ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-221/88 ( *1 )
Ι — Το νομικό πλαίσιο και η εξέλιξη της διαφοράς
Α — Το νομικό πλαίσιο της διαφοράς
Με την απόφαση της 17ης Μαΐου 1983, που εκδόθηκε στην υπόθεση Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα κατά πτωχεύσασας εταιρίας Ferriere Sant'Anna ( 168/82, Συλλογή 1983, σ. 1681 ), το Δικαστήριο έκρινε ανίσχυρη μία απόφαση της Επιτροπής η οποία προέβλεπε ότι οι απαιτήσεις λόγω εισφορών ΕΚΑΧ έναντι μιας εταιρίας υπό πτώχευση ήταν προνομιούχες απαιτήσεις, της ίδιας τάξης με τις παρόμοιες απαιτήσεις του Δημοσίου.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσαν να αναγνωριστούν σ' αυτές τις απαιτήσεις τα προνόμια αυτά, « ελλείψει σαφούς και ρητής κοινοτικής διατάξεως που να προσδιορίζει μεταξύ άλλων τη σειρά κατατάξεως της εισφοράς, καθώς και τον κρατικό φόρο προς τον οποίο θα έπρεπε να εξομοιωθεί ».
Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε τη σύσταση 86/198/ΕΚΑΧ, της 13ης Μαΐου 1986, σχετικά με την καθιέρωση προνομίου για τις απαιτήσεις λόγω των εισφορών στην παραγωγή άνθρακα και χάλυβα ( ΕΕ L 144, σ. 40 ). Η σύσταση αυτή προβλέπει ότι τα κράτη που παρέχουν στις φορολογικές απαιτήσεις του Δημοσίου προνόμιο, το οποίο καλύπτει ολόκληρη ή μέρος της περιουσίας του υπόχρεου, παρέχουν το ίδιο προνόμιο στις απαιτήσεις οι οποίες γεννώνται από την επιβολή των εισφορών που αναφέρονται στα άρθρο 49 και 50 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Όταν παρέχονται στις φορολογικές απαιτήσεις του Δημοσίου προνόμια διαφορετικής τάξεως, οι απαιτήσεις της ΕΚΑΧ λόγω των εισφορών κατατάσσονται στην ίδια τάξη με εκείνη που προβλέπει η εθνική νομοθεσία για τις απαιτήσεις που έχει το Δημόσιο εκ του φόρου προστιθέμενης αξίας.
Η σύσταση προβλέπει ότι το προνόμιο εξακολουθεί να υπάρχει μέχρις ότου παραγραφούν οι αξιώσεις της ΕΚΑΧ και ότι αφορά επίσης τις προσαυξήσεις λόγω καθυστερήσεως. Τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες διατάξεις, προκειμένου να συμμορφωθούν προς τη σύσταση, το αργότερο ως την 1η Ιανουαρίου 1988 και, αφενός, να ορίσουν ότι οι διατάξεις αυτές θα εφαρμόζονται στις διαδικασίες εισπράξεως οι οποίες διεξάγονται κατά την ημερομηνία θέσεως σε εφαρμογή της συστάσεως, αφετέρου δε, να εξασφαλίσουν, με κατάλληλες μεταβατικές διατάξεις, τη δέουσα έννομη προστασία των δικαιωμάτων των άλλων δανειστών της υποχρέου επιχειρήσεως.
Β — Η εξέλιξη της οιαοικασίας της κύριας δίκης
α)
Η εταιρία Acciaierie e Ferriere Busseni κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 3 Φεβρουαρίου 1987 και η Επιτροπή ζήτησε στις 21 Απριλίου 1987, αφενός μεν, την προνομιακή ικανοποίηση από την πτωχευτική περιουσία της επιχειρήσεως απαιτήσεως ύψους 246652086 ιταλικών λιρετών (LIT) (ήτοι ποσό 184339063 LIT λόγω εισφορών και το υπόλοιπο λόγω προσαυξήσεων), αφετέρου δε, την ικανοποίηση απαιτήσεως που είχε ως εγχειρόγραφος δανειστής, ύψους 4480192938 LIT (ήτοι ποσό 3263411742 LIT λόγω προστίμων, το δε υπόλοιπο λόγω προσαυξήσεων).
