ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 21ης Φεβρουαρίου 2008 ( *1 )
«Παράβαση κράτους μέλους — Δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών — Οδηγίες 92/50/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ, 93/37/ΕΟΚ και 93/38/ΕΟΚ — Διαφάνεια — Ίση μεταχείριση — Εξαιρούμενες συμβάσεις, λόγω της αξίας τους, από το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών αυτών»
Στην υπόθεση C-412/04,
με αντικείμενο προσφυγή βάσει του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, που ασκήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2004,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους X. Lewis και K. Wiedner, επικουρούμενους από τον G. Bambara, avvocato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον M. Fiorilli, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζόμενης από:
τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues,
το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από την H. G. Sevenster και τον M. de Grave,
τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη από την A. Guimaraes-Purokoski, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνοντες,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, L. Bay Larsen, K. Schiemann, J. Makarczyk (εισηγητή), και J.-C. Bonichot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Νοεμβρίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας τις διατάξεις:
—
των άρθρων 2, παράγραφοι 1 και 5, 17, παράγραφος 12, 27, παράγραφος 2, 30, παράγραφος 6α, 37 ter και 37 quater, παράγραφος 1, του νόμου 109, νόμου-πλαισίου για τα δημόσια έργα (legge quadro in materia di lavori pubblici), της 11ης Φεβρουαρίου 1994 (τακτικό συμπλήρωμα GURI αριθ. 41 της 19ης Φεβρουαρίου 1994), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 166 της 1ης Αυγούστου 2002 (τακτικό συμπλήρωμα GURI αριθ. 181 της 3ης Αυγούστου 2002, στο εξής: νόμος 109/1994),
—
του άρθρου 28, παράγραφος 4, του νόμου 109/94, σε συνδυασμό με τα άρθρα 188 του διατάγματος του Προέδρου της Δημοκρατίας 554, περί των διατάξεων εφαρμογής του νόμου-πλαισίου για τα δημόσια έργα της 11ης Φεβρουαρίου 1994, 109, και των διαδοχικών τροποποιήσεών του (regolamento di attuazione della legge quadro in materia di lavori pubblici 11 febbraio 1994, n. 109, e successive modificazioni), της 21ης Δεκεμβρίου 1999 (τακτικό συμπλήρωμα GURI αριθ. 98, της 28ης Απριλίου 2000, στο εξής: ΠΔ 554/1999), και του άρθρου 3, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 157, περί εφαρμογής της οδηγίας 92/50 στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών (attuazione della direttiva 92/50/ΕΟΚ in materia di appalti pubblici di servizi), της 17ης Μαρτίου 1995 (τακτικό συμπλήρωμα GURI αριθ. 104, της 6ης Μαΐου 1995, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 157/1995),
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (EE L 209, σ. 1), την οδηγία 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (EE L 199, σ. 1), την οδηγία 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 199, σ. 54), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ L 328, σ. 1, στο εξής: οδηγία 93/37), την οδηγία 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 199, σ. 84), καθώς και από τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ και τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχειρίσεως που αποτελούν το επιστέγασμά τους.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2
Οι οδηγίες 92/50, 93/36, 93/37 και 93/38 εκδόθηκαν στο πλαίσιο πραγματοποιήσεως της εσωτερικής αγοράς, που ορίζεται ως ένας χώρος χωρίς εσωτερικά σύνορα στον οποίο η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων διασφαλίζεται. Αποβλέπουν στην εξάλειψη των πρακτικών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό γενικά και τη συμμετοχή στις δημόσιες συμβάσεις υπηκόων άλλων κρατών μελών προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή, μεταξύ άλλων, η ελευθερία εγκαταστάσεως και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που καθιερώνονται, αντιστοίχως, με τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ.
3
Κατά τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/50, οι δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να περιλαμβάνουν έργα, από την οδηγία δε 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7), προκύπτει ότι μια σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σύμβαση δημοσίων έργων παρά μόνον αν το αντικείμενό της συνίσταται στην εκτέλεση ενός έργου. Εφόσον οι εργασίες αυτές είναι παρεπόμενες και δεν αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την κατάταξη της συμβάσεως ως συμβάσεως δημοσίων έργων.
4
Από το άρθρο 8 της οδηγίας 92/50 προκύπτει ότι οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα I Α της οδηγίας αυτής, πρέπει να συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις των τίτλων III έως IV αυτής. Ο τίτλος III αφορά την επιλογή των διαδικασιών συνάψεως των εν λόγω συμβάσεων και τους κανόνες που έχουν εφαρμογή στους διαγωνισμούς.
5
Στην κατηγορία 12 του παραρτήματος I A της οδηγίας 92/50 αναφέρονται μεταξύ άλλων οι υπηρεσίες αρχιτέκτονα, οι υπηρεσίες μηχανικού, οι υπηρεσίες πολεοδομικού σχεδιασμού και αρχιτεκτονικής τοπίου, οι συναφείς υπηρεσίες παροχής επιστημονικών και τεχνικών συμβουλών καθώς και οι υπηρεσίες τεχνικών δοκιμών και αναλύσεων.
6
Κατά το άρθρο 15 της οδηγίας 93/38, οι συμβάσεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο τις υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα XVI A της οδηγίας αυτής συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις των τίτλων ΙΙΙ, IV και V αυτής. Ο τίτλος IV της οδηγίας αυτής αφορά τις διαδικασίες συνάψεως της συμβάσεως.
7
Η κατηγορία 12 του εν λόγω παραρτήματος XVI A είναι πανομοιότυπη με την κατηγορία 12 του παραρτήματος I A της οδηγίας 92/50.
8
Κατά το άρθρο 1, στοιχείο α’, της οδηγίας 93/37, «οι συμβάσεις δημοσίων έργων είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας, συναπτόμενες εγγράφως μεταξύ, αφενός, ενός εργολήπτη και, αφετέρου, μιας αναθέτουσας αρχής, που ορίζεται στο στοιχείο β’ του ίδιου αυτού άρθρου και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο είτε την εκτέλεση είτε τόσο την εκτέλεση όσο και μελέτη έργων που αφορούν μία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ ή ενός έργου, όπως αυτό ορίζεται στο στοιχείο γ’ του άρθρου αυτού, είτε την πραγματοποίηση, με οποιαδήποτε μέσα, ενός έργου το οποίο ανταποκρίνεται στις επακριβώς αναφερόμενες από την αναθέτουσα αρχή ανάγκες».
9
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας διασαφηνίζει το πεδίο εφαρμογής της σε σχέση με την υπολογιζόμενη αξία των διαφόρων συμβάσεων δημοσίων έργων για την οποία γίνεται λόγος. Από την παράγραφο 3 του ίδιου αυτού άρθρου προκύπτει ότι, όταν ένα έργο υποδιαιρείται σε πολλά τμήματα, καθένα από τα οποία αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης συμβάσεως, για τον υπολογισμό του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αξία κάθε τμήματος και, όταν το άθροισμα της αξίας των τμημάτων ανέρχεται ή υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται κατ’ αρχήν σε όλα τα τμήματα του έργου.
Η εθνική νομοθεσία
10
Οι συμβάσεις δημοσίων έργων διέπονται από τον νόμο 109/1994, που τέθηκε σε εφαρμογή με το ΠΔ 554/1999.
