Avis juridique important
Διάταξη του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 22ας Μαρτίου 2002. - Tilly Reichling κατά Léon Wampach. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Tribunal de paix de Luxembourg - Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου. - Σύμβαση των Βρυξελλών - Πρωτόκολλο για την ερμηνεία της συμβάσεως από το Δικαστήριο - Εθνικά δικαστήρια δυνάμενα να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο - Πρόδηλη αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου. - Υπόθεση C-69/02.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-03393
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων - ρωτόκολλο σχετικά με την ερμηνεία της συμβάσεως από το Δικαστήριο - Εθνικά δικαστήρια δυνάμενα να ζητήσουν από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως - Λουξεμβουργιανό tribunal de paix, αποφαινόμενο σε πρώτο βαθμό - Δεν περιλαμβάνεται - ρόδηλη αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων
(ρωτόκολλο της 3ης Ιουνίου 1971, άρθρο 2)
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-69/02,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal de paix de Luxembourg (Λουξεμβούργο) προς το Δικαστήριο, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Tilly Reichling
και
Léon Wampach,
παρουσία του:
Établissement d'assurances contre la vieillesse et l'invalidité,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24), με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 388, σ. 1), με τη Σύμβαση της 26ης Μα_ου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 285, σ. 1) και με τη Σύμβαση της 29ης Νοεμβρίου 1996 για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας (ΕΕ 1997, C 15, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, Μ. Wathelet και A. Rosas (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2002, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Μαρτίου 2002, το Tribunal de paix de Luxembourg υπέβαλε τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24), με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 388, σ. 1), με τη Σύμβαση της 26ης Μα_ου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 285, σ. 1) και με τη Σύμβαση της 29ης Νοεμβρίου 1996 για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας (ΕΕ 1997, C 15, σ. 1, στο εξής, αντιστοίχως: σύμβαση και συμβάσεις προσχωρήσεως).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαδικασίας για την επικύρωση κατασχέσεως εις χείρας τρίτου, εκκρεμούσας μεταξύ της T. Reichling, πιστώτριας-επισπεύδουσας την κατάσχεση, και του L. Wampach, οφειλέτη-καθού η κατάσχεση, παρισταμένου του Établissement d'assurances contre la vieillesse et l'invalidité, τρίτου εις χείρας του οποίου διατάχθηκε η κατάσχεση.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
3 Κατόπιν διατάξεως του Juge de paix de Luxembourg της 15ης Ιουνίου 2001, επιτρέπουσας την κατάσχεση, η T. Reichling προέβη σε κατάσχεση κατά του L. Wampach εις χείρας του Établissement d'assurances contre la vieillesse et l'invalidité, για καθυστερούμενα ποσά διατροφής οφειλόμενα δυνάμει δύο δικαστικών αποφάσεων που εξέδωσε το Cour d'appel στις 12 Ιανουαρίου 1994 και στις 30 Ιουνίου 1999 αφού δίκασε, αντιστοίχως, επί ασφαλιστικών μέτρων και επί της ουσίας όσον αφορά το διαζύγιο.
4 Στο πλαίσιο της διαδικασίας επικυρώσεως αυτής της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου, τη διεξαγωγή της οποίας απαιτεί το λουξεμβουργιανό δικονομικό δίκαιο, ο L. Wampach ισχυρίστηκε ότι τα ποσά της διατροφής δεν οφείλονταν πλέον από τον Ιούνιο του 2001.