Ο εισηγητής δικαστής έκρινε όλες τις απαιτήσεις ως εγχειρόγραφες, μη δεχόμενος επομένως να τις κατατάξει προνομιακώς καθ' οποιονδήποτε τρόπο. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα άσκησε ανακοπή ενώπιον του Tribunale της Brescia κατά της αποφάσεως αυτής, υποστηρίζοντας ότι, δυνάμει της συστάσεως της 13ης Μαΐου 1986, σε ένα μέρος τουλάχιστον των απαιτήσεων της έπρεπε να αναγνωριστεί προνόμιο ίδιας τάξεως με εκείνο που αναγνωρίζεται στις απαιτήσεις του ιταλικού Δημοσίου από το φόρο προστιθέμενης αξίας ( ΦΠΑ ).
β)
Θεωρώντας ότι το ζήτημα αυτό εξηρτάτο από την ισχύ της συστάσεως της 13ης Μαΐου 1986 και ιδίως από το αν η σύσταση αυτή έχει άμεσο αποτέλεσμα, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής ερωτήματα:
«1)
Η σύσταση 86/198/ΕΚΑΧ, της 13ης Μαΐου 1986, η οποία προβλέπει [στις περιπτώσεις πτωχευτικών διαδικασιών ( άρθρα 1 και 2 )] ότι τα κράτη μέλη που παρέχουν στις φορολογικές απαιτήσεις του Δημοσίου προνόμιο το οποίο καλύπτει ολόκληρη ή μέρος της περιουσίας του υποχρέου έχουν την υποχρέωση να παρέχουν το ίδιο προνόμιο στις απαιτήσεις οι οποίες γεννώνται από την επιβολή των εισφορών που αναφέρονται στα άρθρα 49 και 50 της Συνθήκης και ότι τα κράτη αυτά, εφόσον παρέχουν στις φορολογικές απαιτήσεις του Δημοσίου γενικά ή ειδικά προνόμια διαφορετικής τάξης, ανάλογα με το είδος του φόρου, έχουν επίσης την υποχρέωση να παρέχουν στις εισφορές ΕΚΑΧ προνόμιο της ίδιας τάξης με το προνόμιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, έχει άμεση και απευθείας ισχύ στα κράτη μέλη, ώστε να μπορεί να εφαρμόζεται από τα εθνικά δικαστήρια ανεξάρτητα από το αν τα κράτη στα οποία απευθύνεται έχουν λάβει μεταγενέστερα εκτελεστικά μέτρα ή η εν λόγω σύσταση διατηρεί ( άρθρο 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ) τη φύση της ως κανονιστική πράξη που δεσμεύει τα κράτη στα οποία απευθύνεται ως προς τους σκοπούς της, αλλά τους αφήνει ελευθερία ως προς τα μέσα για την επίτευξη των σκοπών αυτών;
2)
Εφόσον η εν λόγω σύσταση έχει άμεση και απευθείας εφαρμογή, πρέπει να θεωρηθεί ότι η εφαρμογή της περιορίζεται στις απαιτήσεις από εισφορές που γεννήθηκαν μετά την έκδοση της ( 13 Μαΐου 1986) ή καλύπτει και τις απαιτήσεις ο γενεσιουργός λόγος των οποίων ανάγεται στο διάστημα πριν από την έκδοση της;
3)
Αν, αντίθετα, η εν λόγω σύσταση διατηρεί την αξία της ως κανονιστική πράξη που δεσμεύει τα κράτη στα οποία απευθύνεται ως προς τους σκοπούς, αλλά τους αφήνει ελευθερία ως προς τα μέσα, είναι η προθεσμία της 1ης Ιανουαρίου 1988, την οποία τάσσει το άρθρο 4 στα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με τη σύσταση, ανεπίδεκτη παρατάσεως και επομένως η παράβαση της γεννά, σύμφωνα με τα διδάγματα της νομολογίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου, την υποψία ότι είναι αντισυνταγματική ( λόγω παραβάσεως του άρθρου 11 του Συντάγματος ) η ρύθμιση περί προνομίων, κατά το μέρος κατά το οποίο δεν προβλέπει την επέκταση του φορολογικού προνομίου και στις απαιτήσεις από τις εισφορές των άρθρων 49 και 50 της Συνθήκης; »
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Αυγούστου 1988.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η ανακόπτουσα της κύριας δίκης, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Enrico Traversa, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, και η καθής της κύριας δίκης, η εταιρία Acciaierie e Ferriere Busseni, εκπροσωπουμένη από τον Sandro Conti, δικηγόρο στο Corte di cassazione.
