ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-297/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Νομικό πλαίσιο
1.1. Η κοινοτική νομοθεσία
1.
Η οδηγία 77/383/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977 ( ΕΕ ειδ. έκδ., 09/001, σ. 49 ), αποτελεί την έκτη οδηγία σχετικά με την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών (στο εξής: η έκτη οδηγία). Η οδηγία αυτή καθορίζει κατά τρόπο ομοιόμορφο τη βάση επιβολής του φόρου προστιθεμένης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ). Σύμφωνα με το άρθρο της 2 στον ΦΠΑ υπόκεινται οι παραδόσεις αγαθών και οι παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο εσωτερικό της χώρας υπό υποκειμένου στον φόρο καθώς και οι εισαγωγές αγαθών.
2.
Με τον τίτλο Χ της οδηγίας θεσπίζεται κοινός κατάλογος απαλλαγών. Το άρθρο 14 περιλαμβάνει τις απαλλαγές κατά την εισαγωγή. Η πρώτη του παράγραφος προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι:
« 1.
Με την επιφύλαξη άλλων κοινοτικών διατάξεων, τα κράτη μέλη απαλλάσσουν, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζουν, ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή και απλή εφαρμογή των προβλεπομένων κατωτέρω απαλλαγών και να αποτρέπεται κάθε ενδεχόμενη φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή ή κατάχρηση:
α)
(...)
β)
(...)
γ)
τις εισαγωγές αγαθών, τα οποία εδηλώθησαν ότι τίθενται υπό τελωνειακό καθεστώς προσωρινής εισαγωγής και απολαύουν, ως εκ τούτου, απαλλαγής εκ των δασμών ή θα ετύγχαναν παρομοίας απαλλαγής εάν εισήγοντο από τρίτη χώρα ».
3.
Τα φορολογικά συστήματα που ισχύουν για τις προσωρινές εισαγωγές έχουν αποτελέσει, σε κοινοτικό επίπεδο, το αντικείμενο περιορισμένης εναρμονίσεως. Στις 28 Μαρτίου 1983, το Συμβούλιο εξέδωσε την οδηγία 83/182/ΕΟΚ για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων (ΕΕ L 105, σ. 59, στο εξής: η οδηγία 83/182 ). Η οδηγία αυτή υποχρεώνει τα κράτη μέλη να χορηγούν, από την 1η Ιανουαρίου 1984, ατέλειες από τους φόρους κύκλου εργασιών, τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως και τους άλλους φόρους καταναλώσεως καθώς και ορισμένους φόρους που αναφέρονται στο παράρτημά της. Το πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μη εμπορικού χαρακτήρα μεταφορικών μέσων που έχουν αποκτηθεί ή αγοραστεί κατά τους γενικούς όρους φορολογίας που ισχύουν στην εσωτερική αγορά ενός κράτους μέλους.
4.
Το άρθρο 3 της οδηγίας 83/182 αφορά την προσωρινή εισαγωγή ορισμένων μεταφορικών μέσων για ιδιωτική χρήση:
« Η ατέλεια από τους φόρους που αναφέρονται στο άρθρο 1 χορηγείται για συνεχές ή όχι χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ανά δωδεκάμηνο κατά την προσωρινή εισαγωγή επιβατικών οχημάτων, τροχόσπιτων, σκαφών αναψυχής, ιδιωτικών αεροπλάνων και ποδηλάτων, υπό τους ακόλουθους όρους:
α)
ο ιδιώτης που εισάγει τα αγαθά αυτά πρέπει:
αα)
να έχει τη συνήθη κατοικία του σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος της προσωρινής εισαγωγής,
ββ)
να χρησιμοποιεί αυτά τα μεταφορικά μέσα για ιδιωτική του χρήση,
β)
τα μεταφορικά μέσα δεν επιτρέπεται να μεταβιβάζονται ούτε να εκμισθώνονται μέσα στο κράτος μέλος όπου εισάγονται προσωρινά, αλλά ούτε και να αποτελέσουν αντικείμενο χρησιδανείου προς κάτοικο αυτού του κράτους μέλους. Πάντως, τα επιβατικά οχήματα που ανήκουν σε επιχείρηση ενοικίασης, η καταστατική έδρα της οποίας βρίσκεται στην Κοινότητα, μπορούν να εκμισθωθούν εκ νέου σε μη κάτοικο προκειμένου να επανεξαχθούν, εάν αυτά βρίσκονται στη χώρα εις εκτέλεση συμβάσεως μισθώσεως η οποία έληξε στη χώρα αυτή. Μπορούν, επίσης, να επιστραφούν, από υπάλληλο της επιχείρησης ενοικίασης, στο κράτος μέλος όπου εκμισθώθηκαν αρχικά ακόμη και αν ο υπάλληλος αυτός κατοικεί στο κράτος μέλος στο οποίο έγινε η προσωρινή εισαγωγή. »
5.