11
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου 109/1994, νοούνται ως δημόσια έργα, αν αυτά ανατίθενται από φορείς που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, οι δραστηριότητες κατεδαφίσεως, ανακτήσεως υλικών, αναδιαρθρώσεως, ανακαινίσεως και συντηρήσεως έργων και εγκαταστάσεων. Η διάταξη αυτή επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του νόμου 109/1994 στις μικτές συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών καθώς και στις συμβάσεις προμηθειών ή υπηρεσιών που περιλαμβάνουν παρεπόμενα έργα των οποίων η αξία εκτιμάται σε άνω του 50 % της συνολικής τιμής της οικείας συμβάσεως.
12
Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 157/1995, ορίζει ότι, όσον αφορά τις μικτές συμβάσεις έργων και υπηρεσιών καθώς και τις συμβάσεις υπηρεσιών που περιλαμβάνουν παρεπόμενα έργα, οι διατάξεις του νόμου 109/94 έχουν εφαρμογή αν τα έργα αντιπροσωπεύουν άνω του 50 % της συνολικής τιμής της οικείας συμβάσεως.
13
Το άρθρο 2, παράγραφος 5, του νόμου 109/1994 εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής αυτού τις παρεμβάσεις οι οποίες εκτελούνται απευθείας από τους ιδιώτες προς αφαίρεση των τελών που συνδέονται με άδειες οικοδομής για την εκτέλεση οικοδομικών δραστηριοτήτων, καθώς και τις παρεμβάσεις που αποτελούν συνέχεια υποχρεώσεων του άρθρου 28, παράγραφος 5, του νόμου 1150/1942 περί πολεοδομίας (legge urbanistica), της 17ης Αυγούστου 1942 (GURI αριθ. 244, της 16ης Οκτωβρίου 1942), όπως τροποποιήθηκε (στο εξής: νόμος 1150/1942). Το εν λόγω άρθρο 2, παράγραφος 5, εξαιρεί επίσης από αυτό το πεδίο εφαρμογής παρεμβάσεις ανάλογες εκείνων που μνημονεύονται ανωτέρω. Η τελευταία αυτή διάταξη διευκρινίζει ότι, αν το ποσό των έργων, λαμβανόμενο ατομικά, υπερβαίνει το κατώτατο κοινοτικό όριο, οι ιδιώτες υποχρεούνται να τα αναθέσουν σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η οδηγία 93/37.
14
Συναφώς, από τα άρθρα 1 και 31 του νόμου 1150/1942 καθώς και από τα άρθρα 3 και 11 του νόμου 10 περί των προδιαγραφών στον τομέα των οικοδομήσιμων γηπέδων (norme in materia di edificabilità dei suoli), της 28ης Ιανουαρίου 1977 (GURI αριθ. 27, της 29ης Ιανουαρίου 1977), όπως τροποποιήθηκε (στο εξής: νόμος 10/1977), προκύπτει ότι ο κάτοχος αδείας οικοδομής μπορεί να πραγματοποιήσει ο ίδιος τις εργασίες εξοπλισμού αφαιρώντας το συνολικό ή μέρος του κόστους από τους οφειλόμενους φόρους.
15
Εκτός από τις συμβάσεις δημοσίων έργων, ο νόμος 109/1994 ρυθμίζει ορισμένες δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών.
16
Έτσι, το άρθρο 17, παράγραφος 12, του νόμου αυτού παρέχει τη δυνατότητα στους αναθέτοντες οργανισμούς να αναθέτουν τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών που έχουν ως αντικείμενο τη μελέτη και τη διεύθυνση των έργων για τα οποία η εκτιμώμενη αξία είναι μικρότερη των 100000 ευρώ, μέσω του προσώπου που έχει την ευθύνη της διαδικασίας, στους επιχειρηματικούς φορείς που αναφέρει η παράγραφος 1, στοιχεία d έως g, του εν λόγω άρθρου 17 που απολαύουν της εμπιστοσύνης των οργανισμών, αφού διασφαλιστεί ότι οι φορείς αυτοί διαθέτουν την επαγγελματική πείρα και την ικανότητα, και η επιλογή αυτή αιτιολογείται.
17
Κατά το άρθρο 27, παράγραφος 2, του νόμου 109/1994, αν οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να αναλάβουν τις δραστηριότητες διευθύνσεως των έργων, τις αναθέτουν, κατά σειρά, είτε σε άλλες δημόσιες διοικήσεις, είτε στον καταρτίσαντα τη μελέτη που έχει την ευθύνη του προγράμματος υπό την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 4, του εν λόγω νόμου είτε σε άλλους φορείς που επιλέγονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η εθνική νομοθεσία με την οποία μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις.
18
Βάσει του άρθρου 28, παράγραφος 4, του νόμου 109/1994, οι δραστηριότητες ελέγχου ανατίθενται σε ένα, δύο ή τρεις τεχνικούς οι οποίοι έχουν υψηλή και ειδική κατάρτιση ανάλογα με το είδος, την πολυπλοκότητα και την αξία των έργων. Τους τεχνικούς αυτούς διορίζουν από το ίδιο το προσωπικό τους οι αναθέτουσες αρχές, εκτός από την περίπτωση ελλείψεως προσωπικού που διαπιστώνεται και επιβεβαιώνεται από τον υπεύθυνο της διαδικασίας.
19
Το άρθρο 30, παράγραφος 6α, του νόμου αυτού παρέχει την ίδια δυνατότητα όσον αφορά τα καθήκοντα ελέγχου που ανατίθενται κατ’ αρχήν στα τεχνικά γραφεία των αναθετουσών αρχών ή σε οργανισμούς ελέγχου που αναφέρει το σημείο α) της ίδιας αυτής παραγράφου.
20
Από τις παραγράφους 1, 3, 8, 9, 11, 12 και 13 του άρθρου 188 του ΠΔ 554/1999 προκύπτει εξάλλου ότι, εντός 30 ημερών από της περατώσεως των έργων, ή από την ημέρα παραδόσεως αυτών σε περίπτωση διενεργούμενων ελέγχων, ο αναθέτων οργανισμός αναθέτει τα καθήκοντα ελέγχου στους συνεργάτες του, σε συνάρτηση με το είδος, την κατηγορία, την πολυπλοκότητα και το ποσό των παρεμβάσεων, και με βάση κριτήρια καθοριζόμενα εκ των προτέρων.
21
Στην περίπτωση που το προσωπικό αυτό δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, καλούνται εξωτερικοί ειδικοί από τους εγγεγραμμένους στους καταλόγους του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, των περιφερειών και των αυτόνομων επαρχιών.
22
Ελλείψει καταλόγου, ο αναθέτων φορέας έχει την ευχέρεια να αναθέσει τα εν λόγω καθήκοντα σε πρόσωπα τα οποία έχουν, σε κάθε περίπτωση, τα απαραίτητα προσόντα και ανταποκρίνονται στις απαιτούμενες προϋποθέσεις.
23
Τα άρθρα 37 bis έως 37 quater του νόμου 109/1994 αφορούν την ανάθεση δημοσίων έργων τα οποία χρηματοδοτούνται, εν όλω ή εν μέρει, από ιδιώτες.
24
Το άρθρο 37 bis του νόμου αυτού παρέχει τη δυνατότητα σε ιδιώτες να υποβάλλουν στους αναθέτοντες οργανισμούς προτάσεις εκτελέσεως δημοσίων έργων ή έργων κοινής ωφελείας και να υπογράφουν τις αντίστοιχες συμβάσεις, προβλέποντας τη χρηματοδότηση και τη διαχείριση των έργων.