II — Συνοπτική έκθεση των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Α —
Η Επιτροπή υποστηρίζει καταρχάς ότι το τρίτο προδικαστικό ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου είναι απαράδεκτο, διότι με αυτό ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί ζητήματος το οποίο αφορά μόνο το εθνικό δίκαιο, δηλαδή του ζητήματος αν η σχετική με τα προνόμια ιταλική νομοθεσία έχει καταστεί αντισυνταγματική λόγω της εκπνοής της προθεσμίας που προέβλεπε η σύσταση της 13ης Μαΐου 1986 για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο. Εντούτοις επαφίεται επ' αυτού στην κρίση του Δικαστηρίου και παρατηρεί, αφενός, ότι η υπέρβαση της σχετικής προθεσμίας που έληξε, σύμφωνα με τη σύσταση, την 1η Ιανουαρίου 1988 αποτελεί παράβαση της Συνθήκης ΕΚΑΧ και, αφετέρου, ότι, επειδή η Ιταλική Δημοκρατία παρέλειψε να προβεί στη μεταφορά της συστάσεως αυτής στο εθνικό δίκαιο, έχει κινηθεί κατ' αυτής διαδικασία λόγω παραβάσεως με την αποστολή στις 25 Ιουλίου 1988 προειδοποιητικού εγγράφου.
Β —
Οι διάδικοι της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι είναι απαράδεκτο το προδικαστικό ερώτημα ενόψει των όσων ορίζει το άρθρο 41 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
α)
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα μόνο ως προς την ερμηνεία της συστάσεως της 13ης Μαΐου 1986 και όχι ως προς το κύρος της. Επομένως, τίθεται το ερώτημα αν το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα βάσει του άρθρου 41 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Στο ερώτημα αυτό η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
Η Επιτροπή παρατηρεί, αφενός, ότι το ζήτημα αυτό έχει ήδη κριθεί με την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1985, Gerlach (239/84, Συλλογή 1984, σ. 3507 ), αφετέρου δε, ότι αυτή είναι η απάντηση που πρέπει να δοθεί βάσει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο βάσει των άρθρων 31 και 41 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Σχετικά η Επιτροπή παρατηρεί, πρώτον, ότι το κείμενο του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΧ έχει μεγάλη ομοιότητα προς εκείνο του άρθρου 164 της Συνθήκης ΕΟκ, δεύτερον, ότι η ανάγκη υπάρξεως ενιαίας ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου υφίσταται και στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, όπως φαίνεται εξάλλου από την παρούσα υπόθεση, και, τέλος, ότι έχουν επανειλημμένα υπάρξει περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο θεράπευσε ατέλειες ορισμένων νομοθετικών κειμένων.
Έτσι το Δικαστήριο έκανε δεκτή, με την απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, « Les Verts » (294/83, Συλλογή 1983, σ. 1339), προσφυγή ακυρώσεως κατά ορισμένων πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και πλήρωσε ορισμένα κενά του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ με την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, Foto-Frost (314/85, Συλλογή 1985, σ. 4199 ). Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις στις οποίες η συλλογιστική του Δικαστηρίου στηρίζεται σε συγκριτική εξέταση των διατάξεων των διαφόρων Συνθηκών, όπως στην προαναφερθείσα απόφαση « Les Verts » ή στην απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1965, Merlini ( 108/63, Συλλογή 1965, σ. 1 ).
