Υπόθεση C-221/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου του Βελγίου
«Παράβαση κράτους μέλους — Οδηγία 91/676/ΕΟΚ — Ελλιπής μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη — Προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης — Μη προσδιορισμός των υδάτων που υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση — Εσφαλμένος και ανεπαρκής χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων περιοχών — Κώδικας ορθής γεωργικής πρακτικής — Ανεπάρκειες — Πρόγραμμα δράσης — Ανεπάρκειες και ελλιπής εφαρμογή»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed της 3ης Μαρτίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 22ας Σεπτεμβρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Αντικείμενο της διαφοράς — Προσδιορισμός κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία — Αμιγώς τυπική προσαρμογή των αιτιάσεων μετά την έκδοση της αιτιολογημένης γνώμης, λόγω τροποποιήσεως της εθνικής νομοθεσίας — Νομοθεσία για μερική συμμόρφωση προς τις αιτιάσεις που διατυπώθηκαν με την αιτιολογημένη γνώμη — Δεν επιτρέπεται — Νέες αιτιάσεις σε σχέση με την τροποποιηθείσα εθνική νομοθεσία — Απαράδεκτο
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο — Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη — Κατάσταση κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας — Μεταγενέστερη λήψη μέτρων για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη — Αναδρομική ισχύς — Επιρροή επί της διαπιστώσεως περί υπάρξεως παραβάσεως — Δεν υφίσταται
(Άρθρο 226 ΕΚ)
3. Περιβάλλον — Προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προελεύσεως — Οδηγία 91/676 — Εντόπιση των υδάτων που υφίστανται ρύπανση — Καθορισμός των ευπρόσβλητων ζωνών — Υποχρεώσεις των κρατών μελών — Περιεχόμενο
(Οδηγία 91/676 του Συμβουλίου, άρθρο 3 §§ 1 και 2, και παράρτημα I)
4. Περιβάλλον — Προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προελεύσεως — Οδηγία 91/676 — Επανεξέταση του καταλόγου των ζωνών που έχουν χαρακτηριστεί ως ευπρόσβλητες — Περιεχόμενο
(Οδηγία 91/676 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 4)
1. Το αντικείμενο προσφυγής λόγω παραβάσεως που ασκείται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 226 ΕΚ οριοθετείται κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή, οπότε το δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορεί να στηρίζεται σε αιτιάσεις άλλες πλην εκείνων που διατυπώθηκαν κατά τη διαδικασία αυτή. Η επιταγή αυτή όμως δεν φτάνει μέχρι του σημείου να επιβάλλει, σε κάθε περίπτωση, πλήρη σύμπτωση μεταξύ των εθνικών διατάξεων που μνημονεύονται στην αιτιολογημένη γνώμη και εκείνων που διαλαμβάνονται στην προσφυγή. Οσάκις μεταξύ των δύο αυτών σταδίων της διαδικασίας επέρχεται νομοθετική μεταβολή, αρκεί πράγματι ότι το σύστημα εκείνο, το οποίο είχε θεσπιστεί με τη βαλλόμενη νομοθεσία κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία, διατηρήθηκε, στο σύνολό του, με τα νέα μέτρα τα οποία θέσπισε το κράτος μέλος μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης και κατά των οποίων βάλλει η προσφυγή.
Είναι παραδεκτή η προσφυγή που αφορά νέα εθνικά μέτρα με τα οποία εισάγονται εξαιρέσεις στο σύστημα που αποτελούσε το αντικείμενο της αιτιολογημένης γνώμης, ικανοποιώντας μερικώς με τον τρόπο αυτό την σχετική αιτίαση. Συγκεκριμένα, η μη αναγνώριση του παραδεκτού της προσφυγής σε μια τέτοια περίπτωση θα παρείχε τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να παρακωλύουν την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους μέλους τροποποιώντας ελαφρά τη νομοθεσία τους κάθε φορά που τους κοινοποιείται αιτιολογημένη γνώμη, διατηρώντας όμως παράλληλα την επικρινόμενη ρύθμιση. Αντιθέτως, αυτό δεν ισχύει όταν προβάλλονται νέες αιτιάσεις σε σχέση με τις προβληθείσες με την αιτιολογημένη γνώμη, στρεφόμενες κατά των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν μετά την έκδοση της αιτιολογημένης γνώμης, με σκοπό να ικανοποιήσουν τις αιτιάσεις που είχαν διατυπωθεί με τη γνώμη αυτή.
(βλ. σκέψεις 38-41)
2. Στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως που θεσπίζεται με το άρθρο 226 ΕΚ, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εκ μέρους των κρατών μελών λήψη νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών μέτρων μετά τη λήξη της προθεσμίας που έχει τάξει η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη μπορεί, για τον λόγο και μόνον ότι τα εν λόγω μέτρα τέθηκαν σε ισχύ αναδρομικά, να θεωρηθεί ως μέτρο μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη το οποίο πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο για να διαπιστώσει την ύπαρξη παραβάσεως σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία, διότι άλλως θα παρεχόταν στα κράτη μέλη η δυνατότητα να καταστρατηγήσουν τη διαδικασία αυτή.
(βλ. σκέψη 60)
3. Από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/676, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης, σε συνδυασμό με το παράρτημά της Ι, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να προσδιορίζουν ως ύδατα που υφίστανται ή που ενδέχεται να υποστούν ρύπανση, εάν δεν αναληφθεί δράση σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας, το σύνολο των γλυκών επιφανειακών υδάτων και των υπόγειων υδάτων που έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν περιεκτικότητα σε νιτρικά ιόντα μεγαλύτερη των 50 mg/l. Οφείλουν, επίσης, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, να χαρακτηρίζουν τις ευπρόσβλητες ζώνες, βάσει των υδάτων που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, εκτός αν επιλέξουν την κατάρτιση και την εφαρμογή, στο σύνολο του εθνικού τους εδάφους, των προγραμμάτων δράσης που προβλέπει το άρθρο 5 της οδηγίας.
Συνεπώς, η απλή εξουσιοδότηση προς προσδιορισμό των υδάτων που έχουν υποστεί ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση και προς χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων περιοχών δεν αρκεί για τη μεταφορά και την εφαρμογή της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας, αφενός, ο προσδιορισμός όλων των υδάτων που έχουν υποστεί ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση, εάν δεν αναληφθεί δράση σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας, και, αφετέρου, ο εν συνεχεία, βάσει των ούτως προσδιορισθέντων υδάτων, χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων ζωνών συνιστούν διαφορετικές υποχρεώσεις που πρέπει να εκτελούνται αυτοτελώς και χωριστά.
(βλ. σκέψεις 64-65, 73)
4. Το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/676, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης, αφορά αποκλειστικά την κατάσταση κατά την οποία ένα κράτος μέλος επανεξετάζει και, ενδεχομένως, αναθεωρεί ή συμπληρώνει τον υφιστάμενο κατάλογο των ζωνών που έχουν χαρακτηριστεί ως ευπρόσβλητες, προκειμένου να ληφθούν υπόψη μεταβολές και αστάθμητοι παράγοντες σε σχέση με τον προηγούμενο χαρακτηρισμό. Αντιθέτως, δεν αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω οδηγίας αρχική διαδικασία, η οποία συνίσταται στον προσδιορισμό των υδάτων που υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση και στον εν συνεχεία χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων περιοχών βάσει των ούτως προσδιορισθέντων υδάτων.
(βλ. σκέψη 80)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 22ας Σεπτεμβρίου 2005 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 91/676/ΕΟΚ – Ελλιπής μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη – Προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης – Μη προσδιορισμός των υδάτων που υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση – Εσφαλμένος και ανεπαρκής χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων περιοχών – Κώδικας ορθής γεωργικής πρακτικής – Ανεπάρκειες – Πρόγραμμα δράσης – Ανεπάρκειες και ελλιπής εφαρμογή»
Στην υπόθεση C‑221/03,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 22 Μαΐου 2003,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Valero Jordana, επικουρούμενο από τους M. van der Woude και T. Chellingsworth, avocats, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπουμένου αρχικώς από την A. Snoecx, στη δε συνέχεια από την E. Dominkovits,
καθού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet, S. von Bahr, J. Malenovský και A. Ó Caoimh (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Ιανουαρίου 2005,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να θεσπίσει τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για την πλήρη και ορθή μεταφορά των άρθρων 3, παράγραφοι 1 και 2, 4, 5 και 10 της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης (ΕΕ L 375, σ. 1) (στο εξής: οδηγία), όσον αφορά την Περιφέρεια της Φλάνδρας, και των άρθρων 3, παράγραφοι 1 και 2, και 5 της οδηγίας αυτής όσον αφορά την περιοχή της Βαλλονίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Σύμφωνα με το άρθρο της 1, η οδηγία έχει ως αντικείμενο τη μείωση της ρύπανσης των υδάτων που προκαλείται άμεσα ή έμμεσα από νιτρικά ιόντα γεωργικής προελεύσεως και την πρόληψη κάθε περαιτέρω ρύπανσης αυτού του είδους.
3 Το άρθρο 2, στοιχείο ι΄, της οδηγίας έχει ως εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, [νοείται] ως:
[…]
ι) “ρύπανση”: η άμεση ή έμμεση απόρριψη στο υδάτινο περιβάλλον αζωτούχων ενώσεων γεωργικής προέλευσης, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κίνδυνοι για την ανθρώπινη υγεία, βλάβες στους ζώντες οργανισμούς και στα υδάτινα οικοσυστήματα ή ζημιές στις εγκαταστάσεις αναψυχής ή να παρακωλύονται άλλες θεμιτές χρήσεις του νερού».
4 Το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 2, 4 και 5, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Σύμφωνα με τα κριτήρια του παραρτήματος Ι, τα κράτη μέλη προσδιορίζουν τα ύδατα που υφίστανται ρύπανση και τα ύδατα που ενδέχεται να την υποστούν εάν δεν αναληφθεί δράση σύμφωνα με το άρθρο 5.
2. Εντός δύο ετών από την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη χαρακτηρίζουν ευπρόσβλητες ζώνες όλες τις γνωστές περιοχές ξηράς που βρίσκονται στο έδαφός τους, των οποίων τα ύδατα απορρέουν στα ύδατα που έχουν προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 και οι οποίες συμβάλλουν στη ρύπανση. Κοινοποιούν στην Επιτροπή αυτό τον αρχικό χαρακτηρισμό εντός έξι μηνών.
[…]
4. Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν και, εφόσον είναι αναγκαίο, αναθεωρούν ή συμπληρώνουν τον κατάλογο των ευπρόσβλητων ζωνών, σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα, τουλάχιστον δε ανά τετραετία, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβολές και οι απρόβλεπτοι κατά τον προηγούμενο χαρακτηρισμό παράγοντες. Κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε αναθεώρηση ή συμπλήρωση του καταλόγου αυτού εντός έξι μηνών.
5. Εφόσον τα κράτη μέλη καταρτίζουν και εφαρμόζουν στο σύνολο του εθνικού τους εδάφους τα προγράμματα δράσης που αναφέρονται στο άρθρο 5 σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, απαλλάσσονται από την υποχρέωση του χαρακτηρισμού συγκεκριμένων ευπρόσβλητων ζωνών.»
5 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα γενικό επίπεδο προστασίας όλων των υδάτων από τη ρύπανση, εντός δύο ετών από την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν έναν ή περισσότερους κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής, που θα εφαρμόζονται προαιρετικά από τους γεωργούς και οι οποίοι περιέχουν διατάξεις που καλύπτουν τουλάχιστον τα στοιχεία του παραρτήματος ΙΙ, σημείο Α, της οδηγίας αυτής.
6 Το άρθρο 5 της οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Εντός διετίας μετά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 2, αρχικό χαρακτηρισμό, ή εντός ενός έτους μετά από κάθε χαρακτηρισμό προβλεπόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 4, τα κράτη μέλη εκπονούν προγράμματα δράσης όσον αφορά τις χαρακτηρισμένες ευπρόσβλητες περιοχές για να επιτύχουν τους στόχους του άρθρου 1.
[…]
3. Τα προγράμματα δράσης λαμβάνουν υπόψη:
α) τα διαθέσιμα επιστημονικά και τεχνικά στοιχεία, και μάλιστα εκείνα που αφορούν τις σχετικές εισροές αζώτου γεωργικής και άλλης προέλευσης·
β) τις περιβαλλοντικές συνθήκες στις συγκεκριμένες περιοχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
4. Τα προγράμματα δράσης εφαρμόζονται εντός τετραετίας από τη σύνταξή τους και περιλαμβάνουν τα εξής υποχρεωτικά μέτρα:
α) τα μέτρα του παραρτήματος ΙΙΙ·
β) τα μέτρα τα οποία τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν στον ή στους κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής που καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4, εκτός από όσα έχουν καταστεί κενά νοήματος λόγω των μέτρων του παραρτήματος ΙΙΙ.
