:
α)
πληροφορίες που αφορούν την έναρξη έρευνας σχετικά με εικαζόμενη παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·
β)
αιτήματα παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και σχετικά έγγραφα που προκύπτουν από τα εν λόγω αιτήματα·
γ)
πληροφορίες για τη χρήση άλλων εξουσιών έρευνας οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και σχετικά έγγραφα που προκύπτουν από την άσκηση των εν λόγω εξουσιών έρευνας·
δ)
σε περίπτωση που εξετάζεται το ενδεχόμενο εν όλω ή εν μέρει απόρριψης ή κήρυξης απαράδεκτης μιας καταγγελίας, τους λόγους απόρριψης της καταγγελίας ή της κήρυξής της ως απαράδεκτης από την επικεφαλής εποπτική αρχή·
ε)
πληροφορίες για την επίλυση της καταγγελίας σε πρώιμο στάδιο σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού·
στ)
τη σύνοψη βασικών ζητημάτων και τα σχόλια για την εν λόγω σύνοψη στην οποία αναφέρεται το άρθρο 10 του παρόντος κανονισμού·
ζ)
πληροφορίες σχετικά με το πεδίο της έρευνας·
η)
πληροφορίες σχετικά με εξελίξεις ή πορίσματα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεταβολή του πεδίου της έρευνας ή στην έναρξη νέας έρευνας·
θ)
πληροφορίες σχετικά με τις ενέργειες που αναλήφθηκαν και τη νομική ανάλυση που διενεργήθηκε που αποσκοπούν στο να διαπιστωθεί παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 προτού να εκπονηθούν προκαταρκτικά πορίσματα και πριν από την εκπόνηση του σχεδίου απόφασης·
ι)
προκαταρκτικά πορίσματα·
ια)
τις παρατηρήσεις των ερευνώμενων μερών σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα·
ιβ)
τις απόψεις του καταγγέλλοντος σχετικά με το μη εμπιστευτικό κείμενο των προκαταρκτικών πορισμάτων και, εφόσον αρμόζει, σχετικά με άλλες πτυχές της έρευνας για τις οποίες έχουν ενδεχομένως υποβληθεί επίσημες γραπτές παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα·
ιγ)
σε περίπτωση εν όλω ή εν μέρει απόρριψης ή κήρυξης ως απαράδεκτης της καταγγελίας, τις γραπτές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος·
ιδ)
πληροφορίες για κάθε σχετική ενέργεια στην οποία προέβη η επικεφαλής εποπτική αρχή μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων των ερευνώμενων μερών σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα και πριν από την υποβολή σχεδίου απόφασης που μνημονεύεται στο άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·
ιε)
τις απόψεις των ερευνώμενων μερών σχετικά με το αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης·
ιστ)
κάθε άλλη πληροφορία που κρίνεται χρήσιμη και συναφής για την έρευνα.
2. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η επικεφαλής εποπτική αρχή και οι άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές ανταλλάσσουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός μίας εβδομάδας από τη στιγμή που οι εν λόγω πληροφορίες καθίστανται διαθέσιμες, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό ή στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679.
3. Το ΕΣΠΔ μπορεί να προσδιορίζει τις ρυθμίσεις και τις απαιτήσεις για την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών μεταξύ εποπτικών αρχών.
Άρθρο 10
Σύνοψη βασικών ζητημάτων
1. Η επικεφαλής εποπτική αρχή, μόλις διαμορφώσει προκαταρκτική άποψη σχετικά με τα κύρια ζητήματα της έρευνας, καταρτίζει σύνοψη βασικών ζητημάτων για τον σκοπό της συνεργασίας βάσει του άρθρου 60 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
2. Η σύνοψη βασικών ζητημάτων περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
α)
τα κύρια σχετικά πραγματικά περιστατικά·
β)
προκαταρκτικό προσδιορισμό του πεδίου της έρευνας και ειδικότερα των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 τις οποίες αφορά η εικαζόμενη παράβαση που πρέπει να διερευνηθεί·
γ)
τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που εντοπίστηκαν·
δ)
ανάλυση των σχετικών απόψεων που εξέφρασε το ερευνώμενο μέρος ή ο καταγγέλλων, όταν οι απόψεις αυτές είναι διαθέσιμες κατά τον χρόνο σύνταξης της σύνοψης βασικών ζητημάτων·
ε)
κατά περίπτωση, προκαταρκτικό προσδιορισμό του πιθανού ή των πιθανών διορθωτικών μέτρων.
3. Η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές τη σύνοψη βασικών ζητημάτων χωρίς καθυστέρηση και εντός τριών μηνών από τη στιγμή που η επικεφαλής εποπτική αρχή επιβεβαιώνει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού ή από δεσμευτική απόφαση του ΕΣΠΔ σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
4. Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μπορούν να υποβάλλουν παρατηρήσεις σχετικά με τη σύνοψη βασικών ζητημάτων εντός τεσσάρων εβδομάδων από την παραλαβή της εν λόγω σύνοψης. Η επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να παρατείνει την εν λόγω προθεσμία κατά δύο εβδομάδες λόγω της πολυπλοκότητας της υπόθεσης ή κατόπιν αιτήματος των άλλων ενδιαφερομένων εποπτικών αρχών.
5. Όταν οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές υποβάλλουν παρατηρήσεις δυνάμει της παραγράφου 4, αυτές οι παρατηρήσεις κοινοποιούνται σε όλες τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Η επικεφαλής εποπτική αρχή απαντά στις παρατηρήσεις αυτές εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 4, δηλώνοντας αν και με ποιον τρόπο προτίθεται να τις λάβει υπόψη. Η επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να παρατείνει την εν λόγω προθεσμία κατά δύο εβδομάδες λόγω της πολυπλοκότητας της υπόθεσης.
6. Κατά τη διαβίβαση υπόθεσης στην επικεφαλής εποπτική αρχή, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία μπορεί να παρέχει στην επικεφαλής εποπτική αρχή πληροφορίες σχετικές με την κατάρτιση της σύνοψης βασικών ζητημάτων.
7. Το ΕΣΠΔ μπορεί να προσδιορίζει τις ρυθμίσεις και τις απαιτήσεις για τη διατύπωση παρατηρήσεων από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σχετικά με τη σύνοψη βασικών ζητημάτων.
Άρθρο 11
Χρήση μέσων για την επίτευξη συναίνεσης
1. Σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η επικεφαλής εποπτική αρχή και οι άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές επιδιώκουν την επίτευξη συναίνεσης σχετικά με υποθέσεις που αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, και μπορούν να χρησιμοποιούν όλα τα μέσα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβαίας συνδρομής δυνάμει του άρθρου 61 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και των κοινών επιχειρήσεων δυνάμει του άρθρου 62 του εν λόγω κανονισμού.
2. Όταν μια ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή διαφωνεί με την επικεφαλής εποπτική αρχή και δεν είναι δυνατή η επίτευξη συναίνεσης, η εν λόγω εποπτική αρχή μπορεί να υποβάλει αίτημα για αμοιβαία συνδρομή δυνάμει του άρθρου 61 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 στην επικεφαλής εποπτική αρχή ή μπορεί να ζητήσει από την επικεφαλής εποπτική αρχή να διεξαγάγει κοινές επιχειρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 62 του εν λόγω κανονισμού, ή και τα δύο, προκειμένου να επιτευχθεί συναίνεση επί των ακόλουθων στοιχείων:
α)
το πεδίο της έρευνας σε υποθέσεις που βασίζονται σε καταγγελία, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 που αφορά η εικαζόμενη παράβαση η οποία πρόκειται να διερευνηθεί·
β)
τα νομικά ή πραγματικά ζητήματα που μνημονεύονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, κατά περίπτωση·
γ)
τον προκαταρκτικό προσδιορισμό των πιθανών διορθωτικών μέτρων βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 2 στοιχείο ε) του παρόντος κανονισμού.
