Υπόθεση C-507/08
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Σλοβακικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Κρατική ενίσχυση – Μερική διαγραφή φορολογικής οφειλής εταιρίας στο πλαίσιο διαδικασίας πτωχευτικού συμβιβασμού – Απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται η ασυμβατότητα της ενισχύσεως αυτής προς την κοινή αγορά και διατάσσεται η ανάκτησή της – Μη εκτέλεση»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Παράβαση της υποχρεώσεως ανακτήσεως των παράνομων ενισχύσεων – Μέσα άμυνας
(Άρθρο 88 § 2 ΕΚ· άρθρο 4 § 3 ΣΕΕ)
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Απόφαση της Επιτροπής που διαπιστώνει το ασυμβίβαστο μιας ενίσχυσης με την κοινή αγορά και διατάσσει την επιστροφή της – Υποχρεώσεις των κρατών μελών
(Άρθρο 88 § 2 ΕΚ· κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 14 § 3)
3. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως – Εφαρμογή του εθνικού δικαίου – Προϋποθέσεις και όρια
(Άρθρο 88 § 2 ΕΚ· κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 14 § 3)
1. Ο μοναδικός αμυντικός ισχυρισμός τον οποίο μπορεί να επικαλεστεί κράτος μέλος στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως την οποία έχει ασκήσει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ είναι αυτός που βασίζεται σε απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως περί ανακτήσεως.
Σε περίπτωση δυσκολιών κατά την εκτέλεση, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν, βάσει του κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμοιβαίο καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας, κανόνα ο οποίος διατυπώνεται ιδίως στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, να συνεργαστούν καλόπιστα για να υπερνικήσουν τις δυσκολίες τηρουμένων πλήρως των διατάξεων της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως εκείνων που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις.
(βλ. σκέψεις 43-44)
2. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η γραμματική ερμηνεία αποφάσεως της Επιτροπής που διαπιστώνει το ασυμβίβαστο μιας ενίσχυσης με την κοινή αγορά, ερμηνεία την οποία επικαλείται το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεσή της και σύμφωνα με την οποία η απόφαση αυτή επιβάλλει την «ανάκτηση» (στη γαλλική γλώσσα: récupération) και όχι την αναζήτηση (στη γαλλική γλώσσα: recouvrement), πράγμα που, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, συνεπάγεται απλώς την υποχρέωσή του να προβεί σε ορισμένες ενέργειες προς ανάκτηση της παράνομης ενισχύσεως, χωρίς ωστόσο να οφείλει να ανακτήσει την ενίσχυση αυτή στην πράξη.
Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της κανονιστικής ρυθμίσεως της Ένωσης, και υπό το πρίσμα, ειδικότερα, της δέκατης τρίτης αιτιολογικής σκέψης και του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88] της Συνθήκης ΕΚ, ο σκοπός μιας τέτοιας αποφάσεως της Επιτροπής είναι η αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, οπότε η εν λόγω απόφαση επιβάλλει στο κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται την υποχρέωση να επιτύχει εμπράκτως, και χωρίς καθυστέρηση, την ανάκτηση της παράνομης κρατικής ενισχύσεως.
(βλ. σκέψεις 5, 46-48)
3. Ένα κράτος μέλος το οποίο, βάσει αποφάσεως της Επιτροπής που διαπιστώνει την ύπαρξη ενισχύσεως ασύμβατης προς την κοινή αγορά, υποχρεούται να ανακτήσει τις παράνομες ενισχύσεις είναι ελεύθερο να επιλέξει τα μέσα για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι τα επιλεγέντα μέτρα δεν θίγουν το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης. Επομένως, το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει υποχρέωση λήψεως όλων των ενδεδειγμένων μέτρων για την εξασφάλιση της εκτελέσεως των αποφάσεων της Επιτροπής που επιβάλλουν την ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τις ιδιαιτερότητες των διαφορετικών διαδικασιών που προβλέπουν συναφώς τα κράτη μέλη.
Όσον αφορά, ειδικότερα, το ζήτημα αν ο αμετάκλητος χαρακτήρας αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου με την οποία εγκρίνεται, στο πλαίσιο δικαστικής εκκαθαρίσεως εταιρίας, πτωχευτικός συμβιβασμός από τον οποίο προκύπτει η μερική παραίτηση του Δημοσίου από απαίτηση κατά της εν λόγω εταιρίας, απαίτηση που μεταγενέστερα χαρακτηρίζεται από την Επιτροπή ως κρατική ενίσχυση, μπορεί να ματαιώσει την ανάκτηση της ενισχύσεως αυτής, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει πάντοτε στα εθνικά δικαστήρια να μην εφαρμόζουν τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες που προσδίδουν ισχύ δεδικασμένου σε ορισμένη απόφαση, έστω και αν η μη εφαρμογή αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα να αποφευχθεί η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από την εν λόγω απόφαση. Εντούτοις, οσάκις οι αρχές του οικείου κράτους μέλους διαθέτουν, κατά το εθνικό δίκαιο, μέσα των οποίων η επιμελής εφαρμογή θα μπορούσε να έχει καταστήσει εφικτή στο εν λόγω κράτος την ανάκτηση της επίμαχης ενισχύσεως, ενώ το κράτος αυτό δεν προσκομίζει επαρκή στοιχεία από τα οποία να είναι δυνατό να συναχθεί ότι το ίδιο προέβη, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, σε όλες τις δυνατές ενέργειες προκειμένου να επιτύχει την ανάκτηση της επίμαχης ενισχύσεως, το κράτος μέλος αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και από το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής.