5. Επιπλέον, στα πλαίσια των προγραμμάτων δράσης, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα συμπληρωματικά μέτρα ή τις ενισχυμένες δράσεις που κρίνουν ότι απαιτούνται εάν, εξαρχής ή βάσει της πείρας που αποκτάται κατά την εφαρμογή των προγραμμάτων δράσης, καθίσταται καταφανές ότι τα μέτρα της παραγράφου 4 δεν επαρκούν για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 1. Κατά την επιλογή αυτών των μέτρων ή δράσεων, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τους την αποτελεσματικότητά τους καθώς και το κόστος τους σε σχέση με άλλα δυνατά προληπτικά μέτρα.
[…]»
7 Το άρθρο 10 της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Σχετικά με την τετραετία που ακολουθεί την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας και με κάθε επόμενη τετραετία, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση με τις πληροφορίες που καθορίζονται στο παράρτημα V.
2. Κάθε έκθεση που συντάσσεται δυνάμει του παρόντος άρθρου υποβάλλεται στην Επιτροπή μέσα σε έξι μήνες από το τέλος της περιόδου στην οποία αναφέρεται.»
8 Το παράρτημα I, σημείο Α, της οδηγίας, σχετικά με τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των υδάτων σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, έχει ως εξής:
«Για τον προσδιορισμό των υδάτων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα κριτήρια:
1) κατά πόσον η περιεκτικότητα σε νιτρικά ιόντα των γλυκών επιφανειακών υδάτων, ιδιαίτερα δε εκείνων που χρησιμοποιούνται ή προορίζονται για τη λήψη πόσιμου ύδατος, υπερβαίνει ή θα μπορούσε να υπερβαίνει, εάν δεν ληφθούν μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 5, την περιεκτικότητα που καθορίζεται στην οδηγία 75/440/ΕΟΚ·
2) κατά πόσον τα υπόγεια ύδατα περιέχουν ή θα μπορούσαν να περιέχουν περισσότερο από 50 mg/l νιτρικών ιόντων εάν δεν ληφθούν μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 5·
3) κατά πόσον φυσικές λίμνες γλυκού νερού, άλλοι χώροι γλυκού νερού, εκβολές ποταμών, παράκτια και θαλάσσια ύδατα διαπιστώνεται ότι είναι ή ότι μπορεί να γίνουν ευτροφικά στο προσεχές μέλλον εάν δεν ληφθούν μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 5.»
9 Το παράρτημα II, σημείο Α, της οδηγίας, με τίτλο «Κώδικας(-ες) ορθής γεωργικής πρακτικής», ορίζει τα εξής:
«Ο κώδικας ή οι κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής που αποβλέπουν στη μείωση της νιτρορρύπανσης και συνεκτιμούν τις συνθήκες που επικρατούν στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας οφείλουν να περιλαμβάνουν κανόνες σχετικά με τα παρακάτω θέματα, εφόσον αυτά έχουν σημασία στις εκάστοτε συνθήκες:
1) τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες δεν ενδείκνυται η διασπορά λιπασμάτων στο έδαφος·
2) τη διασπορά λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη·
3) τη διασπορά λιπασμάτων σε εδάφη κεκορεσμένα με νερό, πλημμυρισμένα, παγωμένα ή σκεπασμένα με χιόνι·
4) τις προϋποθέσεις διασποράς λιπασμάτων στο έδαφος κοντά σε υδάτινα ρεύματα·
[…]»
10 Το παράρτημα III της οδηγίας, που τιτλοφορείται «Μέτρα που θα περιληφθούν σε προγράμματα δράσης σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α΄», έχει ως εξής:
«1. Τα μέτρα θα περιλαμβάνουν κανόνες σχετικούς με:
1) τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες θα απαγορεύεται η διασπορά στο έδαφος ορισμένων τύπων λιπασμάτων·
2) τη χωρητικότητα των δοχείων αποθήκευσης κοπριάς· η χωρητικότητα αυτή πρέπει να υπερβαίνει τη χωρητικότητα που απαιτείται για αποθήκευση κατά τη διάρκεια της μακρότερης περιόδου κατά την οποία απαγορεύεται η διασπορά κοπριάς στο έδαφος στην ευπρόσβλητη ζώνη, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί στην αρμόδια αρχή ότι κάθε πλεονάζουσα ποσότητα κοπριάς πέραν από όση χωρούν τα δοχεία θα διατίθεται κατά τρόπο αβλαβή για το περιβάλλον·
3) τον περιορισμό της ποσότητας λιπάσματος που επιτρέπεται να διασπείρεται στο έδαφος, στα πλαίσια της ορθής γεωργικής πρακτικής, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της εν λόγω ευπρόσβλητης ζώνης, ιδίως δε:
α) των εδαφολογικών συνθηκών, του τύπου εδάφους και της κλίσης του·
β) των κλιματικών, βροχομετρικών και αρδευτικών συνθηκών·
γ) της χρήσης του εδάφους και των γεωργικών πρακτικών, συμπεριλαμβανομένων και των συστημάτων αμειψισποράς,
και βάσει της ισορροπίας μεταξύ:
i) των προβλεπομένων αναγκών των καλλιεργειών σε άζωτο
και
ii) της ποσότητας αζώτου που διατίθεται για τις καλλιέργειες από το έδαφος και από τη λίπανση, που αντιστοιχεί προς:
– την ποσότητα αζώτου που ενυπάρχει στο έδαφος τη στιγμή κατά την οποία οι καλλιέργειες αρχίζουν να το χρησιμοποιούν σε σημαντικό βαθμό (υπόλοιπες ποσότητες κατά το πέρας του χειμώνα),
– το άζωτο που αντλείται από το ισοζύγιο της μετατροπής των αποθεμάτων οργανικού αζώτου του εδάφους σε ανόργανες ουσίες,
– την εισροή αζωτούχων ενώσεων από τα ζωικά περιττώματα,
– την εισροή αζωτούχων ενώσεων από τα χημικά και άλλα λιπάσματα.
2. Τα μέτρα αυτά εξασφαλίζουν ότι, για κάθε γεωργική ή κτηνοτροφική μονάδα, η ποσότητα κόπρου που προστίθεται κάθε χρόνο στο έδαφος, είτε από ανθρώπους είτε από τα ίδια τα ζώα, δεν υπερβαίνει μια καθορισμένη ποσότητα ανά εκτάριο.
Η ποσότητα αυτή ανά εκτάριο είναι η ποσότητα κόπρου που περιέχει 170 kg άζωτο. Ωστόσο:
α) κατά το πρώτο τετραετές πρόγραμμα δράσης, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη διασπορά ποσότητας κόπρου που περιέχει μέχρι και 210 kg άζωτο·
β) κατά τη διάρκεια του πρώτου τετραετούς προγράμματος δράσης και μετά απ’ αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ποσότητες διαφορετικές από τις προαναφερόμενες. Οι ποσότητες αυτές πρέπει να καθορίζονται έτσι ώστε να μην θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων του άρθρου 1 και πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, όπως π.χ.:
– παρατεταμένες καλλιεργητικές περίοδοι,
– καλλιέργειες με μεγάλες ανάγκες αζώτου,
– υψηλή βροχόπτωση στην ευπρόσβλητη ζώνη,
– εδάφη με ιδιαίτερα μεγάλη απονιτρωτική ικανότητα.
Εάν ένα κράτος μέλος επιτρέπει τη διασπορά διαφορετικής ποσότητας δυνάμει του στοιχείου β΄, πρέπει να ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, η οποία εξετάζει την αιτιολόγηση με τη διαδικασία του άρθρου 9.
[...]»
11 Το παράρτημα V της οδηγίας, που τιτλοφορείται «Πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις εκθέσεις που προβλέπει το άρθρο 10», απαριθμεί τις εν λόγω πληροφορίες ως εξής:
«1. Δήλωση σχετικά με την προληπτική δράση που προβλέπεται στο άρθρο 4.
2. Χάρτης όπου εμφαίνονται:
α) τα ύδατα που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το παράρτημα Ι και όπου αναφέρονται τα κριτήρια του παραρτήματος Ι που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό αυτό·
β) οι ζώνες που έχουν χαρακτηρισθεί ευπρόσβλητες, όπου θα διακρίνονται οι ζώνες που προϋπήρχαν από εκείνες που χαρακτηρίστηκαν στο διάστημα που μεσολάβησε από την προηγούμενη έκθεση.
3. Περίληψη των αποτελεσμάτων των προγραμμάτων παρακολούθησης που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 6, στην οποία θα συμπεριλαμβάνεται αναφορά των λόγων για τους οποίους χαρακτηρίστηκε κάθε ευπρόσβλητη ζώνη καθώς και των λόγων για τους οποίους τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν οι χαρακτηρισμοί αυτοί.
4. Περίληψη των προγραμμάτων δράσης που καταρτίζονται δυνάμει του άρθρου 5, και ειδικότερα:
α) τα μέτρα που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 4, στοιχεία α΄ και β΄·
β) οι πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει του παραρτήματος ΙΙΙ, παράγραφος 4·
γ) τυχόν συμπληρωματικά μέτρα ή ενισχυμένες δράσεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 5·
δ) περίληψη των αποτελεσμάτων των προγραμμάτων παρακολούθησης που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 6·
ε) εκτιμήσεις των κρατών μελών σχετικά με τις πιθανολογούμενες προθεσμίες μέσα στις οποίες είναι δυνατόν να αναμένεται ότι τα ύδατα που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, θα ανταποκριθούν στα μέτρα που προβλέπει το πρόγραμμα δράσης, καθώς και αναφορά του βαθμού αβεβαιότητας των εκτιμήσεων αυτών.»
12 Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία εντός δύο ετών από την κοινοποίησή της και πληροφορούν αμέσως σχετικά την Επιτροπή.
13 Σύμφωνα με υποσημείωση στο εν λόγω άρθρο 12, παράγραφος 1, η οδηγία κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη στις 19 Δεκεμβρίου 1991.
Η εθνική νομοθεσία
14 Η εφαρμογή της οδηγίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα των διαφόρων περιφερειών του Βασιλείου του Βελγίου και, όσον αφορά τα παράκτια και θαλάσσια ύδατα, των ομοσπονδιακών βελγικών αρχών.
Όσον αφορά την Περιφέρεια της Φλάνδρας
15 Το βασικό κείμενο της φλαμανδικής νομοθεσίας με το οποίο μεταφέρθηκε η οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη είναι το διάταγμα της 23ης Ιανουαρίου 1991, για την προστασία του περιβάλλοντος από τη ρύπανση που προέρχεται από λιπάσματα (Moniteur belge της 28ης Φεβρουαρίου 1991), όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα της 11ης Μαΐου 1999, για την τροποποίηση του διατάγματος της 23ης Ιανουαρίου 1991, για την προστασία του περιβάλλοντος από τη ρύπανση που προέρχεται από λιπάσματα και για την τροποποίηση του διατάγματος της 28ης Ιουνίου 1985, για την οικολογική άδεια (Moniteur belge της 20ής Αυγούστου 1999, σ. 30 995, στο εξής: διάταγμα περί λιπασμάτων).
16 Τα άρθρα 15 έως 15 quater του διατάγματος περί λιπασμάτων προσδιορίζουν τα κριτήρια βάσει των οποίων η Περιφέρεια της Φλάνδρας οριοθετεί τις ευπρόσβλητες ζώνες υπό την έννοια της φλαμανδικής νομοθεσίας και τις διακρίνει σε τέσσερις κατηγορίες, ήτοι:
– τις ευπρόσβλητες «υδάτινες» ζώνες (άρθρο 15, παράγραφοι 2 έως 7, του διατάγματος περί λιπασμάτων)·
– τις γεωργικές περιοχές οικολογικού ενδιαφέροντος (άρθρο 15 bis του διατάγματος περί λιπασμάτων)·
– τις ευπρόσβλητες ζώνες «φυσικού πλούτου» (άρθρο 15 ter του διατάγματος περί λιπασμάτων), και
– τις κορεσμένες σε φωσφορικά άλατα ζώνες (άρθρο 15 quater, παράγραφος 2, του διατάγματος περί λιπασμάτων).
17 Από το υπόμνημα ανταπαντήσεως της Βελγικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι χαρακτηρίστηκαν μόνον ευπρόσβλητες «υδάτινες» ζώνες κατ’ εφαρμογή της οδηγίας, γεγονός που δεν διαψεύσθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
18 Το άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 4, του διατάγματος περί λιπασμάτων προβλέπει ότι η Φλαμανδική Κυβέρνηση χαρακτηρίζει τις ευπρόσβλητες «υδάτινες» ζώνες. Για τον σκοπό αυτό στηρίζεται σε διάφορα κριτήρια διαπνεόμενα από το παράρτημα I της οδηγίας.
