Avis juridique important
Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Οκτωβρίου 2003. - Industrias Químicas del Vallés SA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Αίτηση αναιρέσεως - Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Αίτηση αναστολής εκτελέσεως - Φυτοπροστατευτικά προϊόντα - Δραστικές ουσίες - Metalaxyl. - Υπόθεση C-365/03 P(R).
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα 00000
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Στην υπόθεση C-365/03 P(R),
Industrias Químicas del Vallés SA, με έδρα τη Βαρκελώνη (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τους C. Fernández Vicién και J. Sabater Marotias, abogados,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της διατάξεως του Προέδρου του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 5ης Αυγούστου 2003 στην υπόθεση T-158/03 R, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), και με την οποία ζητείται η αναίρεση της διατάξεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον B. Doherty και την S. Pardo Quintillán, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΝ ΤΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΣ
αντικαθιστώντας τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 85, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, εφαρμοστέο στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα A. Tizzano,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Αυγούστου 2003, η Industrias Químicas del Vallés SA (στο εξής: IQV) άσκησε, δυνάμει των άρθρων 225 ΕΚ και 57, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της διατάξεως του Προέδρου του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 5ης Αυγούστου 2003 στην υπόθεση T-158/03 R, Industrias Químicas del Vallés SA κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως 2003/308/ΕΚ της Επιτροπής, της 2ας Μα_ου 2003, σχετικά με τη μη καταχώριση του metalaxyl στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου και την απόσυρση των εγκρίσεων για φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν τη δραστική αυτή ουσία (ΕΕ L 113, σ. 8, στο εξής: επίδικη απόφαση).
2 Η Επιτροπή κατέθεσε τις παρατηρήσεις της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με υπόμνημα της 16ης Σεπτεμβρίου 2003.
3 Εφόσον οι γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων και τα έγγραφα της δικογραφίας περιέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως, δεν είναι αναγκαία η εκ μέρους των διαδίκων προφορική ανάπτυξη των απόψεών τους.
4 Το νομικό πλαίσιο της διαφοράς και της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως εκτίθεται στις σκέψεις 1 έως 16 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, στις οποίες γίνεται παραπομπή. Στις εφαρμοστέες διατάξεις περιλαμβάνονται η οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (ΕΕ L 230, σ. 1), καθώς και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3600/92 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 1992, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του πρώτου σταδίου του προγράμματος εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414 (ΕΕ L 366, σ. 10).
5 Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς καθώς και η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων του Πρωτοδικείου εκτίθενται στις σκέψεις 17 έως 41 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, στις οποίες γίνεται παραπομπή.
Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
6 Με τις σκέψεις 59 έως 76 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δέχθηκε ότι επείγει, για την IQV, να χορηγηθεί η αιτούμενη αναστολή εκτελέσεως. Έκρινε, πράγματι, ότι χωρίς την αναστολή εκτελέσεως, είναι πιθανόν η IQV να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, καθόσον η επίδικη απόφαση συνεπάγεται την ανάκληση, προ της 3ης Νοεμβρίου 2003, των εγκρίσεων για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν metalaxyl και τα οποία εμπορεύεται η IQV. Χωρίς την αναστολή, η IQV θα δυσκολευτεί να προτείνει στους πελάτες της, σε σύντομο χρονικό διάστημα, υποκατάστατα εκείνων των οποίων ανακλήθηκε η έγκριση, με κίνδυνο να απολέσει, ανεπανόρθωτα, μερίδια στην αγορά, δεδομένων των συνθηκών ανταγωνισμού στην εν λόγω αγορά.