(βλ. σκέψεις 51-52, 55, 60-61, 64-65)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 22ας Δεκεμβρίου 2010 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Κρατική ενίσχυση – Μερική διαγραφή φορολογικής οφειλής εταιρίας στο πλαίσιο διαδικασίας πτωχευτικού συμβιβασμού – Απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται η ασυμβατότητα της ενισχύσεως αυτής προς την κοινή αγορά και διατάσσεται η ανάκτησή της – Μη εκτέλεση»
Στην υπόθεση C‑507/08,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ λόγω παραβάσεως, ασκηθείσα στις 21 Νοεμβρίου 2008,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους C. Giolito και J. Javorský καθώς και από την K. Walkerová, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Σλοβακικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την B. Ricziová,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann (εισηγητή), L. Bay-Larsen, C. Toader και M. Safjan, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: K. Malacek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 3ης Ιουνίου 2010,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Σλοβακική Δημοκρατία, καθόσον δεν εκτέλεσε την απόφαση 2007/254/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2006, περί της κρατικής ενίσχυσης C 25/2005 (πρώην NN 21/05) που χορηγείται από τη Σλοβακική Δημοκρατία υπέρ της Frucona Košice, a.s. (ΕΕ L 112, σ. 14), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και από το άρθρο 2 της ως άνω αποφάσεως.
Το νομικό πλαίσιο
2 Η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1), έχει ως ακολούθως:
«[εκτιμώντας] ότι, στις περιπτώσεις παράνομων ενισχύσεων που δεν είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, θα πρέπει να αποκαθίσταται αποτελεσματικός ανταγωνισμός· ότι, για τον σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να ανακτάται αμελλητί η ενίσχυση, περιλαμβανομένων και των τόκων· ότι είναι σκόπιμο η ανάκτηση να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας· ότι η εφαρμογή των διαδικασιών αυτών δεν θα πρέπει να εμποδίζει την αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, εμποδίζοντας την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής· ότι, για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της απόφασης της Επιτροπής».
3 Το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου [242 ΕΚ], η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής. Για τον σκοπό αυτό και σε περίπτωση κινήσεως διαδικασίας ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που διαθέτουν στα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέτρων, με την επιφύλαξη της κοινοτικής νομοθεσίας.»
4 Το άρθρο 23 του ίδιου κανονισμού έχει ως ακολούθως:
«Εφόσον το οικείο κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με μια υπό όρους ή αρνητική απόφαση, και ιδίως στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14, η Επιτροπή μπορεί να προσφεύγει απευθείας στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο [88, παράγραφος 2, ΕΚ].»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
5 Με την απόφαση 2007/254, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα μέτρα που έλαβε η Σλοβακική Δημοκρατία υπέρ της Frucona Košice a.s. (στο εξής: Frucona) συνιστούν κρατική ενίσχυση και ότι η ενίσχυση αυτή είναι ασύμβατη προς την κοινή αγορά.
6 Όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφαση, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η Frucona δραστηριοποιούνταν στον τομέα της παραγωγής οινοπνευματωδών ποτών, ηδυπότων, μη οινοπνευματωδών ποτών, φρούτων, λαχανικών διατηρημένων σε κονσέρβες και όξου. Το επίμαχο κρατικό μέτρο συνίστατο στη διαγραφή φορολογικής οφειλής από την τοπική φορολογική αρχή του Košice IV (στο εξής: φορολογική αρχή) στο πλαίσιο πτωχευτικού συμβιβασμού, που αποτελεί διαδικασία διεπόμενη από τον νόμο 328/91 περί πτωχεύσεων και πτωχευτικών συμβιβασμών. Από τη νομοθεσία αυτή προκύπτει ότι ο πτωχευτικός συμβιβασμός, ακριβώς όπως και η διαδικασία της πτωχεύσεως, επιδιώκει να ρυθμίσει την οικονομική κατάσταση υπερχρεωμένης εταιρίας, ωστόσο κύριος σκοπός του είναι να καταστήσει δυνατή την εξακολούθηση των δραστηριοτήτων της εν λόγω εταιρίας επιτυγχάνοντας συμβιβασμό με τους πιστωτές δυνάμει του οποίου η εταιρία δεσμεύεται να καταβάλει ένα μέρος των οφειλών της έναντι διαγραφής του υπολοίπου. Ο εν λόγω συμβιβασμός πρέπει να επικυρωθεί από το εποπτεύον τη διαδικασία δικαστήριο.
7 Στις 8 Μαρτίου 2004, η Frucona υπέβαλε αίτηση πτωχευτικού συμβιβασμού στο αρμόδιο περιφερειακό δικαστήριο για χρέη στα οποία περιλαμβανόταν οφειλή από φόρους επί του οινοπνεύματος. Οι πιστωτές ψήφισαν υπέρ του συμβιβασμού, ο οποίος εν συνεχεία εγκρίθηκε από το εν λόγω περιφερειακό δικαστήριο, στις 14 Ιουλίου 2004. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής, η απόφαση του περιφερειακού δικαστηρίου περιβλήθηκε την ισχύ δεδικασμένου.
8 Η συμφωνία του πτωχευτικού συμβιβασμού προέβλεπε ότι η Frucona θα καταβάλει το 35 % της οφειλής εντός ενός μηνός, ενώ οι πιστωτές θα παραιτούνταν από το υπόλοιπο 65 %.
9 Η οφειλή της Frucona προς τη φορολογική αρχή ανερχόταν συνολικά σε 640 793 831 SKK (ήτοι 16,86 εκατομμύρια ευρώ). Στο πλαίσιο του συμβιβασμού, η φορολογική αρχή εισέπραξε 224 277 841 SKK (ήτοι 5,86 εκατομμύρια ευρώ), παραιτούμενη ως εκ τούτου από φόρο ύψους 416 515 990 SKK (ήτοι 11 εκατομμυρίων ευρώ).