Το άρθρο 5 της οδηγίας 83/182 προβλέπει ειδικούς κανόνες όσον αφορά τις περιπτώσεις προσωρινής εισαγωγής επιβατικών οχημάτων ιδιωτικής χρήσεως:
« 1.
Η ατέλεια από τους φόρους που αναφέρονται στο άρθρο 1 χορηγείται για την προσωρινή εισαγωγή επιβατικών οχημάτων στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)
κατά τη χρησιμοποίηση ενός επιβατικού οχήματος, η άδεια κυκλοφορίας του οποίου έχει εκδοθεί στη χώρα της συνήθους κατοικίας του χρήστη, για τη διαδρομή που διανύει τακτικά στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους για να πάει από την κατοικία του στον τόπο εργασίας της επιχείρησης και να επιστρέψει. Η ατέλεια αυτή δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό όσον αφορά τη διάρκειά της,
β)
κατά τη χρησιμοποίηση από φοιτητή ενός επιβατικού οχήματος, η άδεια κυκλοφορίας του οποίου έχει εκδοθεί στο κράτος μέλος της συνήθους κατοικίας του, στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο ο φοιτητής διαμένει αποκλειστικά και μόνο για τις σπουδές του.
2.
Η χορήγηση των ατελειών που προβλέπονται στην παράγραφο 1 υπόκειται μόνο στην τήρηση των όρων που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημεία α, β και γ. »
6.
Οι γενικοί κανόνες για τον καθορισμό της συνήθους κατοικίας ενός προσώπου περιλαμβάνονται στο άρθρο 7 και είναι οι εξής:
« 1.
Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ως “ συνήθης κατοικία ” νοείται ο τόπος στον οποίο ένα άτομο διαμένει συνήθως, δηλαδή τουλάχιστον 185ημέρες ανά ημερολογιακό έτος λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών ή, στην περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών από τους οποίους προκύπτουν στενοί δεσμοί μεταξύ αυτού του ατόμου και του τόπου στον οποίο κατοικεί.
Εντούτοις, η συνήθης κατοικία ατόμου, του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλον από τον τόπο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο για τον λόγο αυτό υποχρεώνεται να διαμένει διαδοχικά σε διάφορους τόπους που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών του δεσμών, με την προϋπόθεση ότι επιστρέφει τακτικά στον τόπο αυτό. Ο τελευταίος αυτός όρος δεν απαιτείται όταν το άτομο διαμένει σε ένα κράτος μέλος για την εκτέλεση αποστολής με καθορισμένη διάρκεια. Η φοίτηση σε πανεπιστήμιο ή άλλη σχολή δεν συνεπάγεται τη μεταφορά της συνήθους κατοικίας.
2.
Οι ιδιώτες αποδεικνύουν με οποιονδήποτε τρόπο τον τόπο της συνήθους κατοικίας τους, ιδίως με το δελτίο ταυτότητάς τους ή με οποιοδήποτε άλλο έγκυρο έγγραφο.
3.
Στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής αμφιβάλλουν για το κόρος της δήλωσης σχετικά με τη συνήθη κατοικία, που γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2, ή με σκοπό ορισμένους ειδικούς ελέγχους, οι αρχές αυτές μπορούν να ζητούν κάθε συμπληρωματικό πληροφοριακό ή αποδεικτικό στοιχείο. »
7.
Το άρθρο 9 της οδηγίας 83/182 περιλαμβάνει ορισμένους ειδικούς κανόνες. Ένας από τους κανόνες αυτούς, ο οποίος περιέχεται στην παράγραφό της 3 αφορά τη Δανία:
« 3.