7 Με τις σκέψεις 84 έως 101 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δέχθηκε επίσης ότι ορισμένοι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που επικαλείται η IQV μπορούν να δικαιολογήσουν, εκ πρώτης όψεως, την αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως (fumus boni juris). Έκρινε, πράγματι, σοβαρό τον λόγο που προβάλλει η IQV και που αντλείται από παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, ιδίως λόγω του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν της παρέσχε επαρκή χρόνο για να καταθέσει πλήρη φάκελο κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 3600/92, ώστε να καταστεί εφικτή η πλήρης επιστημονική αξιολόγηση του metalaxyl. Πράγματι, από την αιτιολόγηση της επίδικης αποφάσεως δεν μπορεί να συναχθεί εάν η Επιτροπή διέκοψε τη διαδικασία αξιολογήσεως του metalaxyl, επειδή η διαδικασία αυτή δεν μπορούσε πλέον να ολοκληρωθεί εντός των υποχρεωτικών εκ του νόμου προθεσμιών, ή επειδή απλώς επέλεξε τούτο στο πλαίσιο της διοικητικής διαχειρίσεως (σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως). Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων έκρινε επίσης ότι, αν και δεν αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή όφειλε να τροποποιήσει τον εν λόγω κανονισμό, προκειμένου να παρατείνει την προθεσμία για την υποβολή των μελετών που ήταν αναγκαίες για την αξιολόγηση του metalaxyl, εντούτοις το σημείο αυτό εγείρει λεπτά ζητήματα αρχής, για τα οποία απαιτείται εξέταση σε βάθος και τα οποία δεν γίνεται να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο της εξετάσεως μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων (σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως). Τέλος, με τη σκέψη 101 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων έκρινε ότι:
«Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο κανονισμός 3600/92 αποτελεί δυσεφάρμοστο κείμενο, του οποίου οι σχετικές διατάξεις έχουν κατ' επανάληψη τροποποιηθεί και το οποίο δεν περιέχει πρόβλεψη για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η προσφεύγουσα, δηλαδή για το γεγονός ότι ήταν η μοναδική επιχείρηση που υποστήριξε την καταχώριση της δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, παρά την απόσυρση από τη διαδικασία ενός άλλου ενδιαφερόμενου παραγωγού, ο οποίος ήταν ο μόνος παραγωγός που κατέθεσε ουσιαστικά πλήρη φάκελο, και παρά το γεγονός ότι το κράτος μέλος-εισηγητής δέχθηκε να προχωρήσει η διαδικασία εξετάσεως βάσει του φακέλου αυτού. Κατά συνέπεια, η αντιμετώπιση των ζητημάτων που ανακύπτουν με την αίτηση απαιτεί σε βάθος μελέτη του πραγματικού και νομικού πλαισίου, τα οποία επιβάλλεται να εξεταστούν στο πλαίσιο της κατ' αντιμωλία συζητήσεως. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων θεωρεί, επομένως, ότι δεν είναι δυνατόν οι λόγοι που επικαλείται η προσφεύγουσα να απορριφθούν ως καταφανώς αβάσιμοι στο πλαίσιο της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων».
8 Εν συνεχεία, με τις σκέψεις 105 έως 118 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προέβη στη στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων. Τονίζει, καταρχάς, ότι η επίδικη απόφαση δεν ελήφθη με κριτήριο τους σοβαρούς κινδύνους που ενδεχομένως ενείχε το metalaxyl για την ανθρώπινη υγεία ή για το περιβάλλον. Έκρινε, κατά συνέπεια, ότι η αναστολή εκτελέσεως δεν θα προκαλούσε τέτοιους κινδύνους (σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως). Αντιθέτως, σχετικοποίησε τη ζημία που θα υφίστατο η IQV, σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως, υπογραμμίζοντας ότι η αιτούσα μπορεί να συνεχίσει να πωλεί τα εν λόγω προϊόντα στα εννέα κράτη που δεν αποτελούν τμήμα της Κοινότητας (σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως). Περαιτέρω, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων έκρινε ότι η ίδια η IQV είχε σε μεγάλο βαθμό συμβάλει στη ζημία που επικαλούνταν, διότι, χωρίς αντικειμενικό λόγο, δεν είχε προνοήσει κατάλληλα, ώστε να καταθέσει εγκαίρως πλήρη φάκελο κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 3600/92. Απέρριψε την άποψη ότι η IQV, κατά τη διαδικασία που οδήγησε στην επίδικη απόφαση, έλαβε ενδεχομένως διαβεβαιώσεις βάσει των οποίων πίστεψε ότι δεν θα ζητούνταν από αυτήν η κατάθεση πλήρους φακέλου (σκέψεις 111 έως 113 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως). Έκρινε ότι, αν και το κράτος μέλος που ορίστηκε εισηγητής επί της αιτήσεως καταχωρίσεως του metalaxyl στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 φαίνεται ότι συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην κατάσταση αυτή, λόγω μη τηρήσεως από μέρους του ορισμένων προθεσμιών της διαδικασίας, ωστόσο η IQV, έχοντας επίγνωση της παραλείψεως, όφειλε να λάβει μέτρα, ώστε να είναι σε θέση να καταθέσει εγκαίρως πλήρη φάκελο (σκέψεις 114 και 115 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως). Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων έκρινε επίσης ότι η χορήγηση αναστολής εκτελέσεως θα επηρέαζε καθοριστικά το γενικό συμφέρον της Επιτροπής να εφαρμοστεί η κοινοτική νομοθεσία και, εν προκειμένω, ο κανονισμός 3600/92 (σκέψη 116 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως). Τέλος, έκρινε ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η IQV νομιμοποιείται να εκφράσει το συμφέρον ορισμένων παραγωγών, εγκατεστημένων εκτός Κοινότητας, οι οποίοι χρησιμοποιούν το metalaxyl, και ότι με την επίδικη απόφαση απαγορεύεται ευθέως στους εν λόγω παραγωγούς να εισάγουν στην Κοινότητα τα προϊόντα τους, τα οποία έχουν επεξεργαστεί με το metalaxyl, οι εν λόγω παραγωγοί θα μπορούσαν κατά πάσα πιθανότητα να χρησιμοποιούν κάποιο υποκατάστατο της ουσίας αυτής. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων έκρινε ότι η IQV δεν απέδειξε ότι οι εν λόγω παραγωγοί θα υποστούν ζημία λόγω του ότι θα υποχρεωθούν να καταφύγουν σε τέτοιο υποκατάστατο (σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως). Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κατέληξε ότι η στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων αποβαίνει υπέρ της μη αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως.
Αιτήματα των διαδίκων
9 Η IQV ζητεί:
- να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη·
- να ανασταλεί η εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως·
- επικουρικώς, να αναπεμφθεί η εξέταση της αιτήσεως αναστολής στο Πρωτοδικείο και
- να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της αναιρέσεως και της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων.
10 Η Επιτροπή ζητεί:
- να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και, επικουρικώς, ως αβάσιμη·
- επικουρικώς, εφόσον γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως και
- να καταδικαστεί η IQV στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των διαδικασιών.
Επί της αναιρέσεως
11 Η IQV προβάλλει σειρά λόγων προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, ιδίως δε επικαλείται νομική πλάνη του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, επειδή δεν προέβη σε δίκαιη στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων. Ουσιαστικά υποστηρίζει ότι, δεδομένων των περιστατικών της παρούσας υποθέσεως και, ιδίως, του ότι η διαδικασία αξιολογήσεως του metalaxyl κινήθηκε με τη συμμετοχή άλλου κοινοποιούντα, ο οποίος αποσύρθηκε από τη διαδικασία αφού κατέθεσε εγκαίρως πλήρη φάκελο κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 3600/92, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορούσε να λάβει υπόψη του σε βάρος της αιτήσεως της IQV, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των εμπλεκόμενων συμφερόντων, το γεγονός ότι η αιτούσα δεν ήταν η ίδια επίσης σε θέση να υποβάλει πλήρη φάκελο εγκαίρως. Συναφώς, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προσέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο στοιχείο αυτό, χωρίς να λάβει υπόψη του την παρέμβαση τρίτου στην εν λόγω διαδικασία.
12 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με την σκέψη 101 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, η οποία αναπαράγεται στη σκέψη 7 της παρούσας διατάξεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, αποφαινόμενος επί της σοβαρότητας των επιχειρημάτων της IQV, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο, υπό αυτές τις περιστάσεις, ο κοινοποιών που παραμένει στη διαδικασία μετά την απόσυρση άλλου κοινοποιούντα να μην χρειάζεται να καταθέσει πλήρη φάκελο εντός ορισμένης προθεσμίας. Ως εκ τούτου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων μπορούσε, ταυτόχρονα και χωρίς να υποπέσει σε νομική πλάνη, να κρίνει ότι η μη υποβολή πλήρους φακέλου συνιστά δυσμενές εις βάρος της στοιχείο το πλαίσιο της σταθμίσεως των εμπλεκόμενων συμφερόντων.