10 Αφού εξέτασε την επίμαχη διαγραφή φόρων στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, μέσω της διαγραφής αυτής, η Σλοβακική Δημοκρατία είχε χορηγήσει παράνομη ενίσχυση στη Frucona καταλήγοντας, με την απόφαση 2007/254, στα εξής:
«Άρθρο 1
Η κρατική ενίσχυση ύψους 416 515 990 [SKK], την οποία χορήγησε η Σλοβακική Δημοκρατία στη [Frucona], είναι ασύμβατη προς την κοινή αγορά.
Άρθρο 2
1. Η Σλοβακική Δημοκρατία θα λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να ανακτήσει από τον αποδέκτη την κατά το άρθρο 1 παρανόμως χορηγηθείσα ενίσχυση.
2. Η ανάκτηση θα πραγματοποιηθεί αμελλητί σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζει η εθνική νομοθεσία, εφόσον αυτή επιτρέπει την άμεση και πραγματική εκτέλεση της παρούσας αποφάσεως.
3. Στο προς επιστροφή ποσό περιλαμβάνονται τόκοι για το διάστημα από την ημερομηνία χορηγήσεως της ενισχύσεως στη [Frucona] έως την ημερομηνία πραγματικής ανακτήσεώς της.
[…]
Άρθρο 3
Η Σλοβακική Δημοκρατία θα ενημερώσει την Επιτροπή μέσα σε δύο μήνες από την κοινοποίηση της παρούσας αποφάσεως για τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί προς αυτήν. […]
[…]»
11 Στις 12 Ιανουαρίου 2007, η Frucona άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικού Δικαστηρίου] προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής (υπόθεση T-11/07, Frucona Košice), χωρίς όμως να ζητήσει, ως προσωρινό μέτρο, την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής. Η Σλοβακική Δημοκρατία δεν προσέφυγε κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία της κοινοποιήθηκε στις 12 Ιουνίου 2006.
12 Προς εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, στις 4 Ιουλίου 2006, η φορολογική αρχή όχλησε τη Frucona για να επιστρέψει εντός οκταημέρου την παράνομη ενίσχυση, πλέον τόκων. Η εταιρία αυτή δεν ανταποκρίθηκε στην όχληση αυτή, οπότε η φορολογική αρχή, στις 21 Ιουλίου 2006, κίνησε διαδικασία αναζητήσεως της ενισχύσεως ενώπιον του τοπικού δικαστηρίου του Košice II.
13 Με απόφαση της 11ης Ιουνίου 2007, το δικαστήριο αυτό απέρριψε την αίτηση, κρίνοντας ότι η Furcona δεν υποχρεούται να επιστρέψει την επίμαχη ενίσχυση. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με απόφαση της 21ης Απριλίου 2008 που εξέδωσε το περιφερειακό δικαστήριο του Košice, μεταξύ άλλων για τον λόγο ότι δεν υπήρχε δυνατότητα επανεξετάσεως της αποφάσεως περί εγκρίσεως του πτωχευτικού συμβιβασμού, δεδομένου ότι αυτή είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.
14 Με έγγραφο της 2ας Ιουλίου 2008, η φορολογική αρχή ζήτησε από τον γενικό εισαγγελέα της Σλοβακικής Δημοκρατίας να ασκήσει έκτακτο ένδικο μέσο κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως. Η Σλοβακική Δημοκρατία δεν παρέσχε σαφείς πληροφορίες για τη συνέχεια που δόθηκε στην αίτηση αυτή.
15 Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ανακτήσεως της παράνομης ενισχύσεως, η Επιτροπή ενέμεινε στην άμεση και πραγματική εκτέλεση της αποφάσεως 2007/254, προσάπτοντας στις σλοβακικές αρχές ότι, αντί να εκτελέσουν αμελλητί την απόφαση βάσει του εθνικού δικαίου, είχαν κρίνει αναγκαία την κίνηση διαδικασίας αναζητήσεως της ενισχύσεως ενώπιον του τοπικού δικαστηρίου.
16 Συναφώς, οι σλοβακικές αρχές αντέταξαν, κατ’ ουσίαν, δύο κύρια επιχειρήματα:
– η ένδικη διαδικασία ήταν αναπόφευκτη προκειμένου να ανακτηθεί το αρχικό ποσό της ενισχύσεως και οι τόκοι επί του ποσού αυτού, δεδομένου ότι το σλοβακικό φορολογικό δίκαιο δεν παρέχει νομική βάση για την αναζήτηση απαιτήσεως της φορολογικής διοικήσεως η οποία διαγράφηκε στο πλαίσιο πτωχευτικού συμβιβασμού. Επομένως, ήταν αναγκαία η απόκτηση εκτελεστού τίτλου. Εν ολίγοις, κατά το σλοβακικό δίκαιο, διοικητική απόφαση της φορολογικής αρχής δεν μπορεί να «εξαφανίσει» την απόφαση του δικαστηρίου που είναι επιφορτισμένο με την εποπτεία του πτωχευτικού συμβιβασμού μεταξύ της Frucona και των πιστωτών της, απόφαση η οποία ενέκρινε την μεταξύ των μερών επιτευχθείσα συμφωνία και απέκτησε ισχύ δεδικασμένου·
– η απόφαση 2007/254 δεν δέσμευε ευθέως τη Frucona, αλλά υποχρέωνε τη Σλοβακική Δημοκρατία να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να ανακτήσει την παρανόμως χορηγηθείσα ενίσχυση. Η απόφαση αυτή, ως «αλλοδαπή» διοικητική απόφαση, δεν δημιουργούσε υποχρέωση για τη Frucona να επιστρέψει την ενίσχυση. Κατά συνέπεια, η απόφαση της Επιτροπής ήταν αδύνατο να εκτελεστεί σε εθνικό επίπεδο.