3. Το αίτημα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου υποβάλλεται εντός ενός μηνός από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 5.
4. Όταν υποβάλλεται αίτημα για τη διεξαγωγή κοινών επιχειρήσεων του άρθρου 62 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η επικεφαλής εποπτική αρχή απαντά στο εν λόγω αίτημα εντός ενός μηνός από την παραλαβή του.
5. Η επικεφαλής εποπτική αρχή συνεργάζεται με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές βάσει των παρατηρήσεών τους σχετικά με τη σύνοψη βασικών ζητημάτων και, κατά περίπτωση, στο πλαίσιο απάντησης σε αιτήματα που υποβάλλονται δυνάμει των άρθρων 61 και 62 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, με σκοπό την επίτευξη συναίνεσης. Η συναίνεση επί των ζητημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου χρησιμοποιείται από την επικεφαλής εποπτική αρχή ως βάση για τη συνέχιση της έρευνας και την κατάρτιση των προκαταρκτικών πορισμάτων ή, κατά περίπτωση, για την παροχή στην εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία της αιτιολογίας για τους σκοπούς του άρθρου 16 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού.
6. Όταν, σε έρευνα που βασίζεται σε καταγγελία, μετά τη διαδικασία δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού και της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, δεν επιτυγχάνεται συναίνεση μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και μίας ή πλειόνων άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών σχετικά με τον προκαταρκτικό προσδιορισμό του πεδίου της έρευνας που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αίτηση έκδοσης επείγουσας δεσμευτικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και η επικεφαλής εποπτική αρχή ζητεί από το ΕΣΠΔ να εκδώσει επείγουσα δεσμευτική απόφαση δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
7. Όταν ζητεί από το ΕΣΠΔ να εκδώσει επείγουσα δεσμευτική απόφαση δυνάμει της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει στο ΕΣΠΔ τα ακόλουθα στοιχεία:
α)
τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2·
β)
τις παρατηρήσεις των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών οι οποίες διαφωνούν με τον προκαταρκτικό προσδιορισμό του πεδίου της έρευνας εκ μέρους της επικεφαλής εποπτικής αρχής·
γ)
περαιτέρω ανταλλαγές μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 5 και το άρθρο 11 παράγραφος 5·
δ)
κάθε άλλο σχετικό έγγραφο ή πληροφορία που ζητείται από το ΕΣΠΔ.
8. Το ΕΣΠΔ εκδίδει επείγουσα δεσμευτική απόφαση σχετικά με το πεδίο της έρευνας βάσει όλων των πληροφοριών που έχει λάβει.
Άρθρο 12
Προθεσμίες για την υποβολή σχεδίου απόφασης
1. Η επικεφαλής εποπτική αρχή υποβάλλει σχέδιο απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 εντός 15 μηνών από τη στιγμή που η επικεφαλής εποπτική αρχή επιβεβαιώσει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού ή από δεσμευτική απόφαση του ΕΣΠΔ σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
2. Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή υποβάλλει αίτημα δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 6, η προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου αναστέλλεται έως ότου το ΕΣΠΔ εκδώσει τη δεσμευτική απόφασή του.
3. Κατ’ εξαίρεση, η επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να παρατείνει την προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μία φορά, για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες, λόγω της πολυπλοκότητας της υπόθεσης. Η επικεφαλής εποπτική αρχή ενημερώνει τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές για την πρόθεσή της να παρατείνει την προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αναφέροντας τη διάρκεια και τους λόγους της σκοπούμενης παράτασης, τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πριν από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
4. Κάθε ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή μπορεί να υποβάλει ένσταση κατά της παράτασης της προθεσμίας εντός δύο εβδομάδων από την ενημέρωσή της σύμφωνα με την παράγραφο 3. Η αρχή εκθέτει τους λόγους της ένστασής της. Όταν αποφασίζει σχετικά με το ενδεχόμενο παράτασης της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και, κατά περίπτωση, για τη διάρκεια της εν λόγω παράτασης, η επικεφαλής εποπτική αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη την εν λόγω ένσταση.
5. Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή παρατείνει την προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου, κάθε άλλη ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή μπορεί να ενημερώσει την επικεφαλής εποπτική αρχή ότι θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να ληφθούν μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων. Εάν η επικεφαλής εποπτική αρχή δεν υποβάλει σχέδιο απόφασης εντός της παραταθείσας προθεσμίας, μια εποπτική αρχή που έχει ενημερώσει την επικεφαλής εποπτική αρχή σχετικά με την ανάγκη λήψης μέτρων για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων μπορεί να λάβει προσωρινό μέτρο στο έδαφος του κράτους μέλους της σύμφωνα με το άρθρο 55 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Στην περίπτωση αυτή, τεκμαίρεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ότι συντρέχει επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
6. Όταν εφαρμόζεται η απλή διαδικασία συνεργασίας δυνάμει του άρθρου 6 του παρόντος κανονισμού, η επικεφαλής εποπτική αρχή υποβάλλει σχέδιο απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 εντός 12 μηνών από τη στιγμή που η επικεφαλής εποπτική αρχή επιβεβαιώνει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού ή από δεσμευτική απόφαση του ΕΣΠΔ σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
Όταν το εθνικό δίκαιο απαιτεί προηγούμενη ή επακόλουθη εθνική διαδικασία που συνεπάγεται ότι πρέπει να υποβληθεί σχέδιο απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 μετά τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να παρατείνει την εν λόγω προθεσμία μία φορά, για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες. Στην περίπτωση αυτή, η επικεφαλής εποπτική αρχή ενημερώνει τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σχετικά με την παράταση της προθεσμίας τουλάχιστον δύο εβδομάδες πριν από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και ορίζει τη διάρκεια της εν λόγω παράτασης.
Άρθρο 13
Επακόλουθες εθνικές διαδικασίες
1. Όταν το εθνικό δίκαιο απαιτεί την κίνηση επακόλουθης εθνικής διαδικασίας που αφορά την ίδια υπόθεση μετά την έκδοση απόφασης δυνάμει του άρθρου 18 ή 21, η επικεφαλής εποπτική αρχή:
α)
δεν συντάσσει σύνοψη βασικών ζητημάτων·
β)
επαναλαμβάνει τις διαδικαστικές ενέργειες σύμφωνα με το άρθρο 16 ή τα άρθρα 19 και 20 μόνο όταν η πραγματική ή νομική εκτίμηση της επικεφαλής εποπτικής αρχής διαφέρει από προηγούμενη απόφαση που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 18 ή 21· και
γ)
υποβάλλει σχέδιο απόφασης πριν από την έκδοση οποιασδήποτε επακόλουθης απόφασης που διαφέρει από προηγούμενη απόφαση δυνάμει του άρθρου 18 ή 21.