25
Το άρθρο 37 ter του ίδιου νόμου περιγράφει τη διαδικασία επιλογής του αναδόχου. Έτσι, προβλέπει ότι οι αναθέτουσες αρχές αποτιμούν τη δυνατότητα εκτελέσεως των προτάσεων που έχουν υποβληθεί υπό διάφορες επόψεις: οικοδομικές εργασίες, πολεοδομία, περιβάλλον, ποιότητα του προγράμματος, λειτουργικότητα, εκμετάλλευση του έργου, πρόσβαση του κοινού, απόδοση, κόστος διαχειρίσεως και διατηρήσεως, διάρκεια της παραχωρήσεως, προθεσμίες εκτελέσεως των παραχωρούμενων έργων, εφαρμοστέα τιμολόγια και μέθοδος αναθεωρήσεως, οικονομική αξία του προγράμματος και περιεχόμενο του σχεδίου συμβάσεως. Οι αρχές αυτές οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι κανένα στοιχείο δεν εμποδίζει την πραγματοποίηση των προτάσεων αυτών και, κατόπιν εξετάσεως και συγκρίσεως των προτάσεων αυτών και αφού ακούσουν τους επιχειρηματίες που το επιθυμούν, ανακοινώνουν ποια πρόταση είναι δημοσίου συμφέροντος.
26
Στην περίπτωση αυτή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 37 quater του νόμου 109/1994, εφαρμόζεται κλειστή διαδικασία με σκοπό να προκαλέσει την υποβολή δύο άλλων προσφορών. Η παραχώρηση ανατίθεται εν συνεχεία στο πλαίσιο διαδικασίας με διαπραγμάτευση κατά την οποία εξετάζονται η πρόταση του αρχικά επιλεγέντος επιχειρηματία και οι άλλες αυτές προσφορές. Κατά τη διαδικασία αυτή, ο εν λόγω επιχειρηματίας μπορεί να προσαρμόσει την πρότασή του προς εκείνη που η αναθέτουσα αρχή θεωρεί ως την καλύτερη. Στην περίπτωση αυτή, η παραχώρηση κατακυρώνεται σ’ αυτόν.
Η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία
27
Η Επιτροπή, κατόπιν καταγγελιών σχετικών με τα αποτελέσματα του νόμου 109/1994 ως είχε αρχικώς, παρακολούθησε τη διαδικασία θεσπίσεως του σχεδίου νόμου που απέβλεπε στην τροποποίηση του νόμου αυτού.
28
Κατόπιν της εκδόσεως του νόμου 166 της 1ης Αυγούστου 2002, που τροποποίησε τον νόμο 109/1994, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 19 Δεκεμβρίου 2002, έγγραφο οχλήσεως στην Ιταλική Δημοκρατία, αναφέροντας σ’ αυτήν ότι εξακολουθούσε να θεωρεί ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο ορισμένες διατάξεις του νόμου 109/1994.
29
Με έγγραφο της 26ης Ιουνίου 2003, η Ιταλική Δημοκρατία συμφώνησε με τις περισσότερες αιτιάσεις της Επιτροπής και της γνωστοποίησε την πρόθεσή της να τροποποιήσει αναλόγως την ισχύουσα νομοθεσία.
30
Δεδομένου, ωστόσο, ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν προέβη στις αναγγελθείσες τροποποιήσεις, η Επιτροπή της απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στις 15 Οκτωβρίου 2003, καλώντας την να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης γνώμης.
31
Η Επιτροπή, επειδή έκρινε μη ικανοποιητική τη θέση που έλαβε η Ιταλική Δημοκρατία με το από 22 Απριλίου 2004 έγγραφο, άσκησε, βάσει του άρθρου 226, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, την υπό κρίση προσφυγή.
32
Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Απριλίου 2005, επετράπη στη Γαλλική Δημοκρατία, στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών και στη Δημοκρατία της Φινλανδίας να παρέμβουν στην υπό κρίση υπόθεση προς υποστήριξη των αιτημάτων της Ιταλικής Δημοκρατίας. Υπομνήματα παρεμβάσεως κατέθεσαν μόνον το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Δημοκρατία της Φινλανδίας.
Επί της προσφυγής
33
Η παρούσα προσφυγή στηρίζεται σε έξι αιτιάσεις.
Επί της πρώτης αιτιάσεως
34
Η πρώτη αιτίαση αφορά τη νομοθεσία περί των μικτών συμβάσεων όπως αυτή προκύπτει από τον νόμο 109/1994.
35
Από τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, ο οποίος έχει ως αντικείμενο την οριοθέτηση της έννοιας των δημοσίων έργων, προκύπτει ότι αυτός αφορά τις οικοδομικές δραστηριότητες, τις δραστηριότητες κατεδαφίσεως, ανακτήσεως υλικών, αναδιαρθρώσεως, ανακαινίσεως, συντηρήσεως έργων και εγκαταστάσεων όταν οι δραστηριότητες αυτές ανατίθενται από φορείς που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Η εν λόγω παράγραφος 1 διευκρινίζει ότι οι μικτές συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών καθώς και οι συμβάσεις προμηθειών ή υπηρεσιών που περιλαμβάνουν παρεπόμενα έργα υπόκεινται στις διατάξεις του νόμου 109/1994, αν τα έργα αυτά αντιπροσωπεύουν άνω του 50 % της συνολικής τιμής της οικείας συμβάσεως.
36
Ομοίως, το άρθρο 3, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 157/1995 ορίζει ότι, όσον αφορά τις μικτές συμβάσεις έργων και υπηρεσιών καθώς και τις συμβάσεις υπηρεσιών που περιλαμβάνουν παρεπόμενα έργα, οι διατάξεις του νόμου 109/1994 έχουν εφαρμογή αν τα έργα αντιπροσωπεύουν άνω του 50 % της συνολικής τιμής της οικείας συμβάσεως.
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
37
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το νομικό καθεστώς που έχει εφαρμογή στις μικτές συμβάσεις πρέπει να εξαρτάται από το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως, που προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων παραγόντων, αλλά όχι αποκλειστικά, από την αξία των διαφόρων παροχών.
38
Συναφώς, η Επιτροπή προβάλλει ότι, υπάγοντας στη νομοθεσία περί των συμβάσεων δημοσίων έργων τις συμβάσεις όπου το στοιχείο που αποτελούν τα έργα υπερέχει από οικονομική άποψη ενώ ενέχει, τουλάχιστον, παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με άλλες παροχές, η ιταλική νομοθεσία έχει ως συνέπεια να εξαιρεί από την εφαρμογή της σχετικής κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως αρκετές συμβάσεις υπηρεσιών και προμηθειών, των οποίων η εκτιμώμενη αξία είναι μεγαλύτερη από τα κατώτατα όρια εφαρμογής των οδηγιών 92/50 και 93/36, αλλά μικρότερη από εκείνο της οδηγίας 93/37.
39
Η Ιταλική Δημοκρατία αντιτάσσει ότι, εν αναμονή της τροποποιήσεως των εν λόγω εθνικών διατάξεων, τροποποιήσεως η οποία έγινε προς ικανοποίηση των αντιρρήσεων της Επιτροπής, εκδόθηκε η εγκύκλιος αριθ. 2316 του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, περί ρυθμίσεως των μικτών συμβάσεων στις συμβάσεις δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (disciplina dei contratti misti negli appalti pubblici di lavori, forniture e servizi), της 18ης Δεκεμβρίου 2003 (GURI αριθ. 79, της 3ης Απριλίου 2004, σ. 26), με την οποία καλούνταν οι αναθέτουσες αρχές να τηρούν την αρχή σύμφωνα με την οποία, ενώπιον μικτής συμβάσεως, είναι αναγκαίο να λαμβάνεται υπόψη, για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας, το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως, και τούτο προκειμένου η οικονομική πτυχή να μην αποτελεί πλέον το κυρίαρχο συναφώς στοιχείο.