17 Κατόπιν διαφόρων υπομνήσεων και ανταλλαγών εγγράφων μετά τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 3 της αποφάσεως 2007/254 για την ανακοίνωση των μέτρων που έχουν ληφθεί για την εκτέλεσή της, η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι η Σλοβακική Δημοκρατία δεν είχε ακόμα προβεί σε πραγματική εκτέλεση, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
18 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η κατάργηση παράνομης ενισχύσεως μέσω της ανακτήσεώς της αποτελεί τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα της, παραπέμποντας στις αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1990, C‑142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I‑959, σκέψη 66), και της 21ης Μαρτίου 1991, C‑305/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I‑1603, σκέψη 41). Το κράτος μέλος που είναι ο αποδέκτης αποφάσεως περί ανακτήσεως των παράνομων ενισχύσεων οφείλει, δυνάμει του άρθρου 249 ΕΚ, να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, σύμφωνα με την απόφαση της 26ης Ιουνίου 2003, C‑404/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2003, σ. I‑6695, σκέψη 21).
19 Η Επιτροπή όμως διαπιστώνει ότι, 29 και πλέον μήνες μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως 2007/254, δεν έχει ακόμη ανακτηθεί η χορηγηθείσα στη Frucona ενίσχυση. Κατά συνέπεια, το θεσμικό αυτό όργανο υποστηρίζει ότι η Σλοβακική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την απόφαση 2007/254 και από το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999.
20 Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι η φορολογική αρχή κίνησε ένδικη διαδικασία αναζητήσεως της παράνομης ενισχύσεως, η βραδύτητα της ένδικης αυτής διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως του τοπικού δικαστηρίου του Košice II, καθώς και, εν συνεχεία, της αποφάσεως του περιφερειακού δικαστηρίου του Košice, εμπόδισαν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της αποφάσεως 2007/254, τούτο δε ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η αρμόδια για την αναζήτηση αρχή ενήργησε σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι σλοβακικές αρχές παραβίασαν την αρχή του άμεσου αποτελέσματος των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου σε περίπτωση συγκρούσεως με νομική διάταξη κράτους μέλους.
21 Όσον αφορά το γεγονός ότι η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία εγκρίθηκε η συμφωνία που επιτεύχθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας πτωχευτικού συμβιβασμού έχει περιβληθεί την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που εμποδίζει, κατά τη Σλοβακική Δημοκρατία, την ανάκτηση της χορηγηθείσας ενισχύσεως, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, C‑119/05, Lucchini (Συλλογή 2007, σ. I‑6199, σκέψη 63), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει την εφαρμογή διατάξεως του εθνικού δικαίου που σκοπεί στη θέσπιση της αρχής του δεδικασμένου, κατά το μέτρο που η εφαρμογή της εμποδίζει την ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως χορηγηθείσας κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, της οποίας το ασύμβατο προς την κοινή αγορά έχει διαπιστωθεί με απόφαση της Επιτροπής που κατέστη απρόσβλητη.
22 Κατά την Επιτροπή, η λύση που ακολούθησαν εν προκειμένω τα σλοβακικά δικαστήρια συνεπάγεται επιπλέον την παράβαση των σκοπών που επιδιώκουν οι κοινοτικοί κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, στο μέτρο που εμποδίζει την πραγματική εκτέλεση της αποφάσεως 2007/254 και την άμεση επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, παρατείνοντας κατά συνέπεια το αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που απέρρευσε από την επίμαχη ενίσχυση, όπως προκύπτει από την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, C-232/05, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2006, σ. I‑10071, σκέψη 52).
23 Επιπλέον, η Επιτροπή επικρίνει τη συμπεριφορά των σλοβακικών αρχών υπό το πρίσμα της αρχής της ισοδυναμίας, αρχής που, όπως η αρχή της αποτελεσματικότητας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της δικονομικής αυτονομίας της οποίας απολαύουν τα κράτη μέλη ως προς την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Κατά το θεσμικό αυτό όργανο, η εν λόγω αρχή της ισοδυναμίας παραβιάστηκε στο μέτρο που δεν προσδόθηκε στην απόφαση 2007/254 η εκτελεστότητα η οποία αναγνωρίζεται, επί παραδείγματι, στα σημειώματα επιβολής φόρου που εκδίδει η φορολογική αρχή.
24 Στο πλαίσιο του υπομνήματός της αντικρούσεως, η Σλοβακική Δημοκρατία προβάλλει ότι η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 2007/254 και, συγκεκριμένα, η χρήση του όρου «récuperation» («vymáhanie» στο σλοβακικό κείμενο) αντί του όρου «recouvrement» («vymoženie» στο σλοβακικό κείμενο) υποδηλώνει ότι, αντιθέτως προς την ερμηνεία που προτείνει η Επιτροπή, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Σλοβακική Δημοκρατία υποχρεούνταν να ανακτήσει πράγματι την ενίσχυση εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Η μόνη υποχρέωση που προκύπτει από την ερμηνεία αυτή είναι η υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση του ποσού της επίμαχης ενισχύσεως.