Το Βασίλειο της Δανίας μπορεί να διατηρήσει τους ισχύοντες στη χώρα αυτή κανόνες σχετικά με τη συνήθη κατοικία, σύμφωνα με τους οποίους κάθε άτομο, συμπεριλαμβανομένων των φοιτητών και της περιπτώσεως του άρθρου 5, παράγραφος 1, σημείο β, της παρούσας οδηγίας, θεωρείται ότι έχει τη συνήθη κατοικία του στη Δανία αν διαμένει στη χώρα αυτή επί ένα έτος ή 365ημέρες σε χρονική περίοδο 24 μηνών.
Εντούτοις, για να αποφευχθεί κάθε διπλή επιβολή φόρου:
—
όταν η εφαρμογή των κανόνων αυτών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ένα άτομο έχει δύο κατοικίες, η συνήθης κατοικία του ατόμου αυτού βρίσκεται στον τόπο στον οποίο διαμένουν ο/η σύζυγός του και τα τέκνα του,
—
σε παρόμοιες περιπτώσεις, το Βασίλειο της Δανίας συνεννοείται με το άλλο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ώστε να καθοριστεί ποιά από τις δύο κατοικίες πρέπει να ληφθεί υπόψη για την επιβολή του φόρου.
Πριν από την παρέλευση τριών ετών, το Συμβούλιο θα επανεξετάσει με βάση έκθεση της Επιτροπής την παρέκκλιση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο και θα θεσπίσει ενδεχομένως, μετά από πρόταση της Επιτροπής και βάσει του άρθρου 99 της Συνθήκης, τα αναγκαία μέτρα που θα εξασφαλίσουν την κατάργηση της. »
8.
Τέλος, το άρθρο 10 προβλέπει ορισμένες τελικές διατάξεις. Η παράγραφος του 2 έχει ως εξής:
« 2.
Όταν η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας παρουσιάζει στην πράξη δυσκολίες, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών λαμβάνουν με κοινή συμφωνία τις αναγκαίες αποφάσεις λαμβάνοντας υπόψη τις συμβάσεις και τις κοινοτικές οδηγίες για αμοιβαία συνδρομή. »
Από την τελευταία παράγραφο του άρθρου αυτού προκύπτει ότι η οδηγία 83/182 απλώς αποτελεί ένα πρώτο στάδιο εναρμονίσεως:
«4.
Κάθε δύο χρόνια η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη, υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στα κράτη μέλη, ιδίως όσον αφορά την έννοια της “ συνήθους κατοικίας ” και προτείνει τις απαραίτητες κοινοτικές διατάξεις προκειμένου να εγκαθιδρυθεί τελικά ενιαίο σύστημα σε όλα τα κράτη μέλη. »
9.
Στις 4 Φεβρουαρίου 1987 η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο πρόταση οδηγίας για την τροποποίηση της οδηγίας 83/182 (ΕΕ C 40, σ. 7). Με την πρόταση αυτή αποσκοπείτο η επέκταση των ατελειών που προβλέπονταν στην οδηγία 83/182 σε σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις, κυρίως όταν οι κάτοικοι κράτους μέλους έχουν προσωπικές ή επαγγελματικές σχέσεις σε άλλα κράτη μέλη και όταν είναι προφανές, ότι δεν υφίσταται πρόθεση απάτης ή φοροδιαφυγής. Η πρόταση αυτή δεν έχει εισέτι υιοθετηθεί από το Συμβούλιο.
1.2. Η Δανική νομοθεσία
10.