19 Το άρθρο 15, παράγραφος 6, του εν λόγω διατάγματος, αφού διευκρινίζει ότι «σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 5 [του άρθρου αυτού] χαρακτηρίστηκαν οι ακόλουθες ευπρόσβλητες “υδάτινες” ζώνες», απαριθμεί τρεις κατηγορίες ευπρόσβλητων ζωνών, ήτοι:
– τις ζώνες συλλογής υδάτων και τις ζώνες προστασίας τύπου I, II και III για τα υπόγεια ύδατα, οι οποίες οριοθετούνται κατ’ εφαρμογή του διατάγματος, της 24ης Ιανουαρίου 1984, περί θεσπίσεως μέτρων για τη διαχείριση των υπόγειων υδάτων·
– τις υπό-υδρολογικές λεκάνες των επιφανειακών υδάτων που προορίζονται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος, οι οποίες οριοθετούνται κατ’ εφαρμογή του νόμου, της 26ης Μαρτίου 1971, για την προστασία των επιφανειακών υδάτων από τη ρύπανση, και
– τις ζώνες που περιλαμβάνουν εδάφη ευαίσθητα στα νιτρικά ιόντα για τις οποίες απαιτείται ενδυνάμωση των ρυθμίσεων που καθορίζονται από τη Φλαμανδική Κυβέρνηση και οριοθετούνται κατ’ εφαρμογή του διατάγματος της 24ης Ιανουαρίου 1984.
20 Ο χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων «υδάτινων» ζωνών επαναλαμβάνεται στα άρθρα 2, 6, 9 και 10 της αποφάσεως της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως της 31ης Μαρτίου 2000, για την επιβολή περιορισμών ανά περιοχές, όπως οι προβλεπόμενες στα άρθρα 13 bis, 15, 15 bis, 15 quater, 15 quinquies και 17 του διατάγματος της 23ης Ιανουαρίου 1991, για την προστασία του περιβάλλοντος από τη ρύπανση που προέρχεται από λιπάσματα (Moniteur belge της 26ης Απριλίου 2000, σ. 13 199), καθώς και στη νομοθεσία στην οποία αυτό παραπέμπει. Κατά το άρθρο της 20, η εν λόγω απόφαση «αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2000».
21 Με την από 14 Ιουνίου 2002 απόφαση της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως χαρακτηρίστηκαν πρόσθετες ευπρόσβλητες «υδάτινες» ζώνες, με σκοπό να εξεταστούν, να αναθεωρηθούν και να συμπληρωθούν οι ευπρόσβλητες «υδάτινες» ζώνες που προέβλεπε το άρθρο 15, παράγραφοι 3, 4 και 5, του διατάγματος της 23ης Ιανουαρίου 1991, για την προστασία του περιβάλλοντος από τη ρύπανση που προέρχεται από λιπάσματα (Moniteur belge της 17ης Ιουλίου 2002, σ. 32 340).
22 Το άρθρο 17 του διατάγματος περί λιπασμάτων περιέχει κανόνες σχετικούς με τους τρόπους διασποράς των λιπασμάτων. Ειδικότερα, το άρθρο 17, παράγραφοι 1, 2 και 7, του διατάγματος αυτού καθορίζει τις περιόδους κατά τις οποίες απαγορεύεται η διασπορά ορισμένων ειδών λιπασμάτων σε αροτραίες καλλιέργειες. Το πλήρες κείμενο του άρθρου 17 του διατάγματος περί λιπασμάτων θεσπίστηκε με το άρθρο 23 του διατάγματος της 11ης Μαΐου 1999.
23 Οι φλαμανδικές ρυθμίσεις σχετικά με τη χωρητικότητα των δοχείων αποθήκευσης κοπριάς περιέχονται στο άρθρο 5.9.2.3, παράγραφος 1, της αποφάσεως της 1ης Ιουνίου 1995, περί θεσπίσεως γενικών και τομεακών διατάξεων στον τομέα της υγιεινής του περιβάλλοντος, της αποκαλούμενης «Vlarem II» (Moniteur belge της 31ης Ιουλίου 1995, στο εξής: Vlarem II). Η Vlarem II τροποποιήθηκε επανειλημμένως, ιδίως με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2003, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως της 6ης Φεβρουαρίου 1991, για τη θέσπιση φλαμανδικού κανονισμού για την οικολογική άδεια και για την τροποποίηση της από 1ης Ιουνίου 1995 αποφάσεως της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως, περί θεσπίσεως γενικών και τομεακών διατάξεων στον τομέα της υγιεινής του περιβάλλοντος (Moniteur belge της 10ης Οκτωβρίου 2003, σ. 49 393).
Όσον αφορά την Περιφέρεια της Βαλλονίας
24 Το άρθρο 3 της αποφάσεως της Κυβερνήσεως της Βαλλονίας της 5ης Μαΐου 1994, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης (Moniteur belge της 28ης Ιουνίου 1994), προβλέπει ότι ο αρμόδιος υπουργός της Περιφέρειας της Βαλλονίας χαρακτηρίζει τις ευπρόσβλητες ζώνες στο έδαφος της εν λόγω περιφέρειας, βάσει των κριτηρίων που θέτει το άρθρο 4 της ίδιας αποφάσεως. Τα κριτήρια αυτά εμπνέονται από το παράρτημα I της οδηγίας.
25 Το άρθρο 6 της αποφάσεως της 5ης Μαΐου 1994 προβλέπει ότι, το αργότερο στις 19 Δεκεμβρίου 1995, ο εν λόγω υπουργός καταρτίζει υποχρεωτικά προγράμματα δράσης για τις ευπρόσβλητες ζώνες.
26 Τα άρθρα 6 και 7 της αποφάσεως της 5ης Μαΐου 1994 ορίζουν τα μέτρα που πρέπει να περιλαμβάνονται στα προγράμματα δράσης.
27 Το άρθρο 3 εκάστης των υπουργικών αποφάσεων της 28ης Ιουνίου 1994, με τις οποίες χαρακτηρίστηκαν ως ευπρόσβλητες ζώνες οι υδροφόροι ορίζοντες του sables bruxelliens και του Crétacé de Hesbaye αντιστοίχως (Moniteur belge της 31ης Δεκεμβρίου 1994 και της 4ης Ιανουαρίου 1995), προβλέπει ότι η διοίκηση προετοιμάζει πρόγραμμα δράσης που θα εφαρμοστεί στη χαρακτηρισθείσα ευπρόσβλητη ζώνη το αργότερο στις 19 Δεκεμβρίου 1995, ημερομηνία έναρξης της δεσμευτικής του ισχύος. Ορίζει, μεταξύ άλλων, τα μέτρα που αφορούν το προβλεπόμενο στα άρθρα 6 και 7 της αποφάσεως της 5ης Μαΐου 1994 πρόγραμμα δράσης.
28 Με την από 10 Οκτωβρίου 2002 απόφαση της Κυβερνήσεως της Βαλλονίας, για τη βιώσιμη διαχείριση του αζώτου στη γεωργία (Moniteur belge της 29ης Νοεμβρίου 2002, σ. 54 075), καταρτίστηκε πρόγραμμα δράσης που θα εφαρμοστεί στις ζώνες που χαρακτηρίστηκαν ως ευπρόσβλητες στην Περιφέρεια της Βαλλονίας.
Τα πραγματικά περιστατικά και οι προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίες
29 Η παρούσα προσφυγή αφορά δύο διαδικασίες λόγω παραβάσεως σχετικές με τη μεταφορά της οδηγίας στο βελγικό δίκαιο, οι οποίες πρωτοκολλήθηκαν με αριθμό 94/2239 και 97/4750 αντιστοίχως.
30 Στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως υπ’ αριθ. 94/2239, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 18 Μαΐου 1995, έγγραφο οχλήσεως προς το Βασίλειο του Βελγίου, καθώς και συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως στις 28 Οκτωβρίου 1997. Αφού εξέτασε τις διάφορες απαντήσεις, η Επιτροπή του απηύθυνε, στις 23 Νοεμβρίου 1998, αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας το να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της. Με την αιτιολογημένη αυτή γνώμη, η Επιτροπή καταλήγει ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 2, καθώς και των άρθρων 4, 5, 6 και 12 της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Όσον αφορά τα άρθρα 3, παράγραφος 2, 5 (όσον αφορά την Περιφέρεια της Φλάνδρας και την Περιφέρεια Bruxelles‑Capitale) και 6 της οδηγίας, η Επιτροπή παραπέμπει στη διαδικασία λόγω παραβάσεως υπ’ αριθ. 97/4750.
31 Στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως υπ’ αριθ. 97/4750, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 28 Οκτωβρίου 1998, έγγραφο οχλήσεως προς το Βασίλειο του Βελγίου, με το οποίο ανέπτυξε σειρά αιτιάσεων παρόμοιων με αυτές που εξέθεσε στο πλαίσιο της διαδικασίας υπ’ αριθ. 94/2239. Με το εν λόγω έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή καταλήγει ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά των άρθρων 3, 5, 6, 10 και 12 της οδηγίας. Οι βελγικές αρχές απάντησαν στο εν λόγω έγγραφο οχλήσεως με διάφορες επιστολές τόσο για την Περιφέρεια της Φλάνδρας όσο και για την Περιφέρεια της Βαλλονίας και την Περιφέρεια Bruxelles‑Capitale. Στις 9 Νοεμβρίου 1999, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία προβάλλει παράβαση των άρθρων 3, 5, 6, 10 και 12 της οδηγίας, καλώντας το Βασίλειο του Βελγίου να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός δύο μηνών από την κοινοποίησή της.
32 Από το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής προκύπτει ότι η Βελγική Κυβέρνηση ζήτησε, με έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 1999, πρόσθετη προθεσμία ενός μηνός για να απαντήσει στην αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι δεν είχε ορίσει τέτοια προθεσμία.
33 Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε από τις απαντήσεις των βελγικών αρχών στην αιτιολογημένη γνώμη για την Περιφέρεια της Φλάνδρας και την Περιφέρεια της Βαλλονίας αντιστοίχως, αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
34 Εκ προοιμίου επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, μπορεί οποτεδήποτε να εξετάσει το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως (απόφαση της 10ης Μαΐου 2001, C-152/98, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2001, σ. Ι-3463, σκέψη 22).
35 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή ανέφερε ότι έλαβε υπόψη τις ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν μετά το πέρας των προθεσμιών που τάχθηκαν στο πλαίσιο των σχετικών με την παρούσα προσφυγή διαδικασιών λόγω παραβάσεως, προκειμένου να παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να διαπιστώσει ότι τα προβλήματα που είχαν ανακύψει εξακολουθούν να υφίστανται. Στο πλαίσιο αυτό, όπως επιβεβαίωσε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αρκετά από τα επιχειρήματα που προέβαλε με το δικόγραφο της προσφυγής της αφορούν νομοθετικές εξελίξεις που επήλθαν μετά τη λήξη των προθεσμιών που τάχθηκαν με τις αιτιολογημένες γνώμες.
36 Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας έγκειται στο να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 23).
37 Από πάγια νομολογία προκύπτει επίσης ότι το νομότυπο αυτής της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας συνιστά ουσιώδη εγγύηση που παρέχει η Συνθήκη ΕΚ όχι μόνο για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω κράτους μέλους, αλλά και προς εξασφάλιση του ότι η διαδικασία που θα κινηθεί ενδεχομένως ενώπιον του Δικαστηρίου θα έχει ως αντικείμενο μια σαφώς καθορισμένη διαφορά. Συγκεκριμένα, μόνον εφόσον η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία διεξαχθεί νομότυπα, η ενώπιον του Δικαστηρίου κατ’ αντιδικία διαδικασία παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει αν το κράτος μέλος παρέβη πραγματικά τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις τις οποίες αφορούν τα αιτήματα της Επιτροπής (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1999, C-365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1999, σ. Ι-7773, σκέψη 35, και της 10ης Απριλίου 2003, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, Συλλογή 2003, σ. Ι-3373, σκέψη 133).
38 Κατά συνέπεια, το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 226 ΕΚ οριοθετείται από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή. Επομένως, το δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορεί να στηρίζεται σε αιτιάσεις άλλες πλην εκείνων που διατυπώθηκαν κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1984, 51/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1984, σ. 2793, σκέψη 4, και προπαρατεθείσα Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 23).
39 Η επιταγή αυτή όμως δεν φτάνει μέχρι του σημείου να επιβάλλει, σε κάθε περίπτωση, πλήρη σύμπτωση μεταξύ των εθνικών διατάξεων που μνημονεύονται στην αιτιολογημένη γνώμη και εκείνων που διαλαμβάνονται στην προσφυγή. Οσάκις μεταξύ των δύο αυτών σταδίων της διαδικασίας επέρχεται νομοθετική μεταβολή, αρκεί πράγματι ότι το σύστημα εκείνο, το οποίο είχε θεσπιστεί με τη βαλλόμενη νομοθεσία κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία, διατηρήθηκε, στο σύνολό του, με τα νέα μέτρα τα οποία θέσπισε το κράτος μέλος μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης και κατά των οποίων βάλλει η προσφυγή (βλ. αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1965, 45/64, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 173, της 5ης Ιουλίου 1990, C-42/89, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1990, σ. Ι-2821, της 17ης Νοεμβρίου 1992, C-105/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1992, σ. Ι-5871, σκέψη 13, της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-11/95, Επιτροπή κατά Βελγίου, σ. Ι-4115, σκέψη 74).