2. Οι προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 12 ισχύουν για την υποβολή σχεδίου απόφασης σε οποιαδήποτε επακόλουθη διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
ΤΜΗΜΑ 3
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΩΝ
Άρθρο 14
Νομιμότητα και εγκυρότητα των διαδικαστικών σταδίων και της τελικής απόφασης
Όταν ο παρών κανονισμός ή το άρθρο 65 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 απαιτεί από την εποπτική αρχή να προβεί σε διαδικαστική ενέργεια εντός καθορισμένης προθεσμίας, η ενέργεια αυτή μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας δεν επηρεάζει τη νομιμότητα ή την εγκυρότητα της εν λόγω διαδικαστικής πράξης ή της τελικής απόφασης.
Άρθρο 15
Προθεσμίες και δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής
Προκειμένου να καθοριστεί αν μια εποπτική αρχή δεν έχει χειριστεί καταγγελία σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον η εν λόγω εποπτική αρχή, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό ή στο άρθρο 65 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, συμπεριλαμβανομένων τυχόν παρατάσεων της εν λόγω προθεσμίας, δεν έχει:
α)
υποβάλει σχέδιο απόφασης ή αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης· ή
β)
εκδώσει τελική απόφαση.
ΤΜΗΜΑ 4
ΕΝ ΟΛΩ Ή ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΑΠΟΡΡΙΨΗ Ή ΚΗΡΥΞΗ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΩΝ
Άρθρο 16
Διαδικασία περί εν όλω ή εν μέρει απόρριψης ή κήρυξης ως απαράδεκτης καταγγελίας κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφοι 8 και 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679
1. Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή προτίθεται εν όλω η εν μέρει να απορρίψει ή να κηρύξει απαράδεκτη μια καταγγελία, τότε, προτού υποβάλει σχέδιο απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, παρέχει στην εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία την αιτιολογία για την προκαταρκτική άποψή της ότι η καταγγελία θα πρέπει εν όλω ή εν μέρει να απορριφθεί ή να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για τους λόγους της προκαταρκτικής άποψης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, του παρέχει τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει εγγράφως τις απόψεις του και ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για τις συνέπειες της μη γνωστοποίησης των απόψεών του.
Η επικεφαλής εποπτική αρχή ορίζει κατάλληλη προθεσμία εντός της οποίας ο καταγγέλλων μπορεί να γνωστοποιήσει τις απόψεις του. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριών εβδομάδων ούτε μεγαλύτερη των έξι εβδομάδων.
2. Η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία διαβιβάζει τυχόν απόψεις που γνωστοποίησε ο καταγγέλλων στην επικεφαλής εποπτική αρχή το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός μίας εβδομάδας από τη στιγμή που οι εν λόγω πληροφορίες καθίστανται διαθέσιμες.
3. Όταν οι απόψεις που γνωστοποίησε ο καταγγέλλων σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν οδηγούν σε αλλαγή της προκαταρκτικής άποψης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, η επικεφαλής εποπτική αρχή, σε συνεργασία με την εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία, καταρτίζει σχέδιο απόφασης και το υποβάλλει στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
4. Όταν στο σχέδιο απόφασης που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 συμπεραίνεται ότι η καταγγελία πρέπει να απορριφθεί ή να κηρυχθεί απαράδεκτη εν μέρει, η επικεφαλής εποπτική αρχή συνεχίζει την έρευνά της σε συνεργασία με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές όσον αφορά το μέρος της καταγγελίας που απομένει να διερευνηθεί.
Άρθρο 17
Αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης περί εν όλω ή εν μέρει απόρριψης ή κήρυξης απαραδέκτου καταγγελίας
Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή κρίνει ότι το αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, με την οποία εν όλω ή εν μέρει απορρίπτεται ή κηρύσσεται απαράδεκτη μια καταγγελία, περιέχει νέα στοιχεία επί των οποίων ο καταγγέλλων θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει τις απόψεις του, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία παρέχει στον καταγγέλλοντα, πριν από την υποβολή του αναθεωρημένου σχεδίου απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει τις απόψεις του επί των νέων αυτών στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 16 του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 18
Απόφαση περί εν όλω ή εν μέρει απόρριψης ή κήρυξης απαραδέκτου καταγγελίας
Όταν εκδίδει απόφαση περί εν όλω ή εν μέρει απόρριψης ή κήρυξης ως απαράδεκτης καταγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 8 ή 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για τα μέσα ένδικης προστασίας τα οποία έχει στη διάθεσή του σύμφωνα με το άρθρο 78 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
ΤΜΗΜΑ 5
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΜΕ ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ ΤΑ ΕΡΕΥΝΩΜΕΝΑ ΜΕΡΗ
Άρθρο 19
Προκαταρκτικά πορίσματα και δικαίωμα ακρόασης
1. Όταν, μετά τις διαβουλεύσεις και τις διαδικασίες βάσει των άρθρων 10 και 11 του παρόντος κανονισμού, η επικεφαλής εποπτική αρχή προτίθεται να υποβάλει στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σχέδιο απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η επικεφαλής εποπτική αρχή καταρτίζει προκαταρκτικά πορίσματα.
2. Στα προκαταρκτικά πορίσματα περιλαμβάνονται τα πορίσματα της έρευνας και παρατίθενται οι προβληθέντες ισχυρισμοί με εξαντλητικό και επαρκώς σαφή τρόπο ώστε τα ερευνώμενα μέρη να μπορούν να γνωρίζουν τη συμπεριφορά που διερευνάται από την επικεφαλής εποπτική αρχή. Ειδικότερα, στα προκαταρκτικά πορίσματα εκτίθενται με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, ο κατάλογος των αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν, και το σύνολο της νομικής εκτίμησης που διατυπώνεται εις βάρος των ερευνώμενων μερών, ώστε να μπορούν να διατυπώσουν τις απόψεις τους σχετικά με αυτά τα πραγματικά περιστατικά και τα νομικά συμπεράσματα στα οποία η επικεφαλής εποπτική αρχή προτίθεται να καταλήξει στο σχέδιο απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
Στα προκαταρκτικά πορίσματα επισημαίνονται, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες κατά το εν λόγω στάδιο και με την επιφύλαξη των απόψεων των ερευνώμενων μερών, τα διορθωτικά μέτρα των οποίων τη λήψη εξετάζει η επικεφαλής εποπτική αρχή.
Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες κατά το εν λόγω στάδιο και με την επιφύλαξη των απόψεων των ερευνώμενων μερών, εξετάζει το ενδεχόμενο να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με το άρθρο 83 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, παραθέτει στα προκαταρκτικά πορίσματα τα κύρια νομικά και πραγματικά στοιχεία τα οποία γνωρίζει και στα οποία προτίθεται να βασιστεί όταν αποφασίσει αφενός εάν θα επιβάλει διοικητικό πρόστιμο και αφετέρου το ποσό του προστίμου, έχοντας υπόψη τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 83 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, συμπεριλαμβανομένων τυχόν επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών στοιχείων τα οποία σκοπεύει να λάβει υπόψη.
3. Η επικεφαλής εποπτική αρχή διαβιβάζει τα προκαταρκτικά πορίσματα στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Οι εν λόγω αρχές μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με τα εν λόγω πορίσματα στην επικεφαλής εποπτική αρχή εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη διαβίβαση των προκαταρκτικών πορισμάτων στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Κατόπιν αιτήματος μίας από τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, η επικεφαλής εποπτική αρχή παρατείνει την εν λόγω προθεσμία κατά δύο εβδομάδες.