β)
Η εταιρία Busseni υποστηρίζει, αντίθετα, ότι το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί της ερμηνείας της συστάσεως της 13ης Μαΐου 1986 στο πλαίσιο του άρθρου 41 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Διατείνεται ότι η εν λόγω σύσταση θα έπρεπε να θεωρηθεί ως απλή γνώμη της Επιτροπής και όχι ως πραγματική απόφαση.
Επικουρικά η Busseni υποστηρίζει ότι η σύσταση είναι ανίσχυρη, καθόσον επιβάλλει στα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν ότι οι απαιτήσεις της ΕΚΑΧ κατατάσσονται προνομιακά ακόμα και στις εκκρεμούσες ήδη διαδικασίες, πράγμα το οποίο προσδίδει αναδρομική ισχύ στη σύσταση.
Γ —
Οι διάδικοι της κύριας δίκης εκφράζουν επίσης αντίθετες απόψεις όσον αφορά την έκταση της ισχύος της συστάσεως της 13ης Μαΐου 1986.
α)
Η Επιτροπή εκθέτει καταρχάς τους λόγους εκδόσεως της συστάσεως, προτού ασχοληθεί με την έκταση της ισχύος της.
1.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η σύσταση της 13ης Μαΐου 1986 εκδόθηκε προς πλήρωση ενός κενού, το οποίο κατέστη εμφανές με την προαναφερθείσα απόφαση της 17ης Μαΐου 1983, ΕΚΑΧ κατά Fernere Sant'Anna. Δεδομένου ότι οι εισφορές είναι η κύρια πηγή εσόδων της ΕΚΑΧ, είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί η είσπραξη τους υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες. Από την άποψη αυτή, η σύσταση δεν δημιουργεί ένα νέο προνόμιο, αλλά έχει απλώς ως σκοπό να υποχρεώσει τα κράτη να επεκτείνουν και στις εισφορές ΕΚΑΧ το ήδη εφαρμοζόμενο για τις φορολογικές τους απαιτήσεις σύστημα.
2.
Όσον αφορά τα αποτελέσματα της συστάσεως της 13ης Μαΐου 1986, η Επιτροπή αρχίζει εξετάζοντας τη γενική αρχή στην οποία στηρίζεται, προτού προχωρήσει στην εξέταση του διαχρονικού πεδίου εφαρμογής της συστάσεως και τις συνέπειες της αποφάσεως της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Marshall ( 152/84, Συλλογή 1986, σ. 723 ).
Η Επιτροπή παρατηρεί αρχικά ότι τα άρθρα 1 και 2 της συστάσεως επιβάλλουν στα κράτη μέλη μια σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση. Η Ιταλική Δημοκρατία οφείλει να αναγνωρίσει στις εισφορές ΕΚΑΧ προνόμιο ίδιας τάξεως με το προβλεπόμενο για τις φορολογικές απαιτήσεις από τον ΦΠΑ. Η σύσταση δηλαδή δεν δημιουργεί κανένα νέο προνόμιο, αλλ' απλώς παραπέμπει στους ήδη ισχύοντες κανόνες στα κράτη μέλη. Από αυτό συνάγεται ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θέσουν όρους ή να περιορίσουν την εφαρμογή της αρχής ότι τα σχετικά με τους φόρους προνόμια επεκτείνονται και στις εισφορές ΕΚΑΧ. Ούτε μπορούν να καθορίσουν σχετικά καμία αρμόδια αρχή ή καμία ιδιαίτερη διαδικασία. Από αυτό προκύπτει ότι η σύσταση δεν υπόκειται σε αιρέσεις.