25 Η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι προέβη εμπράκτως σε διάφορες ενέργειες προκειμένου να ανακτήσει ταχέως και αποτελεσματικώς το ποσό της ενισχύσεως, ειδικότερα οχλώντας τη Frucona να επιστρέψει το ποσό αυτό και, εν συνεχεία, επιχειρώντας να την εξαναγκάσει να το πράξει διά της δικαστικής οδού. Επίσης, με τις παρατηρήσεις της, η Σλοβακική Δημοκρατία υπογραμμίζει ότι η απόφαση 2007/254 δεν είχε ακόμα καταστεί απρόσβλητη, δεδομένου ότι κατά της αποφάσεως αυτής είχε ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
26 Ως εκ τούτου, η Σλοβακική Δημοκρατία φρονεί ότι συμμορφώθηκε προς την απόφαση 2007/254 και προς τις επιταγές του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999.
27 Η Σλοβακική Δημοκρατία εμμένει επίσης στο γεγονός ότι η χορήγηση της κρατικής ενισχύσεως στη Frucona στο πλαίσιο του πτωχευτικού συμβιβασμού εγκρίθηκε με απόφαση του δικαστηρίου που είναι επιφορτισμένο με την εποπτεία του εν λόγω συμβιβασμού, απόφαση η οποία, αφού απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, δεν μπορεί να εξαφανιστεί με απόφαση της φορολογικής αρχής, η οποία αποτελεί διοικητικό όργανο. Το κράτος μέλος αυτό υποστηρίζει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στα διοικητικά όργανα την υποχρέωση να εξαφανίζουν τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων που έχουν περιβληθεί την ισχύ δεδικασμένου.
28 Η Σλοβακική Δημοκρατία διατείνεται επιπλέον ότι η προπαρατεθείσα απόφαση Lucchini δεν είναι εν προκειμένω λυσιτελής. Συγκεκριμένα, και κατ’ αντιδιαστολή προς την επίμαχη στην υπόθεση εκείνη απόφαση του ιταλικού δικαστηρίου η οποία οδήγησε στην έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Lucchini, η απόφαση του περιφερειακού δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 2004 απέκτησε ισχύ δεδικασμένου λόγω παρελεύσεως των νομίμων προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικονομικού δικαίου πολύ πριν την έκδοση της αποφάσεως 2007/254. Επιπροσθέτως, η προπαρατεθείσα απόφαση Lucchini εκδόθηκε αφότου η Σλοβακική Δημοκρατία είχε κινήσει τη διαδικασία προκειμένου να αναζητήσει δικαστικώς το ποσό της επίμαχης εν προκειμένω ενισχύσεως.
29 Επομένως, η κατά της Frucona κίνηση διαδικασίας αναζητήσεως του ποσού της ενισχύσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ήταν το ενδεδειγμένο μέσο δράσεως, το οποίο συνάδει και προς τις απαιτήσεις αμεσότητας και αποτελεσματικότητας.
30 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η Σλοβακική Δημοκρατία παραβίασε την αρχή της ισοδυναμίας, το κράτος μέλος αυτό επισημαίνει ότι, δεδομένου ότι η απόφαση 2007/254 δεν αποτελούσε τίτλο άμεσα εκτελεστό, δεν όφειλε αναγκαστικά να της αναγνωρίσει άμεση εφαρμογή, διότι στην περίπτωση αυτή θα απεμπολούσε τη δικονομική αυτονομία που απολαύει, ως κράτος μέλος, στο πλαίσιο της εκτελέσεως αποφάσεως εκδιδόμενης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
31 Επιπλέον, η αρχή της ισοδυναμίας καθιερώθηκε στον τομέα της προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών, και όχι στον τομέα που αφορά αποκλειστικά τις υποχρεώσεις των κρατών μελών έναντι της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στον οποίο εμπίπτουν οι αποφάσεις που εκδίδει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
32 Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή αμφισβητεί τη γραμματική ερμηνεία της αποφάσεως 2007/254 που προτείνει η Σλοβακική Δημοκρατία. Κατά την Επιτροπή, η απόφαση αυτή συνεπάγεται την υποχρέωση του κράτους μέλους αυτού να επιτύχει συγκεκριμένα την ανάκτηση της παράνομης κρατικής ενισχύσεως και όχι απλώς να κινήσει τη σχετική διαδικασία αναζητήσεως εντός της δίμηνης προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 3 της αποφάσεως αυτής, πράγμα που ανταποκρίνεται στην αρχή κατά την οποία οι διαδικασίες του εθνικού δικαίου τις οποίες θέτει σε εφαρμογή κράτος μέλος προς εκτέλεση των αποφάσεων [της Επιτροπής] πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής εκτελέσεως των εν λόγω αποφάσεων.
33 Μόνη εξαίρεση από την υποχρέωση εκτελέσεως αποφάσεως της Επιτροπής συνιστά η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που καθιστούν απολύτως αδύνατη στο κράτος μέλος την ορθή εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως. Εν προκειμένω όμως, η Σλοβακική Δημοκρατία δεν επικαλέστηκε τέτοιες περιστάσεις.
34 Επιπλέον, η Επιτροπή προβάλλει, παραπέμποντας στην απόφαση της 27ης Ιουνίου 2000, C‑404/97, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2000, σ. I‑4897, σκέψη 55), ότι, δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν καθορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει το οικείο κράτος μέλος για την εκτέλεση αποφάσεως που διατάσσει την ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, η ανάκτηση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται, καταρχήν, σύμφωνα με τις συναφείς διατάξεις του εθνικού δικαίου, οι διατάξεις δε αυτές πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να μην καθίσταται στην πράξη αδύνατη η απαιτούμενη από το κοινοτικό δίκαιο ανάκτηση, λαμβάνοντας δε πλήρως υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας.