40 Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει παραδεκτή προσφυγή που αφορούσε νέα εθνικά μέτρα με τα οποία εισήχθησαν εξαιρέσεις στο σύστημα που αποτελούσε το αντικείμενο της αιτιολογημένης γνώμης, ικανοποιώντας μερικώς με τον τρόπο αυτό την σχετική αιτίαση. Συγκεκριμένα, η μη αναγνώριση του παραδεκτού της προσφυγής σε μια τέτοια περίπτωση θα παρείχε τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να παρακωλύουν την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους μέλους τροποποιώντας ελαφρά τη νομοθεσία τους κάθε φορά που τους κοινοποιείται αιτιολογημένη γνώμη, διατηρώντας όμως παράλληλα την επικρινόμενη ρύθμιση (βλ. απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2005, C-203/03, Επιτροπή κατά Αυστρίας, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 30).
41 Αντιθέτως, αυτό δεν ισχύει όταν προβάλλονται νέες αιτιάσεις σε σχέση με τις προβληθείσες με την αιτιολογημένη γνώμη, στρεφόμενες κατά των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν μετά τη λήψη της αιτιολογημένης γνώμης, με σκοπό να ικανοποιήσουν τις αιτιάσεις που είχαν διατυπωθεί με τη γνώμη αυτή.
42 Υπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένης υπόψη της προπαρατεθείσας νομολογίας, πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό καθεμίας από τις αιτιάσεις που διατυπώθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής, επαληθεύοντας κατά πόσο θα μπορούσε να τις λάβει υπόψη του το Δικαστήριο.
Επί της ουσίας
43 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει κυρίως τέσσερις αιτιάσεις αντλούμενες από παράβαση των άρθρων 3, παράγραφοι 1 και 2, 4, 5 και 10 της οδηγίας. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις αυτές αντλούνται:
– από την απουσία προσδιορισμού των υδάτων που υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση (άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημα I), καθώς και από τον εσφαλμένο και ημιτελή χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων περιοχών (άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της I)·
– από την ύπαρξη κενών στον φλαμανδικό κώδικα ορθής γεωργικής πρακτικής (άρθρο 4 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της II)·
– από την ύπαρξη κενών στα προγράμματα δράσης της Περιφέρειας της Φλάνδρας και της Περιφέρειας Βαλλονίας (άρθρο 5 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της III), και
– από τον ελλιπή χαρακτήρα της εκθέσεως που υπέβαλε η Περιφέρεια της Φλάνδρας στην Επιτροπή (άρθρο 10 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της V).
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της I
Επιχειρήματα των διαδίκων
– Όσον αφορά την Περιφέρεια της Φλάνδρας
44 Η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο του Βελγίου ότι δεν προσδιόρισε, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα ύδατα που υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση αν δεν αναληφθεί δράση σύμφωνα με το άρθρο 5.
45 Κατά την Επιτροπή, ο προσδιορισμός των υδάτων αυτών και ο χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων περιοχών κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας πρέπει να είναι σύμφωνος με την προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο διαδικασία. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει δύο υποχρεωτικά στάδια, ήτοι, πρώτον, τον προσδιορισμό από τα κράτη μέλη των υδάτων που υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση και, δεύτερον, τον χαρακτηρισμό, βάσει των ως άνω προσδιοριζόμενων υδάτων, των ευπρόσβλητων περιοχών. Η Περιφέρεια της Φλάνδρας παρέλειψε το πρώτο στάδιο του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας προβαίνοντας απευθείας στον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων περιοχών.
46 Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 15, παράγραφος 4, του διατάγματος περί λιπασμάτων παρέχει στις φλαμανδικές αρχές εξουσιοδότηση μόνο για τον προσδιορισμό των υδάτων που υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση και για τον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων περιοχών. Η εξουσιοδότηση αυτή δεν αρκεί για τη μεταφορά και την εφαρμογή της οδηγίας. Ο πραγματικός χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων περιοχών στην Περιφέρεια της Φλάνδρας πραγματοποιήθηκε το πρώτον μόλις με την απόφαση της 31ης Μαρτίου 2000.
47 Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, μολονότι η Περιφέρεια της Φλάνδρας χαρακτήρισε διάφορες ευπρόσβλητες περιοχές με την απόφαση της 31ης Μαρτίου 2000, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι σύμφωνος με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας. Συγκεκριμένα, αφενός, δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο διαδικασία. Αφετέρου, τα κριτήρια που προβλέπει το ίδιο αυτό άρθρο δεν ελήφθησαν πλήρως υπόψη, οπότε η επιφάνεια των ευπρόσβλητων περιοχών που χαρακτηρίστηκαν στην Περιφέρεια της Φλάνδρας ήταν ανεπαρκής.
48 Περαιτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν της απεστάλη καμία ανακοίνωση όσον αφορά την απόφαση της 14ης Ιουνίου 2002, με την οποία χαρακτηρίστηκαν περαιτέρω ευπρόσβλητες περιοχές.
49 Τέλος, ο χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων περιοχών, με τον τρόπο που παρουσιάζεται στην εν λόγω απόφαση, δεν είναι σύμφωνος με τη διαδικασία ή τα κριτήρια του άρθρου 3 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της I. Συγκεκριμένα, προκύπτει ότι τα ύδατα που, σύμφωνα με την απόφαση αυτή, υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση δεν προσδιορίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, με αποτέλεσμα οι ευπρόσβλητες περιοχές που περιλαμβάνονται στην εν λόγω απόφαση να έχουν χαρακτηριστεί βάσει εσφαλμένου και ελλιπή προσδιορισμού των οικείων υδάτων.
50 Η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι η Περιφέρεια της Φλάνδρας δεν προσδιόρισε τα ύδατα που υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση εντός της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999. Υποστηρίζει, εντούτοις, ότι, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως της 14ης Ιουνίου 2002, προσδιορίστηκαν ύδατα που είχαν υποστεί ή ενδέχετο να υποστούν ρύπανση και που βρίσκονταν στο έδαφος της Περιφέρειας της Φλάνδρας. Αναγνωρίζει ότι η εν λόγω περιφέρεια χαρακτήρισε, με την απόφαση αυτή, τις ευπρόσβλητες περιοχές χωρίς να έχει προηγουμένως προσδιορίσει ρητώς τα ύδατα που είχαν υποστεί ή ενδέχετο να υποστούν ρύπανση, αλλά δικαιολογεί την προσέγγιση αυτή, υποστηρίζοντας ότι τα δύο στάδια του άρθρου 3 της οδηγίας αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο.
51 Περαιτέρω, δεν αμφισβητεί ότι, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της 14ης Ιουνίου 2002, μόνον οι περιοχές που προορίζονται ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για τη λήψη ύδατος, είχαν χαρακτηριστεί ως ευπρόσβλητες «υδάτινες» ζώνες. Εντούτοις, εκτιμά ότι, δεδομένου ότι στις «γεωργικές» περιοχές «οικολογικού ενδιαφέροντος», στις ευπρόσβλητες ζώνες «φυσικού πλούτου» και στις κορεσμένες σε φωσφορικά άλατα ζώνες εφαρμόζεται σειρά αυστηρών μέτρων, επιτυγχάνεται ο σκοπός του άρθρου 1 της οδηγίας.
– Όσον αφορά την Περιφέρεια της Βαλλονίας
52 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο προσδιορισμός των υδάτων που υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση και ο χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων περιοχών αφορούσαν μέρος μόνον του εδάφους της Περιφέρειας της Βαλλονίας και έγιναν με καθυστέρηση.
53 Συναφώς, η Επιτροπή παραπέμπει στην έκθεση της 20ής Σεπτεμβρίου 1996, η οποία της κοινοποιήθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας, από την οποία προκύπτει ότι, όταν καταρτίστηκε η εν λόγω έκθεση, εκκρεμούσαν ακόμη οι μελέτες για την περιοχή pays de Herve, για τον Δήμο Comines‑Warneton και για το Condroz. Κατά την Επιτροπή, αυτές οι τρεις ζώνες έπρεπε να χαρακτηριστούν ως ευπρόσβλητες ζώνες το αργότερο στις 20 Δεκεμβρίου 1993. Στις 19 Μαρτίου 2002, ο Δήμος Comines‑Warneton και το Sud namurois (τμήμα του Condroz) χαρακτηρίστηκαν ως ευπρόσβλητες ζώνες. Εντούτοις, το δυτικό τμήμα του Sud namurois, ήτοι η περιοχή «μεταξύ του Sambre και του Meuse» χαρακτηρίστηκε μερικώς μόνον ως ευπρόσβλητη ζώνη, ενώ σύμφωνα με έκθεση που κατάρτισε το γραφείο μελετών Environmental Resources Management τον Φεβρουάριο του 2000, με τίτλο «Verification of vulnerable zones identified under the nitrate directive and sensitive areas identified under the urban waste water treatment directive» (έλεγχος των ευπρόσβλητων ζωνών που χαρακτηρίστηκαν σύμφωνα με την οδηγία περί νιτρικών ιόντων και των ευαίσθητων περιοχών που χαρακτηρίστηκαν σύμφωνα με την οδηγία για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, στο εξής: rapport ERM), την οποία προσκόμισε η Επιτροπή, η περιεκτικότητα σε νιτρικά ιόντα ήταν εξίσου υψηλή με το ανατολικό τμήμα. Επιπλέον, όταν ασκήθηκε η προσφυγή, η περιοχή pays de Herve δεν είχε ακόμη χαρακτηριστεί ως ευπρόσβλητη ζώνη.
54 Τέλος, η Επιτροπή προσθέτει ότι ανεπαρκές μόνον τμήμα της περιοχής Crétacé de Hesbaye χαρακτηρίστηκε ως ευπρόσβλητη ζώνη, χαρακτηρισμός που, σύμφωνα με την έκθεση ERM, έπρεπε να γίνει και για το δυτικό της τμήμα.
55 Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι οι αρχές της Βαλλονίας δεν έλαβαν υπόψη τους, κατά παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας, τον ευτροφισμό των παράκτιων και των θαλάσσιων υδάτων, κατά τον προσδιορισμό των υδάτων που υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση και κατά τον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών. Η Επιτροπή τονίζει ότι η Βελγική Κυβέρνηση εξέθεσε στις επιτροπές που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή των Συμφωνιών του Όσλο του 1972, για την πρόληψη της θαλάσσιας ρύπανσης συνεπεία επιχειρήσεων πόντισης από πλοία και αεροσκάφη, και του Παρισιού του 1974, για την πρόληψη της θαλάσσιας ρύπανσης, τα προβλήματα ευτροφισμού κατά μήκος της βελγικής ακτής και εντός του ποταμόκολπου του Escaut. Δεδομένου ότι στα βελγικά παράκτια ή θαλάσσια ύδατα παρατηρείται ευτροφισμός, εξαιτίας της εισροής θρεπτικών στοιχείων που μεταφέρονται με τις υδάτινες μάζες που υφίστανται ρύπανση λόγω νιτρικών ιόντων που προέρχονται από γεωργικές δραστηριότητες, οι αρμόδιες περιφερειακές αρχές όφειλαν να χαρακτηρίσουν ως ευπρόσβλητες ζώνες τις ζώνες της Περιφέρειας της Βαλλονίας που τροφοδοτούν τη Βόρεια Θάλασσα και συμβάλλουν στη ρύπανση αυτήν.
56 Η Βελγική Κυβέρνηση, μολονότι αμφισβήτησε ότι ο χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων περιοχών σε σχέση με τα υπόγεια ύδατα της Βαλλονίας έγινε με καθυστέρηση και υποστήριξε ότι ο κατάλογος των ευπρόσβλητων ζωνών αναθεωρήθηκε και συμπληρώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας, δήλωσε ότι λαμβάνει γνώση των επιχειρημάτων της Επιτροπής επί του ζητήματος αυτού και ζητεί να ληφθούν υπόψη οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν από το 1999.
57 Όσον αφορά τα παράκτια και θαλάσσια ύδατα, η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι είναι ευτροφικά, αλλά εκτιμά ότι οι περιοχές της Περιφέρειας της Βαλλονίας που τα τροφοδοτούν και συμβάλλουν στη ρύπανση δεν πρέπει να χαρακτηριστούν ως ευπρόσβλητες ζώνες, καθότι ο ευτροφισμός και η περιεκτικότητα των υδάτινων ρευμάτων σε νιτρικά ιόντα στην Περιφέρεια της Βαλλονίας επηρεάζονται πολύ από τα νοικοκυριά και τη βιομηχανία. Επικαλείται, επίσης, συναφώς, το γεγονός ότι η γεωργία της Βαλλονίας συνέβαλε σε μικρό μόνο βαθμό στον ευτροφισμό της Βόρειας Θάλασσας και ότι η εν λόγω περιφέρεια έλαβε «τα αναγκαία μέτρα για να μειώσει περαιτέρω τη χαμηλή αυτή συμμετοχή».