4. Η επικεφαλής εποπτική αρχή κοινοποιεί σε κάθε ερευνώμενο μέρος τα προκαταρκτικά πορίσματα, κατά περίπτωση κατόπιν τροποποίησής τους προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι παρατηρήσεις τις οποίες διατύπωσαν οι άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σε κάθε ερευνώμενο μέρος.
5. Κατά την κοινοποίηση των προκαταρκτικών πορισμάτων στα ερευνώμενα μέρη, η επικεφαλής εποπτική αρχή τάσσει κατάλληλη προθεσμία, όχι μικρότερη των τριών εβδομάδων και όχι μεγαλύτερη των έξι εβδομάδων από την ημερομηνία κοινοποίησης, εντός της οποίας τα εν λόγω μέρη μπορούν να υποβάλουν γραπτώς τις παρατηρήσεις τους, ή πραγματοποιεί ακρόαση εντός της ίδιας προθεσμίας προκειμένου τα ερευνώμενα μέρη να αναπτύξουν προφορικά τις απόψεις τους.
6. Όταν κοινοποιεί τα προκαταρκτικά πορίσματα στα ερευνώμενα μέρη, η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει στα εν λόγω μέρη πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 25.
7. Τα ερευνώμενα μέρη δύνανται, στις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα, να εκθέτουν κάθε πραγματικό περιστατικό και νομικό επιχείρημα το οποίο γνωρίζουν και το οποίο έχει σημασία για την άμυνά τους κατά των ισχυρισμών της επικεφαλής εποπτικής αρχής. Επισυνάπτουν δε κάθε σχετικό έγγραφο ως αποδεικτικό στοιχείο των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών. Η επικεφαλής εποπτική αρχή βασίζει το σχέδιο απόφασης μόνον στους ισχυρισμούς και στα πραγματικά περιστατικά, καθώς και στη νομική εκτίμηση που βασίζεται στα εν λόγω περιστατικά, σε σχέση με τα οποία παρασχέθηκε στα ερευνώμενα μέρη η δυνατότητα να εκθέσουν τις απόψεις τους.
Άρθρο 20
Διαβίβαση προκαταρκτικών πορισμάτων σε καταγγέλλοντες
1. Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή εκδίδει προκαταρκτικά πορίσματα σχετικά με ζήτημα ως προς το οποίο έλαβε καταγγελία, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία παρέχει στον καταγγέλλοντα τα εν λόγω προκαταρκτικά πορίσματα σύμφωνα με τους κανόνες για την πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο και για τις εμπιστευτικές πληροφορίες δυνάμει των άρθρων 24 και 25, η δε επικεφαλής εποπτική αρχή τάσσει κατάλληλη προθεσμία όχι μικρότερη των τριών εβδομάδων και όχι μεγαλύτερη των έξι εβδομάδων, εντός της οποίας ο καταγγέλλων μπορεί να γνωστοποιήσει τις απόψεις του εγγράφως.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διοικητικές ρυθμίσεις και απαιτήσεις βάσει του εθνικού δικονομικού δικαίου της εποπτικής αρχής στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία.
3. Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται επίσης όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή:
α)
χειρίζεται μια καταγγελία από κοινού με άλλες καταγγελίες·
β)
χειρίζεται ένα μέρος της καταγγελίας χωριστά· ή
γ)
μεταβάλλει το πεδίο της έρευνας στα προκαταρκτικά πορίσματα με οποιονδήποτε τρόπο, μεταξύ άλλων κατόπιν δεσμευτικής απόφασης του ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 8.
Άρθρο 21
Έκδοση τελικής απόφασης
1. Μετά την υποβολή του σχεδίου απόφασης στις άλλες εποπτικές αρχές δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και όταν καμία από τις εν λόγω άλλες εποπτικές αρχές δεν προβάλλει αντιρρήσεις στο σχέδιο απόφασης εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 60 παράγραφος 4 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, κατά περίπτωση, η επικεφαλής εποπτική αρχή, εντός ενός μηνός από το πέρας της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 60 παράγραφος 4 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679:
α)
εκδίδει την απόφασή της που αναφέρεται στο άρθρο 60 παράγραφος 7 ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 60 παράγραφος 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679· και
β)
κοινοποιεί την απόφαση που αναφέρεται στο στοιχείο α) στην κύρια ή τη μόνη εγκατάσταση του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία, ανάλογα με την περίπτωση.
2. Οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στον καταγγέλλοντα δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφοι 7 και 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 περιλαμβάνουν:
α)
κείμενο της εκδοθείσας απόφασης που περιλαμβάνει ολόκληρο το διατακτικό της καθώς και το σκεπτικό της, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται στοιχεία που θεωρούνται εμπιστευτικά σύμφωνα με το άρθρο 25 του παρόντος κανονισμού· ή
β)
περίληψη της εκδοθείσας απόφασης, συμπεριλαμβανομένων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού της.
Σε κάθε περίπτωση, ο καταγγέλλων, κατόπιν αιτήματος, λαμβάνει κείμενο της απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, το οποίο περιλαμβάνει ολόκληρο το διατακτικό της καθώς και το σκεπτικό της, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται στοιχεία που θεωρούνται εμπιστευτικά σύμφωνα με το άρθρο 25 του παρόντος κανονισμού.
Οι διοικητικές ρυθμίσεις και απαιτήσεις βάσει του εθνικού δικονομικού δικαίου της επικεφαλής εποπτικής αρχής εξακολουθούν να εφαρμόζονται.
Άρθρο 22
Δικαίωμα ακρόασης σε σχέση με αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης διαπιστώνουσας παράβαση
1. Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή κρίνει ότι το αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, περιέχει νέα στοιχεία επί των οποίων τα ερευνώμενα μέρη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους, η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει στα ερευνώμενα μέρη, πριν από την υποβολή του αναθεωρημένου σχεδίου απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους επί των νέων αυτών στοιχείων.
2. Η επικεφαλής εποπτική αρχή τάσσει κατάλληλη προθεσμία, όχι μικρότερη των τριών εβδομάδων και όχι μεγαλύτερη των έξι εβδομάδων, εντός της οποίας ερευνώμενα μέρη μπορούν να γνωστοποιήσουν τις απόψεις του εγγράφως.
3. Η επικεφαλής εποπτική αρχή ενημερώνει τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σχετικά με τις απόψεις που γνωστοποιήθηκαν από τα ερευνώμενα μέρη το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός μίας εβδομάδας από τη στιγμή που καθίστανται διαθέσιμες.