35 Συναφώς, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, μολονότι ουδεμία πρόθεση είχε να επιβάλει στη Σλοβακική Δημοκρατία τον τρόπο κατά τον οποίο όφειλε να ανακτήσει την επίμαχη κρατική ενίσχυση, εντούτοις, η διαδικασία που επέλεξε το κράτος μέλος αυτό δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση άμεσης και πραγματικής ανακτήσεως της παράνομης ενισχύσεως, εφόσον, 29 και πλέον μήνες μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως 2007/254, η ανάκτηση αυτή δεν είχε πραγματοποιηθεί.
36 Επιπλέον, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τη Σλοβακική Δημοκρατία, η Επιτροπή δεν αξίωσε από τη φορολογική αρχή να εξαφανίσει δικαστική απόφαση με ισχύ δεδικασμένου, αλλά μόνο πρότεινε, ως μία από τις πιθανές διαδικασίες για την εκτέλεση της αποφάσεως 2007/254, την ανάκληση από την αρμόδια αρχή της αποφάσεως για τη χορήγηση της ενισχύσεως, πράγμα που θα ήταν σύμφωνο με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή προέβαλε επίσης ότι η νομολογία αυτή επιβάλλει στα αρμόδια εθνικά δικαστήρια να μην εφαρμόζουν τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο.
37 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η εν λόγω αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου συνεπάγεται ότι το κοινοτικό δίκαιο κατισχύει οποιασδήποτε πράξεως του εσωτερικού δικαίου, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για διοικητική ή νομοθετική πράξη ή ακόμα και δικαστική απόφαση με ισχύ δεδικασμένου, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφαση Lucchini. Το γεγονός ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε μετά από εκείνη του σλοβακικού δικαστηρίου περί εγκρίσεως της ενισχύσεως που είχε χορηγηθεί στη Frucona δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή του Δικαστηρίου απλώς ερμηνεύει το ισχύον δίκαιο όπως πρέπει να εφαρμόζεται.
38 Τέλος, η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα της Σλοβακικής Δημοκρατίας ότι η αρχή της ισοδυναμίας δεν εφαρμόζεται στο πλαίσιο της εκτελέσεως αποφάσεως της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και υποστηρίζει ότι η δικονομική αυτονομία του κράτους μέλους περιορίζεται από τη γενική αρχή της αποτελεσματικότητας. Σε αντίθετη περίπτωση, η υποχρέωση ανακτήσεως θα καθίστατο άνευ σημασίας ενώ θα ήταν αδύνατο να εξασφαλιστεί ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
39 Η Σλοβακική Δημοκρατία, από την πλευρά της, αμφισβητεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι αρμόδιες σλοβακικές αρχές δεν έπρεπε να αρκεστούν απλώς στη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενισχύσεως, αλλά όφειλαν να την ανακτήσουν εμπράκτως. Το κράτος μέλος αυτό φρονεί ότι συμμορφώθηκε πλήρως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το σλοβακικό κείμενο της αποφάσεως 2007/254, που αποτελεί το μοναδικό αυθεντικό κείμενο της εν λόγω αποφάσεως.
40 Εκτός αυτού, η Σλοβακική Δημοκρατία εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι οι φορολογικές αρχές δεν μπορούσαν να εξαφανίσουν δικαστική απόφαση και φρονεί ότι χρησιμοποίησαν το μόνο μέσο που παρείχε τη δυνατότητα ανακτήσεως της επίμαχης ενισχύσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
41 Πριν εξεταστεί η παράβαση που προσάπτεται στη Σλοβακική Δημοκρατία όσον αφορά την υποχρέωσή της να εκτελέσει την απόφαση 2007/254, πρέπει να υπομνησθούν ορισμένες αρχές που απορρέουν από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα αυτό.
42 Η κατάργηση παράνομης ενισχύσεως μέσω της αναζητήσεώς της αποτελεί τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παρανόμου χαρακτήρα της και η συνέπεια αυτή δεν μπορεί να εξαρτάται από τη μορφή υπό την οποία χορηγήθηκε η ενίσχυση (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Ιουνίου 1993, C-183/91, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1993, σ. Ι-3131, σκέψη 16, και προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 38).
43 Σε περίπτωση αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται ο παράνομος χαρακτήρας ενισχύσεως, η διαταχθείσα από την Επιτροπή ανάκτηση της ενισχύσεως αυτής πραγματοποιείται σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999. Ο μοναδικός αμυντικός ισχυρισμός τον οποίο μπορεί να επικαλεστεί κράτος μέλος στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως την οποία έχει ασκήσει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ είναι αυτός που βασίζεται σε απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως περί ανακτήσεως (βλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2008, C-214/07, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2008, σ. I‑8357, σκέψεις 43 και 44 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
44 Σε περίπτωση δυσκολιών κατά την εκτέλεση, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν, βάσει του κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμοιβαίο καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας, κανόνα ο οποίος διατυπώνεται ιδίως στο άρθρο 10 ΕΚ, να συνεργαστούν καλόπιστα για να υπερνικήσουν τις δυσκολίες τηρουμένων πλήρως των διατάξεων της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως εκείνων που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις (βλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
45 Στην υπό κρίση υπόθεση, διαπιστώνεται εκ προοιμίου ότι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της παρούσας προσφυγής από την Επιτροπή, ήτοι 29 μήνες μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως 2007/254, κανένα ποσό δεν είχε ανακτηθεί από τη Frucona. Η Σλοβακική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί το γεγονός αυτό και, επιπλέον, ουδόλως επικαλείται απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής.
46 Όσον αφορά τις περιστάσεις που επικαλείται η Σλοβακική Δημοκρατία για να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση της αποφάσεως 2007/254 και, επομένως, τη μη ανάκτηση της ενισχύσεως που χορηγήθηκε στη Frucona παρανόμως, η επιχειρηματολογία του κράτους μέλους αυτού περιλαμβάνει δύο πτυχές.