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
– Όσον αφορά την Περιφέρεια της Φλάνδρας
58 Εκ προοιμίου, επιβάλλεται κατ’ αρχάς η διαπίστωση ότι η απόφαση της 14ης Ιουνίου 2002, στην οποία αναφέρεται μεγάλο μέρος της πρώτης αιτιάσεως της Επιτροπής, εκδόθηκε μετά τη λήξη των προθεσμιών που τάχθηκαν με τις αιτιολογημένες γνώμες. Κατά συνέπεια, εφόσον η Επιτροπή, με μέρος της πρώτης αιτιάσεώς της, προσάπτει στο Βασίλειο του Βελγίου πρόσθετες παραβάσεις σε σχέση με εκείνες που περιλαμβάνονταν στην αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999, αυτό το μέρος της αιτιάσεως πρέπει, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 34 έως 42 της παρούσας αποφάσεως, να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
59 Περαιτέρω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, μολονότι η Περιφέρεια της Φλάνδρας χαρακτήρισε, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, συγκεκριμένες ευπρόσβλητες περιοχές πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 14ης Ιουνίου 2002, ο χαρακτηρισμός αυτός πραγματοποιήθηκε μόλις με την έκδοση της αποφάσεως της 31ης Μαρτίου 2000, ήτοι μετά την προθεσμία που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999.
60 Συναφώς, μολονότι αληθεύει ότι η απόφαση της 31ης Μαρτίου 2000 τέθηκε σε ισχύ αναδρομικά από 1ης Ιανουαρίου 2000, ήτοι πριν από τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999, πλην όμως δεν παύει να ισχύει ότι η εν λόγω απόφαση δεν υπήρχε όταν έληξε η προθεσμία αυτή. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εκ μέρους των κρατών μελών λήψη νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών μέτρων μετά τη λήξη της προθεσμίας που έχει τάξει η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη μπορεί, για τον λόγο και μόνον ότι τα εν λόγω μέτρα τέθηκαν σε ισχύ αναδρομικά, να θεωρηθεί ως μέτρο μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη το οποίο πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο για να διαπιστώσει την ύπαρξη παραβάσεως σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία, διότι άλλως θα παρεχόταν στα κράτη μέλη η δυνατότητα να καταστρατηγήσουν τη διαδικασία λόγω παραβάσεως του άρθρου 226 ΕΚ. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις της αποφάσεως της 31ης Μαρτίου 2000 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής λόγω παραβάσεως.
61 Προκύπτει επίσης ότι, στο μέτρο που η Επιτροπή προέβαλε, με την προσφυγή της, ειδικές αιτιάσεις σχετικές με την απόφαση της 31ης Μαρτίου 2000, το Δικαστήριο δεν μπορεί να τις λάβει υπόψη του, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 34 έως 42 της παρούσας αποφάσεως.
62 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί η προσφυγή αποκλειστικά κατά το μέρος που αφορά την κατάσταση που επικρατούσε κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999.
63 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, ο χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων περιοχών κατά την έννοια της οδηγίας πραγματοποιήθηκε βάσει του άρθρου 15, παράγραφοι 2 έως 6, του διατάγματος περί λιπασμάτων. Ειδικότερα, βάσει των παραγράφων 2 και 4 της διατάξεως αυτής, η Κυβέρνηση της Φλάνδρας είναι εξουσιοδοτημένη να χαρακτηρίζει τις ευπρόσβλητες «υδάτινες» ζώνες, στηριζόμενη σε διάφορα κριτήρια που αντλούνται από το παράρτημα I της οδηγίας. Περαιτέρω, το άρθρο 15, παράγραφος 6, του διατάγματος αυτού απαριθμεί τρεις κατηγορίες ευπρόσβλητων ζωνών, οι οποίες επαναλαμβάνονται στο σημείο 19 της παρούσας αποφάσεως. Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, το κοινό σημείο αυτών των τριών κατηγοριών είναι το ότι βρίσκονται σε περιοχές που προορίζονται ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για τη λήψη ύδατος.
64 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι από το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της Ι, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκπληρώνουν, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες υποχρεώσεις:
– να αναγνωρίζουν ως ύδατα που υφίστανται ή που ενδέχεται να υποστούν ρύπανση, εάν δεν αναληφθεί δράση σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας, όχι μόνον τα ύδατα που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, αλλά το σύνολο των γλυκών επιφανειακών υδάτων και των υπόγειων υδάτων που έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν περιεκτικότητα σε νιτρικά ιόντα μεγαλύτερη των 50 mg/l, και
– να χαρακτηρίζουν ως ευπρόσβλητες ζώνες όλες τις γνωστές περιοχές ξηράς που βρίσκονται στο έδαφός τους, των οποίων τα ύδατα απορρέουν στα ύδατα που αναγνωρίζεται ότι υφίστανται ή ότι ενδέχεται να υποστούν ρύπανση, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, ή να επιλέξουν την κατάρτιση και την εφαρμογή, στο σύνολο του εθνικού τους εδάφους, των προγραμμάτων δράσης που προβλέπονται στο άρθρο 5 της οδηγίας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-322/00, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2003, σ. Ι-11267, σκέψη 34).
65 Συνεπώς, η απλή εξουσιοδότηση προς προσδιορισμό των υδάτων που έχουν υποστεί ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση και προς χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων περιοχών, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 15 του διατάγματος περί λιπασμάτων, δεν αρκεί για τη μεταφορά και την εφαρμογή της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας, αφενός, ο προσδιορισμός όλων των υδάτων που έχουν υποστεί ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση, εάν δεν αναληφθεί δράση σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας, και, αφετέρου, ο εν συνεχεία, βάσει των ούτως προσδιορισθέντων υδάτων, χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων ζωνών συνιστούν διαφορετικές υποχρεώσεις που πρέπει να εκτελούνται αυτοτελώς και χωριστά.
66 Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση, πράγμα που δεν αμφισβητεί η Βελγική Κυβέρνηση, ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999, η Περιφέρεια της Φλάνδρας δεν είχε προσδιορίσει τα ύδατα που είχαν υποστεί ή ενδέχετο να υποστούν ρύπανση, εάν δεν λαμβάνονταν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5 της οδηγίας μέτρα.
67 Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999, η σχετική φλαμανδική νομοθεσία κάλυπτε μόνον τις περιοχές που προορίζονταν ή ενδέχετο να χρησιμοποιηθούν για τη λήψη ύδατος. Συνεπώς, οι περιοχές που δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες του άρθρου 15, παράγραφος 6, του διατάγματος περί λιπασμάτων, αλλά που, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, απορρέουν στα ύδατα που αναγνωρίζεται ότι υφίστανται ή ότι ενδέχεται να υποστούν ρύπανση, αυθαίρετα και εσφαλμένα αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Όπως ορθώς παρατηρεί ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 56 των προτάσεών του, η κατάσταση αυτή έρχεται αφ’ εαυτής σε αντίθεση με την οδηγία.
68 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όσον αφορά την Περιφέρεια της Φλάνδρας, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής στηρίζεται στην κατάσταση που επικρατούσε στην περιφέρεια αυτή κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999.
– Όσον αφορά την Περιφέρεια της Βαλλονίας
69 Εκ προοιμίου επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η διαπίστωση ότι ο χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων ζωνών εκ μέρους της Περιφέρειας της Βαλλονίας στις 19 Μαρτίου 2002, τον οποίο αφορά η αιτίαση της Επιτροπής σχετικά με τον μη χαρακτηρισμό της περιοχής «μεταξύ του Sambre και του Meuse» ως ευπρόσβλητης ζώνης, πραγματοποιήθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999. Συνεπώς, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 34 έως 42 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του το επιχείρημα αυτό.
70 Περαιτέρω, ασφαλώς η Επιτροπή προσάπτει στην Περιφέρεια της Βαλλονίας ότι χαρακτήρισε ως ευπρόσβλητη ζώνη ανεπαρκές τμήμα της περιοχής Crétacé de Hesbaye. Εντούτοις, η αιτίαση αυτή δεν περιλαμβανόταν σε καμία από τις αιτιολογημένες γνώμες.
71 Συνεπώς, εφόσον, με αυτό το τμήμα της αιτιάσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο του Βελγίου παράβαση που δεν περιλαμβάνεται στις αιτιολογημένες γνώμες, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 34 έως 42 της παρούσας αποφάσεως, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
72 Αναφορικά με την κατάσταση στην Περιφέρεια της Βαλλονίας, ως είχε κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999, οι αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούν, αφενός, τα υπόγεια ύδατα και, αφετέρου, τα βελγικά παράκτια και θαλάσσια ύδατα.
73 Όσον αφορά, αρχικά, τα υπόγεια ύδατα, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 64 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της I, ορίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να προσδιορίσουν ως ύδατα που υφίστανται ή που ενδέχεται να υποστούν ρύπανση, εάν δεν αναληφθεί δράση σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας, το σύνολο των γλυκών επιφανειακών υδάτων και των υπόγειων υδάτων που έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν περιεκτικότητα σε νιτρικά ιόντα μεγαλύτερη των 50 mg/l. Οφείλουν, επίσης, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, να χαρακτηρίζουν τις ευπρόσβλητες ζώνες, βάσει των υδάτων που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, εκτός αν επιλέξουν την κατάρτιση και την εφαρμογή, στο σύνολο του εθνικού τους εδάφους, των προγραμμάτων δράσης που προβλέπει το άρθρο 5 της οδηγίας.
74 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, στην Περιφέρεια της Βαλλονίας, η διαδικασία που διεξάχθηκε το 1994 και συνίστατο στον προσδιορισμό υδάτων και στη συνέχεια στον χαρακτηρισμό ευπρόσβλητων περιοχών, ήταν ανεπαρκής σε ορισμένες ζώνες, ήτοι στην περιοχή pays de Herve, στο Condroz και στον Δήμο Comines‑Warneton.
75 Ειδικότερα, από την απάντηση της Περιφέρειας της Βαλλονίας στο έγγραφο οχλήσεως της 28ης Οκτωβρίου 1998 προκύπτει ότι, σύμφωνα με μελέτες που καταρτίστηκαν μετά την αρχική μελέτη της Βαλλονίας του 1994, στις περιοχές αυτές διαπιστώθηκαν σημαντικές υπερβάσεις του σχετικού ορίου της περιεκτικότητας σε νιτρικά ιόντα των 50 mg/l, οπότε αποδείχθηκε ότι έπρεπε να χαρακτηριστεί ως ευπρόσβλητη ζώνη σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας πολύ μεγαλύτερο μέρος της Περιφέρειας της Βαλλονίας. Στην περιοχή pays de Herve παρατηρήθηκε περιεκτικότητα σε νιτρικά ιόντα άνω των 50 mg/l σε πολλές λήψεις υδάτων και οι περιοχές στις οποίες δεν σημειώθηκε καμία υπέρβαση του ορίου αυτού ήταν σπάνιες. Ομοίως, στον Δήμο Comines‑Warneton τα αποτελέσματα των μετρήσεων ως προς την περιεκτικότητα σε νιτρικά ιόντα κυμάνθηκαν μεταξύ 63 και 92 mg/l και στο Condroz σε ορισμένες μετρήσεις σημειώθηκαν συνεχείς υπερβάσεις του ορίου των 50 mg/l. Με την ίδια απάντηση, η Περιφέρεια της Βαλλονίας αναφέρει την ύπαρξη σημαντικής ρυπάνσεως στην περιοχή «μεταξύ του Sambre και του Meuse» με μετρήσεις που υπερβαίνουν τα 50 mg/l.
76 Δεν αμφισβητείται ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999, οι τρεις αυτές περιοχές δεν είχαν χαρακτηριστεί ως ευπρόσβλητες ζώνες.
77 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999, το Βασίλειο του Βελγίου δεν είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή του να προσδιορίσει όλα τα υπόγεια ύδατα που έχουν υποστεί ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας καθώς και να χαρακτηρίσει τις ευπρόσβλητες ζώνες κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου.
78 Η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με βάση τα επιχειρήματα της Βελγικής Κυβερνήσεως.
79 Συνεπώς, το επιχείρημα της κυβερνήσεως αυτής ότι οι μελέτες που αφορούν τις εν λόγω περιοχές δεν είχαν ολοκληρωθεί δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη τήρηση, εκ μέρους του Βασιλείου του Βελγίου, των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 3 της οδηγίας. Συγκεκριμένα, οι παράγραφοι 1 και 2 της διατάξεως αυτής επιβάλλουν την υποχρέωση προσδιορισμού των υδάτων που υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση, εφόσον δεν αναληφθεί δράση σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας, καθώς και χαρακτηρισμού ως ευπρόσβλητων ζωνών όλων των ζωνών που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας. Η υποχρέωση αυτή προϋποθέτει τη συλλογή των αναγκαίων για τον σκοπό αυτό στοιχείων.