ΤΜΗΜΑ 6
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
Άρθρο 23
Σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις
1. Οι σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679:
α)
βασίζονται σε πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία περιέχονται στο σχέδιο απόφασης ή στον φάκελο συνεργασίας·
β)
δεν αφορούν το πεδίο μιας έρευνας όταν καμία από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν έχει υποβάλει παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού ή όταν έχει επιτευχθεί συναίνεση μετά από παρατηρήσεις που ελήφθησαν, ή το πεδίο μιας έρευνας, όπως ορίζεται σε δεσμευτική απόφαση του ΕΣΠΔ που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 8 του παρόντος κανονισμού·
γ)
δεν αφορούν έργα που υλοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού·
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο β), μια ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή μπορεί να υποβάλει σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις που αφορούν το πεδίο μιας έρευνας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι:
α)
η επικεφαλής εποπτική αρχή δεν διερεύνησε όλα τα στοιχεία της σύνοψης βασικών ζητημάτων επί των οποίων επιτεύχθηκε συναίνεση βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 5 ή του άρθρου 11 παράγραφος 5, ή δεν συμμορφώθηκε με τη δεσμευτική απόφαση του ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 8· ή
β)
νέα στοιχεία, τα οποία δεν ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο επίτευξης συναίνεσης επί της σύνοψης βασικών ζητημάτων βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 5 ή του άρθρου 11 παράγραφος 5, ή κατά τον χρόνο έκδοσης της δεσμευτικής απόφασης του ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 8, καταδεικνύουν ότι το σχέδιο απόφασης ενέχει σημαντικό κίνδυνο όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα και την ελευθερία του υποκειμένου των δεδομένων και, κατά περίπτωση, την ελεύθερη κυκλοφορία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντός της Ένωσης· ή αμφότερα.
3. Μια σχετική και αιτιολογημένη ένσταση είναι επαρκώς σαφής, συνεκτική και ακριβής και, όπου απαιτείται, προσδιορίζει τα στοιχεία του σχεδίου απόφασης που θα πρέπει να τροποποιηθούν προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στις εποπτικές αρχές να προετοιμάσουν τις θέσεις τους και, κατά περίπτωση, να δοθεί στο ΕΣΠΔ η δυνατότητα να επιλύσει με αποτελεσματικό τρόπο τη διαφορά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ, ΦΑΚΕΛΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
Άρθρο 24
Διοικητικός φάκελος
1. Ο διοικητικός φάκελος έρευνας η οποία αφορά εικαζόμενη παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 περιλαμβάνει τα έγγραφα τα οποία αποκτήθηκαν ή καταρτίστηκαν από την επικεφαλής εποπτική αρχή και τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και τα οποία η επικεφαλής εποπτική αρχή συγκέντρωσε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έρευνας, συμπεριλαμβανομένων όλων των ενοχοποιητικών και απαλλακτικών αποδεικτικών στοιχείων.
Ο διοικητικός φάκελος δεν περιλαμβάνει εσωτερικές επικοινωνίες εντός εποπτικής αρχής.
2. Κατόπιν αιτήματος του ερευνώμενου μέρους, ή του καταγγέλλοντος όταν η απόφαση ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντά του, η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει στα ερευνώμενα μέρη ή στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο ώστε να μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους σε ακρόαση.
Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων για τη χορήγηση πρόσβασης στον διοικητικό φάκελο που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο της επικεφαλής εποπτικής αρχής.
Όταν χορηγείται πρόσβαση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η εν λόγω πρόσβαση παρέχεται στο ερευνώμενο μέρος από την επικεφαλής εποπτική αρχή, ενώ στον καταγγέλλοντα η πρόσβαση παρέχεται από την εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία.
3. Κατά παρέκκλιση από τυχόν άλλη διάταξη του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου που χορηγεί πρόσβαση, τα ακόλουθα έγγραφα ή τμήματα των ακόλουθων εγγράφων εξαιρούνται από την πρόσβαση:
α)
αλληλογραφία ή διαβουλεύσεις μεταξύ των εποπτικών αρχών·
β)
εμπιστευτικές πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1.
4. Η επικεφαλής εποπτική αρχή χορηγεί πρόσβαση σε σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις που έχουν υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, βάσει των οποίων η εν λόγω εποπτική αρχή προτίθεται να εκδώσει αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης, μόνον εφόσον η πρόσβαση αυτή είναι αναγκαία ώστε να δοθεί η δυνατότητα στα ερευνώμενα μέρη ή στον καταγγέλλοντα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους και να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους.
Άρθρο 25
Προσδιορισμός και προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών
1. Πληροφορίες, έγγραφα ή τμήματα εγγράφου θεωρούνται εμπιστευτικά στο μέτρο που περιέχουν εμπορικά απόρρητα κατά την έννοια της οδηγίας (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) ή άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες σύμφωνα με το ενωσιακό η εθνικό δίκαιο.
2. Εάν δεν προβλέπεται άλλως στο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο, πληροφορίες που συλλέγει, παράγει ή αποκτά εποπτική αρχή σε υπόθεση που αφορά διασυνοριακή επεξεργασία δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, οι οποίες θεωρούνται εμπιστευτικές σύμφωνα με την παράγραφο 1, δεν κοινοποιούνται ούτε καθίστανται προσπελάσιμες σε ερευνώμενο μέρος, στον καταγγέλλοντα ή σε οιοδήποτε τρίτο πρόσωπο.
3. Ερευνώμενο μέρος, καταγγέλλων ή τρίτο πρόσωπο που υποβάλλει πληροφορίες τις οποίες θεωρεί εμπιστευτικές προσδιορίζει σαφώς αυτές τις πληροφορίες, αιτιολογώντας τον προβαλλόμενο εμπιστευτικό χαρακτήρα τους. Το ερευνώμενο μέρος, ο καταγγέλλων ή το τρίτο πρόσωπο παρέχουν πάντα την ολοκληρωμένη εκδοχή των πληροφοριών. Στο μέτρο του δυνατού, παρέχεται επίσης μια προτεινόμενη μη εμπιστευτική εκδοχή.
4. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, η εποπτική αρχή στην οποία υποβάλλονται οι πληροφορίες μπορεί να ζητήσει από τα ερευνώμενα μέρη, ή από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο προσκομίζει έγγραφα, να προσδιορίσουν τα έγγραφα ή τμήματα εγγράφων που θεωρούν ότι περιέχουν εμπορικά απόρρητα ή άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες που τους ανήκουν και να προσδιορίσουν τα πρόσωπα τα οποία αφορά η εμπιστευτικότητα αυτών των εμπορικών μυστικών ή άλλων εμπιστευτικών πληροφοριών.
5. Η εποπτική αρχή στην οποία υποβάλλονται οι πληροφορίες τάσσει κατάλληλη προθεσμία που δεν υπερβαίνει τις έξι εβδομάδες ώστε τα ερευνώμενα μέρη και κάθε άλλο πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι οι πληροφορίες που υποβάλλονται είναι εμπιστευτικές:
α)
να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς τους ότι οι υποβληθείσες πληροφορίες περιέχουν εμπορικά απόρρητα ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα για κάθε μεμονωμένο έγγραφο ή τμήμα εγγράφου, δήλωση ή τμήμα δήλωσης·
β)
να προτείνουν, στο μέτρο του δυνατού, μια μη εμπιστευτική έκδοση των εγγράφων και δηλώσεων στην οποία έχουν απαλειφθεί τα εμπορικά απόρρητα ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα·
γ)
να παράσχουν συνοπτική, μη εμπιστευτική, περιγραφή κάθε πληροφορίας που έχει απαλειφθεί.
6. Εάν τα ερευνώμενα μέρη ή οποιοδήποτε άλλο μέρος δεν συμμορφωθούν με τις διατάξεις των παραγράφων 4 και 5, η εποπτική αρχή στην οποία υποβάλλονται οι πληροφορίες μπορεί να θεωρήσει ότι τα σχετικά έγγραφα ή οι σχετικές δηλώσεις δεν περιέχουν εμπορικά απόρρητα ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα.