13 Δεδομένου ότι, με βάση τα λοιπά στοιχεία που εξετάστηκαν από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων στο πλαίσιο της εν λόγω σταθμίσεως, δεν θεμελιώνεται ότι το αποτέλεσμα της σταθμίσεως είναι δυσμενές για την IQV, και ότι, περαιτέρω, το επείγον της αιτήσεως καθώς και η σοβαρότητα των προβληθέντων πραγματικών και νομικών λόγων αναγνωρίζονται με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, η εν λόγω νομική πλάνη αρκεί για να προκαλέσει την αναίρεσή της, χωρίς να απαιτείται η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
14 Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, αν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου. Μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Πρωτοδικείο για να την κρίνει. Το Δικαστήριο, θεωρώντας ότι η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση, θα αποφανθεί το ίδιο επί της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως.
Επί του αιτήματος αναστολής εκτελέσεως
15 Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, η Επιτροπή αμφισβητεί μόνον την αναγνώριση της σοβαρότητας των λόγων που προβάλλει η IQV κατά της επίδικης αποφάσεως.
16 Υπογραμμίζει ότι, σε απάντηση του λόγου που προβάλλει η IQV και που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δέχθηκε, με τη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, ότι σκοπός της οδηγίας 91/414 δεν είναι μόνον η πλήρης επιστημονική αξιολόγηση των ουσιών που υπάγονται στη διαδικασία του άρθρου 8, παράγραφος 2, αλλά επίσης η πραγματοποίησή της εντός ορισμένης προθεσμίας. Η Επιτροπή υποστηρίζει όμως ότι, στη συνέχεια, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων αμφισβήτησε, με τη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, ότι η επίδικη απόφαση ελήφθη βάσει αυτού του λόγου, διότι τότε η αιτιολόγησή της θα έπασχε αοριστία. Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι υφίσταται τέτοιου είδους έλλειψη αιτιολογίας και φρονεί ότι, σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως, δεδομένου του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξε ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων με τη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
17 Επιβάλλεται η απόρριψη αυτού του επιχειρήματος. Ακόμη κι αν η οδηγία 91/414 επιβάλλει η επιστημονική αξιολόγηση των δραστικών ουσιών που υπάγονται στη διαδικασία του άρθρου 8, παράγραφος 2, να διεξάγεται εντός ορισμένης προθεσμίας, ο δικαστής, αποφαινόμενος επί της ουσίας της υποθέσεως στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας, πρέπει να είναι βέβαιος ότι η αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως πρέπει να αντλείται από αυτούς τους νόμιμους λόγους. Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλειστεί, βάσει του περιεχομένου της εν λόγω αποφάσεως και του πλαισίου εντός του οποίου αυτή ελήφθη, ότι η έκδοσή της οφείλεται περισσότερο σε λόγους που αφορούν τη διαχείριση του συνόλου των φακέλων σχετικά με τις δραστικές ουσίες τις οποίες αφορά η εν λόγω διαδικασία, παρά σε απαράβατες νομικές υποχρεώσεις. Επιβάλλεται να σημειωθεί συναφώς ότι για ορισμένες δραστικές ουσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/414 δόθηκε παράταση της περιόδου που προβλεπόταν αρχικά για την ολοκλήρωση της εξετάσεώς τους με βάση τις απαιτήσεις της ίδιας οδηγίας. Τούτο συνέβη, όταν η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 2076/2002, της 20ής Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την παράταση της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414, σχετικά με τη μη καταχώριση ορισμένων δραστικών ουσιών στο παράρτημα Ι της εν λόγω οδηγίας και την ανάκληση των εγκρίσεων για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν τις ουσίες αυτές (ΕΕ L 319, σ. 3).