Η εισαγωγή και η προσωρινή χρησιμοποίηση ορισμένων μεταφορικών μέσων στη Δανία διέπονται από την υπουργική απόφαση αριθ. 24 της 30ής Ιανουαρίου 1984 ( Lovtidende Α, 1984, σ. 173 ), για τη μεταφορά στο δανικό δίκαιο της οδηγίας 83/182. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής, πρόσωπα που δεν κατοικούν στο τελωνειακό έδαφος της Δανίας μπορούν να εισάγουν και να χρησιμοποιούν ατελώς ορισμένα μεταφορικά μέσα υπό την προϋπόθεση ότι τα μέσα αυτά δεν ανήκουν σε άτομα που κατοικούν στο έδαφος αυτό, δεν χρησιμοποιούνται απ' αυτά ούτε διατίθενται για μεταφορές για λογαριασμό τρίτων μεταξύ τόπων κείμενων στο εν λόγω έδαφος. Η έννοια της κατοικίας επί του εδάφους αυτού προσδιορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, κατά το οποίο ένα πρόσωπο λογίζεται ως έχον εγκαταστήσει στο έδαφος αυτό την κατοικία του όταν έχει διαμείνει εκεί επί ένα έτος. Ένα πρόσωπο που βρίσκεται κατά διαστήματα στο έδαφος αυτό λογίζεται ότι έχει διαμείνει εκεί επί ένα έτος αν, κατά τη διάρκεια των 24 τελευταίων μηνών ή επί μικρότερο διάστημα, έχει διαμείνει, εκεί επί 365 συνολικώς ημέρες.
11.
Σε περίπτωση που η εισαγωγή ενός μεταφορικού μέσου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προαναφερθείσας αποφάσεως αριθ. 24, καταβάλλεται γι' αυτήν ΦΠΑ. Αν ο ΦΠΑ έχει ήδη καταβληθεί για το ίδιο μεταφορικό μέσον σε άλλο κράτος μέλος, καταβάλλεται μόνο η διαφορά μεταξύ του αλλοδαπού και του δανικού ΦΠΑ. Αυτό προκύπτει από την υπουργική απόφαση αριθ. 367 της 29ης Ιουνίου 1988 ( Lovtidende Α, 1988, σ. 254). Παράλληλα με την υποχρέωση καταβολής του ΦΠΑ, η δανική νομοθεσία επιβάλλει την υποχρέωση ταξινομήσεως των αυτοκινήτων που χρησιμοποιούνται ή πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στο δανικό εθνικό οδικό δίκτυο, και αυτό εντός προθεσμίας 14ημερών από την εισαγωγή καθώς και την καταβολή για τον λόγο αυτό του φόρου ταξινομήσεως.
2. Τα πραγματικά περιστατικά και η διαφορά της κύριας δίκης
12.
Στις 6 Απριλίου 1973, ο Nicolai Christian Ryborg, Δανός υπήκοος, μετανάστευσε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όπου βρήκε εργασία και στέγη. Κατά τα επόμενα έτη, μετέβαινε τακτικά στη Δανία με αυτοκίνητο καταχωρισμένο στη Γερμανία. Ωστόσο, σύμφωνα με έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 6ης Απριλίου 1982, η χρησιμοποίηση του αυτοκινήτου αυτού στη Δανία από το εν λόγω άτομο δεν συνεπαγόταν και υποχρέωση ταξινομήσεως του στο κράτος αυτό. Εξάλλου, σύμφωνα με το έγγραφο αυτό ο ενδιαφερόμενος όφειλε να έλθει εκ νέου σε επαφή με τις αρμόδιες δανικές αρχές σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας ή εργασίας.
13.
Τον Οκτώβριο του 1982 ο Ryborg απέκτησε νέο αυτοκίνητο το οποίο ταξινόμησε στη Γερμανία. Κατά την περίοδο μεταξύ της 12ης Νοεμβρίου 1982 και της 17ης Ιανουαρίου 1984, χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο αυτό για να επισκέπτεται μια φίλη του που κατοικούσε στη Δανία, στην οικία της οποίας συνήθως διανυκτέρευε. Σύμφωνα με τις δανικές αρχές, ο δεσμός αυτός του Ryborg με τη φίλη του ήταν τέτοιας φύσεως ώστε να πρέπει να θεωρηθεί ότι ο Ryborg είχε την οικία της ως συνήθη κατοικία. Στις 17 Ιανουαρίου 1984, οι δανικές αρχές κατέσχον το αυτοκίνητο του για τον λόγο ότι έπρεπε αυτό να έχει ταξινομηθεί στην Δανία.
14.
