Avis juridique important
Διάταξη του Πρωτοδικείου (πρώτο τμήμα) της 21ης Μαρτίου 2002. - Laboratoire Monique Rémy SAS κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Προσφυγή ακυρώσεως - Προδήλως απαράδεκτο. - Υπόθεση T-218/01.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα II-02139
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
1. Διαδικασία - ροθεσμία ασκήσεως προσφυγής - Αποκλειστική προθεσμία - Τυχαίο συμβάν ή ανωτέρα βία - Έννοια - Όρια
(Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 42, εδ. 2)
2. Επιτροπή - Κώδικας συμπεριφοράς, συνημμένος στον εσωτερικό κανονισμό - Διάταξη προβλέπουσα τη μνεία, σε όλες τις πράξεις της Επιτροπής, της δυνατότητας ασκήσεως ένδικης προσφυγής και/ή υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή - Δεσμευτικός χαρακτήρας
(Άρθρα 195 ΕΚ και 230 ΕΚ· εσωτερικός κανονισμός της Επιτροπής, παράρτημα, σημ. 3, εδ. 4 και 5)
3. Διαδικασία - ροθεσμίες προσφυγής - Αποκληστική προθεσμία - Συγχωρητέα πλάνη - Έννοια
Περίληψη1. Οι έννοιες της ανωτέρας βίας και του τυχηρού συνεπάγονται, εκτός ενός αντικειμενικού στοιχείου σχετικού με ασυνήθεις και άσχετες προς τον ενδιαφερόμενο περιστάσεις, ένα υποκειμενικό στοιχείο έχον σχέση με την υποχρέωση, για τον ενδιαφερόμενο, να προνοήσει σχετικά με τις συνέπειες ενός ασυνήθους γεγονότος λαμβάνοντας τα ενδεικνυόμενα μέτρα, χωρίς να αποδέχεται υπερβολικές θυσίες. Ειδικότερα, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να επιβλέπει επιμελώς την πορεία της διαδικασίας και, ιδίως, να επιδεικνύει επιμέλεια ώστε να τηρεί τις προβλεπόμενες προθεσμίες. Έτσι, οι έννοιες της ανωτέρας βίας και του τυχηρού δεν εφαρμόζονται σε μια κατάσταση όπου ένα επιμελές και συνετό άτομο θα μπορούσε, αντικειμενικώς, να αποφύγει την εκπνοή της προθεσμίας προσφυγής.
( βλ. σκέψη 17 )
2. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν μνημόνευσε στην προσβαλλομένη πράξη τη δυνατότητα ασκήσεως ένδικης προσφυγής και/ή καταθέσεως καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 230 ΕΚ ή του άρθρου 195 ΕΚ, συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων που το εν λόγω όργανο έχει το ίδιο αναλάβει με τη θέσπιση του κώδικα συμπεριφοράς αναφορικά με το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσον αφορά τις σχέσεις με το κοινό, κώδικα που είναι συνημμένος στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής.
( βλ. σκέψη 25 )
3. Η έννοια της συγχωρητέας πλάνης, που πηγάζει κατά τρόπο άμεσο από τη μέριμνα σεβασμού των αρχών της ασφάλειας του δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεν μπορεί να έχει σχέση παρά μόνο με τις εξαιρετικές περιστάσεις υπό τις οποίες, ιδίως, το οικείο κοινοτικό όργανο έχει υιοθετήσει συμπεριφορά δυνάμενη, από μόνη της ή σε καθοριστικό βαθμό, να προκαλέσει επιτρεπτή σύγχυση στο μυαλό ενός πολίτη ο οποίος είναι καλόπιστος και αποδεικνύει ότι επέδειξε την επιμέλεια που απαιτείται από ένα κανονικώς ενημερωμένο πρόσωπο. Όμως, εάν έτσι μπορεί ενδεχομένως να συμβαίνει όταν η εκπρόθεσμη άσκηση μιας προσφυγής οφείλεται στην παροχή, από το οικείο όργανο, εσφαλμένων πληροφοριών δυναμένων να δημιουργήσουν επιτρεπτή σύγχυση στο πνεύμα ενός τέτοιου πολίτη ή όταν η εκ μέρους του οικείου κοινοτικού οργάνου παράβαση ορισμένων από τους εσωτερικούς κανόνες του, όπως επί παραδείγματι ενός κώδικα συμπεριφοράς, έχει δημιουργήσει τέτοια σύγχυση, τούτο δεν είναι δυνατό να συμβαίνει όταν ο πολίτης δεν δικαιολογείται να έχει οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με το ότι η κοινοποιηθείσα σ' αυτόν πράξη έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως. ράγματι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η μη ενημέρωση για τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ουδόλως οδηγεί τον πολίτη σε πλάνη.