7. Η εποπτική αρχή στην οποία υποβάλλονται οι πληροφορίες καθορίζει κατά πόσον οι πληροφορίες ή τα σχετικά και συγκεκριμένα μέρη των εγγράφων είναι εμπιστευτικά, σύμφωνα με την παράγραφο 1. Διασφαλίζει ότι η απόκρυψη αποσπασμάτων εγγράφων περιορίζεται σε ό,τι είναι αναγκαίο και αναλογικό για την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών. Η εποπτική αρχή στην οποία υποβάλλονται οι πληροφορίες ενημερώνει τις άλλες εποπτικές αρχές σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών κατά τη διαβίβασή τους.
8. Οι πληροφορίες που θεωρούνται εμπιστευτικές σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο της εποπτικής αρχής στην οποία υποβάλλονται οι πληροφορίες και οι οποίες ανταλλάσσονται μεταξύ εποπτικών αρχών κατά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως εμπιστευτικές από την εποπτική αρχή που τις λαμβάνει.
Άρθρο 26
Φάκελος συνεργασίας
1. Για τους σκοπούς της ανταλλαγής σχετικών πληροφοριών μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών σύμφωνα με το άρθρο 9, η επικεφαλής εποπτική αρχή διασφαλίζει ότι οι εν λόγω σχετικές πληροφορίες καθίστανται διαθέσιμες μέσω φακέλου συνεργασίας που τηρείται για κάθε καταγγελία ή έρευνα. Ο φάκελος συνεργασίας περιλαμβάνει όλες τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται σύμφωνα με το άρθρο 9.
2. Ο φάκελος συνεργασίας τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή και είναι εξ αποστάσεως προσβάσιμος από τις εποπτικές αρχές μέσω κοινού ηλεκτρονικού εργαλείου, και, όταν ένα ζήτημα παραπέμπεται στον μηχανισμό επίλυσης διαφορών σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και, κατά περίπτωση, όταν ζητείται επείγουσα γνώμη ή επείγουσα δεσμευτική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 66 του εν λόγω κανονισμού, είναι προσβάσιμος από το ΕΣΠΔ. Στον φάκελο συνεργασίας δεν έχουν άμεση πρόσβαση τα ερευνώμενα μέρη, οι καταγγέλλοντες ή τρίτα πρόσωπα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Άρθρο 27
Παραπομπή σε επίλυση διαφορών δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679
1. Εντός τριών μηνών από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 60 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η επικεφαλής εποπτική αρχή υποβάλλει αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 5 του εν λόγω κανονισμού ή παραπέμπει το ζήτημα στο ΕΣΠΔ για επίλυση διαφορών δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού.
2. Εντός τριών μηνών από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η επικεφαλής εποπτική αρχή υποβάλλει άλλο αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 5 του εν λόγω κανονισμού ή παραπέμπει το ζήτημα στο ΕΣΠΔ για επίλυση διαφορών δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού.
3. Όταν παραπέμπει το ζήτημα σε επίλυση διαφορών δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει στο ΕΣΠΔ τα ακόλουθα:
α)
το σχέδιο απόφασης ή το αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης που αφορούν οι σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις·
β)
σύνοψη των σχετικών πραγματικών περιστατικών·
γ)
τις απόψεις που διατυπώνονται εγγράφως από τα ερευνώμενα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 19 και, κατά περίπτωση, το άρθρο 22 του παρόντος κανονισμού, τουλάχιστον στον βαθμό που οι εν λόγω απόψεις αφορούν το αντικείμενο που υποβάλλεται στο ΕΣΔΠ·
δ)
τις απόψεις που οι καταγγέλλοντες γνωστοποίησαν εγγράφως, κατά περίπτωση, δυνάμει των άρθρων 16, 17 και 20 του παρόντος κανονισμού, τουλάχιστον στον βαθμό που οι απόψεις αυτές σχετίζονται με το ζήτημα που υποβάλλεται στο ΕΣΠΔ·
ε)
τις σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις τις οποίες η επικεφαλής εποπτική αρχή δεν ακολούθησε και τις ενστάσεις που η επικεφαλής εποπτική αρχή απέρριψε ως μη συναφείς ή αιτιολογημένες·
στ)
τους λόγους για τους οποίους η επικεφαλής εποπτική αρχή δεν ακολούθησε τις σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις ή απέρριψε τις ενστάσεις ως μη σχετικές ή μη αιτιολογημένες.
4. Το ΕΣΠΔ μπορεί να ζητήσει περαιτέρω έγγραφα από εποπτική αρχή σχετικά με το ζήτημα που υποβάλλεται σε αυτό.
5. Το ΕΣΠΔ, εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη στιγμή που θα του παρασχεθούν τα έγγραφα και οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, αποφαίνεται προκαταρκτικώς επί του αν οι ενστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 65 παράγραφος 1, στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 είναι σχετικές και αιτιολογημένες και αν συνάδουν με το άρθρο 23 του παρόντος κανονισμού. Εντός της ίδιας προθεσμίας, ο πρόεδρος του ΕΣΔΠ καταχωρίζει την παραπομπή του ζητήματος που έχει υποβληθεί στο ΕΣΠΔ. Μόλις καταχωριστεί η παραπομπή, ο φάκελος διαβιβάζεται στα μέλη του ΕΣΠΔ.
6. Η προθεσμία έκδοσης της δεσμευτικής απόφασης του ΕΣΠΔ η οποία προβλέπεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 δεν τρέχει κατά την προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 28
Ακρόαση του ερευνώμενου μέρους και του καταγγέλλοντος πριν από την έκδοση απόφασης βάσει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679
1. Πριν από την έκδοση της δεσμευτικής απόφασης βάσει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, το ΕΣΠΔ παρέχει στο ερευνώμενο μέρος ή, στις περιπτώσεις που η απόφαση του ΕΣΠΔ θα μπορούσε να οδηγήσει στην εν όλω ή εν μέρει απόρριψη ή κήρυξη ως απαράδεκτης της καταγγελίας, στον καταγγέλλοντα, τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν εγγράφως τις απόψεις τους επί κάθε νέου πραγματικού ή νομικού στοιχείου στα οποίο πρόκειται να στηριχθεί η απόφασή του, μεταξύ άλλων επί των σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων που πρόκειται να λάβει υπόψη στην απόφασή του.
2. Όταν στο ερευνώμενο μέρος ή στον καταγγέλλοντα, ανάλογα με την περίπτωση, δίνεται η δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους σύμφωνα με την παράγραφο 1, το ΕΣΠΔ τάσσει κατάλληλη προθεσμία που δεν υπερβαίνει τις δύο εβδομάδες για να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους.
3. Η προθεσμία έκδοσης της δεσμευτικής απόφασης του ΕΣΠΔ η οποία προβλέπεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 αναστέλλεται έως ότου το ερευνώμενο μέρος ή ο καταγγέλλων, ανάλογα με την περίσταση, γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους ή μέχρι τη λήξη της προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, αναλόγως ποιο εκ των δύο προηγείται χρονικά.