80 Ομοίως, το επιχείρημα που αντλεί η Βελγική Κυβέρνηση από το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικά την κατάσταση κατά την οποία ένα κράτος μέλος επανεξετάζει και, ενδεχομένως, αναθεωρεί ή συμπληρώνει τον υφιστάμενο κατάλογο των ζωνών που έχουν χαρακτηριστεί ως ευπρόσβλητες, προκειμένου να ληφθούν υπόψη μεταβολές και αστάθμητοι παράγοντες σε σχέση με τον προηγούμενο χαρακτηρισμό. Αντιθέτως, δεν αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 3 της οδηγίας αρχική διαδικασία, η οποία συνίσταται στον προσδιορισμό των υδάτων που υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση και στον εν συνεχεία χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων περιοχών βάσει των ούτως προσδιορισθέντων υδάτων.
81 Όσον αφορά, δεύτερον, τις αιτιάσεις της Επιτροπής σχετικά με τα βελγικά παράκτια και θαλάσσια ύδατα, πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας μνημονεύει ρητά την προστασία της Βόρειας Θάλασσας.
82 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ούτε ότι υπάρχει ευτροφισμός στη Βόρεια Θάλασσα, γενικώς, καθώς και στα βελγικά παράκτια και θαλάσσια ύδατα, ειδικώς, ούτε ότι ορισμένες ζώνες της Περιφέρειας της Βαλλονίας τροφοδοτούν τα εν λόγω ύδατα και συμβάλλουν στη ρύπανση.
83 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι τελευταίες αυτές ζώνες δεν πρέπει να χαρακτηριστούν ως ευπρόσβλητες ζώνες, καθότι ο ευτροφισμός και η περιεκτικότητα των υδάτινων ρευμάτων της Περιφέρειας της Βαλλονίας σε νιτρικά ιόντα επηρεάζονται σημαντικά από τα νοικοκυριά και τη βιομηχανία.
84 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, θα ήταν ασυμβίβαστο προς την οδηγία να περιοριστεί ο προσδιορισμός των υδάτων που υφίστανται ρύπανση στις περιπτώσεις στις οποίες οι γεωργικές χρήσεις, και μόνον αυτές, προκαλούν συγκέντρωση σε νιτρικά ιόντα υπερβαίνουσα τα 50 mg/l, ενώ η οδηγία προβλέπει ρητά ότι, κατά τη θέσπιση των προβλεπόμενων στο άρθρο 5 προγραμμάτων δράσης, λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές ποσότητες αζώτου γεωργικής προελεύσεως και εκείνες που προέρχονται από άλλες πηγές (απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, C-293/97, Standley κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. Ι-2603, σκέψη 31). Κατά συνέπεια, το γεγονός και μόνον ότι οι οικιακές ή βιομηχανικές απορρίψεις συμβάλλουν επίσης στην περιεκτικότητα σε νιτρικά ιόντα των υδάτων της Βαλλονίας δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να αποκλειστεί η εφαρμογή της οδηγίας.
85 Η Βελγική Κυβέρνηση επικαλείται, επίσης, το γεγονός ότι η γεωργία της Βαλλονίας συνέβαλε σε μικρό μόνο βαθμό στον ευτροφισμό της Βόρειας Θάλασσας.
86 Συναφώς, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με έγγραφο που προσκόμισε η Βελγική Κυβέρνηση, η γεωργία της Βαλλονίας ευθύνεται για το 19 % του συνολικού αζώτου στην κοιλάδα του Meuse και για το 17 % στην κοιλάδα του Escaut, δύο ποταμούς που διασχίζουν την Περιφέρεια της Βαλλονίας και εκβάλλουν στη Βόρεια Θάλασσα. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτά τα ποσοστά, μολονότι είναι ασφαλώς μικρά, ουδόλως είναι ασήμαντα.
87 Από τη σκέψη 35 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Standley κ.λπ. προκύπτει ότι η οδηγία εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες η απόρριψη αζωτούχων ενώσεων γεωργικής προελεύσεως συμβάλλει σημαντικά στη ρύπανση.
88 Κατά τα λοιπά, ο ευτροφισμός της Βόρειας Θάλασσας είναι απόρροια πολλών παραγόντων που, μεμονωμένα, ασκούν πράγματι μικρή επιρροή. Επομένως, αν γινόταν δεκτός ο συλλογισμός της Βελγικής Κυβερνήσεως θα καταστρατηγούνταν ένας από τους σαφείς σκοπούς της οδηγίας, ήτοι η προστασία της Βόρειας Θάλασσας.
89 Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
90 Η Βελγική Κυβέρνηση επικαλείται επίσης διάφορα μέτρα προοριζόμενα να περιορίσουν τη συμβολή της Περιφέρειας της Βαλλονίας στον ευτροφισμό των παράκτιων και θαλάσσιων υδάτων, ιδίως το πρόγραμμα της Περιφέρειας της Βαλλονίας για τη βιώσιμη διαχείριση του αζώτου στη γεωργία, καθώς και διάφορα μέτρα αποκαλούμενα γεωργο-περιβαλλοντικά.
91 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι τα μέτρα αυτά, χωρίς να απαιτείται η εξέταση των ενδεχόμενων ευεργετικών τους αποτελεσμάτων για τη μείωση της ρύπανσης των υδάτων, δεν είναι ικανά να αντισταθμίσουν την απουσία οποιουδήποτε προσδιορισμού των υδάτων και χαρακτηρισμού των ευπρόσβλητων ζωνών, λόγω των αποτελεσμάτων τους επί του ευτροφισμού των βελγικών παράκτιων και θαλάσσιων υδάτων.
92 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι οι βαλλονικές αρχές δεν έλαβαν υπόψη τους, κατά παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας, τον ευτροφισμό των παράκτιων και θαλασσίων υδάτων, κατά τον προσδιορισμό των υδάτων που υφίστανται ή ενδέχεται να υποστούν ρύπανση καθώς και τον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών της Περιφέρειας της Βαλλονίας. Όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 31 των προτάσεών του, οποιαδήποτε διαπίστωση σχετική με το ότι η εφαρμογή της οδηγίας από τις περιφέρειες είναι καθυστερημένη ή ανεπαρκής συνεπάγεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις του.
93 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, αφενός, ότι ο προσδιορισμός των υδάτων και εν συνεχεία ο χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων περιοχών αφορούσαν μέρος μόνον του εδάφους της Περιφέρειας της Βαλλονίας και, αφετέρου, ότι τα παράκτια και θαλάσσια ύδατα δεν ελήφθησαν υπόψη για τον σκοπό αυτό.
94 Κατόπιν των προεκτεθέντων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι, στο μέτρο που είναι παραδεκτή, η αιτίαση της Επιτροπής που αντλείται από παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της I είναι βάσιμη, όσον αφορά τόσο την Περιφέρεια της Φλάνδρας όσο και την Περιφέρεια της Βαλλονίας.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 4 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της II
Επιχειρήματα των διαδίκων
95 Η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο του Βελγίου ότι ο φλαμανδικός κώδικας ορθής γεωργικής πρακτικής –όπως αυτός προκύπτει από τη φλαμανδική νομοθεσία, ιδίως από το διάταγμα περί λιπασμάτων– δεν περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του παραρτήματος II της οδηγίας και συγκεκριμένα:
– τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες δεν ενδείκνυται η διασπορά λιπασμάτων στο έδαφος·
– τις προϋποθέσεις διασποράς λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη·
– τις προϋποθέσεις διασποράς λιπασμάτων σε εδάφη κορεσμένα με νερό, πλημμυρισμένα, παγωμένα ή σκεπασμένα με χιόνι, και
– τις προϋποθέσεις διασποράς λιπασμάτων στο έδαφος κοντά σε υδάτινα ρεύματα.
96 Με το πρώτο σκέλος της αιτιάσεως αυτής, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο φλαμανδικός κώδικας ορθής γεωργικής πρακτικής αποκλείει αναιτίως από το πεδίο εφαρμογής του τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες απαγορεύεται η διασπορά στο έδαφος ορισμένων ειδών λιπασμάτων, ιδίως κοπριάς, «χημικών λιπασμάτων εφόσον πρόκειται για καλυμμένες αροτραίες καλλιέργειες» και άλλων λιπασμάτων «που περιέχουν άζωτο υπό μορφή τέτοια ώστε περιορισμένο μόνο μέρος του συνολικού αζώτου να ελευθερώνεται κατά το έτος διασποράς».
97 Με το δεύτερο σκέλος της αιτιάσεως αυτής, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο φλαμανδικός κώδικας ορθής γεωργικής πρακτικής δεν περιλαμβάνει ικανοποιητικούς κανόνες όσον αφορά τις προϋποθέσεις διασποράς λιπασμάτων στα επικλινή εδάφη. Μολονότι το άρθρο 17, παράγραφος 5, του διατάγματος περί λιπασμάτων απαγορεύει τη διασπορά λιπασμάτων σε μη καλλιεργημένες πλαγιές προσκείμενες σε υδάτινο ρεύμα, δεν έχει θεσπιστεί κανένα μέτρο σχετικό με τις προϋποθέσεις διασποράς λιπασμάτων στα προσκείμενα σε υδάτινο ρεύμα καλλιεργημένα επικλινή εδάφη ούτε για τα μη προσκείμενα σε υδάτινο ρεύμα εδάφη.
98 Όσον αφορά το τρίτο σκέλος της αιτιάσεως αυτής, η οποία αφορά τις προϋποθέσεις διασποράς λιπασμάτων σε εδάφη κορεσμένα με νερό, πλημμυρισμένα, παγωμένα ή σκεπασμένα με χιόνι, η Επιτροπή εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι η απαγόρευση διασποράς λιπασμάτων που επιβάλλει το άρθρο 17, παράγραφος 1, πέμπτη περίπτωση, του διατάγματος περί λιπασμάτων αφορά μόνον τις «αροτραίες καλλιέργειες».
99 Τέλος, με το τέταρτο σκέλος της παρούσας αιτιάσεως, το οποίο αφορά τους κανόνες διασποράς λιπασμάτων πλησίον υδάτινων ρευμάτων, η Επιτροπή εκτιμά ότι η απόσταση των πέντε μέτρων από το ανώτερο άκρο του υδάτινου ρεύματος, την οποία ορίζει το άρθρο 17, παράγραφος 1, περίπτωση 7, του διατάγματος περί λιπασμάτων είναι ανεπαρκής για την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 1 της οδηγίας.
100 Η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα μέτρα του άρθρου 17 του διατάγματος περί λιπασμάτων, ήτοι το ουσιώδες τμήμα του φλαμανδικού κώδικα ορθής γεωργικής πρακτικής, εφαρμόζονται στο σύνολο του φλαμανδικού εδάφους και περιέχουν τα αναγκαία στοιχεία που προβλέπει το παράρτημα II της οδηγίας. Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το εν λόγω άρθρο 17 κοινοποιήθηκαν στους γεωργούς μέσω ενημερωτικού φυλλαδίου του Δεκεμβρίου του 2000 και πολλές ενημερωτικές συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν σε όλη την Περιφέρεια της Φλάνδρας.
101 Όσον αφορά τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες δεν ενδείκνυται η διασπορά λιπασμάτων, η Βελγική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η καθόλη τη διάρκεια του έτους διασπορά «χημικών λιπασμάτων εφόσον πρόκειται για καλυμμένες αροτραίες καλλιέργειες» δεν συνεπάγεται σημαντικό κίνδυνο ελευθερώσεως αζώτου προς τα ύδατα. Συγκεκριμένα, οι υπεύθυνοι θερμοκηπίων (καλυμμένων αροτραίων καλλιεργειών) χρησιμοποιούν χημικά λιπάσματα μόνον πριν από την έναρξη του κύκλου της ανάπτυξης των φυτών. Για την κοπριά και τα λιπάσματα «που περιέχουν υπό μορφή τέτοια ώστε περιορισμένο μόνο μέρος του συνολικού αζώτου να ελευθερώνεται κατά το έτος διασποράς», η Βελγική Κυβέρνηση αναφέρει τις τροποποιήσεις που επήλθαν στη φλαμανδική κανονιστική ρύθμιση στις 15 Μαρτίου 2002 και στις 28 Μαρτίου 2003.
102 Αναφορικά με τις προϋποθέσεις διασποράς λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη, η Βελγική Κυβέρνηση επικαλείται το άρθρο 17, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, του διατάγματος περί λιπασμάτων, το οποίο προβλέπει ότι, «σε περίπτωση διασποράς, πρέπει να αποφεύγεται οποιαδήποτε έκπλυση λιπασμάτων». Εκτιμά ότι, στις περιπτώσεις αυτές, η θέσπιση ειδικών κανόνων σχετικών με τη διασπορά λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη είναι περιττή και πρέπει να θεωρηθεί ως καταχρηστική επιβολή υποχρεώσεων.
103 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι οι προϋποθέσεις διασποράς λιπασμάτων σε εδάφη κορεσμένα με νερό, πλημμυρισμένα, παγωμένα ή σκεπασμένα με χιόνι, οι οποίες ορίζονται με τη νομοθεσία της Περιφέρειας της Φλάνδρας, αφορούν μόνον τις αροτραίες καλλιέργειες, η Βελγική Κυβέρνηση απαντά ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 2, του διατάγματος περί λιπασμάτων, η έκφραση «αροτραίες καλλιέργειες» («cultuurgrond» στο φλαμανδικό κείμενο του εν λόγω διατάγματος) καλύπτει όλα τα είδη εδαφών που προορίζονται για γεωργικές καλλιέργειες, ανεξαρτήτως του οικείου φυτικού είδους.