( βλ. σκέψη 30 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση T-218/01,
Laboratoire Monique Rémy SAS, με έδρα το Grasse (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τον J.-F. Pupel, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον A. Bordes, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως C(2001) 1380 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 2001, περί καταργήσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα ροσανατολισμού, που είχε, προηγουμένως, χορηγηθεί στην προσφεύγουσα,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους B. Vesterdorf, ρόεδρο, N. J. Forwood και H. Legal, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Η Επιτροπή, με την απόφαση C(2001) 1380, της 2ας Ιουλίου 2001 (στο εξής: προσβαλλομένη πράξη), κατάργησε τη χρηματοδοτική συνδρομή του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα ροσανατολισμού, που είχε χορηγηθεί στην προσφεύγουσα με την απόφαση C(93) 3185 της Επιτροπής, της 10ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με σχέδιο πειραματικού προγράμματος και επιδείξεως (πιλότου) αναφορικά με την αξιοποίηση της Ίριδος, μεσογειακού φυτού, κατάλληλου για τη βιομηχανία αρωμάτων πολυτελείας και τον εμπλουτισμό με αρωματικές ουσίες των ειδών διατροφής (Γαλλία, Ισπανία, Ελλάδα).
2 H προσβαλλομένη πράξη, την οποία η Επιτροπή απηύθυνε στην προσφεύγουσα με έγγραφο της 2ας Ιουλίου 2001, παρελήφθη από την τελευταία στις 6 Ιουλίου 2001.
3 Η προσφεύγουσα, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 21 Σεπτεμβρίου 2001, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης πράξεως.
4 H Επιτροπή, με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Οκτωβρίου 2001, προέτεινε ένσταση απαραδέκτου, βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, στηριζόμενη, αφενός, στο εκπρόθεσμο της προσφυγής και, αφετέρου, στην παράβαση του άρθρου 44 του Κανονισμού Διαδικασίας.
5 Η προσφεύγουσα κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως αυτής στις 3 Δεκεμβρίου 2001.
Αιτήματα των διαδίκων
6 Η προσφεύγουσα ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να κηρύξει την προσφυγή παραδεκτή·
- να ακυρώσει την προσβαλλομένη πράξη·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
7 Η καθής ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να κηρύξει την προσφυγή προδήλως απαράδεκτη·
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
8 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, εάν ένας διάδικος το ζητήσει, το ρωτοδικείο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το ρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το ρωτοδικείο εκτιμά ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τα στοιχεία της δικογραφίας και ότι δεν παρίσταται ανάγκη να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
9 Σύμφωνα με το άρθρο 230, πέμπτο εδάφιο, ΕK, οι προσφυγές ακυρώσεως ασκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η προθεσμία αυτή παρεκτείνεται, λόγω αποστάσεως, κατά δέκα ημέρες. Σύμφωνα με το άρθρο 101, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, αν η λήξη της προθεσμίας αυτής συμπίπτει με ημέρα Σάββατο, Κυριακή ή με κατά νόμον εορτάσιμη, η προθεσμία παρατείνεται μέχρι το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
10 Εν προκειμένω, η προσβαλλομένη πράξη κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 6 Ιουλίου 2001.
11 Η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής ακυρώσεως εξέπνευσε, σύμφωνα με τους υπομνησθέντες στην ανωτέρω σκέψη 9 κανόνες, τη Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2001, τα μεσάνυχτα.