Άρθρο 29
Διαδικασία σε σχέση με απόφαση δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679
1. Όταν παραπέμπει ένα ζήτημα στο ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η εποπτική αρχή που παραπέμπει το ζήτημα παρέχει στο ΕΣΠΔ τα ακόλουθα:
α)
σύνοψη των σχετικών πραγματικών περιστατικών, συμπεριλαμβανομένης της επίμαχης επεξεργασίας·
β)
την αξιολόγηση των εν λόγω σχετικών πραγματικών περιστατικών για να διαπιστωθεί αν μια εποπτική αρχή είναι αρμόδια να ενεργεί ως επικεφαλής εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, ιδίως την αξιολόγηση του εάν η επεξεργασία πρέπει να θεωρείται διασυνοριακή επεξεργασία και του πού βρίσκεται η κύρια εγκατάσταση του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία·;
γ)
τις απόψεις του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία την κύρια εγκατάσταση του οποίου αφορά η παραπομπή·
δ)
τις απόψεις άλλων εποπτικών αρχών τις οποίες αφορά η παραπομπή·
ε)
κάθε άλλο έγγραφο ή πληροφορία που η εποπτική αρχή που παραπέμπει το ζήτημα θεωρεί σχετικό και αναγκαίο για την επίλυση του ζητήματος.
2. Το ΕΣΠΔ μπορεί να ζητήσει περαιτέρω έγγραφα από εποπτική αρχή σχετικά με το ζήτημα που υποβάλλεται σε αυτό.
3. Εντός μίας εβδομάδας από τη λήψη των εγγράφων και πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ο πρόεδρος του ΕΣΠΔ καταχωρίζει την παραπομπή του ζητήματος που υποβλήθηκε στο ΕΣΠΔ. Μόλις καταχωριστεί η παραπομπή, ο φάκελος διαβιβάζεται στα μέλη του ΕΣΠΔ.
Άρθρο 30
Διαδικασία σε σχέση με απόφαση δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679
1. Όταν παραπέμπει ένα ζήτημα στο ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η εποπτική αρχή ή η Επιτροπή παρέχει στο ΕΣΠΔ τα ακόλουθα στοιχεία:
α)
σύνοψη των σχετικών πραγματικών περιστατικών·
β)
κατά περίπτωση, τη γνώμη που εξέδωσε το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 64 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679· ή κατά περίπτωση, την απόφαση που εξέδωσε η αρμόδια εποπτική αρχή σε συνέχεια της γνώμης που εξέδωσε το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 64 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·
γ)
τις απόψεις της εποπτικής αρχής που παραπέμπει το ζήτημα ή της Επιτροπής σχετικά με το αν, κατά περίπτωση, μια εποπτική αρχή όφειλε να παραπέμψει το σχέδιο απόφασης στο ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 64 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή μια εποπτική αρχή δεν ακολούθησε τη γνώμη την οποία το ΕΣΠΔ εξέδωσε δυνάμει του άρθρου 64 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, συμπεριλαμβανομένης ένδειξης των σημείων της γνώμης που δεν τηρήθηκαν και παραπομπή στο σχετικό τμήμα της εκδοθείσας απόφασης.
2. Το ΕΣΠΔ ζητεί τα ακόλουθα στοιχεία:
α)
τις απόψεις της εποπτικής αρχής η οποία εικάζεται ότι παρέβη την απαίτηση παραπομπής ενός σχεδίου απόφασης στο ΕΣΠΔ ή δεν ακολούθησε γνώμη του ΕΣΠΔ·
β)
κάθε άλλο έγγραφο ή πληροφορία που η εν λόγω εποπτική αρχή θεωρεί σχετικό και αναγκαίο για την επίλυση του ζητήματος.
3. Το ΕΣΠΔ μπορεί να ζητήσει περαιτέρω έγγραφα από εποπτική αρχή σχετικά με το ζήτημα που υποβάλλεται σε αυτό.
4. Εντός μίας εβδομάδας από τη λήψη των εγγράφων και πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, ο πρόεδρος του ΕΣΔΠ καταχωρίζει την παραπομπή του ζητήματος που έχει υποβληθεί στο ΕΣΠΔ. Μόλις καταχωριστεί η παραπομπή, ο φάκελος διαβιβάζεται στα μέλη του ΕΣΠΔ.
5. Εάν οποιαδήποτε εποπτική αρχή δηλώσει την πρόθεσή της να υποβάλει τις απόψεις της σχετικά με το ζήτημα που παραπέμπεται στο ΕΣΠΔ, η εν λόγω αρχή υποβάλλει τις απόψεις της εντός δύο εβδομάδων από την παραπομπή που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Άρθρο 31
Επείγουσα γνώμη δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679
1. Αίτημα για έκδοση επείγουσας γνώμης από το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 υποβάλλεται από εποπτική αρχή το αργότερο τέσσερις εβδομάδες πριν από τη λήξη των προσωρινών μέτρων που λήφθηκαν δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού και περιέχει τα ακόλουθα:
α)
σύνοψη των σχετικών πραγματικών περιστατικών, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρισμών για παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·
β)
το προσωρινό μέτρο που λήφθηκε στο έδαφος του κράτους μέλους της εποπτικής αρχής που αιτήθηκε την επείγουσα γνώμη, τη διάρκεια του μέτρου και τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη του, συμπεριλαμβανομένης αιτιολόγησης της επείγουσας ανάγκης λήψης μέτρων για να προστατευθούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων·
γ)
αιτιολόγηση της επείγουσας ανάγκη λήψης οριστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης επεξήγησης του εξαιρετικού χαρακτήρα των περιστάσεων που επιτάσσουν τη λήψη των σχετικών οριστικών μέτρων.
2. Το ΕΣΠΔ μπορεί να ζητήσει περαιτέρω έγγραφα από εποπτική αρχή σχετικά με το ζήτημα που υποβάλλεται σε αυτό για έκδοση επείγουσας γνώμης.
3. Εντός μίας εβδομάδας από την παραλαβή των εγγράφων και πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ο πρόεδρος του συμβουλίου καταχωρίζει την παραπομπή του αντικειμένου που του υποβλήθηκε. Μόλις καταχωριστεί η παραπομπή, ο φάκελος διαβιβάζεται στα μέλη του ΕΣΠΔ.
Άρθρο 32
Επείγουσα δεσμευτική απόφαση δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679
1. Αίτημα για έκδοση επείγουσας δεσμευτικής απόφασης από το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 υποβάλλεται το αργότερο τέσσερις εβδομάδες πριν από τη λήξη των προσωρινών μέτρων που λήφθηκαν δυνάμει του άρθρου 61 παράγραφος 8, του άρθρου 62 παράγραφος 7 ή του άρθρου 66 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού. Το εν λόγω αίτημα περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
α)
σύνοψη των σχετικών πραγματικών περιστατικών, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρισμών για παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·
β)
το προσωρινό μέτρο που λήφθηκε στο έδαφος του κράτους μέλους της εποπτικής αρχής που ζητεί την έκδοση της επείγουσας δεσμευτικής απόφασης, τη διάρκεια του μέτρου και τους λόγους λήψης του, συμπεριλαμβανομένης της αιτιολόγησης για την επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων ώστε να προστατευθούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων·
γ)
πληροφορίες σχετικά με κάθε ερευνητικό μέτρο που λήφθηκε στο έδαφος του κράτους μέλους της εποπτικής αρχής που ζητεί την έκδοση της επείγουσας δεσμευτικής απόφασης και παρατηρήσεις που λήφθηκαν από τα ερευνώμενα μέρη ή κάθε άλλη πληροφορία την οποία κατέχει η αιτούσα εποπτική αρχή·
δ)
αιτιολόγηση της επείγουσας ανάγκη λήψης οριστικών μέτρων, λαμβανομένου υπόψη του εξαιρετικού χαρακτήρα των περιστάσεων που επιτάσσουν τη λήψη αυτών των μέτρων, ή απόδειξη ότι η εποπτική αρχή δεν συμμορφώθηκε με το άρθρο 61 παράγραφος 5 ή το άρθρο 62 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·
ε)
όταν η αιτούσα εποπτική αρχή δεν είναι η επικεφαλής εποπτική αρχή, τις απόψεις της επικεφαλής εποπτικής αρχής·
στ)
όπου συντρέχει περίπτωση, τις απόψεις της τοπικής εγκατάστασης των ερευνώμενων μερών τα οποία ήταν οι αποδέκτες των προσωρινών μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 66 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
2. Το ΕΣΠΔ μπορεί να ζητήσει περαιτέρω έγγραφα από εποπτική αρχή σχετικά με το ζήτημα που υποβάλλεται σε αυτό.
