ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-44/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1. Η εφαρμοστέα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
α)
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί θεσπίσεως συστήματος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων και για τη μετατροπή αγελών βοοειδών (ABI. L 131, σ. 1 ), εισήγαγε, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία γάλακτος, οι οποίες έπρεπε να χορηγούνται, κατόπιν αιτήσεως, σε κάθε παραγωγό γάλακτος που ανελάμβανε την υποχρέωση να μην προβαίνει σε παραδόσεις γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων προερχομένων από την εκμετάλλευσή του, εξ επαχθούς ή εκ χαριστικής αιτίας, για περίοδο πέντε ετών ( άρθρα 1 και 2 ).
β)
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ. ) 804/68, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ L 90, σ. 10 ), θεσπίστηκε συμπληρωματική εισφορά επιβαλλόμενη στις παραδιδόμενες ποσότητες γάλακτος που υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί. Το σύστημα αυτό τίθεται σε εφαρμογή σε κάθε περιοχή του εδάφους των κρατών μελών σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες εναλλακτικές λύσεις (άρθρο 1 ):
—
Κατά την εναλλακτική λύση Α, η εισφορά οφείλεται από κάθε παραγωγό γάλακτος επί των ποσοτήτων γάλακτος που παρέδωσε σε έναν αγοραστή και οι οποίες υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί (λύση αφορώσα τον παραγωγό ).
—
Κατά την εναλλακτική λύση Β, η εισφορά οφείλεται από κάθε αγοραστή γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων γαλακτοκομικές επιχειρήσεις) επί των ποσοτήτων γάλακτος οι οποίες του παραδίδονται από παραγωγούς και οι οποίες υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί. Ο αγοραστής που οφείλει την εισφορά υποχρεούται να μετακυλίει την εισφορά αυτή μόνο στους παραγωγούς που αύξησαν τις παραδόσεις τους, ανάλογα με το πόσο συνετέλεσαν στην υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς του αγοραστή ( λύση αφορώσα τον αγοραστή ).
γ)
Οι γενικοί κανόνες περί εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13). Ο κανονισμός αυτός καθορίζει ιδίως την ποσότητα αναφοράς που αναφέρεται στον βασικό κανονισμό 856/84, δηλαδή την ποσότητα η οποία απαλλάσσεται της συμπληρωματικής εισφοράς. Η εν λόγω εισφορά είναι καταρχήν ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε ο παραγωγός ( εναλλακτική λύση Α ) ή που αγόρασε ένας αγοραστής κατά το ημερολογιακό έτος 1981 (εναλλακτική λύση Β), προσαυξημένες κατά 1 ο/ο ( άρθρο 2, παράγραφος 1 ). Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι στο έδαφός τους η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1982 ή το ημερολογιακό έτος 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπον ώστε να μην ξεπεραστεί η εγγυημένη ποσότητα (άρθρο 2, παράγραφος 2 ).
Με τα άρθρα 3, 3α, 4 και 4α του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε, επιτρέπεται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς ή για τη χορήγηση ειδικών ή συμπληρωματικών ποσοτήτων αναφοράς. Στην παρούσα υπόθεση πρέπει να επισημανθεί ιδίως το άρθρο 3α, προστεθέν με τον τροποποιητικό κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989 ( ΕΕ L 84, σ. 2):
« Άρθρο 3α
1. Ο παραγωγός που αναφέρεται στο άρθρο 12, στοιχείο γ, τρίτο εδάφιο:
—
του οποίου η περίοδος μη εμπορίας ή μετατροπής, κατ' εκτέλεση της δέσμευσης που αναλαμβάνει δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77, λήγει μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1983, ή μετά τις 30 Σεπτεμβρίου 1983 στα κράτη μέλη στα οποία η συλλογή γάλακτος των μηνών από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο είναι τουλάχιστον διπλάσια από τη συλλογή των μηνών από τον Οκτώβριο έως τον Μάρτιο του επόμενου έτους,
—
που δεν έλαβε ποσότητα αναφοράς υπό τις συνθήκες που ορίζονται δυνάμει των άρθρων 5, παράγραφος 4, στοιχείο β, ή/και του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 ή/και εφόσον πρόκειται για εκείνον στον οποίο εκχωρείται η πριμοδότηση, δυνάμει του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού.
λαμβάνει προσωρινά, κατόπιν αιτήσεώς του που υποβάλλει εντός προθεσμίας τριών μηνών από τις 29 Μαρτίου 1989, ειδική ποσότητα αναφοράς υπό τον όρο ότι ο παραγωγός αυτός:
α)
δεν έχει παύσει τη δραστηριότητά του στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 ή εκχωρήσει ολόκληρη τη γαλακτοκομική του εκμετάλλευση πριν τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής·
β)
δεν έχει αποδείξει, προς υποστήριξη της αιτήσεως του και κατά τρόπο που να ικανοποιεί την αρμόδια αρχή, ότι δύναται να παράγει στην εκμετάλλευση του ποσότητα που φθάνει μέχρι την αιτηθείσα ποσότητα αναφοράς·
γ)
αναλαμβάνει τη δέσμευση να πωλεί γάλα ή άλλα προϊόντα απευθείας στον καταναλωτή ή/και να παραδίδει γάλα σ' έναν αγοραστή·
δ)
αναλαμβάνει τη δέσμευση, όσον αφορά την ειδική ποσότητα αναφοράς, να μη ζητήσει να υπαχθεί σε οποιοδήποτε πρόγραμμα εγκατάλειψης ποσοτήτων αναφοράς μέχρι το τέλος του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς.
2. Η ειδική ποσότητα αναφοράς ισούται προς το 60 0/0 της παραδοθείσας ποσότητας γάλακτος που επωλήθη από τον παραγωγό κατά τους δώδεκα ημερολογιακούς μήνες που προηγήθηκαν του μηνός κατάθεσης της αίτησης για χορήγηση πριμοδότησης μη εμπορίας ή μετατροπής, όπως καθορίζεται από την οικεία αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο ε, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1391/78, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 84/83, και για την οποία ο παραγωγός δεν έχασε το δικαίωμα πριμοδότησης.
Σε περίπτωση που ο παραγωγός έλαβε ποσότητα αναφοράς δυνάμει του άρθρου 3, σημεία 1 και 2, ή/και του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία β και γ, η ποσότητα αυτή αφαιρείται από την ειδική ποσότητα αναφοράς που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.