Το ίδιο ισχύει και για το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4 της συστάσεως, το οποίο καθορίζει τις προϋποθέσεις ενάρξεως της ισχύος της συστάσεως. Έτσι, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η σύσταση αρχίζει να ισχύει την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος των εθνικών διατάξεων που την μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο, η ημερομηνία όμως αυτή δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 1988, τελευταίο χρονικό όριο για τη μεταφορά αυτή. Αυτή ακριβώς η ημερομηνία της 1ης Ιανουαρίου 1988 είναι το κριτήριο για να κριθεί αν μια πτωχευτική διαδικασία εμπίπτει ή όχι στο πεδίο εφαρμογής της συστάσεως. Η διάταξη αυτή είναι σαφής και επαρκώς συγκεκριμένη. Συναφώς, το ζήτημα το οποίο τίθεται για το εθνικό δικαστήριο είναι μόνο το αν η πτωχευτική διαδικασία βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη κατά το χρόνο της ενάρξεως της συστάσεως, οπότε θα πρέπει να αναγνωριστεί στις απαιτήσεις της ΕΚΑΧ το προνόμιο που προβλέπεται από τη σύσταση αυτή, ή αν έχει λήξει η διαδικασία αυτή κατά την ημερομηνία ενάρξεως της εφαρμογής της συστάσεως. Αρμόδιο να αποφανθεί επ' αυτού είναι το εθνικό δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το ισχύον πτωχευτικό δίκαιο.
Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4 της συστάσεως προβλέπει βέβαια μεταβατικές διατάξεις για την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων πιστωτών. Η έβδομη αιτιολογική σκέψη της συστάσεως αποσαφηνίζει το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής· σύμφωνα με τη σκέψη αυτή, πρέπει να εξασφαλιστεί η δέουσα νομική προστασία των δικαιωμάτων των άλλων πιστωτών, ιδίως όσον αφορά τα ένδικα μέσα κατά της κατατάξεως των πιστώσεων που έλαβε χώρα μετά την έναρξη εφαρμογής της συστάσεως. Εντούτοις, η θέσπιση αυτής της δυνατότητας προσφυγής στη δικαιοσύνη δεν αποτελεί υποχρέωση των κρατών, αλλά απλή υπόμνηση του κοινοτικού νομοθέτη προς τον εθνικό νομοθέτη. Επιπλέον, η διάταξη αυτή αποβαίνει άνευ αντικειμένου, όταν στην οικεία εθνική έννομη τάξη υφίσταται ήδη μια τέτοια διαδικασία ενδίκου μέσου.
Επομένως, τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια να καθορίσουν αν το ισχύον εθνικό δίκαιο παρείχε την 1η Ιανουαρίου 1988 τη δέουσα προστασία στους άλλους πιστωτές, ενόψει των διατάξεων της συστάσεως. Σε περίπτωση που αυτό πράγματι συμβαίνει, τίποτα δεν εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόσουν απευθείας τη σύσταση της 13ης Μαΐου 1986, ακόμα και αν δεν έχει γίνει η μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο από τις εθνικές αρχές.
Από αυτά η Επιτροπή συμπεραίνει ότι το άρθρο 4 της συστάσεως επίσης δεν περιέχει αιρέσεις και είναι επαρκώς σαφές.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η νομολογία που δημιουργήθηκε με την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως Marshall της 26ης Φεβρουαρίου 1986, σύμφωνα με την οποία τα άμεσα αποτελέσματα των οδηγιών που δεν έχουν μεταφερθεί ή δεν έχουν πλήρως μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο παράγονται μόνο έναντι των κρατών, δεν αποκλείει τη δυνατότητα αναγνωρίσεως αμέσου αποτελέσματος στη σύσταση της 13ης Μαΐου 1986. Πράγματι, στην Ιταλία, καθώς και στα άλλα κράτη, η πτώχευση έχει ως συνέπεια ότι ο οφειλέτης χάνει τη δυνατότητα διοικήσεως της περιουσίας του και ότι η επιχείρηση διοικείται από όργανο το οποίο καθορίζουν οι δικαστικές αρχές. Το όργανο αυτό ασκεί δημόσια λειτουργία, όπως ρητά προβλέπεται στην Ιταλία από το άρθρο 30 του νόμου περί πτωχεύσεων, σύμφωνα με το οποίο « ο σύνδικος της πτωχεύσεως είναι δημόσιος λειτουργός όσον αφορά την άσκηση των καθηκόντων του ».