12 Επομένως, η υπό κρίση προσφυγή, που ασκήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2001, είναι εκπρόθεσμη.
13 Όμως, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, κυρίως, ότι, δεδομένου ότι απέστειλε το δικόγραφο της προσφυγής της με συστημένη επιστολή, στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, δικαιολογημένως θεώρησε, ενόψει του ότι η προθεσμία για τη λήψη συστημένης επιστολής θεωρείται ότι είναι τέσσερις ημέρες, ότι το εν λόγω δικόγραφο θα έφθανε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου το αργότερο στις 17 Σεπτεμβρίου 2001. Το γεγονός ότι το εν λόγω έγγραφο έφθασε στις 21 Σεπτεμβρίου 2001 πρέπει να οφείλεται απλώς σε τυχηρόν.
14 Το ρωτοδικείο διαπιστώνει, κατ' αρχάς, ότι, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, η ημερομηνία καταθέσεως στο ταχυδρομείου του περιέχοντος το δικόγραφο της προσφυγής φακέλου είναι η 13η Σεπτεμβρίου 2001, όπως αποδεικνύεται από τη σφραγίδα του ταχυδρομείου που έχει επιτεθεί στον φάκελο, δηλαδή, στην καλύτερη περίπτωση, μόλις πέντε ημέρες - εκ των οποίων η μία ήταν Σάββατο και η άλλη Κυριακή - πριν από την εκπνοή της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής.
15 Στη συνέχεια, το ρωτοδικείο επισημαίνει ότι η προσφεύγουσα αρκείται στον ισχυρισμό ότι η γαλλική ταχυδρομική επιχείρηση, «La Poste», δεσμεύεται να προβαίνει στις σχετικές παραδόσεις εντός τεσσάρων ημερών, χωρίς όμως να προσκομίζει καμιά, εν προκειμένω, απόδειξη, ούτε καν να αναφέρει αν η προθεσμία αυτή υπολογίζεται σε εργάσιμες ή ημερολογιακές ημέρες. Αυτή η έλλειψη αποδείξεων δικαιολογεί, από μόνη της, την απόρριψη της προσφυγής.
16 Έστω και αν προσκομιστεί απόδειξη μιας τέτοιας εκ μέρους της La Poste δεσμεύσεως, τούτο δεν αρκεί για να αποδείξει την ύπαρξη, εν προκειμένω, τυχηρού. ράγματι, το τυχηρόν, όπως και η ανωτέρα βία, χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από το απρόβλεπτο της φύσεώς του (βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 1997, C-97/95, Pascoal & Filhos, Συλλογή 1997, σ. Ι-4209, σκέψη 63). Επομένως, η ύπαρξη δεσμεύσεως εκ μέρους της La Poste προς τον αποστολέα για την παράδοση του εγγράφου του εντός ορισμένης προθεσμίας δεν μπορεί, από μόνη της, να έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται απρόβλεπτη κάθε καθυστέρηση στην παράδοση αυτή.
17 Επιπλέον, οι έννοιες της ανωτέρας βίας και του τυχηρού συνεπάγονται, εκτός ενός αντικειμενικού στοιχείου σχετικού με ασυνήθεις και άσχετες προς τον ενδιαφερόμενο περιστάσεις, ένα υποκειμενικό στοιχείο έχον σχέση με την υποχρέωση, για τον ενδιαφερόμενο, να προνοήσει σχετικά με τις συνέπειες ενός ασυνήθους γεγονότος λαμβάνοντας τα ενδεικνυόμενα μέτρα, χωρίς να αποδέχεται υπερβολικές θυσίες. Ειδικότερα, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να επιβλέπει επιμελώς την πορεία της διαδικασίας και, ιδίως, να επιδεικνύει επιμέλεια ώστε να τηρεί τις προβλεπόμενες προθεσμίες (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-195/91 P, Bayer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-5619, σκέψη 32). Έτσι, οι έννοιες της ανωτέρας βίας και του τυχηρού δεν εφαρμόζονται σε μια κατάσταση όπου ένα επιμελές και συνετό άτομο θα μπορούσε, αντικειμενικώς, να αποφύγει την εκπνοή της προθεσμίας προσφυγής (βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1984, 209/83, Ferriera Valsabbia κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3089, σκέψη 22).