104 Όσον αφορά τους κανόνες σχετικά με τη διασπορά λιπασμάτων πλησίον υδάτινων ρευμάτων, η Βελγική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι η οδηγία δεν περιέχει καμία διευκρίνιση σχετική με την απόσταση που πρέπει να τηρείται από τα υδάτινα ρεύματα για την πρόληψη της ρυπάνσεως. Εκτιμά ότι η απόσταση πέντε μέτρων είναι επαρκής για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με το άρθρο 1 της οδηγίας σκοπών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
105 Πρέπει, κατ’ αρχάς, να σημειωθεί ότι, δεδομένου ότι η αιτίαση αυτή διατυπώθηκε αποκλειστικά στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως υπ’ αριθ. 94/2239, η προθεσμία για τη διαπίστωση της υπάρξεως παραβάσεως του άρθρου 4 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημα II της οδηγίας αυτής, είναι αυτή που τάχθηκε στο Βασίλειο του Βελγίου με την αιτιολογημένη γνώμη της 23ης Νοεμβρίου 1998.
106 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι βελγικές αρχές αναγνώρισαν, με την απάντηση που έδωσαν στις 19 Φεβρουαρίου 1999 στην αιτιολογημένη γνώμη της 23ης Νοεμβρίου 1998, ότι τα τέσσερα στοιχεία την έλλειψη των οποίων επικαλείται η Επιτροπή προς στήριξη της υπό κρίση αιτιάσεως δεν υπήρχαν στον φλαμανδικό κώδικα ορθής γεωργικής πρακτικής. Ανακοίνωσαν, επίσης, ότι η φλαμανδική νομοθεσία επρόκειτο να τροποποιηθεί ως προς τα σημεία αυτά στο εγγύς μέλλον.
107 Βεβαίως, η Βελγική Κυβέρνηση αμφισβητεί, με τα δικόγραφά της ενώπιον του Δικαστηρίου, το βάσιμο της εν λόγω αιτιάσεως και παραπέμπει συναφώς σε ορισμένες διατάξεις του άρθρου 17 του διατάγματος περί λιπασμάτων. Επιβάλλεται, εντούτοις, η διαπίστωση ότι οι διατάξεις αυτές εισήχθησαν, όπως προκύπτει από τη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως, με το διάταγμα της 11ης Μαΐου 1999, το οποίο εκδόθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 23ης Νοεμβρίου 1998.
108 Επομένως, δεν χρειάζεται να εξεταστεί αν οι εν λόγω διατάξεις του άρθρου 17 του διατάγματος περί λιπασμάτων συνιστούν, όπως υποστηρίζει η Βελγική Κυβέρνηση, ορθή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας. Συγκεκριμένα, όπως έχει επανειλημμένως κρίνει το Δικαστήριο, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται με βάση την κατάσταση όπως αυτή εμφανίζεται μετά το πέρας της προθεσμίας που τάσσεται με την αιτιολογημένη γνώμη, ενώ δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο οι επελθούσες στη συνέχεια αλλαγές (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 25ης Μαΐου 2000, C-384/97, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2000, σ. Ι-3823, σκέψη 35).
109 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η παρούσα αιτίαση είναι βάσιμη.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της III
Επιχειρήματα των διαδίκων
– Όσον αφορά την Περιφέρεια της Φλάνδρας
110 Με την αιτίαση αυτή, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το φλαμανδικό πρόγραμμα δράσης, το οποίο εκφράζεται με διάφορες διατάξεις της φλαμανδικής νομοθεσίας, ιδίως το διάταγμα περί λιπασμάτων και το Vlarem II, αφενός, δεν εφαρμόζεται πλήρως σε όλες τις περιοχές που χαρακτήρισε ως ευπρόσβλητες η Περιφέρεια της Φλάνδρας και, αφετέρου, σε ορισμένα σημεία δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 5 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της III, όσον αφορά:
– τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες θα απαγορεύεται η διασπορά στο έδαφος ορισμένων τύπων λιπασμάτων·
– τη χωρητικότητα των δοχείων αποθήκευσης κοπριάς·
– τους περιορισμούς της ποσότητας λιπάσματος που επιτρέπεται να διασπείρεται στο έδαφος, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της εν λόγω ευπρόσβλητης ζώνης, και
– τη μέγιστη ποσότητα κόπρου που προστίθεται κάθε χρόνο στο έδαφος.
111 Επεξηγώντας τα εν λόγω κενά του φλαμανδικού προγράμματος δράσης, η Επιτροπή ισχυρίζεται, πρώτον, ότι, σε ορισμένες ευπρόσβλητες ζώνες της Περιφέρειας της Φλάνδρας, το φλαμανδικό πρόγραμμα δράσης εφαρμόζεται μόνο μερικώς. Για παράδειγμα, ο κανόνας της μέγιστης ετήσιας ποσότητας λιπασμάτων του παραρτήματος ΙΙΙ, σημείο 2, της οδηγίας (170 kg αζώτου ανά εκτάριο) δεν εφαρμόζεται στις αποκαλούμενες «γεωργικές περιοχές οικολογικού ενδιαφέροντος» και στις ευπρόσβλητες ζώνες «φυσικού πλούτου» ή στις «κορεσμένες σε φωσφορικά άλατα».
112 Ακολούθως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 7, του διατάγματος περί λιπασμάτων, η απαγόρευση διασποράς ζωικών αποβλήτων κατά τη διάρκεια ορισμένων περιόδων του έτους δεν εφαρμόζεται στην κοπριά.
113 Όσον αφορά τη χωρητικότητα των δοχείων αποθήκευσης κοπριάς, η Επιτροπή εκτιμά ότι το άρθρο 5.9.2.3, παράγραφος 1, του Vlarem II δεν ικανοποιεί τις επιταγές του παραρτήματος III, σημείο 1, 2, της οδηγίας, καθότι προβλέπει ελάχιστη απαιτούμενη χωρητικότητα αποκλειστικά για την κόπρο και όχι για τα στερεά ζωικά απόβλητα.
114 Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι, κατά τον καθορισμό των μέγιστων ποσοτήτων λιπασμάτων των οποίων η διασπορά επιτρέπεται στις ευπρόσβλητες περιοχές της Περιφέρειας της Φλάνδρας, δεν ελήφθησαν υπόψη τα κριτήρια του παραρτήματος III, σημείο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, ιδίως το κριτήριο σχετικά με την ισορροπία μεταξύ, αφενός, των προβλεπομένων αναγκών των καλλιεργειών σε άζωτο και, αφετέρου, της ποσότητας αζώτου που εισρέει στις καλλιέργειες από το έδαφος και από τα λιπάσματα. Ειδικότερα, η Περιφέρεια της Φλάνδρας αγνόησε το άζωτο που εισρέει στις καλλιέργειες από το έδαφος.
115 Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εκτός των ευπρόσβλητων ζωνών «υδάτων», οι μέγιστες ετήσιες ποσότητες ζωικών αποβλήτων των οποίων η διασπορά επιτρέπεται δεν είναι σύμφωνες με τις επιταγές του παραρτήματος III, σημείο 2, της οδηγίας.
116 Η Βελγική Κυβέρνηση εκτιμά, όσον αφορά την απουσία περιόδου απαγορεύσεως της διασποράς κοπριάς, ότι η συλλογιστική της Επιτροπής έπαυσε να είναι λυσιτελής μετά την έκδοση του διατάγματος της 28ης Μαρτίου 2003, με το οποίο τροποποιήθηκε το διάταγμα της 23ης Ιανουαρίου 1991, για την προστασία του περιβάλλοντος από τη ρύπανση λόγω λιπασμάτων (Moniteur belge της 8ης Μαΐου 2003, σ. 24 953), το οποίο καθιερώνει περίοδο απαγορεύσεως διασποράς της κοπριάς.
117 Όσον αφορά τη χωρητικότητα των δοχείων αποθήκευσης κοπριάς, η Βελγική Κυβέρνηση επικαλείται την τροποποίηση του Vlarem II με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2003, η οποία προβλέπει τη δυνατότητα αποθηκεύσεως της κοπριάς για τρεις μήνες και των λοιπών στερεών ζωικών αποβλήτων για έξι μήνες.
118 Η Βελγική Κυβέρνηση αρνείται ότι η Περιφέρεια της Φλάνδρας δεν έλαβε υπόψη της, θεσπίζοντας κανόνες όσον αφορά τους περιορισμούς διασποράς λιπασμάτων, το άζωτο που εισρέει στις καλλιέργειες από το έδαφος. Εκτιμά ότι η αιτίαση της Επιτροπής στηρίζεται σε εσφαλμένη ανάγνωση της απαντήσεως που απέστειλε η Περιφέρεια της Φλάνδρας στην Επιτροπή κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την επιστημονική θεμελίωση στην οποία στήριξε η Περιφέρεια της Φλάνδρας την απόφασή της, ελήφθησαν υπόψη τα αποθέματα που υπήρχαν στο έδαφος, ιδίως το μεταλλικό άζωτο που βρίσκεται στην εδαφοτομή πριν από την έναρξη του κύκλου της ανάπτυξης των φυτών.
119 Όσον αφορά τη μέγιστη ποσότητα κοπριάς που προστίθεται ετησίως στις ευπρόσβλητες ζώνες, η Βελγική Κυβέρνηση επισήμανε, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, ότι ο χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων ζωνών «φυσικού πλούτου» και των «γεωργικών περιοχών οικολογικού ενδιαφέροντος» δεν στηρίχθηκε στα κριτήρια της οδηγίας. Ως εκ τούτου, εκτιμά ότι τα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με τις ζώνες αυτές δεν είναι λυσιτελή. Όσον αφορά τις ευπρόσβλητες ζώνες που είναι «κορεσμένες σε φωσφορικά άλατα», η Βελγική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι το όριο των 170 kg αζώτου ανά εκτάριο ετησίως, το οποίο ορίζεται με το παράρτημα III, σημείο 2, της οδηγίας, δεν επαναλαμβάνεται ρητά στη φλαμανδική ρύθμιση. Εκτιμά, ωστόσο, ότι ο περιορισμός της λιπάνσεως με φωσφορικά άλατα στις ζώνες αυτές με μέγιστο όριο τα 40 kg ανά εκτάριο ετησίως περιορίζει de facto τη μέγιστη προσθήκη αζώτου προερχομένου από κοπριά στα 170 kg ανά εκτάριο ετησίως.
– Όσον αφορά την Περιφέρεια της Βαλλονίας
120 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το πρόγραμμα δράσης της Περιφέρειας της Βαλλονίας θεσπίστηκε καθυστερημένα με την απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2002, ήτοι μετά τη λήξη των προθεσμιών που τάχθηκαν με τις αιτιολογημένες γνώμες.
121 Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι η απόφαση αυτή είναι ανεπαρκής ως προς τις επιταγές του άρθρου 5 της οδηγίας, σε συνδυασμό με τα παραρτήματά της II και III.
122 Η Βελγική Κυβέρνηση λαμβάνει υπόψη της τα επιχειρήματα της Επιτροπής και εκτιμά ότι οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν από το 1999, όπως, για παράδειγμα, «το πρόγραμμα της Περιφέρειας της Βαλλονίας για τη βιώσιμη διαχείριση του αζώτου στη γεωργία», πρέπει να ληφθούν υπόψη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
– Όσον αφορά την Περιφέρεια της Φλάνδρας
123 Πρέπει να σημειωθεί ότι η αιτίαση αυτή είναι παραδεκτή στο μέτρο που αφορά την κατάσταση που επικρατούσε στην Περιφέρεια της Φλάνδρας κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999. Συγκεκριμένα, μολονότι η Επιτροπή φαίνεται ότι, με την προσφυγή της, θεωρεί ότι η απόφαση της 31ης Μαρτίου 2000 θέτει τους κανόνες με τους οποίους θεσπίστηκε το πρόγραμμα δράσης της Περιφέρειας της Φλάνδρας, από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής επί του σημείου αυτού αφορούν το πρόγραμμα δράσης το οποίο προβλέπει το άρθρο 17 του διατάγματος περί λιπασμάτων και το Vlarem II. Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία υπ’ αριθ. 97/4750 αφορούσε αυτή τη μορφή του προγράμματος δράσης της Περιφέρειας της Φλάνδρας.
124 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί το βάσιμο των επιχειρημάτων που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της υπό κρίση αιτιάσεως.