Σε περίπτωση που ο παραγωγός εκχώρησε μέρος της εκμετάλλευσης του κατά τη διάρκεια της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής:
—
η ειδική ποσότητα αναφοράς του εκχωρούντος, όπως καθορίζεται ανωτέρω, ισούται με το 60 ο/ο της ποσότητας για την οποία είχε διατηρηθεί το δικαίωμα πριμοδότησης,
—
η ειδική ποσότητα αναφοράς του προσώπου στο οποίο εκχωρείται μέρος της εκμετάλλευσης, όπως καθορίζεται ανωτέρω, ισούται με το 60 ο/ο της ποσότητας για την οποία είχε αποκτηθεί το δικαίωμα πριμοδότησης·
3. Εάν, εντός της προθεσμίας δύο ετών από τις 29 Μαρτίου 1989, ο παραγωγός μπορέσει να παράσχει στην αρμόδια αρχή επαρκείς αποδείξεις για το ότι έχει πραγματικά ξαναρχίσει τις άμεσες πωλήσεις ή/και τις παραδόσεις και ότι αυτές οι άμεσες πωλήσεις ή/και παραδόσεις έφθασαν κατά τη διάρκεια των δώδεκα τελευταίων μηνών σε επίπεδο ίσο ή μεγαλύτερο από 80 ο/ο της προσωρινής ποσότητας αναφοράς, η ειδική ποσότητα αναφοράς του χορηγείται οριστικά. Στην αντίθετη περίπτωση, η προσωρινή ποσότητα αναφοράς επιστρέφεται ολόκληρη στην κοινοτική εφεδρική ποσότητα. Το ύψος των άμεσων πωλήσεων ή/και των πραγματικών παραδόσεων ορίζεται λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη του ρυθμού παραγωγής στην εκμετάλλευση του παραγωγού, τις εποχιακές συνθήκες και κάθε άλλη εξαιρετική περίσταση.
4. Το τμήμα ειδικής ποσότητας αναφοράς που δεν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια περιόδου δώδεκα μηνών δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσωρινής παραχώρησης που αναφέρεται στο άρθρο 5γ, παράγραφος Ια, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68.
Σε περίπτωση πώλησης ή εκμίσθωσης της εκμετάλλευσης πριν από τη λήξη της όγδοης περιόδου εφαρμογής του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς, η ειδική ποσότητα αναφοράς επιστρέφεται στην κοινοτική εφεδρική ποσότητα. Σε περίπτωση πώλησης ή εκμίσθωσης μόνο μέρους της εκμετάλλευσης, στην κοινοτική εφεδρική ποσότητα επιστρέφεται μόνον ένα τμήμα της ειδικής ποσότητας αναφοράς. Αυτό το τμήμα υπολογίζεται σε συνάρτηση με την κτηνοτροφική έκταση που πωλείται ή εκμισθώνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68.
5. (...)
6. (...)»
δ)
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 139, σ. 12), καθορίστηκαν οι λεπτομέρειες εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς. Το άρθρο 7α του κανονισμού αυτού, προστεθέν με τον τροποποιητικό κανονισμό (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989 (ΕΕ L 110, σ. 27), ορίζει τα εξής:
«Άρθρο 7α
Η ειδική ποσότητα αναφοράς που παρέχεται υπό τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 3α του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, σε περίπτωση μεταβίβασης της εκμετάλλευσης λόγω κληρονομίας [με κληρονομική διαδοχή] ή μέσω ανάλογης προς την κληρονομία πράξης [με ανάλογο προς την κληρονομική διαδοχή τρόπο ], μεταβιβάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, πρώτο και τρίτο εδάφιο, υπό τον όρο ότι ο παραγωγός που αναλαμβάνει την εκμετάλλευση, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, αναλαμβάνει γραπτώς την υποχρέωση να τηρεί τις δεσμεύσεις του προκατόχου του. Οι διατάξεις του άρθρου 3α, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 συνεχίζουν να εφαρμόζονται στην ειδική ποσότητα αναφοράς που μεταβιβάζεται κατ' αυτό τον τρόπο.
Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 3α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, ο παραγωγός ενημερώνει εκ των προτέρων σχετικά με τις προθέσεις του την αρμόδια αρχή που του εκδίδει απόδειξη παραλαβής. Σε προθεσμία ενός μηνός από την ημερομηνία της απόδειξης παραλαβής, η αρμόδια αρχή προσδιορίζει την ποσότητα που επιστρέφει στο κοινοτικό αποθεματικό και, κατά περίπτωση, ανακοινώνει στον παραγωγό την ειδική ποσότητα αναφοράς που του υπολείπεται.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το τμήμα που επιστρέφει στο κοινοτικό αποθεματικό υπολογίζεται σε συνάρτηση με την κτηνοτροφική έκταση, η οποία έχει πωληθεί ή εκμισθωθεί, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1391/78. »
2. Η διαφορά της κυρίας δίκης
α)
Ο Georg von Deetzen, γεωργός, έτυχε το 1980 πριμοδοτήσεως μη εμπορίας, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1078/77. Η χορήγηση της πριμοδότησης εξηρτάτο από την προϋ πόθεση ότι, για περίοδο πέντε ετών, που έληξε στις 7 Σεπτεμβρίου 1985, δεν θα προέβαινε σε παραδόσεις γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, προερχομένων από την εκμετάλλευση του, ούτε εξ επαχθούς ούτε εκ χαριστικής αιτίας.