18 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα, ταχυδρομώντας την περιέχουσα την προσφυγή του επιστολή μόλις πέντε ημέρες - εκ των οποίων η μία ήταν Σάββατο και η άλλη Κυριακή - πριν από την εκπνοή της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής, και τούτο ενώ δεν ήταν δυνατό να αποκλειστεί ο κίνδυνος καθυστερήσεως σε σχέση με την προβληθείσα δέσμευση της La Poste για παράδοση και ήταν σαφές ότι μια τέτοια καθυστέρηση ενείχε τον κίνδυνο απωλείας, λόγω παρελεύσεως της προθεσμίας, του σχετικού δικαιώματος, δεν επέδειξε την επιμέλεια που αναμένεται από τον κανονικώς ενημερωμένο προσφεύγοντα σχετικά με την τήρηση των προθεσμιών. Εξάλλου, η προσφεύγουσα, εκτός από μια παρεμπίπτουσα αναφορά στα γεγονότα που συνέβησαν στις Ηνωμένες ολιτείες στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 και στις εξ αυτών προκύψασες διαταραχές στις μεταφορές, δεν επικαλείται καμιά περίσταση ή άλλο συγκεκριμένο γεγονός δυνάμενο να θεωρηθεί τυχηρόν ή ανωτέρα βία και να αποτελέσει έτσι δικαιολογία, ενόψει της αποκαλυφθείσας ανυπαρξίας επιμελείας εκ μέρους της προσφεύγουσας, για την καθυστέρηση όσον αφορά την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής. Όμως, αυτή η αόριστη και γενική αναφορά στα εν λόγω γεγονότα και διαταραχές δεν μπορεί να αποτελέσει την απόδειξη τυχηρού ή ανωτέρας βίας στην υπό κρίση περίπτωση.
19 Έτσι, οι περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτές των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Μαρτίου 1967, 25/65 και 26/65, Simet και Feram κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 483). Στις υποθέσεις εκείνες, αφενός, τα δικόγραφα των προσφυγών είχαν αποσταλεί με συστημένο ταχυδρομικό δέμα δέκα ημέρες, και όχι πέντε, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής και, αφετέρου, το Δικαστήριο, για να καταλήξει στο συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη τυχηρού, διαπίστωσε ότι η κύρια αιτία της καθυστερήσεως ενέκειτο στο γεγονός ότι τα δικόγραφα δεν περιήλθαν στην κατοχή του Δικαστηρίου παρά μόνον τέσσερις ημέρες ύστερα από την άφιξή τους στο Λουξεμβούργο.
20 Η ευθύνη της προσφεύγουσας ή του συμβούλου της για το εκπρόθεσμο της προσφυγής είναι ακόμη περισσότερο προφανής εφόσον, όπως προκύπτει από το επικεφαλής φύλλο επί του οποίου είναι τυπωμένο το δικόγραφο της προσφυγής, ο σύμβουλος της προσφεύγουσας διέθετε τηλεεκτυπωτή και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ηδύνατο, επομένως, όπως προβλέπεται στο άρθρο 43, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας, να αποστείλει με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στη Γραμματεία του ρωτοδικείου υπογεγραμμένο αντίγραφο του πρωτοτύπου του δικογράφου της προσφυγής, δεδομένου ότι μια τέτοια αποστολή έχει ως αποτέλεσμα την τήρηση των προθεσμιών εφόσον το αντίγραφο αυτό, συνοδευόμενο από τα παραρτήματα και τα αντίγραφα που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, θα κατατεθεί στη Γραμματεία του ρωτοδικείου το αργότερο ύστερα από δέκα ημέρες.