125 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι το πρόγραμμα δράσης της Περιφέρειας της Φλάνδρας δεν εφαρμόζεται στις αποκαλούμενες «γεωργικές περιοχές οικολογικού ενδιαφέροντος» και στις ευπρόσβλητες ζώνες «φυσικού πλούτου» ή στις «κορεσμένες σε φωσφορικά άλατα», επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, οι εν λόγω περιοχές δεν χαρακτηρίστηκαν ως ευπρόσβλητες ζώνες κατά την έννοια της οδηγίας. Συγκεκριμένα, από την ισχύουσα φλαμανδική ρύθμιση, και ειδικότερα από τα άρθρα 15 bis, ter και quater του διατάγματος περί λιπασμάτων, προκύπτει ότι, σε αντίθεση με την εντύπωση που δημιούργησε αρχικώς η Βελγική Κυβέρνηση με το υπόμνημά της αντικρούσεως, ο χαρακτηρισμός των ζωνών αυτών δεν στηρίζεται στα κριτήρια της οδηγίας.
126 Συνεπώς, εφόσον, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, το φλαμανδικό πρόγραμμα δράσης εφαρμόστηκε σε όλες τις ζώνες της Περιφέρειας της Φλάνδρας που χαρακτηρίστηκαν ως ευπρόσβλητες κατά την έννοια της οδηγίας, η σχετική με το σημείο αυτό αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
127 Ασφαλώς, ο ελλιπής χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων περιοχών στην Περιφέρεια της Φλάνδρας έχει ως αποτέλεσμα τον ανάλογο περιορισμό του πεδίου εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του παραρτήματος III της οδηγίας. Ωστόσο, όπως αναγνώρισε η ίδια η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ανεπάρκεια αυτή δεν ισοδυναμεί με παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας σε συνδυασμό με το παράρτημά της III, αλλά του άρθρου 5 της ίδιας οδηγίας σε συνδυασμό με το άρθρο της 3, παράβαση την οποία δεν προέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής.
128 Όσον αφορά το παράρτημα III, σημείο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999 προθεσμίας, η απαγόρευση διασποράς ζωικών αποβλήτων για ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους δεν ίσχυε για την κοπριά. Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι το διάταγμα της 28ης Μαρτίου 2003 περιείχε τέτοιου είδους απαγόρευση, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά την πάγια νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 108 της παρούσας αποφάσεως, οι νομοθετικές αλλαγές που επέρχονται μετά το πέρας της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως.
129 Αναφορικά με το παράρτημα III, σημείο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, η εν λόγω κυβέρνηση δεν αμφισβητεί επίσης ότι, κατά τη λήξη της σχετικής προθεσμίας, η φλαμανδική ρύθμιση που αφορούσε τη χωρητικότητα των δοχείων αποθήκευσης κοπριάς δεν ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις της διατάξεως αυτής. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό ότι το Vlarem II, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2003, θεσπίζει από την ημερομηνία αυτή χωρητικότητα αποθήκευσης σύμφωνη με την οδηγία, πρέπει εκ νέου να υπομνησθεί ότι, κατά τη μνημονευθείσα στη σκέψη 108 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, οι νομοθετικές αλλαγές που επέρχονται μετά το πέρας της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως.
130 Σε σχέση με το παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, το Δικαστήριο έχει υπενθυμίσει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής, σε συνδυασμό με το παράρτημά της ΙΙΙ, σημείο 1, παράγραφος 3, τα μέτρα που πρέπει να περιλαμβάνονται στα προγράμματα δράσης περιέχουν κανόνες σχετικούς με τον περιορισμό της διασποράς λιπασμάτων βάσει της ισορροπίας μεταξύ των προβλεπόμενων αναγκών των καλλιεργειών σε άζωτο και της ποσότητας αζώτου που εισρέει στις καλλιέργειες από το έδαφος και τα λιπάσματα (προπαρατεθείσα απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 71).
131 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι κανόνες της φλαμανδικής ρυθμίσεως δεν έλαβαν υπόψη τα πραγματικά αποθέματα αζώτου στο έδαφος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την «επιστημονική θεμελίωση των κανόνων λιπάνσεως» που επισυνάφθηκε στην από 24 Δεκεμβρίου 1998 απάντηση της Περιφέρειας της Φλάνδρας προς το έγγραφο οχλήσεως της 28ης Οκτωβρίου 1998, «οι κανόνες δεν λαμβάνουν υπόψη τα πραγματικά αποθέματα του εδάφους». Η σαφέστατη αυτή διαπίστωση δεν μπορεί να αναιρεθεί από τον ισχυρισμό της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι οι εν λόγω κανόνες «στηρίζονται στην υπόθεση της […] ισορροπίας των αποθεμάτων που υπάρχουν στο έδαφος», δεδομένου ότι το αληθές της υποθέσεως αυτής ουδόλως αποδεικνύεται.
132 Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι, κατά τον προσδιορισμό των μέγιστων ποσοτήτων λιπασμάτων των οποίων η διασπορά επιτρέπεται στις ευπρόσβλητες ζώνες της Περιφέρειας της Φλάνδρας, δεν ελήφθησαν υπόψη τα κριτήρια του παραρτήματος III, σημείο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, μεταξύ άλλων το σχετικό με την ισορροπία μεταξύ, αφενός, των προβλεπομένων αναγκών των καλλιεργειών σε άζωτο και, αφετέρου, της ποσότητας αζώτου που εισρέει στις καλλιέργειες από το έδαφος και από τα λιπάσματα.
133 Όσον αφορά το παράρτημα III, σημείο 2, της οδηγίας, το οποίο αφορά τη μέγιστη ποσότητα κόπρου που μπορεί να προστεθεί στο έδαφος ετησίως, οι ζώνες τις οποίες χαρακτήρισε η Περιφέρεια της Φλάνδρας ως «γεωργικές περιοχές οικολογικού ενδιαφέροντος», ευπρόσβλητες ζώνες «φυσικού πλούτου» και ζώνες «κορεσμένες σε φωσφορικά άλατα» δεν χαρακτηρίστηκαν, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 17 και 125 της παρούσας αποφάσεως, ως ευπρόσβλητες ζώνες κατά την έννοια της οδηγίας. Δεν αμφισβητείται όμως ότι, κατά τη λήξη της σχετικής προθεσμίας, το ετήσιο όριο των 170 kg αζώτου ανά εκτάριο τηρήθηκε για τις ευπρόσβλητες ζώνες «υδάτων», ήτοι τις μοναδικές περιοχές που χαρακτηρίστηκαν στην Περιφέρεια της Φλάνδρας κατ’ εφαρμογή της οδηγίας. Πρέπει, επομένως, να σημειωθεί ότι η αιτίαση της Επιτροπής ότι το όριο αυτό δεν εφαρμόστηκε σε καμία ευπρόσβλητη ζώνη της Περιφέρειας της Φλάνδρας, δεν είναι βάσιμη.
134 Κατόπιν των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με εξαίρεση την αιτίαση ότι το πρόγραμμα δράσης της Περιφέρειας της Φλάνδρας εφαρμόστηκε μόνο μερικώς στην περιφέρεια αυτή, ιδίως όσον αφορά τις μέγιστες ποσότητες κόπρου που μπορούν να προστεθούν ετησίως στις ευπρόσβλητες ζώνες, η αιτίαση της Επιτροπής που αντλείται από παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημα III της οδηγίας, είναι βάσιμη καθό μέρος αφορά την κατάσταση που επικρατούσε στην Περιφέρεια της Φλάνδρας κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999.
– Όσον αφορά την Περιφέρεια της Βαλλονίας
135 Εκ προοιμίου, επιβάλλεται κατ’ αρχάς η διαπίστωση ότι η απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2002, την οποία αφορούν πολλές από τις ειδικές αιτιάσεις που προέβαλε η Επιτροπή με την προσφυγή της, εκδόθηκε μετά τη λήξη των προθεσμιών που τάχθηκαν με τις αιτιολογημένες γνώμες. Κατά συνέπεια, τα μέρη της αιτιάσεως με τα οποία η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο του Βελγίου πρόσθετες παραβάσεις σε σχέση με εκείνες που περιλαμβάνονταν στην αιτιολογημένη γνώμη πρέπει, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 34 έως 42 της παρούσας αποφάσεως, να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
136 Κατά τα λοιπά, αρκεί να σημειωθεί ότι η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι το πρόγραμμα δράσης της Περιφέρειας της Βαλλονίας θεσπίστηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999.
137 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτίαση της Επιτροπής που αντλείται από παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της III, είναι βάσιμη καθό μέρος αφορά την κατάσταση που επικρατούσε στην Περιφέρεια της Φλάνδρας και στην Περιφέρεια της Βαλλονίας κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 10 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της V
138 Η Επιτροπή εκτιμά ότι, στην έκθεση που της υποβλήθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας σχετικά με την Περιφέρεια της Φλάνδρας, λείπουν τα ακόλουθα στοιχεία:
– ο προβλεπόμενος στο παράρτημα V, σημείο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας χάρτης όπου εμφαίνονται τα ύδατα που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας·
– η περίληψη των προγραμμάτων παρακολούθησης που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 6 της οδηγίας·
– η περίληψη των αποτελεσμάτων των προγραμμάτων παρακολούθησης που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 6, και
– οι εκτιμήσεις των κρατών μελών σχετικά με τις πιθανολογούμενες προθεσμίες μέσα στις οποίες είναι δυνατόν να αναμένεται ότι τα προβλεπόμενα στο πρόγραμμα δράσης μέτρα θα παράγουν αποτελέσματα.
139 Η Βελγική Κυβέρνηση δεν αντικρούει την αιτίαση αυτή.
140 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Βασίλειο του Βελγίου, προσκομίζοντας στην Επιτροπή ελλιπή έκθεση, που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από αυτή τη διάταξη της οδηγίας.
141 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να θεσπίσει:
– όσον αφορά την Περιφέρεια της Φλάνδρας, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 23ης Νοεμβρίου 1998, τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την πλήρη και ορθή μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 4 της οδηγίας και, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999, τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την πλήρη και ορθή μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη των άρθρων 3, παράγραφοι 1 και 2, 5 και 10 της οδηγίας και,
– όσον αφορά την Περιφέρεια της Βαλλονίας, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999, τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την πλήρη και ορθή μεταφορά των άρθρων 3, παράγραφοι 1 και 2, και 5 της εν λόγω οδηγίας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
142 Επιβάλλεται, επίσης, η διαπίστωση ότι, στο μέτρο που, με την προσφυγή της, η Επιτροπή προβάλλει νέες αιτιάσεις σε σχέση με τις προβληθείσες με τις αιτιολογημένες γνώμες, η προσφυγή είναι απαράδεκτη.
143 Επιπλέον, το τμήμα της αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της III, κατά το οποίο το πρόγραμμα δράσης της Περιφέρειας της Φλάνδρας εφαρμόζεται μερικώς μόνο στην περιφέρεια αυτή, ιδίως όσον αφορά τις μέγιστες ποσότητες ζωικών αποβλήτων που μπορούν να προστεθούν ετησίως στις ευπρόσβλητες ζώνες, είναι αβάσιμο.
Επί των δικαστικών εξόδων
144 Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
145 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
146 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή αφιέρωσε σημαντικό μέρος της προσφυγής της και των δικογράφων της σε νέες αιτιάσεις σε σχέση με τις προβληθείσες με τις αιτιολογημένες γνώμες, ενώ είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι, όπως δέχθηκε τόσο με την προσφυγή της όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ύπαρξη παραβάσεως κατά το άρθρο 226 ΕΚ εκτιμάται μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη. Η συμπεριφορά της αυτή ανάγκασε ενδεχομένως το καθού να καταβάλει όχι αμελητέες προσπάθειες για να απαντήσει σε πρόσθετες αιτιάσεις σε σχέση με εκείνες που είχαν αποτελέσει αντικείμενο των προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασιών.
147 Εντούτοις, μολονότι ένα τμήμα της προσφυγής είναι απαράδεκτο και ένα μέρος της τρίτης αιτιάσεως πρέπει να απορριφθεί, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι, κατά το κύριο μέρος της, βάσιμη.
148 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Βασίλειο του Βελγίου πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να θεσπίσει:
– όσον αφορά την Περιφέρεια της Φλάνδρας, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 23ης Νοεμβρίου 1998, τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την πλήρη και ορθή μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 4 της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης και, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999, τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την πλήρη και ορθή μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη των άρθρων 3, παράγραφοι 1 και 2, 5 και 10 της οδηγίας αυτής και,
– όσον αφορά την Περιφέρεια της Βαλλονίας, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Νοεμβρίου 1999, τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την πλήρη και ορθή μεταφορά των άρθρων 3, παράγραφοι 1 και 2, και 5 της εν λόγω οδηγίας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Στο μέτρο που η Επιτροπή προβάλλει νέες αιτιάσεις σε σχέση με τις προβληθείσες με τις αιτιολογημένες γνώμες, η προσφυγή είναι απαράδεκτη.
3) Το τμήμα της αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας 91/676, σε συνδυασμό με το παράρτημά της III, κατά το οποίο το πρόγραμμα δράσης της Περιφέρειας της Φλάνδρας εφαρμόζεται μερικώς μόνο στην περιφέρεια αυτή, ιδίως όσον αφορά τις μέγιστες ποσότητες ζωικών αποβλήτων που μπορούν να προστεθούν ετησίως στις ευπρόσβλητες ζώνες, είναι αβάσιμο.
4) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Top