Μετά το πέρας της ανωτέρω περιόδου ο von Deetzen ζήτησε από το Hauptzollamt Oldenburg (κεντρικό τελωνείο του Oldenburg ) να του χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς γάλακτος ύψους 190665 χλγ., αντιστοιχούσα προς την ποσότητα γάλακτος που είχε ληφθεί ως βάση για τον υπολογισμό της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας. Κατόπιν της απορρίψεως του αιτήματός του, άσκησε στις 5 Μαρτίου 1986 προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Hamburg, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι, σε περίπτωση που ο γεωργός επαναλαμβάνει την παραγωγή γάλακτος, δεν υποχρεούται να καταβάλει καμία συμπληρωματική εισφορά δυνάμει της προαναφερθείσας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
β)
Η προσφυγή αυτή οδήγησε το Finanzgericht Hamburg να υποβάλει στο Δικαστήριο, με Διάταξη της 26ης Ιουνίου 1986, προδικαστικό ερώτημα, σε απάντηση προς το οποίο εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 1988, 170/89, von Deetzen ( Συλλογή 1988, σ. 2355 ). Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι:
« Ο κανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, είναι ανίσχυρος καθόσον δεν προβλέπει τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς οι οποίοι, κατ' εκτέλεση δεσμεύσεως που ανελήφθη βάσει του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, δεν παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς που επέλεξε το οικείο κράτος μέλος. »
γ)
Εκτιμώντας ότι η απόφαση που έπρεπε να εκδώσει εξαρτάτο από τα αποτελέσματα της ανωτέρω αποφάσεως, το Finanzgericht Hamburg ανέστειλε τη διαδικασία με Διάταξη της 19ης Δεκεμβρίου 1988 και υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 177 Συνθήκης ΕΟΚ υπό την έννοια ότι επιτρέπεται εκ νέου υποβολή αιτήσεως προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως όταν το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση, επειδή τα αρμόδια όργανα της Κοινότητας δεν θέσπισαν καμία ρύθμιση, μετά την κήρυξη από το Δικαστήριο ανίσχυρου ενός κανόνα δικαίου, για τη θεραπεία δε αυτής της νομικής καταστάσεως είναι αναγκαία η θέσπιση διατάξεων;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, ποια αποτελέσματα παράγει η απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 1988, στην υπόθεση 170/86, δεδομένου ότι το Συμβούλιο της Κοινότητας έχει παραλείψει έκτοτε να προβεί σε οποιανδήποτε ενέργεια; »
δ)
Εντούτοις το εθνικό δικαστήριο έκρινε, ύστερα από τη θέσπιση των κανονισμών 764/89 και 1033/89 (βάσει των οποίων το γαλακτοκομείο καθόρισε στο μεταξύ την ποσότητα αναφοράς του von Deetzen σε 114399 χλγ. γάλακτος ), ότι τα ερωτήματα που υπέβαλε με τη Διάταξη της 19ης Δεκεμβρίου 1988 απέβησαν άνευ αντικειμένου. Συνεπώς, με Διάταξη της 8ης Αυγούστου 1989, απέσυρε τα ερωτήματα αυτά και διατύπωσε αντ' αυτών τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Είναι έγκυροι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, καθώς και ο βασιζόμενος σε αυτόν κανονισμός (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989, καθόσον η ειδική ποσότητα αναφοράς του άρθρου 3α, παράγραφος 2, ισούται μόνο προς το 60 0/0 της ποσότητας γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος η οποία ελήφθη ως βάση για την πριμοδότηση μη εμπορίας ή μετατροπής;
2)
Είναι έγκυρο το άρθρο 3α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού, κατά το οποίο η ειδική ποσότητα αναφοράς επιστρέφεται στην κοινοτική εφεδρική ποσότητα, σε περίπτωση πωλήσεως ή εκμισθώσεως της εκμεταλλεύσεως πριν από τη λήξη της ογδόης περιόδου εφαρμογής της ρυθμίσεως περί συμπληρωματικής εισφοράς;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 2:
α)
Πρέπει να ερμηνευθεί ο όρος πώληση κατά την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης την εισφορά της εκμεταλλεύσεως σε αστική εταιρία, στην οποία συμμετέχει ο παραγωγός ο οποίος δικαιούται την ειδική ποσότητα αναφοράς;
Πρόκειται περί πωλήσεως όταν ο εισφέρων την εκμετάλλευση του αποχωρεί από την εταιρία λόγω θανάτου ή για άλλους λόγους και το εταιρικό του μερίδιο προσαυξάνει το μερίδιο των λοιπών εταίρων;
β)
Πώς πρέπει να ερμηνευθεί ο όρος “ μεταβίβαση μέσω ανάλογης προς την κληρονομία πράξεως” [με ανάλογο προς την κληρονομική διαδοχή τρόπο ] κατά την έννοια του άρθρου 7α, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1033/89; Εμπίπτει στον όρο αυτό, μεταξύ άλλων, και η εκμίσθωση της εκμεταλλεύσεως σε πρόσωπο το οποίο, στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, κληρονομεί τον παραγωγό ο οποίος δικαιούται την ειδική ποσότητα αναφοράς; »
Στις σκέψεις της Διατάξεως της 8ης Αυγούστου 1989, το αιτούν εθνικό δικαστήριο εκφράζει την άποψη ότι ο περιορισμός της ειδικής ποσότητας αναφοράς στο 60 ο/ο της ποσότητας γάλακτος που παρέδωσε ο παραγωγός κατά τη διάρκεια περιόδου δώδεκα μηνών που προηγείται του μήνα καταθέσεως της αιτήσεως προς χορήγηση της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής θίγει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των παραγωγών, δεδομένου ότι οι παραγωγοί αυτοί μπορούσαν δικαιολογημένα να προσδοκούν ότι οι διατάξεις σχετικά με τη μη εμπορία γάλακτος θα είχαν περιορισμένη μόνο έκταση. Κατά το Finanzgericht, πρόκειται στην περίπτωση αυτή για προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των εν λόγω παραγωγών, καθόσον τους επιβάλλονται, όταν επαναλαμβάνουν την παραγωγή γάλακτος, σημαντικοί περιορισμοί, στους οποίους δεν υπόκεινται οι άλλοι παραγωγοί. Κατά τα λοιπά, οι περιορισμοί αυτοί δεν δικαιολογούνται από το γενικό συμφέρον της Κοινότητας να απαλλάξει την αγορά γάλακτος από τα πλεονάσματα, δεδομένου ότι μόνο η ίση μεταχείριση των εμπλεκομένων κατηγοριών παραγωγών μπορεί να θεωρηθεί ως σύμφωνη προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
Το Finanzgericht εξέφρασε επίσης αμφιβολίες όσον αφορά το κύρος της διατάξεως κατά την οποία η ειδική ποσότητα αναφοράς επιστρέφει στην κοινοτική εφεδρική ποσότητα σε περίπτωση πωλήσεως ή εκμισθώσεως της εκμεταλλεύσεως πριν από τη λήξη της ογδόης περιόδου εφαρμογής του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς. Πράγματι, για τους άλλους παραγωγούς, η πώληση ή η εκμίσθωση της εκμεταλλεύσεως δεν επιφέρει την κατάργηση της ποσότητας αναφοράς· αντίθετα, η ποσότητα αυτή μεταφέρεται στον αγοραστή ή τον μισθωτή. Όμως, η αδυναμία μεταφοράς μιας ποσότητας αναφοράς μπορεί να συνεπάγεται, ανάλογα με την περίπτωση, σημαντική οικονομική ζημία. Το κύρος της εν λόγω διατάξεως είναι επίσης αμφίβολο, κατά το Finanzgericht, καθόσον για τη διάταξη αυτή δεν παρατίθεται αιτιολογία στο προοίμιο του κανονισμού 764/89.
Τέλος το Finanzgericht διερωτάται αν ο όρος « πώληση » στον κανονισμό 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, περιλαμβάνει μόνο την πώληση υπό την έννοια του αστικού δικαίου ή αν καλύπτει επίσης την εισφορά μιας επιχειρήσεως σε αστική εταιρία. Ακόμη, το εθνικό δικαστήριο διερωτάται αν η εκμίσθωση της εκμεταλλεύσεως σε εικαζόμενο κληρονόμο αποτελεί τρόπο μεταβιβάσεως ανάλογο προς την κληρονομική διαδοχή υπό την έννοια του κανονισμού 1546/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1033/89.