40
Με τον νόμο 62 περί διατάξεων εκτελέσεως των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη συμμετοχή της Ιταλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες —κοινοτικός νόμος 2004 (disposizioni per l’adempimento di obblighi derivanti dall’appartenenza dell’Italia alle Communità europee, Legge comunitaria 2004), της 18ης Απριλίου 2005, (τακτικό συμπλήρωμα GURI αριθ. 96, της 27ης Απριλίου 2005, στο εξής: κοινοτικός νόμος 2004) επικυρώθηκε η λύση αυτή.
41
Η Δημοκρατία της Φινλανδίας φρονεί ότι η οικονομική αξία αποτελεί καθοριστικό κριτήριο για την εκτίμηση του κύριου αντικειμένου της συμβάσεως και μια τέτοια προσέγγιση δεν πρέπει να αποκλείεται παρά μόνο σε εξαιρετικές καταστάσεις, δηλαδή όταν η χρήση του κριτηρίου της οικονομικής αξίας έχει ως σκοπό να εμποδίζει την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
42
Προκαταρκτικά, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σύμφωνα με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή εμφανίζεται κατά το πέρας της προθεσμίας που έχει ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2003, C-114/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2003, σ. I-3783, σκέψη 9, και της 14ης Ιουλίου 2005, C-433/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2005, σ. I-6985, σκέψη 32).
43
Συναφώς, δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη η θέσπιση νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών μέτρων μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη.
44
Κατά συνέπεια, βάσει της νομοθεσίας που ίσχυε στις 15 Δεκεμβρίου 2003, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας των δύο μηνών που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 15ης Οκτωβρίου 2003, πρέπει να εκδοθεί απόφαση για την ενδεχόμενη ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως στο πλαίσιο της εξεταζομένης αιτιάσεως, με την παρατήρηση ότι κατά την ημερομηνία αυτή τόσο η εγκύκλιος που αναφέρεται στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως όσο και η εθνική νομοθεσία που παρατίθεται στη σκέψη 40 δεν είχαν θεσπισθεί.
45
Όσον αφορά την έννοια των «συμβάσεων δημοσίων έργων», όπως ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο α’, της οδηγίας 93/37, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτή αφορά τις«συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας, συναπτόμενες εγγράφως μεταξύ, αφενός, ενός εργολήπτη και, αφετέρου, μιας αναθέτουσας αρχής, όπως αυτή ορίζεται στο στοιχείο β’, του άρθρου αυτού, και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο είτε την εκτέλεση είτε τόσο την εκτέλεση όσο και τη μελέτη έργων που αφορούν μία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας αυτής ή ενός έργου, όπως αυτό ορίζεται στο στοιχείο γ’ του εν λόγω άρθρου 1, είτε ακόμη την πραγματοποίηση, με οποιαδήποτε μέσα, ενός έργου το οποίο ανταποκρίνεται στις επακριβώς αναφερόμενες από την αναθέτουσα αρχή ανάγκες».
46
Εξάλλου, προκύπτει από τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/50, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο α’, της οδηγίας 93/37, ότι μια σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σύμβαση δημοσίων έργων παρά μόνον αν το αντικείμενό της ανταποκρίνεται στον ορισμό που δίδεται στην προηγούμενη σκέψη και τα έργα τα οποία είναι παρεπόμενα και δεν αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την κατάταξή της ως συμβάσεως δημοσίων έργων.
47
Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, όταν η σύμβαση περιλαμβάνει τόσο στοιχεία συμβάσεως δημοσίου έργου όσο και στοιχεία ενός άλλου τύπου δημοσίας συμβάσεως, εκείνο που καθορίζει ποια κοινοτική οδηγία περί δημοσίων συμβάσεων έχει, κατ’ αρχήν, εφαρμογή είναι το κύριο στοιχείο της συμβάσεως (βλ. απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, C-220/05, Auroux κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I-385, σκέψη 37).
48
Έτσι, και ειδικότερα, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/37 συνδέεται με το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο πλαίσιο αντικειμενικής εξετάσεως του συνόλου της συμβάσεως στο οποίο αναφέρεται η σύμβαση αυτή.
49
Ο προσδιορισμός αυτός πρέπει να γίνεται βάσει των ουσιωδών υποχρεώσεων που υπερισχύουν και οι οποίες, ως τέτοιες, χαρακτηρίζουν αυτή τη σύμβαση, κατ’ αντίθεση προς όσες είναι απλώς και μόνον παρεπομένου ή συμπληρωματικού χαρακτήρα και δεν επιβάλλονται από το ίδιο το αντικείμενο της συμβάσεως, δεδομένου ότι η αντίστοιχή αξία των διαφόρων εκάστοτε παροχών δεν είναι, συναφώς, παρά ένα κριτήριο μεταξύ άλλων που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον εν λόγω προσδιορισμό.
50
Από τα προεκτεθέντα μπορεί να συναχθεί, όπως ο γενικός εισαγγελέας ανέφερε στα σημεία 38 και 74 των προτάσεών του, ότι η αξία των έργων δεν μπορεί να αποτελέσει, σε όλες τις περιπτώσεις, το αποκλειστικό κριτήριο που μπορεί να συνεπάγεται την εφαρμογή του νόμου 109/1994 σε μια μικτή σύμβαση, ενώ τα έργα αυτά είναι μόνον παρεπόμενα, εκτός αν αγνοηθούν οι επιταγές της οδηγίας 93/37.
51
Ο κανόνας του άρθρου 2, παράγραφος 1, του νόμου 109/1994 έχει επίσης ως αποτέλεσμα να αγνοούνται οι επιταγές των οδηγιών 92/50 και 93/36 στο μέτρο που η εφαρμογή του μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό των διαδικασιών που προβλέπουν οι οδηγίες αυτές ορισμένων μικτών συμβάσεων, δηλαδή εκείνων των οποίων η αξία των έργων, μολονότι παρεπομένων, αντιπροσωπεύει άνω του 50 % της συνολικής τιμής, παρά το ότι η τιμή αυτή είναι μικρότερη από το κατώτατο όριο που καθορίζει η οδηγία 93/37, ενώ καλύπτει τα κατώτατα όρια που ορίζουν οι οδηγίες 92/50 και 93/36.
52
Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, θεσπίζοντας το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου 109/1994, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 92/50, 93/36 και 93/37.
Επί της δευτέρας αιτιάσεως
53
Η δεύτερη αιτίαση αφορά την απευθείας ανάθεση των έργων στον κάτοχο οικοδομικής αδείας ή εγκεκριμένου οικιστικού σχεδίου αν τα έργα αυτά έχουν μικρότερη αξία από το κατώτατο όριο εφαρμογής της οδηγίας 93/37.