Από αυτό έπεται ότι οι πτωχευτικοί πιστωτές « δεν προβάλλουν πλέον τις αξιώσεις τους έναντι ενός ιδιώτη ( του επιχειρηματία ), αλλά έναντι ενός ατόμου, του συνδίκου, που εκπροσωπεί άμεσα μία από τις κρατικές λειτουργίες, τη δικαστική, στην οποία ανατίθεται σε τελευταία ανάλυση η διεύθυνση και η όλη ευθύνη της διαδικασίας ».
Η Επιτροπή προσθέτει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, το κράτος κυρίως επωφελείται άμεσα από τη μη μεταφορά της συστάσεως στο εσωτερικό δίκαιο, καθόσον οι δικές του απαιτήσεις είναι προνομιακές, πράγμα το οποίο του παρέχει προτεραιότητα για την είσπραξη τους πριν από τις απαιτήσεις των άλλων πιστωτών. Στην πραγματικότητα το προνόμιο της ΕΚΑΧ παράγει αποτέλεσμα πρωτίστως έναντι του ιταλικού Δημοσίου.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η συλλογιστική αυτή δεν επηρεάζεται από τις επιπτώσεις που θα. μπορούσε να έχει το άμεσο αποτέλεσμα της συστάσεως στους άλλους πιστωτές. Θεωρεί ότι αυτοί βρίσκονται οπωσδήποτε σε μειονεκτικότερη θέση και ότι το άμεσο αποτέλεσμα μιας οδηγίας ή μιας συστάσεως δεν μπορεί να εξαρτάται από την πλήρη έλλειψη επιπτώσεων επί άλλων διοικουμένων.
β)
Η Bussem υποστηρίζει ότι, αφού δεν υφίσταται σαφές και συγκεκριμένο νομοθετικό κείμενο που να έχει θεσπιστεί από το νομοθέτη στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οι απαιτήσεις από τις εισφορές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προνομιακές. Η σύσταση της 13ης Μαΐου 1986 δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, διότι δεν έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη.
Η Bussseni υποστηρίζει ότι στην ιταλική έννομη τάξη δεν προβλέπεται προνόμιο για τις απαιτήσεις της ΕΚΑΧ και ότι δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει τις αρχές στις οποίες ανατίθεται η είσπραξη ή το αρμόδιο δικαστήριο και ούτε προβλέπονται ειδικές διατάξεις. Όμως μόνο το κράτος είναι αρμόδιο να επιβάλλει στους ιδιώτες υποχρεώσεις παροχών στα πλαίσια της ΕΚΑΧ.
Η Busserà ισχυρίζεται επίσης ότι η εφαρμογή της συστάσεως είναι αντίθετη προς τα άρθρα 10 και 11 των εισαγωγικών διατάξεων του ιταλικού αστικού κώδικα, σύμφωνα με τα οποία ο νόμος ορίζει μόνο περί του μέλλοντος. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ότι υπάρχει προνόμιο υπέρ των απαιτήσεων της Επιτροπής λόγω εισφορών που οφείλονταν για περιόδους προγενέστερες της δημοσιεύσεως της συστάσεως της 13ης Μαΐου 1986.
III — Απάντηση της Επιτροπής στην ερώτηση του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή να του γνωστοποιήσει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η μεταφορά στα εθνικά δίκαια των διαφόρων κρατών μελών της συστάσεως 86/198 της Επιτροπής, της 13ης Μαΐου 1986, καθώς και να του διαβιβάσει τα σχετικά νομοθετικά κείμενα.
Απαντώντας η Επιτροπή παρέσχε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα στοιχεία: από τα ένδεκα κράτη τα οποία είχαν την υποχρέωση να ενεργήσουν σχετικά, τρία έχουν μεταφέρει στο εσωτερικό τους δίκαιο την οδηγία 86/198: το Ηνωμένο Βασίλειο, με νόμο της 1ης Δεκεμβρίου 1987, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με νόμο της 1ης Μαρτίου 1989, και το Βασίλειο της Ισπανίας, με νόμο της 11ης Νοεμβρίου 1988. Η Επιτροπή επισύναψε στην απάντηση της αντίγραφα των σχετικών κειμένων.
F. Grévisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top