3. Διαδικασία ενώπιον τον Δικαστηρίου
Η Διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου της 19ης Δεκεμβρίου 1988 πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Φεβρουαρίου 1989. Η διορθωτική Διάταξη της 8ης Αυγούστου 1989 πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Οκτωβρίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον Arthur Bräutigam, νομικό σύμβουλο στη Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό σύμβουλο Dierk Booss. Τα δύο κοινοτικά όργανα εξέφρασαν την άποψη τους τόσο επί των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν με τη Διάταξη της 19ης Δεκεμβρίου 1988, όσο και επί εκείνων που υποβλήθηκαν με τη Διάταξη της 8ης Αυγούστου 1989.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του Γενικού Εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε, στις 6 Φεβρουαρίου 1991, να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο πέμπτο τμήμα, σύμφωνα με το άρθρο 95 του Κανονισμού Διαδικασίας, και να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γρακτές παρατηρήσεις
Δεδομένου ότι τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν με τη Διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου της 19ης Δεκεμβρίου 1988 αντικαταστάθηκαν από εκείνα τα οποία περιλαμβάνονται στη Διάταξη της 8ης Αυγούστου 1989, η παρούσα έκθεση ακροατηρίου θα περιοριστεί στην συνοπτική έκθεση των παρατηρήσεων που αναφέρονται στα τελευταία ερωτήματα.
1) Επί του πρώτου ερωτήματος (Διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου της 8ης Αυγούστου 1989)
Τόσο το Συμβούλιο όσο και η Επιτροπή τάσσονται υπέρ της εγκυρότητας του άρθρου 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89.
α)
Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι δεν ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη, για τους παραγωγούς των οποίων η περίοδος μη εμπορίας ή μετατροπής έληξε μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1983 (ή, ενδεχομένως, μετά τις 30 Σεπτεμβρίου 1983), η παραγωγή αναφοράς που είχε χρησιμοποιηθεί για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς των άλλων παραγωγών, δεδομένου ότι οι εν λόγω παραγωγοί δεν είχαν παραγάγει γάλα κατά τη διάρκεια της περιόδου 1981 έως 1983. Επομένως, ήταν αναγκαίο για τον καθορισμό της παραγωγής αναφοράς να ληφθούν υπόψη τα τελευταία γνωστά στοιχεία που αφορούν την παραγωγή, δηλαδή εκείνα βάσει των οποίων είχε χορηγηθεί η πριμοδότηση μη εμπορίας ή μετατροπής. Συνεπώς, οι παραγωγοί αυτοί βρίσκονται αντικειμενικά σε κατάσταση διαφορετική από εκείνη των άλλων παραγωγών όσον αφορά την παραγωγή τους αναφοράς.
Κατά το Συμβούλιο, δεδομένου ότι η ολική εγγυημένη ανά κράτος μέλος ποσότητα είναι Ιση προς το άθροισμα των παραδόσεων γάλακτος που πραγματοποίησαν οι διάφοροι παραγωγοί κατά το έτος 1981, δεν εδικαιολογείτο η μείωση των ατομικών ποσοτήτων των εν ενεργεία παραγωγών για να δοθούν ποσότητες αναφοράς στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς. Συνεπώς, το Συμβούλιο αύξησε την κοινοτική εφεδρική ποσότητα σε 600000 τόννους. Λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των περιστάσεων, η πλέον ισόρροπη λύση φαίνεται ότι ήταν να αναγνωρισθεί μεν το δικαίωμα των ενδιαφερομένων να λάβουν ποσότητα αναφοράς, με παράλληλο όμως περιορισμό αυτής της ποσότητας στο 60 ο/ο της παραγωγής αναφοράς.
Στη συνέχεια το Συμβούλιο εξετάζει το κύρος του επιδίκου περιορισμού του 60 o/ο σε σχέση προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, προς το θεμελιώδες δικαίωμα της ιδιοκτησίας και προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον ο περιορισμός του 60% δεν αποτελεί ειδικό περιορισμό επιβαλλόμενο στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς, συνεπαγόμενο τον πλήρη και μόνιμο αποκλεισμό τους από την εμπορία γάλακτος καθ' όλη τη διάρκεια της ισχύος της οικείας ρυθμίσεως περί συμπληρωματικής εισφοράς. Επιπλέον, το άρθρο 3α δεν αποκλείει άνευ ετέρου την εφαρμογή άλλων διατάξεων του κανονισμού 857/84 οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα προσαρμογής των ποσοτήτων αναφοράς των παραγωγών που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση. Σ' αυτό προστίθεται, κατά το Συμβούλιο, το γεγονός ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, όταν εφαρμόζουν μη υποχρεωτικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, να τηρούν τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Εξάλλου το Συμβούλιο θεωρεί ότι δεν θίγεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, καθόσον το άρθρο 3α δεν περιλαμβάνει απόλυτο και οριστικό περιορισμό της μελλοντικής παραγωγής των ενδιαφερομένων. Αντίθετα, οι παραγωγοί αυτοί μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή τους εφόσον τους δοθεί από το οικείο κράτος μέλος ποσότητα αναφοράς μεγαλύτερη του 60 % βάσει των άρθρων 3, 3α, 4 ή 4α ή ακόμα εφόσον λάβουν ποσότητα αναφοράς που προστίθεται στην ποσότητα αναφοράς που τους δόθηκε βάσει του άρθρου 3α, με αγορά ή μίσθωση.
Στο πλαίσιο των ισχυρισμών αυτών το Συμβούλιο αναφέρεται επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, σε καταστάσεις που συνεπάγονται την εκτίμηση μιας περίπλοκης οικονομικής πραγματικότητας, όπως προκειμένου περί της κοινής γεωργικής πολιτικής, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει ευρεία διακριτική εξουσία όσον αφορά τη φύση και το περιεχόμενο των ληπτέων μέτρων.
Κατά τα λοιπά, στην παρούσα υπόθεση πρόκειται, κατά το Συμβούλιο, απλώς για περιορισμό της χρήσεως ενός ακινήτου, δηλαδή για την αδυναμία παραγωγής σε μια γαλακτοκομική επιχείρηση μέχρι του επιπέδου παραγωγής αναφοράς του κάθε αγροκτήματος. Αυτός ο περιορισμός υπαγορεύεται από το δημόσιο συμφέρον της Κοινότητας, δεδομένου ότι πρέπει να αποφεύγεται η αύξηση των πλεονασμάτων στην οικεία αγορά λόγω της εκμεταλλεύσεως νέου παραγωγικού δυναμικού.
Κατά το Συμβούλιο, ο επίμαχος περιορισμός δεν συνεπάγεται επιβολή δυσμενών διακρίσεων: αφενός, οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί βρίσκονται αντικειμενικά σε διαφορετική κατάσταση, όσον αφορά την παραγωγή τους που λαμβάνεται υπόψη για την ποσότητα αναφοράς, σε σχέση με τους παραγωγούς οι οποίοι παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς (1981 έως 1983), και, αφετέρου, ο επιβαλλόμενος περιορισμός είναι απαραίτητος, λαμβανομένης υπόψη της ασταθούς ισορροπίας της αγοράς γάλακτος.
Οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί βρίσκονται έτσι σε ενδιάμεση θέση μεταξύ των παραγωγών που παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς και εκείνων που μπορούν ενδεχομένως να υπαχθούν στις μη υποχρεωτικές διατάξεις των άρθρων 3 και 4 ( του κανονισμού 857/84 ). Πράγματι, οι πρώτοι δικαιούνται να λάβουν ποσότητα αναφοράς βάσει της παραγωγής τους κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, μειωμένης κατά την ποσότητα που προκύπτει από την επιλογή άλλου έτους ως έτους αναφοράς ή για την τροφοδότηση της εθνικής εφεδρικής ποσότητας, μειωμένης επίσης κατά την ποσότητα που προκύπτει είτε από τη μείωση των ολικών ποσοτήτων είτε από την αναστολή των ατομικών ποσοτήτων. Αντίθετα, η δεύτερη κατηγορία δεν έχει στην πραγματικότητα δικαίωμα να λάβει ποσότητα αναφοράς. Εντούτοις, οι παραγωγοί της κατηγορίας αυτής μπορούν να λάβουν, βάσει μη υποχρεωτικών διατάξεων του κανονισμού, ειδική ή συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται δυνατή η αποφυγή της διαφορετικής μεταχειρίσεως των παραγωγών η οποία δεν δικαιολογείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, στην περίπτωση της κατά γράμμα εφαρμογής των σχετικών διατάξεων.
β)
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι παραγωγοί που είχαν αναλάβει υποχρέωση μη εμπορίας βάσει του κανονισμού 1078/77, αντίθετα προς τους αναφερόμενους στο άρθρο 2 του κανονισμού 857/84, δεν συνετέλεσαν στη δημιουργία της ολικής εγγυημένης ποσότητας ανά κράτος μέλος. Σε αντίθεση προς τους αναφερόμενους στο άρθρο 3 του τελευταίου αυτού κανονισμού, μπορούν να ζητήσουν τη χορήγηση κάποιας ποσότητας αναφοράς και, επομένως, δεν εξαρτώνται επί του σημείου αυτού από σχετική απόφαση των κρατών μελών.
Ενόψει των στοιχείων αυτών έπρεπε να θεσπιστεί ρύθμιση έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες περιστάσεις:
—
η θέσπιση της ποσότητας αναφοράς δεν έπρεπε να θίξει τον στόχο που επιδιώκετο, στο πλαίσιο της πολιτικής αγορών και της διαρθρωτικής πολιτικής, με το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής γάλακτος, ήτοι την αποκατάσταση της ισορροπίας στον γαλακτοκομικό τομέα·
—
λαμβανομένου υπόψη του υποχρεωτικού χαρακτήρα της θεσπίσεως της ποσότητας αναφοράς, έπρεπε συγχρόνως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να ευνοηθούν οικονομικά οι παραγωγοί που εδικαιούντο τέτοιας ποσότητας σε σχέση με εκείνους στους οποίους δεν ήταν δυνατό να δοθεί ειδική ποσότητα αναφοράς παρά μόνο βάσει αποφάσεων που κατ' ελεύθερη εκτίμηση μπορούσαν να λάβουν τα κράτη μέλη·
—
τέλος, έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι ακόμα διαθέσιμες κοινοτικές και εθνικές εφεδρικές ποσότητες. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση των εν λόγω παραγωγών για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς μόνο εφόσον έχουν διαθέσιμες ποσότητες προς τον σκοπό αυτό.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, θεωρήθηκε ενδεδειγμένο να καθοριστεί καταρχάς μια συνολική ποσότητα αναφοράς (συνολικού ύψους 6,62 εκατομμυρίων τόννων για όλη την Κοινότητα) γι' αυτήν την κατηγορία παραγωγών, βασιζόμενη στα τελευταία στοιχεία που είχαν στη διάθεση τους οι αρμόδιες αρχές πριν από την εφαρμογή του προγράμματος μη εμπορίας ή μετατροπής. Κατά τις εκτιμήσεις της Επιτροπής προβλεπόταν ότι οι αιτήσεις που θα υπέβαλλαν οι ενδιαφερόμενοι εν προκειμένω παραγωγοί για να τους δοθεί ποσότητα αναφοράς θα έφθανε περίπου το ένα εκατομμύριο τόννους. Όμως, αυτή η κατ' εκτίμηση καθορισθείσα ποσότητα δεν μπορούσε να ληφθεί ολόκληρη υπόψη, αλλά έπρεπε να μειωθεί σε 600000 τόννους, ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα της αγοράς. Συνεπώς η κοινοτική εφεδρική ποσότητα αυξήθηκε κατά την ποσότητα αυτή. Δεδομένου ότι η σχετική με τις ποσότητες αναφοράς εφεδρική ποσότητα ήταν μικρότερη κατά 400000 τόννους από την ποσότητα που προβλεπόταν να ζητηθεί, χρειάστηκε να μειωθεί αυτή η τελευταία ομοιόμορφα για όλους τους ενδιαφερομένους παραγωγούς, με περιορισμό της ποσότητας αναφοράς τους στο 60 ο/ο της τελευταίας παραγωγής τους.
Κατά την Επιτροπή, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσβάλλει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση του της 28ης Απριλίου 1988, 170/86, ο επιχειρηματίας που αυτοβούλως σταμάτησε την παραγωγή του επί ορισμένο χρονικό διάστημα δεν μπορεί θεμιτώς να προσδοκά ότι θα μπορεί να αρχίσει εκ νέου την παραγωγή υπό τις ίδιες συνθήκες όπως αυτές που ίσχυαν προηγουμένως και ότι δεν θα υπάγεται ενδεχομένως σε ορισμένους κανόνες που θα θεσπίζονταν στο μεταξύ στον τομέα της εμπορικής ή της διαρθρωτικής πολιτικής. Επομένως, οι παραγωγοί δεν είχαν έρεισμα για να πιστεύουν δικαιολογημένα ότι θα ελαμβάνετο υπόψη η ποσότητα αναφοράς που τους είχε δοθεί προηγουμένως ή ότι θα μπορούσαν να συνεχίσουν να παράγουν τις ίδιες ποσότητες γάλακτος όπως και παλαιότερα. Αντίθετα, οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες μπορούσαν να πιστεύουν δικαιολογημένα μόνο ότι θα μπορούσαν να επαναλάβουν εν πάση περιπτώσει την παραγωγή γάλακτος.
Επίσης, κατά την Επιτροπή, δεν θίγεται ούτε το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Στο πλαίσιο μιας κοινής οργανώσεως αγοράς, μπορούν να επιβάλλονται περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος της κυριότητας για λόγους εμπορικής και διαρθρωτικής πολιτικής, εφόσον οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος της Κοινότητας και δεν αποτελούν, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και απαράδεκτη επέμβαση που θα προσέβαλε την ουσία του δικαιώματος ιδιοκτησίας.