54
Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 5, του νόμου 109/1994, οι απευθείας παρεμβάσεις που εκτελούν οι ιδιώτες αφαιρώντας τις φορολογικές επιβαρύνσεις που συνδέονται με άδειες οικοδομής για την εκτέλεση οικοδομικών δραστηριοτήτων, καθώς και οι παρεμβάσεις που προκύπτουν από τις υποχρεώσεις που αναφέρει το άρθρο 28, παράγραφος 5, του νόμου 1150/1942, και έργα ανάλογα με εκείνα των δύο κατηγοριών παρεμβάσεων, δεν εμπίπτουν στον νόμο 109/1994. Πάντως, το εν λόγω άρθρο 2, παράγραφος 5, διευκρινίζει ότι, αν η αξία των έργων, λαμβανομένων ατομικά, υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που καθορίζουν οι εφαρμοστέοι κοινοτικοί κανόνες, η ανάθεση της συμβάσεως πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η οδηγία 93/37.
55
Από τα άρθρα 1 και 31 του νόμου 1150/1942 καθώς και από τα άρθρα 3 και 11 του νόμου 10/1977 προκύπτει επίσης ότι ο κάτοχος οικοδομικής αδείας μπορεί να πραγματοποιήσει ο ίδιος τα έργα εξοπλισμού αφαιρώντας το σύνολο ή μέρος του κόστους από τις οφειλόμενες πολεοδομικές επιβαρύνσεις.
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
56
Η Επιτροπή προβάλλει, αφενός, ότι οι διατάξεις του νόμου 109/1994, σε συνδυασμό με τις συναφείς διατάξεις των νόμων 1150/1942 και 10/1977, επιτρέπουν την απευθείας ανάθεση εργασιών ή έργων που συνιστούν συμβάσεις δημοσίων έργων κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α’, της οδηγίας 93/37 στον κάτοχο οικοδομικής αδείας ή εγκεκριμένου οικιστικού σχεδίου, χωρίς να διασφαλίζεται, με ρητές διατάξεις, η εφαρμογή των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχειρίσεως που διαλαμβάνει η Συνθήκη ΕΚ, οι οποίες πρέπει να τηρούνται έστω και αν η εκτιμώμενη αξία είναι μικρότερη από τα κατώτατα όρια εφαρμογής της οδηγίας αυτής.
57
Υποστηρίζει, αφετέρου, ότι, για να προσδιοριστεί αν η αξία ανέρχεται σ’ αυτό το κατώτατο όριο, πρέπει να υπολογίζεται η συνολική αξία εργασιών και/ή των έργων που καλύπτει η σύμβαση η οποία συνάπτεται μεταξύ του ιδιώτη και της διοικήσεως, αυτές δε οι εργασίες ή αυτά τα έργα πρέπει να θεωρούνται ως χωριστά μέρη μιας και μόνο συμβάσεως. Το γεγονός ότι, κατά την εθνική νομοθεσία, οι διαδικασίες υποβολής προσφορών δεν έχουν εφαρμογή παρά μόνον αν η σύμβαση αυτή αφορά έργα των οποίων οι εκτιμώμενες αξίες, λαμβανόμενες ατομικά, υπερβαίνουν το κατώτατο όριο εφαρμογής των συναφών κοινοτικών κανόνων συνιστά επομένως παράβαση των επιταγών της οδηγίας 93/37, αφού εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής των εθνικών διατάξεων, με τις οποίες οι κοινοτικοί κανόνες μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο, τις συμβάσεις των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το εν λόγω κατώτατο όριο λόγω της ανεπάρκειας των ποσών που αντιστοιχούν σε κάθε μια από τις παροχές που συνεπάγονται οι συμβάσεις αυτές.
58
Κατά την Ιταλική Δημοκρατία, όσον αφορά, πρώτον, τα έργα εξοπλισμού αξίας μικρότερης από το κατώτατο όριο εφαρμογής της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως και που εκτελεί ο κάτοχος οικοδομικής αδείας ή εγκεκριμένου οικιστικού σχεδίου, δεν είναι αναγκαίο, στο στάδιο ενσωματώσεως της κοινοτικής ρυθμίσεως, να μνημονεύονται ειδικά οι κανόνες της Συνθήκης περί δημοσιότητας και ανταγωνισμού καθώς και οι σχετικές νομολογιακές ερμηνείες του Δικαστηρίου.
59
Δεύτερον, η Ιταλική Δημοκρατία υπογραμμίζει τις ιδιομορφίες του πολεοδομικού τομέα στον οποίο οι επιχειρήσεις οικιστικής αναπτύξεως υποκαθιστούν τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τα χαρακτηριστικά των συμβάσεων οικιστικής αναπτύξεως που συνάπτονται μεταξύ αυτών των οργανισμών και αυτών των επιχειρήσεων.
60
Τέτοιες συμβάσεις συνεπάγονται μόνον την υποχρέωση, για τον οικείο οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, να εκδώσει τις οικοδομικές άδειες, με υποχρέωση της επιχειρήσεως οικιστικής αναπτύξεως να πραγματοποιήσει τα έργα χωροταξίας της οικείας ζώνης, βάσει σχεδίων τα οποία ο εν λόγω οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως επιφυλάσσεται να εγκρίνει.
61
Το γεγονός ότι ανατέθηκε στην ίδια επιχείρηση οικιστικής αναπτύξεως η εκτέλεση πολλών έργων, εκ φύσεως ετερογενών, δεν μπορεί να συνεπάγεται, για τον μοναδικό λόγο ότι η εν λόγω επιχείρηση είναι ιδιοκτήτης των σχετικών γηπέδων, την υποχρέωση συνενώσεως αυτών των έργων για τους σκοπούς της εφαρμογής της οδηγίας 93/37. Η Ιταλική Δημοκρατία υπογραμμίζει, συναφώς, ότι, με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, C-399/98, Ordine degli Architetti κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-5409), το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί διαφορετικής καταστάσεως από την εν προκειμένω, στο μέτρο που η απόφαση αφορούσε την εκτέλεση έργου προδήλως ενιαίας φύσεως.
62
Κατά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, οι δημόσιες συμβάσεις των οποίων η αξία βρίσκεται κάτω από τα κατώτατα όρια εφαρμογής που προβλέπουν οι σχετικές οδηγίες εκφεύγουν από την αρχή της διαφάνειας. Προσθέτει ότι οι οδηγίες αυτές προβλέπουν ρητά ορισμένες παρεκκλίσεις, αφού ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε έτσι, στις περιπτώσεις αυτές, να δώσει προτεραιότητα σε άλλα συμφέροντα από εκείνο της διαφάνειας.
63
Η Δημοκρατία της Φινλανδίας υποστηρίζει ότι οι συμβάσεις των οποίων η αξία είναι μικρότερη από τα κατώτατα όρια που καθορίζουν οι εν λόγω οδηγίες, καίτοι ως εκ τούτου εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών, αυτεπαγγέλτως υπόκεινται στις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών και των υπηρεσιών και στην ελευθερία εγκαταστάσεως.
64
Κατά συνέπεια, η εθνική νομοθεσία δεν θα έπρεπε, όσον αφορά τις εν λόγω συμβάσεις, να θεσπίζει την ειδική υποχρέωση δημοσιότητας ή ανταγωνισμού.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
65
Πρώτον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης προέβη στη ρητή και κατ’ αρχήν επιλογή να αφήσει τις δημόσιες συμβάσεις αξίας μικρότερης από ορισμένο κατώτατο όριο εκτός του καθεστώτος δημοσιότητας που θέσπισε χωρίς, κατά συνέπεια, να επιβάλει καμιά σχετική υποχρέωση.