Κατά του Ryborg ασκήθηκε, στις 9 Αυγούστου 1984, ποινική δίωξη και απηγγέλθη κατ' αυτού η κατηγορία ότι είχε εκ προθέσεως προβεί στην παράνομη εισαγωγή, στις 12 Νοεμβρίου 1982, του εν λόγω αυτοκινήτου στη Δανία χωρίς να το έχει δηλώσει στις τελωνειακές αρχές για την καταβολή των σχετικών δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων καθώς και ότι το χρησιμοποιούσε στη Δανία από τις 12 Νοεμβρίου 1982 έως τις 17 Ιανουαρίου 1984 χωρίς να έχει καταβάλει τις οφειλόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις. Κατηγορήθηκε επίσης ότι δεν είχε ταξινομήσει το αυτοκίνητό του στη Δανία καθώς επίσης ότι είχε παραλείψει να αγοράσει την υποχρεωτική βινιέττα. Ο Ryborg παρεπέμφθη στο ακροατήριο του Kriminalret του Sønderborg προκειμένου να δικαστεί για τις παραβάσεις αυτές.
15.
Ενώπιον του Kriminalret ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είχε ως κατοικία του την οικία της Δανέζας φίλης του. Ωστόσο ανέφερε ότι, από το Φθινόπωρο του 1981, διανυκτέρευε συχνά στην οικία της και ότι, από τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1982, περνούσε όλες σχεδόν τις νύχτες της εβδομάδος καθώς και ορισμένα Σαββατοκύριακα στην οικία της, ενώ είχαν και οι δύο περάσει άλλα Σαββατοκύριακα στο διαμέρισμά του στο Flensburg, καθώς επίσης είχαν κάνει μαζί διακοπές. Μια φορά κάθε τρεις εβδομάδες, όταν είχε νυχτερινή εργασία στο Flensburg, διανυκτέρευε στο διαμέρισμά του στην πόλη αυτή.
16.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 1984 το Kriminalret έκρινε, βάσει των ανωτέρω στοιχείων, ότι ο Ryborg, ενόψει της δανικής φορολογικής νομοθεσίας, κατοικούσε στη Δανία από τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1982 και ότι ήταν ένοχος όλων των κατ' αυτού κατηγοριών εκτός αυτής κατά την οποία η παράνομη εισαγωγή είχε γίνει εκ προθέσεως. Ο Ryborg καταδικάστηκε σε πρόστιμο 30000 δανικών κορωνών ( DKR ) και υποχρεώθηκε να καταβάλει ποσό 31324 DKR ως ΦΠΑ.
17.
Κατά της αποφάσεως αυτής η εισαγγελική αρχή άσκησε έφεση ενώπιον του Vestre Landsret το οποίο, με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1984, έκρινε ότι ο Ryborg ήταν ένοχος όλων των αναφερόμενων στο κατηγορητήριο αδικημάτων, συμπεριλαμβανομένης και της εκ προθέσεως παράνομης εισαγωγής, και αύξησε το πρόστιμο στις 66000 DKR. Σχετικά με την εκ προθέσεως εισαγωγή το Landsret έκρινε ότι ο Ryborg είχε παραδεχθεί ότι από τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1982 περνούσε όλες τις νύχτες της εβδομάδας στην οικία της φίλης του στη Δανία και ότι είχε ενημερωθεί, με το έγγραφο του Υπουγείου Δικαιοσύνης της 6ης Απριλίου 1982, αναφορικά με τα περιεχόμενα των κανόνων σχετικά με την υποχρέωση ταξινομήσεως.
18.
Κατά της αποφάσεως της 24ης Οκτωβρίου 1984, ο Ryborg άσκησε αναίρεση ενώπιον του Højesteret ζητώντας την απαλλαγή του από τις κατηγορίες, ενώ η εισαγγελική αρχή ζήτησε την επικύρωση της ανωτέρω αποφάσεως με μείωση του προστίμου στις 47000 DKR καθώς και μείωση του οφειλομένου ΦΠΑ στις 12054 DKR προκειμένου να ληφθεί υπόψη, και στις δύο περιπτώσεις, ο ΦΠΑ που είχε καταβληθεί για το αυτοκίνητο αυτό στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
19.