Η βαλλόμενη νομική ρύθμιση δεν στερεί τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης από το δικαίωμα ιδιοκτησίας ούτε περιορίζει την άσκηση του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προσβάλει την ουσία του δικαιώματος αυτού. Πράγματι, ο προσφεύγων διατηρεί στην ουσία την ιδιοκτησία του και το δικαίωμα ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος. Εξακολουθεί να είναι κύριος του αγροκτήματός του, το οποίο μπορεί να μεταβιβασθεί με κληρονομική διαδοχή, να πωληθεί ή να εκμισθωθεί μαζί με την ποσότητα αναφοράς, τηρουμένου όμως του χρονικού περιορισμού που προβλέπεται στο άρθρο 3α, παράγραφος 4. Επιπλέον, σε περίπτωση χορηγήσεως ποσότητας αναφοράς ίσης προς το 60 ο/ο της προηγούμενης παραγωγής, ο προσφεύγων έχει ο ίδιος τη δυνατότητα να φροντίσει ώστε να υπάρξουν οι συνθήκες ώστε να καταστεί κερδοφόρα η παραγωγή του, ενδεχομένως αγοράζοντας ή μισθώνοντας εκμετάλλευση ή οποία διαθέτει ποσότητα αναφοράς.
Ο επίδικος περιορισμός του δικαιώματος ιδιοκτησίας δικαιολογείται, κατά την Επιτροπή, από το γενικό συμφέρον της Κοινότητας. Είναι απαραίτητος για τη διατήρηση της ισορροπίας που έχει επιτευχθεί στην αγορά γάλακτος με την εφαρμογή θεμελιωδών κανόνων σχετικά με την επιβολή της συμπληρωματικής εισφοράς. Επομένως, ο κανόνας του 60 ο/ο αποκαθιστά μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των αντιθέτων συμφερόντων της Κοινότητας και των παραγωγών, ήτοι της σταθερότητας της αγοράς γάλακτος, αφενός, και της χορηγήσεως της μεγαλύτερης δυνατής ποσότητας αναφοράς, αφετέρου.
Ακόμη, η σχετική ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται αδικαιολόγητη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των επιχειρηματιών, οπότε δεν θίγεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης, λόγω του περιορισμού της ποσότητας αναφοράς του στο 60 ο/ο της προηγούμενης παραγωγής, δεν τυγχάνει της ίδιας μεταχειρίσεως σε σχέση με όλους τους άλλους παραγωγούς οι οποίοι, πριν από την έκδοση του κανονισμού 764/89 και ενόσω είχε εφαρμογή ο κανονισμός 857/84, όπως ίσχυε τότε, έλαβαν ποσότητα αναφοράς για τον υπολογισμό της οποίας δεν προβλεπόταν τέτοιος περιορισμός. Εντούτοις, η Επιτροπή κρίνει ότι αυτή η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται διότι πρόκειται για ανόμοιες καταστάσεις. Σε αντίθεση προς τους αναφερόμενους στο άρθρο 2 του κανονισμού 857/84 παραγωγούς, οι παραγωγοί τους οποίους αφορά ο κανονισμός 764/89 δεν παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του οικείου έτους αναφοράς. Επομένως, η ζητούμενη από τους παραγωγούς αυτούς ποσότητα αναφοράς δεν περιελήφθη στη συνολική εγγυημένη ποσότητα που λαμβάνεται ως βάση για το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής γάλακτος.
Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι δύο κατηγορίες παραγωγών βρίσκονται σε νομικά διαφορετικές καταστάσεις, για λόγους που συναρτώνται προς τις δυνατότητες παραγωγής των γεωργικών μονάδων, καθώς και για οικονομικούς λόγους, ήταν απίθανο να μπορέσουν οι αναφερόμενοι στον κανονισμό 764/89 παραγωγοί να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος στο ίδιο ακριβώς επίπεδο όπως και προηγουμένως μετά τη λήξη της τετραετούς ή πενταετούς περιόδου μετατροπής ή μη εμπορίας. Αντίθετα, για την επανάληψη των γαλακτοκομικών δραστηριοτήτων απαιτείται μια ορισμένη μεταβατική περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν είναι δυνατό να παραχθούν αμέσως ποσότητες ιδίου ύψους όπως και προηγουμένως. Συνεπώς, η θέση των παραγωγών αυτών ομοιάζει περισσότερο προς εκείνη των παραγωγών που αρχίζουν για πρώτη φορά την παραγωγή γάλακτος.
Η διαφορετική μεταχείριση των αναφερόμενων στον κανονισμό 764/89 παραγωγών σε σχέση με εκείνους οι οποίοι, ασφαλώς, δεν παρέδωσαν ούτε και αυτοί γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, στους οποίους όμως μπορεί να χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς χωρίς εφαρμογή του κανόνα του 60 ο/ο δυνάμει των άρθρων 3 ή 4 του κανονισμού 857/84, στηρίζεται επίσης στο γεγονός ότι, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για δύο ανόμοιες κατηγορίες παραγωγών. Ενώ οι αναφερόμενοι στον κανονισμό 764/84 παραγωγοί δικαιούνται καθορισμένης ποσότητας αναφοράς, η χορήγηση ποσότητας αναφοράς στη δεύτερη κατηγορία παραγωγής εξαρτάται από το αν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα λάβουν σχετική απόφαση. Επ' αυτού, τα κράτη μέλη μπορούν να βασίζονται σε κριτήρια διαρθρωτικής πολιτικής. Αντίθετα, ο παραγωγός που δεν διέθεσε στο εμπόριο γάλα για τέσσερα ή πέντε έτη εισπράττοντας γι' αυτό σχετική πριμοδότηση δεν μπορεί να επικαλείται λόγους διαρθρωτικής πολιτικής για να δικαιολογήσει την επανάληψη της παραγωγής γάλακτος εκ μέρους του.
2) Επί του δευτέρου ερωτήματος ( Διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου της 8ης Αυγούστου 1989)
Τόσο το Συμβούλιο όσο και η Επιτροπή υπερασπίζουν το κόρος του άρθρου 3α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89.
α)
Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η ratio legis της εν λόγω διατάξεως, κατά την οποία σε περίπτωση πωλήσεως ή εκμισθώσεως προ της 1ης Απριλίου 1992 η ποσότητα αναφοράς επιστρέφει στην κοινοτική εφεδρική ποσότητα, είναι η προσπάθεια αποφυγής του ενδεχομένου ορισμένοι παραγωγοί, από εκείνους οι οποίοι δικαιούνται να λάβουν ειδική ποσότητα αναφοράς βάσει του άρθρου 3α, να ζητήσουν ποσότητα αναφοράς με αποκλειστικό σκοπό να πωλήσουν βραχυπρόθεσμα την εν λόγω ποσότητα, εισπράττοντας ανάλογο τίμημα, χωρίς να διατίθενται να επαναλάβουν μακροπρόθεσμα την οικονομική τους δραστηριότητα ως παραγωγοί γάλακτος.