66
Εξάλλου, όταν καταδεικνύεται ότι μια τέτοια σύμβαση έχει όντως διασυνοριακό ενδιαφέρον, η σύναψη, χωρίς καμία διαφάνεια της συμβάσεως αυτής με επιχείρηση εγκατεστημένη στο κράτος μέλος της αναθέτουσας αρχής, συνιστά διαφορετική μεταχείριση εις βάρος των επιχειρήσεων που πιθανώς ενδιαφέρονται για τη σύμβαση αυτή και είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος. Μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση η οποία, αποκλείοντας όλες τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, επηρεάζει δυσμενώς κυρίως τις επιχειρήσεις αυτές, αν δεν δικαιολογείται από αντικειμενικές περιστάσεις, συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, η οποία απαγορεύεται από τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ (βλ., συναφώς, όσον αφορά την οδηγία 92/50, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2007, C-507/03, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 2007, σ. I-9777, σκέψεις 30 και 31 καθώς και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
67
Στο μέτρο που, αφενός, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 56 των προτάσεών του, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 249 ΕΚ, οι οδηγίες δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνονται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, και όπου, αφετέρου, ο κοινοτικός νομοθέτης εξαίρεσε, ειδικότερα με τον καθορισμό κατωτάτων ορίων, ορισμένες συμβάσεις από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/37, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να θεσπίσουν, με τη νομοθεσία τους περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας αυτής, διατάξεις μνημονεύουσες την υποχρέωση τηρήσεως των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, υποχρέωση η οποία πρέπει να εφαρμόζεται μόνον υπό τις προϋποθέσεις που υπομνήσθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.
68
Η σχετική παράλειψη του Ιταλού νομοθέτη, όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις που αφορούν έργα εξοπλισμού αξίας μικρότερης από το κατώτατο όριο εφαρμογής της οδηγίας 93/37 τα οποία εκτελούνται από τον κάτοχο οικοδομικής αδείας ή εγκεκριμένου οικιστικού σχεδίου, στην περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεται η ύπαρξη βέβαιου διασυνοριακού ενδιαφέροντος, δεν αίρει ωστόσο την εφαρμογή των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ στις εν λόγω συμβάσεις.
69
Κατά συνέπεια, η δεύτερη αιτίαση, καθόσον στηρίζεται στην παραβίαση θεμελιωδών κανόνων της Συνθήκης, πρέπει να απορριφθεί.
70
Δεύτερον, όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 5, του νόμου 109/1994, ενόψει των επιταγών της οδηγίας 93/37, πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι η διάταξη του εθνικού δικαίου που προβλέπει την απευθείας εκτέλεση των έργων υποδομής αποτελεί τμήμα ενός συνόλου πολεοδομικών κανόνων που έχουν δικά τους χαρακτηριστικά και επιδιώκουν ειδικούς σκοπούς, διαφορετικούς από τους σκοπούς της οδηγίας, δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η απευθείας εκτέλεση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/37 όταν συντρέχουν τα στοιχεία που απαιτούνται για να εμπίπτει σ’ αυτό το πεδίο εφαρμογής (βλ. απόφαση Ordine degli Architetti κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 66).
71
Η εκτέλεση αυτή πρέπει επίσης να υπόκειται στις διαδικασίες που προβλέπει η οδηγία 93/37 όταν πληροί τις προϋποθέσεις που διαλαμβάνει η οδηγία αυτή για να χαρακτηρίζεται σύμβαση δημοσίων έργων και, ειδικότερα, όταν συντρέχει το συμβατικό στοιχείο που απαιτεί το άρθρο 1, στοιχείο α’, αυτής και η αξία του έργου ισούται ή υπερβαίνει το κατώτατο όριο που καθορίζει το άρθρο 6, παράγραφος 1, αυτής.
72
Εξάλλου, από το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/37 προκύπτει ότι, όταν ένα έργο υποδιαιρείται σε πολλά τμήματα, καθένα από τα οποία αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης συμβάσεως, η αξία κάθε τμήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την αποτίμηση του ποσού που αναφέρει η παράγραφος 1 του ίδιου άρθρου που θα προσδιορίσει αν αυτή η οδηγία πρέπει ή όχι να έχει εφαρμογή σε όλα τα τμήματα. Εξάλλου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής, κανένα έργο και καμία σύμβαση δεν δύναται να κατατμηθεί προς αποφυγή της εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
73
Κατά συνέπεια, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας με τις προτάσεις του, εφόσον η σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ ενός ιδιώτη, ιδιοκτήτη γηπέδων για οικιστική ανάπτυξη, και της κοινοτικής διοικήσεως πληροί τα κριτήρια του ορισμού της «συμβάσεως δημοσίων έργων» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α’, της οδηγίας 93/37, που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, η εκτιμώμενη αξία η οποία πρέπει κατ’ αρχήν να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να εξακριβωθεί αν το κατώτατο όριο που καθορίζει αυτή η οδηγία έχει επιτευχθεί και αν, κατά συνέπεια, για την ανάθεση της συμβάσεως πρέπει να τηρούνται οι κανόνες δημοσιότητας που θέτει η οδηγία, δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά μόνο βάσει της συνολικής αξίας των διαφόρων εργασιών και έργων, με πρόσθεση των αξιών των διαφόρων τμημάτων.
74
Μη προβλέποντας διαδικασία αναθέσεως σύμφωνη με τις επιταγές της οδηγίας 93/37 παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η εκτιμώμενη αξία καθενός από τα τμήματα αυτά, λαμβανόμενα ατομικά, υπερβαίνει το κατώτατο όριο εφαρμογής της οδηγίας, η ιταλική νομοθεσία αντιβαίνει προς την οδηγία αυτή.
75
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 5, του νόμου 109/1994 παραβαίνει τις επιταγές της οδηγίας 93/37 περιορίζοντας αδικαιολόγητα την προσφυγή στις διαδικασίες που αυτή θεσπίζει.
Επί της τρίτης αιτιάσεως
76
Η τρίτη αιτίαση αφορά την ανάθεση μελετών, διευθύνσεως και ελέγχου των έργων στο πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών αξίας μικρότερης από τα κατώτατα όρια της εφαρμογής των σχετικών κοινοτικών διατάξεων.
77
Κατά τα άρθρα 17, παράγραφος 12, και 30, παράγραφος 6 bis, του νόμου 109/1994, οι δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών που έχουν ως αντικείμενο τη μελέτη και τη διεύθυνση των έργων καθώς και τον έλεγχο εκτελέσεως αυτών, των οποίων η εκτιμώμενη αξία είναι μικρότερη του κατωτάτου ορίου εφαρμογής της οδηγίας 92/50, μπορούν να ανατεθούν σε πρόσωπα που απολαύουν της εμπιστοσύνης του αναθέτοντος φορέα.
Επιχειρήματα των διαδίκων
78
Η Επιτροπή επικρίνει τις διατάξεις αυτές, οι οποίες επιτρέπουν την προσφυγή σε τρόπο αναθέσεως των σχετικών δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών που αποκλείουν κάθε μορφή δημοσιότητας, για τον λόγο ότι, καίτοι οι συμβάσεις αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50, εξακολουθούν να υπόκεινται στους κανόνες της Συνθήκης περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας εγκαταστάσεως καθώς και στις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων, της ίσης μεταχειρίσεως, της αναλογικότητας και της διαφάνειας.