47 Πρώτον, με τις γραπτές της παρατηρήσεις, η Σλοβακική Δημοκρατία προέβαλε τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 2007/254 και στηρίχτηκε συναφώς στη χρήση, στο σλοβακικό κείμενο της αποφάσεως αυτής, του όρου που αντιστοιχεί στον γαλλικό «récupération» αντί για τον όρο που αντιστοιχεί στον γαλλικό «recouvrement», πράγμα που, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, συνεπάγεται απλώς την υποχρέωσή του να προβεί σε ορισμένες ενέργειες προς ανάκτηση της παράνομης ενισχύσεως, χωρίς ωστόσο να οφείλει να ανακτήσει την ενίσχυση αυτή στην πράξη.
48 Επισημαίνεται ότι η ερμηνεία αυτή των όρων της αποφάσεως 2007/254 υπερακοντίζει προδήλως το αληθές περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής. Στο πλαίσιο της κανονιστικής ρυθμίσεως της Ένωσης, και υπό το πρίσμα, ειδικότερα, της δέκατης τρίτης αιτιολογικής σκέψης και του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, είναι προφανές, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι ο σκοπός της αποφάσεως 2007/254 είναι η αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, οπότε η εν λόγω απόφαση επιβάλλει στο κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται την υποχρέωση να επιτύχει εμπράκτως, και χωρίς καθυστέρηση, την ανάκτηση της παράνομης κρατικής ενισχύσεως. Ως εκ τούτου, η γραμματική ερμηνεία που δίδει η Σλοβακική Δημοκρατία στους όρους της αποφάσεως αυτής δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
49 Δεύτερον, η άποψη της Σλοβακικής Δημοκρατίας βασίζεται στο επιχείρημα ότι η ένδικη διαδικασία που κινήθηκε από τη φορολογική αρχή, αρχικώς ενώπιον του τοπικού δικαστηρίου του Košice II και εν συνεχεία ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου του Košice, με σκοπό την ανάκτηση της χορηγηθείσας στη Frucona κρατικής ενισχύσεως ήταν αναπόφευκτη δεδομένου ότι η συμφωνία του πτωχευτικού συμβιβασμού, που εγκρίθηκε με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου περιβληθείσα την ισχύ δεδικασμένου, δεν μπορούσε να ακυρωθεί από τη φορολογική αρχή, που αποτελεί διοικητικό όργανο.
50 Συναφώς, υπενθυμίζεται καταρχάς ότι, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, η ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως που επιβάλλεται με απόφαση της Επιτροπής πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως.
51 Επομένως, κράτος μέλος το οποίο, βάσει τέτοιας αποφάσεως της Επιτροπής, υποχρεούται να ανακτήσει τις παράνομες ενισχύσεις είναι ελεύθερο να επιλέξει τα μέσα για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι τα επιλεγέντα μέτρα δεν θίγουν το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-209/00, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2002, 34, σ. I-11695, σκέψη 34, καθώς και της 20ής Μαΐου 2010, C-210/09, Scott και Kimberly Clark, που δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στη Συλλογή, σκέψη 21).
52 Επομένως, το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει υποχρέωση λήψεως όλων των ενδεδειγμένων μέτρων για την εξασφάλιση της εκτελέσεως των αποφάσεων της Επιτροπής που επιβάλλουν την ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τις ιδιαιτερότητες των διαφορετικών διαδικασιών που προβλέπουν συναφώς τα κράτη μέλη. Υπογραμμίζεται ότι δεν αντιβαίνει προς το δίκαιο της Ένωσης το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ουδεμία πρόθεση είχε να επιβάλει στις αρμόδιες σλοβακικές αρχές τον συγκεκριμένο τρόπο κατά τον οποίο όφειλε να ανακτηθεί η χορηγηθείσα στη Frucona παράνομη κρατική ενίσχυση, έστω και αν το θεσμικό αυτό όργανο εκτίμησε ότι η εφαρμοσθείσα διαδικασία δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση άμεσης και πραγματικής ανακτήσεως της παράνομης ενισχύσεως.
53 Κατά συνέπεια, δεν επικρίνεται αυτό καθαυτό το γεγονός ότι, μετά την έκδοση της αποφάσεως 2007/254, η φορολογική αρχή επιχείρησε να ανακτήσει δικαστικώς την παράνομη ενίσχυση, καθόσον τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, να επιλέγουν τα μέσα εκπληρώσεως των υποχρεώσεων που υπέχουν.
54 Εντούτοις, στην υπό κρίση υπόθεση, τα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες σλοβακικές αρχές δεν κατέληξαν στην ανάκτηση της παράνομης ενισχύσεως ούτε στην αποκατάσταση των κανονικών συνθηκών ανταγωνισμού. Το κύριο εμπόδιο στην ανάκτηση αυτή ήταν η απόρριψη, αρχικώς από το τοπικό δικαστήριο του Košice II και, εν συνεχεία, από το περιφερειακό δικαστήριο του Košice, της αγωγής που άσκησε η φορολογική αρχή στο πλαίσιο της διαδικασίας αναζητήσεως της ενισχύσεως ενώπιον των σλοβακικών δικαστηρίων, καθόσον τα εν λόγω δικαστήρια έκριναν ότι η απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου με την οποία εγκρίθηκε η συμφωνία του πτωχευτικού συμβιβασμού είχε περιβληθεί την ισχύ δεδικασμένου.