21 Η προσφεύγουσα ή ο σύμβουλός της όχι μόνο θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αυτούς τους τρόπους αποστολής, οι οποίοι, ενώ διασφαλίζουν μια σχεδόν άμεση διαβίβαση του δικογράφου της προσφυγής, συνοδευόμενη συχνά από απόδειξη παραλαβής, κάνουν να τρέχει μια προθεσμία δέκα ημερών για την κατάθεση του πρωτοτύπου στη Γραμματεία του ρωτοδικείου, αλλά θα μπορούσαν και να ζητήσουν απευθείας πληροφορίες από την εν λόγω Γραμματεία σχετικά με τη νομότυπη αποστολή του εγγράφου τους. Αυτό το τελευταίο μέτρο, στοιχειώδους προνοητικότητας, ήταν ιδιαιτέρως απαραίτητο στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον, λόγω του συντομοτάτου χρόνου μεταξύ της αποστολής του δικογράφου της προσφυγής μέσω συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαγής, στις 13 Σεπτεμβρίου 2001, και της εκπνοής της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής, τα μεσάνυχτα της 17ης Σεπτεμβρίου 2001, η προσφεύγουσα και ο σύμβουλός της δεν μπορούσαν οπωσδήποτε να ελπίζουν στην επιστροφή, πριν από την εκπνοή αυτή, της αποδείξεως παραλαβής.
22 Επικουρικώς, η προσφεύγουσα αναφέρεται, στις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου, στον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις σχέσεις του με το κοινό (στο εξής: κώδικας συμπεριφοράς), που περιλαμβάνεται ως παράρτημα στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής που θεσπίστηκε από την τελευταία στις 29 Νοεμβρίου 2000 (ΕΕ 2000, L 308, σ. 26).
23 Ο κώδικας συμπεριφοράς ορίζει, στο σημείο 3, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο:
«Όπου προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία, οι κοινοποιούμενες αποφάσεις αναφέρουν σαφώς τη δυνατότητα προσφυγής και περιγράφουν τον τρόπο υποβολής των ενστάσεως (ονοματεπώνυμο και υπηρεσιακή διεύθυνση του υπαλλήλου ή της υπηρεσίας στην οποία υποβάλλεται η προσφυγή και η προθεσμία για την υποβολή της).
Κατά περίπτωση, οι αποφάσεις πρέπει να αναφέρουν τη δυνατότητα κίνησης δικαστικής διαδικασίας ή και υποβολής κατά καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σύμφωνα με το άρθρο 230 ή το άρθρο 195 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.»
24 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, μη μνημονεύοντας στην προσβαλλομένη πράξη τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής, παρέβη τις διατάξεις αυτές. Η παράλειψη αυτή δεν επέτρεψε στην προσφεύγουσα να αντιληφθεί ότι έπρεπε να αντιδράσει εγκαίρως και είχε ως αποτέλεσμα να καταθέσει την προσφυγή στο ρωτοδικείο «τις τελευταίες ημέρες της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής».
25 Το ρωτοδικείο διαπιστώνει ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν μνημόνευσε στην προσβαλλομένη πράξη τη δυνατότητα ασκήσεως ένδικης προσφυγής και/ή καταθέσεως καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 230 ΕΚ ή του άρθρου 195 ΕΚ, συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων που το εν λόγω όργανο έχει το ίδιο αναλάβει με τη θέσπιση του κώδικα συμπεριφοράς.
26 Όμως, το ρωτοδικείο επισημαίνει ότι η παράβαση αυτή είναι άσχετη με την εκπρόθεσμη κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής, όπως η προσφεύγουσα έχει παραδεχθεί στις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου.
27 ράγματι, η προσφεύγουσα ζήτησε τη βοήθεια του συμβούλου της στα τέλη του Αυγούστου 2001. Εξάλλου, ο τελευταίος, νομικός το επάγγελμα, ο οποίος δεν μπορούσε να αγνοεί τη σημασία των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής, παραδέχεται ότι γνώριζε, εν προκειμένω, την ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, εφόσον, στις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας επί της ενστάσεως απαραδέκτου, ο ίδιος γράφει ότι, «αποστέλλοντας συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής [...] στις 11 Σεπτεμβρίου, δικαιολογημένα μπορούσε να θεωρήσει ότι η εν λόγω επιστολή θα παραδιδόταν στον αποδέκτη στις 17 Σεπτεμβρίου το αργότερο».