3. Εντός μίας εβδομάδας από τη λήψη των εγγράφων και πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ο πρόεδρος του ΕΣΠΔ καταχωρίζει την παραπομπή του ζητήματος που υποβλήθηκε στο ΕΣΠΔ. Μόλις καταχωριστεί η παραπομπή, ο φάκελος διαβιβάζεται στα μέλη του ΕΣΠΔ.
4. Όταν το ΕΣΠΔ εκδίδει επείγουσα δεσμευτική απόφαση με την οποία επισημαίνει ότι θα πρέπει να ληφθούν οριστικά μέτρα, η εποπτική αρχή στην οποία απευθύνεται η απόφαση λαμβάνει τα εν λόγω μέτρα πριν από τη λήξη των προσωρινών μέτρων που λήφθηκαν δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
5. Όταν σε επείγουσα δεσμευτική απόφαση επισημαίνεται ότι δεν είναι αναγκαία η επείγουσα λήψη οριστικών μέτρων, η επικεφαλής εποπτική αρχή και οι άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές εφαρμόζουν τη διαδικασία του άρθρου 60 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
Άρθρο 33
Επείγουσα γνώμη ή επείγουσα δεσμευτική απόφαση δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679
1. Το αίτημα για έκδοση επείγουσας γνώμης ή επείγουσας δεσμευτικής απόφασης του ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
α)
σύνοψη των σχετικών πραγματικών περιστατικών·
β)
αιτιολόγηση της επείγουσας ανάγκης λήψης κατάλληλων μέτρων για να προστατευθούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων, λαμβανομένων υπόψη των εξαιρετικών περιστάσεων που επιτάσσουν τη λήψη τέτοιων μέτρων, και ιδίως τυχόν στοιχεία τα οποία η αρμόδια εποπτική αρχή θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη προκειμένου να προστατεύσει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων·
γ)
εάν είναι διαθέσιμες και συναφείς, πληροφορίες σχετικά με κάθε ερευνητικό μέτρο που λήφθηκε από την αιτούσα εποπτική αρχή στο έδαφος του κράτους μέλους της εποπτικής αρχής που ζητεί επείγουσα γνώμη ή επείγουσα δεσμευτική απόφαση και παρατηρήσεις που λήφθηκαν από τα ερευνώμενα μέρη ή κάθε άλλη πληροφορία την οποία κατέχει η εν λόγω αιτούσα εποπτική αρχή·
δ)
τις απόψεις της αρμόδιας εποπτικής αρχής κατά το άρθρο 66 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
2. Το ΕΣΠΔ μπορεί να ζητήσει περαιτέρω έγγραφα από εποπτική αρχή σχετικά με το ζήτημα που υποβάλλεται σε αυτό.
3. Εντός μίας εβδομάδας από τη λήψη των εγγράφων και πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ο πρόεδρος του ΕΣΔΠ καταχωρίζει την παραπομπή του ζητήματος που έχει υποβληθεί στο ΕΣΠΔ. Μόλις καταχωριστεί η παραπομπή, ο φάκελος διαβιβάζεται στα μέλη του ΕΣΠΔ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 34
Στατιστικά στοιχεία για την επιβολή της νομοθεσίας σε υποθέσεις που αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία
1. Στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης που καταρτίζεται δυνάμει του άρθρου 71 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, το ΕΣΠΔ παρέχει στατιστικά στοιχεία σχετικά με την επιβολή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 σε περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, και ιδίως:
α)
τον αριθμό των υποθέσεων που βασίζονται σε καταγγελία και των αυτεπάγγελτων υποθέσεων που κινήθηκαν·
β)
τον αριθμό των υποθέσεων που βασίζονται σε καταγγελία και των αυτεπάγγελτων υποθέσεων που περατώθηκαν·
γ)
τον αριθμό των ερευνών που ζητήθηκαν από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·
δ)
τον αριθμό των καταγγελιών που υποβλήθηκαν·
ε)
τον αριθμό των καταγγελιών που εν όλω ή εν μέρει απορρίφθηκαν ή κρίθηκαν απαράδεκτες·
στ)
τη μέση διάρκεια των υποθέσεων που βασίζονται σε καταγγελία και των αυτεπάγγελτων υποθέσεων που περατώθηκαν·
ζ)
τον αριθμό και τον ύψος των διοικητικών προστίμων που επιβλήθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 83 και 84 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
2. Όταν τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν είναι άμεσα διαθέσιμα στο ΕΣΠΔ, οι εποπτικές αρχές τα παρέχουν, κατόπιν αιτήματος, στο ΕΣΠΔ το συντομότερο δυνατόν.
Άρθρο 35
Έκθεση της Επιτροπής
Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της έκθεσής της σχετικά με την αξιολόγηση και την αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 δυνάμει του άρθρου 97 του εν λόγω κανονισμού, προβαίνει σε απολογισμό της εφαρμογής και της λειτουργίας του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 36
Μεταβατικές διατάξεις
Τα κεφάλαια III και IV εφαρμόζονται σε έρευνες που κινούνται αυτεπαγγέλτως μετά το πέρας της 2ας Απριλίου 2027 και σε έρευνες που βασίζονται σε καταγγελία, όταν η καταγγελία υποβλήθηκε μετά το πέρας της 2ας Απριλίου 2027.
Τα κεφάλαια V και VI του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται σε όλες τις υποθέσεις που παραπέμπονται στη διαδικασία επίλυσης διαφορών δυνάμει του άρθρου 65 και στην επείγουσα διαδικασία δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 μετά τη 2α Απριλίου 2027.
Άρθρο 37
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή
1. Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από τη 2α Απριλίου 2027.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Στρασβούργο, 26 Νοεμβρίου 2025.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Η Πρόεδρος
R. METSOLA
Για το Συμβούλιο
Η Πρόεδρος
M. BJERRE
(1) ΕΕ C, C/2024/1578, 5.3.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2024/1578/oj.
(2) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 21ης Οκτωβρίου 2025 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Νοεμβρίου 2025.
(3) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2016/679/oj).
(4) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2018/1725/oj).
(5) Οδηγία (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, περί προστασίας της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν έχουν αποκαλυφθεί (εμπορικό απόρρητο) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψή τους (ΕΕ L 157 της 15.6.2016, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2016/943/oj).
ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2025/2518/oj
ISSN 1977-0669 (electronic edition)
Top