55 Επομένως, η υπό κρίση υπόθεση θέτει το ζήτημα αν ο αμετάκλητος χαρακτήρας αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου με την οποία εγκρίνεται, στο πλαίσιο δικαστικής εκκαθαρίσεως εταιρίας, πτωχευτικός συμβιβασμός από τον οποίο προκύπτει η μερική παραίτηση του Δημοσίου από απαίτηση κατά της εν λόγω εταιρίας, απαίτηση που μεταγενέστερα χαρακτηρίζεται από την Επιτροπή ως κρατική ενίσχυση, μπορεί να ματαιώσει την ανάκτηση της ενισχύσεως αυτής.
56 Συναφώς, υπογραμμίζεται, πρώτον, ότι η επίμαχη κατάσταση εν προκειμένω διακρίνεται από εκείνη της υποθέσεως που οδήγησε στην έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Lucchini την οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή και με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει την εφαρμογή διατάξεως του εθνικού δικαίου που σκοπεί στη θέσπιση της αρχής του δεδικασμένου, κατά το μέτρο που η εφαρμογή της εμποδίζει την ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως χορηγηθείσας κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, της οποίας το ασύμβατο προς την κοινή αγορά έχει διαπιστωθεί με απόφαση της Επιτροπής η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη (βλ. σκέψη 63 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Lucchini).
57 Συγκεκριμένα, στην υπό κρίση υπόθεση, η έχουσα ισχύ δεδικασμένου δικαστική απόφαση την οποία επικαλείται η Σλοβακική Δημοκρατία είναι μεταγενέστερη της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή επέβαλε την υποχρέωση ανακτήσεως της επίμαχης ενισχύσεως.
58 Κατά συνέπεια, όπως υποστηρίζει η Σλοβακική Δημοκρατία, η προπαρατεθείσα απόφαση Lucchini δεν μπορεί να επηρεάσει ευθέως την υπό κρίση υπόθεση.
59 Δεύτερον, υπενθυμίζεται η σημασία της αρχής του δεδικασμένου τόσο στην έννομη τάξη της Ένωσης όσο και στις εθνικές έννομες τάξεις. Συγκεκριμένα, προς διασφάλιση τόσο της σταθερότητας του δικαίου και των εννόμων σχέσεων όσο και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλεται να μην μπορεί να τεθεί ζήτημα κύρους των δικαστικών αποφάσεων οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, μετά την εξάντληση των προβλεπομένων ενδίκων μέσων ή μετά την εκπνοή των προθεσμιών που τάσσονται για την άσκηση αυτών των ενδίκων μέσων (αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-224/01, Köbler, Συλλογή 2003, σ. I-10239, σκέψη 38, της 16ης Μαρτίου 2006, C‑234/04, Kapferer, Συλλογή 2006, σ. I-2585, σκέψη 20, και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C-2/08, Fallimento Olimpiclub, Συλλογή 2009, σ. I‑7501, σκέψη 22).
60 Κατά συνέπεια, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει πάντοτε στα εθνικά δικαστήρια να μην εφαρμόζουν τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες που προσδίδουν ισχύ δεδικασμένου σε ορισμένη απόφαση, έστω και αν η μη εφαρμογή αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα να αποφευχθεί η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από την εν λόγω απόφαση (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Kapferer, σκέψη 21, και Fallimento Olimpiclub, σκέψη 23).
61 Όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας με τις προτάσεις του, τόσο από τη δικογραφία όσο και από τις παρατηρήσεις που κατέθεσε η Σλοβακική Δημοκρατία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι, κατά το εθνικό δίκαιο, οι αρχές αυτού του κράτους μέλους είχαν στη διάθεσή τους μέσα των οποίων η επιμελής εφαρμογή θα μπορούσε να έχει καταστήσει εφικτή στο εν λόγω κράτος την ανάκτηση της επίμαχης ενισχύσεως.
62 Εντούτοις, η Σλοβακική Δημοκρατία δεν προσκόμισε συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες οι εν λόγω αρχές χρησιμοποίησαν τα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους.
63 Ειδικότερα, όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 14 της παρούσας αποφάσεως, το εν λόγω κράτος μέλος δεν παρέσχε σαφείς πληροφορίες ως προς τη συνέχεια που δόθηκε στην αίτηση που υπέβαλε η φορολογική αρχή για την άσκηση έκτακτου ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το περιφερειακό δικαστήριο του Košice στις 21 Απριλίου 2008.
64 Επομένως, το Δικαστήριο οδηγείται στη διαπίστωση ότι, όσον αφορά τις συγκεκριμένες επικρίσεις της Επιτροπής, η Σλοβακική Δημοκρατία δεν προσκομίζει επαρκή στοιχεία από τα οποία να είναι δυνατό να συναχθεί ότι το κράτος μέλος αυτό προέβη, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, σε όλες τις δυνατές ενέργειες προκειμένου να επιτύχει την ανάκτηση της επίμαχης ενισχύσεως.
65 Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Σλοβακική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει εντός της προθεσμίας που της τάχθηκε όλα τα αναγκαία μέτρα για να ανακτήσει από τον αποδέκτη της την παράνομη ενίσχυση την οποία αφορά η απόφαση 2007/254, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και από το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
66 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Σλοβακική Δημοκρατίας, η οποία και ηττήθηκε, το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Σλοβακική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει εντός της προθεσμίας που της τάχθηκε όλα τα αναγκαία μέτρα για να ανακτήσει από τον αποδέκτη της την ενίσχυση την οποία αφορά η απόφαση 2007/254/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2006, περί της κρατικής ενίσχυσης C 25/2005 (πρώην NN 21/05) που χορηγείται από τη Σλοβακική Δημοκρατία υπέρ της Frucona Košice, a.s., παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 249, τέταρτο εδάφιο ΕΚ και από το άρθρο 2 της ως άνω αποφάσεως.
2) Καταδικάζει τη Σλοβακική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η σλοβακική.
Top