Η εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 3α και στα άτομα εκείνα τα οποία δεν έχουν ούτε τη δυνατότητα ούτε την πρόθεση να επαναλάβουν την προηγούμενη οικονομική τους δραστηριότητα όχι μόνο θα οδηγούσε στη διατάραξη, χωρίς σοβαρό λόγο, της ισορροπίας της αγοράς μέσω της δημιουργίας νέου παραγωγικού δυναμικού, το οποίο αμέσως θα μεταβιβαζόταν σε άλλα άτομα, αλλά και θα παρείχε στους οικείους παραγωγούς πλεονεκτήματα που δεν δικαιολογούνται με κανένα τρόπο.
Κατά το Συμβούλιο ο επίδικος περιορισμός δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις. Αφενός, η θέση των παραγωγών που μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του άρθρου 3α δεν είναι συγκρίσιμη προς εκείνη των παραγωγών οι οποίοι έλαβαν ήδη από το 1984 ποσότητα αναφοράς, καθόσον οι ποσότητες αναφοράς απέκτησαν σημαντική και μόνιμη αξία μόνο σταδιακά, λόγω της παρατάσεως της ισχύος του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς· αφετέρου, ο επίδικος περιορισμός δικαιολογείται αντικειμενικά, διότι είναι απαραίτητος ο διαχωρισμός των δυνητικών δικαιούχων, ώστε να περιοριστεί η εφαρμογή του άρθρου 3α αποκλειστικά στους παραγωγούς που έχουν πραγματικά τη βούληση και τη δυνατότητα να επαναλάβουν μακροπρόθεσμα την οικονομική τους δραστηριότητα ως παραγωγοί γάλακτος.
β)
Κατά την άποψη της Επιτροπής, το άρθρο 3α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, στηρίζεται στην ιδέα ότι ήταν αδύνατο οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί να θεωρηθούν ότι βρίσκονταν στην ίδια νομική θέση σε σχέση με τους παραγωγούς που είχαν συμμετάσχει στη δημιουργία των διαθέσιμων ποσοστώσεων με παραδόσεις γάλακτος κατά τη διάρκεια του έτους 1981. Το κύρος της διατάξεως αυτής πρέπει να εκτιμηθεί βάσει των ίδιων κριτηρίων που ίσχυσαν για τον περιορισμό στο 60% της ειδικής ποσότητας αναφοράς.
Οι ενδιαφερόμενοι γεωργοί δεν μπορούσαν να πιστεύουν δικαιολογημένα ότι θα μπορούσαν να μεταβιβάζουν τις ειδικές ποσότητες αναφοράς, ενδεχομένως μετά την επανάληψη της παραγωγής γάλακτος, αλλά μόνο ότι θα μπορούσαν να επαναλάβουν την παραγωγή αυτή.
Ομοίως, το γεγονός ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης μπορεί να πωλήσει το αγρόκτημα μόνο χωρίς την ειδική ποσότητα αναφοράς μέχρι του τέλους της ογδόης περιόδου εφαρμογής ( μέχρι την 31η Μαρτίου 1992 ) δεν αποτελεί παράνομο περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και της δυνατότητας ασκήσεως του. Δεν θίγει την ουσία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, καθόσον διατηρείται η κυριότητα επί της εκμεταλλεύσεως. Απλώς ζητείται από τον ενδιαφερόμενο ιδιοκτήτη της εκμεταλλεύσεως να παραιτηθεί, κατά τη διάρκεια ενός μικρού σχετικά χρονικού διαστήματος, από ένα πλεονέκτημα που θα μπορούσε να έχει. Η απώλεια αυτού του πλεονεκτήματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει υπερβολικά και ανεπίτρεπτα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη, σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει η διάταξη αυτή, ήτοι τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς μόνο στους γεωργούς που την χρησιμοποιούν οι ίδιοι κατά τη διάρκεια καθορισμένης περιόδου.
Επίσης, κατά την Επιτροπή, δεν θίγεται ούτε η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον οι παραγωγοί τους οποίους αφορά η σχετική ρύθμιση — σε αντίθεση προς τους άλλους παραγωγούς — δεν λαμβάνουν την ποσότητα αναφοράς τους βάσει συνεχών παραδόσεων γάλακτος κατά τα προηγούμενα έτη, αλλά κατ' εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Δεδομένου ότι αυτές οι ποσότητες αναφοράς δεν ενσωματώθηκαν στη συνολική εγγυημένη ποσότητα, αλλά έπρεπε να προβλεφθούν σε βάρος των άλλων παραγωγών, η σύγκριση μεταξύ των δύο καταστάσεων δεν είναι δυνατή.
Η Επιτροπή υποστηρίζει τέλος ότι η διάταξη του άρθρου 3α, παράγραφος 4, είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 764/89 εκτίθεται πολύ λεπτομερώς η συνολική κατάσταση η οποία οδήγησε στη λήψη των εν λόγω μέτρων, ενώ από αυτές συνάγονται σαφώς και χωρίς να γεννώνται αμφιβολίες τα σχετικά συμπεράσματα. Στην τέταρτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη εξηγούνται οι λόγοι που οδήγησαν στον περιορισμό της ποσότητας αναφοράς στο 60 % της ποσότητας παραγωγής. Στην έκτη παρατίθεται η αιτιολογία της βαλλομένης διατάξεως, αναφέρεται δε ότι οι εγγυημένες ποσότητες δεν « προορίζονται να αποτελέσουν παροχή αχρε-ωστήτου κέρδους » ( αδικαιολογήτου οφέλους ) αλλά να « παραχθούν πραγματικά από τους παραγωγούς στους οποίους εδόθησαν ».
3) Επί του τρίτου ερωτήματος (Διάταξη της 8ης Αυγούστου 1989)
Επί του ερωτήματος αυτού μόνο η Επιτροπή έλαβε θέση.