5 Το Tribunal de paix de Luxembourg, ερμηνεύοντας αυτόν τον αμυντικό ισχυρισμό ως ανταγωγικό αίτημα περί καταργήσεως της διατροφής και λαμβανομένου υπόψη ότι η T. Reichling είναι κάτοικος Γαλλίας, έκρινε αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 6, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών την έννοια ότι πράξη αναγκαστικής εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως - η οποία, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του εθνικού δικαίου, συνεπάγεται οπωσδήποτε την παρέμβαση δικαστηρίου - μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά κύρια αγωγή στηριζόμενη σε σύμβαση ή πραγματικά περιστατικά; Μπορεί κύρια αγωγή στηριζόμενη σε αναγκαστική εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, διαπιστώνουσας και καθορίζουσας δικαίωμα διατροφής, να θεωρηθεί ότι στηρίζεται σε σύμβαση ή πραγματικά περιστατικά υπό την έννοια του άρθρου 6, σημείο 3; Μπορεί κύρια αγωγή, με την οποία σκοπείται η αναγκαστική εκτέλεση δικαιώματος διατροφής, να θεωρηθεί ότι στηρίζεται σε σύμβαση ή πραγματικά περιστατικά υπό την έννοια του άρθρου 6, σημείο 3;
2) Μπορεί η διατύπωση "απορρέει από την ίδια σύμβαση ή τα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή" του άρθρου 6, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών να θεωρηθεί πιο περιοριστική της διατυπώσεως "συναφείς αγωγές" του άρθρου 22, τρίτο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών;
3) Επιτρέπει στον εναγόμενο το άρθρο 6, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών - όταν η δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επιλήφθηκε της κυρίας αγωγής απορρέει από το άρθρο 16, σημείο 5, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, χωρίς να ζητείται με την κύρια αγωγή από το δικαστήριο αυτό να κρίνει επί της ουσίας της νομικής σχέσεως των διαδίκων - να υποβάλει στο δικαστήριο αυτό ανταγωγή επί της ουσίας, ενώ αν είχε υποβάλει το αίτημα αυτό με ανεξάρτητη αγωγή, η αγωγή αυτή θα ενέπιπτε, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Βρυξελλών, στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων άλλου συμβαλλομένου κράτους;»
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
6 Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής ή όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
7 Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για την ερμηνεία της συμβάσεως καθορίζεται από το πρωτόκολλο της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία της συμβάσεως από το Δικαστήριο (ΕΕ 1982, L 388, σ. 20), όπως τροποποιήθηκε με τις συμβάσεις προσχωρήσεως (στο εξής: πρωτόκολλο).
8 Το πρωτόκολλο επιφυλάσσει σε ορισμένα δικαστήρια, απαριθμούμενα στο άρθρο του 2, τη δυνατότητα να ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί της ερμηνείας της συμβάσεως και, επομένως, πρέπει να εξετασθεί συναφώς αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των υποβληθέντων ερωτημάτων.
9 Τα σημεία 1 και 3 του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου απαριθμούν ρητώς και περιοριστικώς - το πρώτο ευθέως, το δεύτερο διά παραπομπής στο άρθρο 37 της συμβάσεως - τα δικαστήρια που δύνανται να υποβάλλουν ερωτήματα στο Δικαστήριο. Το σημείο 2 του ίδιου άρθρου προσθέτει ότι δύνανται επίσης να υποβάλλουν ερωτήματα τα δικαστήρια των συμβαλλομένων κρατών όταν δικάζουν σε δεύτερο βαθμό.
10 Oύτε το άρθρο 2, σημείο 1, του πρωτοκόλλου ούτε το άρθρο 37 της συμβάσεως αναφέρουν τα λουξεμβουργιανά Tribunaux de paix. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 2 του νέου λουξεμβουργιανού Κώδικα ολιτικής Δικονομίας και του άρθρου 9 του λουξεμβουργιανού νόμου της 11ης Νοεμβρίου 1970, sur le cessions et saisies des rémunérations de travail ainsi que des pensions et rentes (περί των εκχωρήσεων και κατασχέσεων των αποδοχών από την εργασία καθώς και των συντάξεων και προσόδων), προκύπτει ότι, οσάκις το Tribunal de paix αποφαίνεται επί του κύρους κατασχέσεως εις χείρας τρίτου αφορώσας ποσό που υπερβαίνει το όριο της σε τελευταίο βαθμό καθ' ύλην αρμοδιότητάς του, οι αποφάσεις του υπόκεινται σε έφεση. Εν προκειμένω, τόσο από το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης όπως εκτίθεται από το αιτούν δικαστήριο, όσο και από διευκρίνιση την οποία παρέσχε συναφώς η απόφαση περί παραπομπής, προκύπτει ότι το Tribunal de paix αποφαίνεται σε πρώτο βαθμό.
11 Επομένως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το Tribunal de paix de Luxembourg δεν δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της συμβάσεως.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας και να διαπιστωθεί ότι το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί των ερωτημάτων που υπέβαλε το Tribunal de paix de Luxembourg.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
13 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
διατάσσει:
Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι προδήλως αναρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunal de paix de Luxembourg με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2002.
Top