79
Η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει ότι όλες οι διατάξεις του παραγώγου δικαίου πρέπει να ερμηνεύονται με βάση τις γενικές αρχές της Συνθήκης και κάθε ερμηνεία που απομακρύνεται από αυτές είναι παράνομη. Η ενδεχόμενη έλλειψη νομιμότητας δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να προκύψει παρά μόνον από την κακή εφαρμογή της διατάξεως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, δεν μπορεί να υπάρχει, κατά το στάδιο της μεταφοράς της κοινοτικής νομοθεσίας στο εσωτερικό δίκαιο, υποχρέωση ειδικής αναφοράς στις διατάξεις της Συνθήκης.
80
Προσθέτει ότι μια υπουργική εγκύκλιος είχε επισύρει την προσοχή των αναθετουσών αρχών ως προς την επιταγή τηρήσεως των γενικών αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων, της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας και ότι, σε κάθε περίπτωση, η απευθείας ανάθεση των οικείων συμβάσεων σε πρόσωπα εμπιστοσύνης μπορεί να γίνεται μόνον κατόπιν ελέγχου της επαγγελματικής τους πείρας και των επαγγελματικών προσόντων τους.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
81
Δεν αμφισβητείται, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως, ότι οι δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών οι οποίες βρίσκονται εκτός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 92/50 και για τις οποίες αποδεικνύεται ότι παρουσιάζουν όντως διασυνοριακό ενδιαφέρον, εξακολουθούν να υπόκεινται στις θεμελιώδεις ελευθερίες που προβλέπει η Συνθήκη υπό τις προϋποθέσεις που διασαφήνισε η παρατιθέμενη στην εν λόγω σκέψη νομολογία.
82
Άπαξ οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το πρωτογενές δίκαιο σχετικά με την ίση μεταχείριση και τη διαφάνεια εφαρμόζονται έτσι αυτοδικαίως στις συμβάσεις αυτές, οι οποίες ωστόσο εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας λόγω της αξίας τους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθορίζει η νομολογία αυτή, δεν μπορεί να απαιτείται από την εθνική νομοθεσία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της εν λόγω οδηγίας να τις μνημονεύει ρητά.
83
Επομένως, η τρίτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
Επί της τέταρτης και της πέμπτης αιτιάσεως
84
Η τέταρτη αιτίαση αφορά τις διατάξεις του άρθρου 27, παράγραφος 2, του νόμου 109/1994, κατά τις οποίες, όταν οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να ασκήσουν τις δραστηριότητες διευθύνσεως των έργων που εναπόκεινται κατ’ αρχήν στα τεχνικά τους γραφεία, οι δραστηριότητες αυτές ανατίθενται στον υπεύθυνο μελετητή του προγράμματος κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 4, του εν λόγω νόμου.
85
Η πέμπτη αιτίαση είναι σχετική με την ανάθεση των δραστηριοτήτων ελέγχου των δημοσίων έργων όπως αυτή διέπεται από τα άρθρα 28, παράγραφος 4, του νόμου 109/1994 και 188 του ΠΔ 554/1999. Από τη συνδυασμένη ανάγνωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, καίτοι τα καθήκοντα αυτά εναπόκεινται κατ’ αρχήν στα τεχνικά γραφεία των αναθετουσών αρχών, σε περίπτωση ελλείψεως προσωπικού που διαπιστώνει και βεβαιώνει ο έχων την ευθύνη της διαδικασίας, η διοίκηση μπορεί να αναθέσει τα εν λόγω καθήκοντα σε τρίτους που περιλαμβάνονται στους καταλόγους οι οποίοι έχουν καταρτιστεί προς τούτο από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων, χωρίς να προσφύγει στις διαδικασίες διαγωνισμού.
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
86
Η Επιτροπή φρονεί ότι οι διατάξεις των άρθρων 27, παράγραφος 2, και 28, παράγραφος 4, του νόμου 109/1994, στο μέτρο που επιτρέπουν να ανατίθενται απευθείας, χωρίς διαδικασία διαγωνισμού, οι εν λόγω δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, παραβαίνουν, ανάλογα με την αξία των εν λόγω συμβάσεων, είτε τις οδηγίες 92/50 και 93/38 είτε τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ.
87
Η Ιταλική Δημοκρατία αντιτάσσει ότι έλαβε υπόψη τις επικρίσεις που διατύπωσε η Επιτροπή και, κατά συνέπεια, τροποποίησε τη νομοθεσία της εκδίδοντας τον κοινοτικό νόμο 2004.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
88
Πρέπει να υπογραμμιστεί, προκαταρκτικά, ότι, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, μόνον η εθνική νομοθεσία που ίσχυε στις 15 Δεκεμβρίου 2003 πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο εκτιμήσεως των αιτιάσεων που διατύπωσε η Επιτροπή.
89
Πρέπει να παρατηρηθεί, πρώτον, ότι οι μόνες εξαιρέσεις που επιτρέπονται στην εφαρμογή των οδηγιών 92/50 και 93/38 είναι εκείνες που μνημονεύονται στις οδηγίες περιοριστικώς και ρητά (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-107/98, Teckal, Συλλογή 1999, σ. I-8121, σκέψη 43, καθώς και της 11ης Μαΐου 2006, C-340/04, Carbotermo και Consorzio Alisei, Συλλογή 2006, σ. I-4137, σκέψη 45).
90
Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 101 των προτάσεών του, οι δραστηριότητες διευθύνσεως και ελέγχου των έργων εμπίπτουν στην κατηγορία 12 τόσο του παραρτήματος I A της οδηγίας 92/50 όσο και του παραρτήματος XVI A της οδηγίας 93/38.
91
Συναφώς, αφενός, από το άρθρο 8 της οδηγίας 92/50 προκύπτει ότι οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο εν λόγω παράρτημα I A συνάπτονται σύμφωνα, ειδικότερα, με τις διατάξεις του τίτλου III της οδηγίας αυτής η οποία αφιερώνεται στην επιλογή των διαδικασιών συνάψεως των συμβάσεων και, αφετέρου, από το άρθρο 15 της οδηγίας 93/38 προκύπτει ότι οι δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και οι συμβάσεις δημοσίων έργων, καθώς και οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο εν λόγω παράρτημα XVI A, συνάπτονται σύμφωνα, ειδικότερα, με τις διατάξεις του τίτλου IV της τελευταίας αυτής οδηγίας σχετικά με τις διαδικασίες συνάψεως των συμβάσεων.
92
Κατά συνέπεια, στο μέτρο που η ανάθεση δραστηριοτήτων διευθύνσεως των έργων πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες των οδηγιών 92/50 και 93/38, η απευθείας ανάθεση στον μελετητή όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 27, παράγραφος 2, του νόμου 109/1994 αποτελεί παράβαση των οδηγιών αυτών όσον αφορά τις συμβάσεις οι οποίες εμπίπτουν, βάσει της αξίας τους, στο πεδίο εφαρμογής τους.
93
Ομοίως, στο μέτρο που η ανάθεση των δραστηριοτήτων ελέγχου των έργων πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες των οδηγιών 92/50 και 93/38, η ανάθεση σε τρίτους υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 28, παράγραφος 4, του νόμου 109/1994 και 188 του ΠΔ 554/1999 αποτελεί παράβαση των εν λόγω οδηγιών όσον αφορά τις συμβάσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους.