28 Επομένως, η εκπρόθεσμη κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής οφείλεται αποκλειστικώς στην εκ μέρους της προσφεύγουσας ή του συμβούλου της έλλειψη της επιμελείας και της προσοχής που απαιτούνται επί προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής.
29 Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν η παράβαση του κώδικα συμπεριφοράς, που διαπιστώθηκε στην ανωτέρω σκέψη 25, προκάλεσε την εκπρόθεσμη κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής, τούτο δεν κατέστησε την προσφυγή παραδεκτή κατά παρέκκλιση των διεπόντων τις προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής κανόνων.
30 ράγματι, η μνημονευθείσα παράβαση δεν μπορούσε να οδηγήσει την προσφεύγουσα σε συγχωρητέα πλάνη, πράγμα που, σύμφωνα με τον κοινοτικό δικαστή, επιτρέπει παρέκκλιση από τους διέποντες τις προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής κανόνες. Όντως, η έννοια της συγχωρητέας πλάνης, που πηγάζει κατά τρόπο άμεσο από τη μέριμνα σεβασμού των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεν μπορεί να έχει σχέση, κατά πάγια νομολογία, παρά μόνο με τις εξαιρετικές περιστάσεις υπό τις οποίες, ιδίως, το οικείο κοινοτικό όργανο υιοθέτησε μια συμπεριφορά δυνάμενη, από μόνη της ή σε καθοριστικό βαθμό, να προκαλέσει επιτρεπτή σύγχυση στο μυαλό ενός πολίτη ο οποίος είναι καλόπιστος και αποδεικνύει ότι επέδειξε την επιμέλεια που απαιτείται από ένα κανονικώς ενημερωμένο πρόσωπο (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση του ρωτοδικείου της 29ης Μα_ου 1991, T-12/90, Bayer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-219, σκέψεις 28 και 29, απόφαση που επιβεβαιώθηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, Bayer κατά Επιτροπής, σκέψη 17· τη διάταξη του ρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 1997, T-63/96, Fichtner κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I-A-189 και ΙΙ-563, σκέψη 25, διάταξη που επιβεβαιώθηκε με τη διάταξη του Δικαστηρίου της 25ης Ιουνίου 1998, C-312/97 P, Fichtner κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-4135, και τη διάταξη του ρωτοδικείου της 3ης Φεβρουαρίου 1998, T-68/96, ολύβιος κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-153, σκέψη 43). Όμως, εάν έτσι μπορεί ενδεχομένως να συμβαίνει όταν η εκπρόθεσμη άσκηση μιας προσφυγής οφείλεται στην παροχή, από το οικείο όργανο, εσφαλμένων πληροφοριών δυναμένων να δημιουργήσουν επιτρεπτή σύγχυση στο πνεύμα ενός πολίτη που διαθέτει τα ανωτέρω υπομνησθέντα χαρακτηριστικά ή όταν η εκ μέρους του οικείου κοινοτικού οργάνου παράβαση ορισμένων από τους εσωτερικούς κανόνες του, όπως επί παραδείγματι ενός κώδικα συμπεριφοράς, έχει δημιουργήσει τέτοια σύγχυση, τούτο δεν είναι δυνατό να συμβαίνει όταν, όπως εν προκειμένω, ο πολίτης δεν δικαιολογείται να έχει οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με το ότι η κοινοποιηθείσα σ' αυτόν πράξη έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η μη ενημέρωσή του για τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ουδόλως οδηγεί τον πολίτη σε πλάνη.
31 Εξ όλων των ανωτέρω και, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί η συμφωνία του δικογράφου της προσφυγής με τις επιταγές του άρθρου 44 του Κανονισμού Διαδικασίας, προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
32 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί, σύμφωνα με τα αιτήματα της καθής, στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πρώτο τμήμα),
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη.
2) Η προσφεύγουσα φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα καθώς και αυτά της καθής.
Top