α)
Επί του πρώτον σκέλονς του ερωτήματος αυτού η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 4, του κανονισμού 857/84, πρέπει να εξεταστεί σε συσχετισμό με τις άλλες διατάξεις του εν λόγω κανονισμού ή του κανονισμού βάσεως 804/68, ιδίως δε του άρθρου 5γ, παράγραφος Ια, του κανονισμού 804/68 και του άρθρου 7 του κανονισμού 857/84.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής δύο συμπεράσματα:
—
το άρθρο 3α δεν προβλέπει ειδική διάταξη για τη μεταβίβαση εκμεταλλεύσεως με κληρονομική διαδοχή' με άλλα λόγια, η μεταβίβαση των ποσοτήτων αναφοράς στους κληρονόμους εξακολουθεί να είναι δυνατή (άρθρο 7α του κανονισμού 1546/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1033/89)·
—
οι όροι « πώληση » ή « εκμίσθωση » της εκμεταλλεύσεως χρησιμοποιούνται στο άρθρο 3α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, με την έννοια που έχουν στο άρθρο 7 του κανονισμού 857/84.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, βάσει των ανωτέρω, το σημείο που ενδιαφέρει είναι το αν η σχεδιαζόμενη εισφορά της εκμεταλλεύσεως σε μια αστική εταιρία, στην οποία μετέχει ο παραγωγός, καλύπτεται από τους όρους « πώληση » και « εκμίσθωση » που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 857/84. Δυνάμει του γερμανικού αστικού δικαίου η συνέχιση της εκμεταλλεύσεως του αγροκτήματος, την οποία σχεδιάζει ο προσφεύγων της κύριας δίκης, από εταιρία στην οποία μετέχει ο ίδιος ή ένας ή περισσότεροι από τους γιους του δεν συνιστά πώληση, καθόσον δυνάμει των άρθρων 706, 718 και 719 του BGB (γερμανικού αστικού κώδικα ) η αγροτική ή άλλη εκμετάλλευση που ο εταίρος εισφέρει στην εταιρία εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της εμπορικής περιουσίας του εταίρου αυτού. Εξάλλου, η μεταφορά της ποσότητας αναφοράς σε όλους τους εταίρους στην περίπτωση εισφοράς αγροτικής ή άλλης εκμεταλλεύσεως σε εταιρία, είναι σύμφωνη προς την αρχή του συνδέσμου της ποσότητας αναφοράς προς το έδαφος. Οι ανωτέρω όροι πρέπει επίσης να νοούνται σε συνδυασμό με το άρθρο 12, περίπτωση γ, του κανονισμού 857/84, βάσει του οποίου «παραγωγός» μπορεί να είναι επίσης μια ομάδα φυσικών προσώπων.
Συνεπώς, ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι η εισφορά εκμεταλλεύσεως σε εταιρία στην οποία μετέχει ο ιδιοκτήτης πρέπει να θεωρείται ως τρόπος μεταβιβάσεως μη καλυπτόμενος από το άρθρο 7 του κανονισμού 857/84.
Τέλος, κατά την Επιτροπή, προς αποφυγή καταστρατηγήσεως της υποχρεώσεως των παραγωγών να παραγάγουν καθορισμένη ποσότητα εντός ορισμένης περιόδου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3α, παράγραφος 3, πρέπει να θεωρηθεί ότι η εισφορά αυτή σε εταιρία δεν επηρεάζει τις ποσοστώσεις παρά μόνο αν συνεχίζεται αισθητά μετά τη λήξη της καθοριζομένης περιόδου (την 30ή Μαρτίου 1991).
Εφόσον ο εταίρος που εισέφερε την εκμετάλλευση του αποχωρήσει από την εταιρία, επέρχεται υπέρ των παραμενόντων εταίρων ένα είδος καθολικής διαδοχής, όσον αφορά την εκμετάλλευση, που προσομοιάζει προς πώληση. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για πώληση υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1546/88 και, επομένως, του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, οπότε έχει εφαρμογή το άρθρο 3α, παράγραφος 4. Σε περίπτωση θανάτου του εταίρου που εισέφερε την εκμετάλλευση του, η ανωτέρω έννομη συνέπεια δεν επέρχεται παρά μόνο αν οι παραμένοντες εταίροι αναλαμβάνουν από κοινού την εκμετάλλευση ως κληρονόμοι.
Καταλήγοντας η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος:
« Η εισφορά μιας εκμεταλλεύσεως σε αστική εταιρία, στην οποία μετέχει παραγωγός ο οποίος δικαιούται ειδικής ποσότητας αναφοράς βάσει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, δεν υπόκειται στους περιορισμούς της παραγράφου 4, δεύτερο εδάφιο, του άρθρου αυτού, εφόσον η εισφορά αυτή δεν αποσκοπεί στην καταστρατήγηση του στόχου του εν λόγω άρθρου, που συνίσταται στην αποφυγή του ενδεχομένου η ειδική ποσότητα αναφοράς να παρέχει στον παραγωγό αδικαιολόγητο όφελος και εφόσον πράγματι ο παραγωγός παρήγαγε την εν λόγω ποσότητα.
Η ανωτέρω διάταξη δεν καταστρατηγείται:
—
όταν η διάρκεια της εταιρίας βαίνει πέραν της 30ής Μαρτίου 1991,
—
όταν ο παραγωγός εξακολουθεί να εκμεταλλεύεται γεωργική μονάδα και
—
όταν η ποσότητα αναφοράς μπορεί να παραχθεί στην γεωγραφική περίμετρο της εκμεταλλεύσεως που ο παραγωγός εισέφερε στην εταιρία με τα γαλακτοπαραγωγά ζώα της εκμεταλλεύσεως αυτής.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή όταν ο παραγωγός αποχωρεί από την εταιρία εντός της χρονικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 3α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 857/84, εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι παραμένοντες εταίροι αναλαμβάνουν την εκμετάλλευση κατόπιν κληρονομικής διαδοχής μετά το θάνατο του παραγωγού. »
β)
Όσον αφορά το όεύτερο οκέλος του εν λόγω ερωτήματος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, ο όρος «ανάλογος προς την κληρονομική διαδοχή τρόπος » που χρησιμοποιείται στο άρθρο 7α του κανονισμού 1546/88, ενόψει του άρθρου 7, σημεία 1 και 3, του ίδιου κανονισμού, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει μεταβίβαση του συνόλου της εκμεταλλεύσεως, τα έννομα αποτελέσματα της οποίας είναι παρόμοια προς εκείνα της κληρονομικής διαδοχής, ανάλογα με όσα προβλέπονται από κάθε εθνική νομοθεσία, δηλαδή έννομη σχέση με την οποία ο δικαιοδόχος υποκαθίσταται αμετακλήτως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου. Επ' αυτού, δεν αρκεί το γεγονός ότι ο εικαζόμενος κληρονόμος του παραγωγού διαχειρίζεται την εκμετάλλευση για λογαριασμό του παραγωγού, αλλά πρέπει ακόμα η σύμβαση αγρομισθώσεως να μην μπορεί να καταγγελθεί και ο μισθωτής να αναλάβει την εκμετάλλευση ως κληρονόμος. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι περιορισμοί του άρθρου 3α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο.
Καταλήγοντας η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος:
« Συνιστά ανάλογο προς την κληρονομική διαδοχή τρόπο μεταβιβάσεως, υπό την έννοια του άρθρου 7α, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1546/88, η μεταβίβαση του συνόλου της εκμεταλλεύσεως, αποτέλεσμα της οποίας είναι ότι ο δικαιοδόχος υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου. Η σύμβαση μισθώσεως μπορεί να αποτελεί τρόπο ανάλογο προς την κληρονομική διαδοχή εφόσον δεν μπορεί να καταγγελθεί και εφόσον ο μισθωτής αναλαμβάνει πράγματι την εκμετάλλευση ως κληρονόμος. »
Μ. Zuleeg
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top