94
Δεύτερον, όσον αφορά τις συμβάσεις για τις οποίες η αξία των οικείων υπηρεσιών είναι μικρότερη από το κατώτατο όριο εφαρμογής των οδηγιών 92/50 και 93/38, η έλλειψη, στις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις, ρητής μνείας σχετικής με την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη δεν μπορεί να σημαίνει, όπως αναφέρθηκε στις σκέψεις 68 και 82 της παρούσας αποφάσεως, ότι δεν επιβάλλεται η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της υποχρεώσεως διαφάνειας κατά την ανάθεση των συμβάσεων εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθορίζει η νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως.
95
Κατά συνέπεια, η τέταρτη και η πέμπτη αιτίαση πρέπει να απορριφθούν καθόσον αφορούν την παράβαση των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, πλην όμως είναι βάσιμες κατά τα λοιπά.
Επί της έκτης αιτιάσεως
96
Η έκτη αιτίαση αφορά τα άρθρα 37 bis έως 37 quater του νόμου 109/1994, κατ’ εφαρμογήν των οποίων οι διοικήσεις μπορούν να επιτρέπουν την εκτέλεση, από εξωτερικούς φορείς, δημοσίων έργων που μπορεί να τυγχάνουν εμπορικής εκμεταλλεύσεως σύμφωνα με ειδική διαδικασία αναθέσεως. Κατά την πρώτη φάση, οι τρίτοι καλούνται να υποβάλουν προτάσεις, ως ανάδοχοι, με σκοπό την κατακύρωση των παραχωρήσεων, δεδομένου ότι το κόστος αναλαμβάνεται εν μέρει ή στο σύνολό του από τους αναδόχους αυτούς. Εφόσον αποτιμηθούν οι προτάσεις, εκείνες που κρίνονται δημοσίου συμφέροντος επιλέγονται κατά τη δεύτερη φάση κατά την οποία κινείται, για κάθε μια από τις προτάσεις που έγιναν δεκτές, διαδικασία κλειστών διαγωνισμών που αποβλέπει στην επιλογή δύο προσφορών.
97
Στη συνέχεια, η αναθέτουσα αρχή κινεί διαδικασία με διαπραγμάτευση με τον ανάδοχο και τους άλλους τρίτους που υπέβαλαν τις δύο καλύτερες προσφορές στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας υποβολής προσφορών, ο δε ανάδοχος έχει τη δυνατότητα να προσαρμόσει την πρότασή του προς εκείνη που η αναθέτουσα αρχή θεωρεί την καλύτερη.
Επιχειρήματα των διαδίκων
98
Η Επιτροπή προβάλει ότι η κανονιστική αυτή ρύθμιση συνιστά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
99
Φρονεί συγκεκριμένα ότι ο τρόπος με τον οποίο καλούνται να ανταγωνιστούν οι ενδιαφερόμενοι για την παραχώρηση ευνοεί ρητώς τον ανάδοχο σε σχέση με όλους τους λοιπούς εν δυνάμει ανταγωνιστές.
100
Έτσι, αφενός, ο ανάδοχος καλείται αυτομάτως να μετάσχει στη διαδικασία με διαπραγμάτευση με σκοπό την ανάθεση της παραχωρήσεως, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ της προτάσεώς του και των προσφορών που έχουν υποβάλει οι συμμετέχοντες στον διαγωνισμό.
101
Αφετέρου, ο ανάδοχος έχει τη δυνατότητα να τροποποιήσει την πρότασή του κατά τη διαδικασία με διαπραγμάτευση για να την προσαρμόσει προς την προσφορά που η αναθέτουσα αρχή θεωρεί ως την καλύτερη. Συγκεκριμένα, το πλεονέκτημα αυτό θα ισοδυναμούσε κατ’ ουσίαν στην αναγνώριση, υπέρ του εν λόγω αναδόχου, ενός δικαιώματος προτεραιότητας κατά την ανάθεση της παραχωρήσεως.
102
Η Ιταλική Δημοκρατία διευκρινίζει ότι ο κοινοτικός νόμος 2004, που αναφέρεται στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, έλαβε υπόψη τις αντιρρήσεις της Επιτροπής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
103
Από το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ’, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να εμφαίνει το αντικείμενο της διαφοράς και να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, προκειμένου ο καθού να μπορεί να προετοιμάσει την άμυνά του και το Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Επομένως, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται μια προσφυγή πρέπει να προκύπτουν κατά τρόπο εύλογο και κατανοητό από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής, τα δε αιτήματα που περιλαμβάνει το δικόγραφο αυτό πρέπει να είναι διατυπωμένα κατά τρόπο μη διφορούμενο, ούτως ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος είτε να αποφανθεί το Δικαστήριο ultra petita είτε να παραλείψει να αποφανθεί επί κάποιας αιτιάσεως (απόφαση της 26ης Απριλίου 2007, C-195/04, Επιτροπή κατά Φινλανδίας, Συλλογή 2007, σ. I-3351, σκέψη 22 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
104
Εν προκειμένω, το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής, όσον αφορά την υπό κρίση αιτίαση, δεν τηρεί τις επιταγές αυτές.
105
Συγκεκριμένα, με την προσφυγή της, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη ορισμένες υποχρεώσεις που της επιβάλλουν οι οδηγίες 92/50, 93/36, 93/37 και 93/38 καθώς και τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ. Όμως, στο πλαίσιο της αιτιάσεως αυτής, η Επιτροπή δεν αναφέρει ποιες από τις οδηγίες αυτές και/ή διατάξεις της Συνθήκης παρέβη συγκεκριμένα η Ιταλική Δημοκρατία φερόμενη ως παραβιάσασα την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
106
Άλλωστε, όσον αφορά τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, αυτά δεν επιβάλλουν γενική υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως, αλλά περιλαμβάνουν, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως, απαγόρευση διακρίσεως λόγω ιθαγενείας. Όμως, η Επιτροπή δεν παρέχει καμία ένδειξη σχετική με την ενδεχόμενη ύπαρξη μιας τέτοιας διακρίσεως στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτιάσεως.
107
Επομένως, η έκτη αιτίαση πρέπει να κριθεί απαράδεκτη.
108
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προηγούμενων σκέψεων, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι, θεσπίζοντας:
—
το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου 109/1994, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 92/50, 93/36 και 93/37·
—
το άρθρο 2, παράγραφος 5, του εν λόγω νόμου, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 93/37, και
—
τα άρθρα 27, παράγραφος 2, και 28, παράγραφος 4, του ίδιου νόμου, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 92/50 και 93/38.
Επί των δικαστικών εξόδων
109
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε εν μέρει ως προς τη δεύτερη, τέταρτη και πέμπτη αιτίαση καθώς και ως προς την τρίτη αιτίαση, η δε έκτη αιτίαση κρίθηκε εξάλλου απαράδεκτη, και η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε ως προς την πρώτη αιτίαση καθώς και εν μέρει ως προς τη δεύτερη, τέταρτη και πέμπτη αιτίαση, πρέπει να κριθεί ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικά του έξοδα.
110
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα έξοδα τους.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Θεσπίζοντας:
—
το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου 109, νόμου-πλαισίου για τα δημόσια έργα (legge quadro in materia di lavori pubblici), της 11ης Φεβρουαρίου 1994, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 166, της 1ης Αυγούστου 2002, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997·
—
το άρθρο 2, παράγραφος 5, του εν λόγω νόμου, όπως τροποποιήθηκε, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 93/37 όπως τροποποιήθηκε, και
—
τα άρθρα 27, παράγραφος 2, και 28, παράγραφος 4, του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 92/50 και 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών.
2)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η Ιταλική Δημοκρατία φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
4)
Η Γαλλική Δημοκρατία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top