18 Στη συνέχεια, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, απαντώντας ακριβώς στο επιχείρημα της IQV ότι η Επιτροπή έπρεπε είτε να διανείμει τον πλήρη φάκελο που είχε καταθέσει ο έτερος κοινοποιών σε όλα τα κράτη μέλη, ώστε η διαδικασία αξιολογήσεως του metalaxyl να συνεχιστεί χωρίς καθυστέρηση, είτε να χορηγήσει εύλογη προθεσμία στην IQV, προκειμένου η τελευταία να είναι σε θέση να επανασυντάξει τον φάκελο, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων απέρριψε τις δύο αυτές λύσεις, με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε νομική βάση, ώστε η Επιτροπή να υποχρεώσει το κράτος μέλος-εισηγητή να διανείμει τον εν λόγω φάκελο και επειδή ήταν πολύ αργά για να μπορέσει η IQV να συγκεντρώσει τα συμπληρωματικά στοιχεία που θα απαιτούνταν, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά έπρεπε να είναι διαθέσιμα στις 25 Μα_ου 2002, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 3600/92. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, αφού κατέληξε στα συμπεράσματα αυτά με τις σκέψεις 98 και 99 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, δεν μπορούσε αυτεπαγγέλτως να εξετάσει, στη σκέψη 100 αυτής, τρίτη δυνατότητα, ήτοι το να τροποποιήσει η Επιτροπή τον κανονισμό 3600/92, ώστε η ημερομηνία της 25ης Μα_ου 2002 να μετατεθεί, ούτε μπορούσε να κρίνει ότι δεν αποκλείεται να έπρεπε να προτιμηθεί η λύση αυτή.
19 Επιβάλλεται η απόρριψη και αυτού του επιχειρήματος. Πράγματι, προκύπτει ότι, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων ουδέν στοιχείο εξέτασε αυτεπαγγέλτως, αλλά περιορίστηκε στην ανάλυση της αιτιάσεως της IQV ότι η Επιτροπή μπορούσε να της χορηγήσει επιπλέον προθεσμία.
20 Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι που αναφέρονται στη σκέψη 101 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, σκέψη που αναπαράγεται στη σκέψη 7 της παρούσας διατάξεως, αρκούν ώστε να μην αποκλειστεί το ενδεχόμενο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να μην ζητηθεί από την IQV η υποβολή στοιχείων και πλήρους φακέλου εντός των προθεσμιών που της τάχθηκαν. Θεμελιώνεται, επομένως, η σοβαρότητα του λόγου που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
21 Επομένως, ορισμένοι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που προβάλλει η IQV δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως την αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως (fumus boni juris).
22 Περαιτέρω, δεν φαίνεται να αναιρείται για οποιονδήποτε λόγο η περί του επείγοντος κρίση, όπως αυτή επαναλαμβάνεται στη σκέψη 6 της παρούσας διατάξεως.
23 Τέλος, με δεδομένο όλα τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων στον πρώτο βαθμό, όπως συνοψίζονται στη σκέψη 8 της παρούσας διατάξεως, εξαιρουμένης της κρίσεως ότι η ίδια η IQV συνέβαλε στην επέλευση της ζημίας την οποία υπέστη, επειδή δεν υπέβαλε πλήρη φάκελο εντός της προθεσμίας του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3600/92, η στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων οδηγεί στη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής. Ειδικότερα, τα στοιχεία που ετέθησαν υπόψη του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων δείχνουν ότι η αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως δεν συνεπάγεται σοβαρό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή για το περιβάλλον. Εξάλλου, όσον αφορά το γενικό συμφέρον να εφαρμοστεί η κοινοτική νομοθεσία και, ειδικότερα, ο κανονισμός 3600/92 πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της κύριας δίκης, η προσβολή του συμφέροντος αυτού σχετικοποιείται, καθόσον, βάσει του κανονισμού 2076/2002, οι εγκρίσεις άλλων από το metalaxyl ουσιών που επίσης υπάγονται στη διαδικασία του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2005, χωρίς να έχουν υποβληθεί στην επιστημονική αξιολόγηση που προβλέπει η ως άνω οδηγία.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΝ ΤΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΣ
διατάσσει:
1) Αναιρεί τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 5ης Αυγούστου 2003 στην υπόθεση T-158/03 R, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής.
2) Αναστέλλει την εκτέλεση της αποφάσεως 2003/308/ΕΚ της Επιτροπής, της 2ας Μα_ου 2003, σχετικά με τη μη καταχώριση της ουσίας metalaxyl στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου και την απόσυρση των εγκρίσεων για φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν τη δραστική αυτή ουσία μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί της κύριας προσφυγής στην υπόθεση Τ-158/03.
3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Top