Το αυτοκίνητο αυτό βρίσκεται από τις 17 Ιανουαρίου 1984, ημερομηνία της κατασχέσεως του, αποθηκευμένο στην αστυνομία, διότι ο Ryborg αρνήθηκε να παράσχει εγγύηση για τις οφειλόμενες επιβαρύνσεις. Ύστερα από την ημερομηνία εκείνη, δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να επισκέπτεται καθημερινώς τη φίλη του και συναντώνταν μόνο τα Σαββατοκύριακα. Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι ο Ryborg απέκτησε, στις 13 Μαρτίου 1989, τη γερμανική ιθαγένεια.
3. Τα προδικαοτικά ερωτήματα
20.
Ενώπιον του Højesteret, ο Ryborg δικαιολόγησε το αίτημά του απαλλαγής ισχυριζόμένος ότι είναι αντίθετη προς την Συνθήκη ΕΟΚ και την οδηγία 83/182η απαίτηση ταξινομήσεως του αυτοκινήτου του καθώς και καταβολής των σχετικών φόρων. Αντιθέτως, η εισαγγελική αρχή φρονεί ότι ορθώς η διοίκηση απαιτεί την εν λόγω ταξινόμηση και καταβολή, εφόσον ο Ryborg πρέπει να θεωρηθεί ως έχων τη συνήθη, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, κατοικία του στη Δανία.
21.
Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε επίσης ότι οι δανικές αρχές είχαν αξιώσει την ταξινόμηση του αυτοκινήτου του και την καταβολή συμπληρωματικών φορολογικών επιβαρύνσεων χωρίς να έχουν προηγουμένως συζητήσει ή διαπραγματευθεί με τις γερμανικές αρχές και ότι η παράλειψη αυτή αντιβαίνει στο άρθρο 10 της οδηγίας 83/182. Αντιθέτως, η εισαγγελική αρχή θεωρεί ότι το άρθρο αυτό δεν επιβάλλει στις εθνικές αρχές να συνεννοούνται όσον αφορά συγκεκριμένες περιπτώσεις κάι ότι το εν λόγω άρθρο δεν απονέμει δικαιώματα που οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
22.
Κατόπιν αυτής της διαστάσεως γνωμών ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Højesteret αποφάσισε, με Διάταξη της 22ας Αυγούστου 1989, να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Πρώτη εναλλακτική διατύπωση
Βάσει ποιων κριτηρίων πρέπει, ενόψει του άρθρου 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων, να καθοριστεί αν ο υπήκοος της χώρας Β έχει τη συνήθη κατοικία του στη χώρα Α ή στη χώρα Β, λαμβανομένου υπόψη ότι:
α)
δήλωσε στις αρχές και των δύο κρατών ότι μετοίκησε στη χώρα Α,
β)
στη συνέχεια, εργαζόταν και κατοικούσε συνήθως στη χώρα Α,
γ)
κατόπιν, χωρίς να δηλώσει ότι μετοίκησε στη χώρα Β και διατηρώντας ταυτόχρονα την κατοικία του και την εργασία του στη χώρα Α, διανυκτέρευε στην οικία φίλης του στη χώρα Β όλες τις ημέρες της εβδομάδας, επί ένα και πλέον έτος, με εξαίρεση μία νύχτα κάθε τρεις εβδομάδες όπου διανυκτέρευε στην κατοικία του στη χώρα Α λόγω νυκτερινής απασχολήσεως ομοίως, διανυκτέρευε με τη φίλη του αυτή ορισμένα Σαββατοκύριακα στην κατοικία της στη χώρα Β ή στη δική του κατοικία στη χώρα Α και περνούσε επίσης μαζί της τις διακοπές του;
Δεύτερη εναλλακτική διατύπωση
Βάσει ποιων κριτηρίων πρέπει, ενόψει του άρθρου 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων, να καθορισθεί αν ο υπήκοος της χώρας Β έχει τη συνήθη κατοικία του στη χώρα Α ή στη χώρα Β, λαμβανομένου υπόψη ότι:
α)
δήλωσε στις αρχές και των δύο κρατών ότι μετοίκησε στη χώρα Α,
β)
στη συνέχεια, είχε την εργασία του και τη συνήθη κατοικία του στη χώρα Α,
γ)
κατόπιν, χωρίς να δηλώσει ότι μετοίκησε στη χώρα Β και διατηρώντας ταυτόχρονα την κατοικία του και την εργασία του στη χώρα Α, διανυκτέρευε στην οικία φίλης του στη χώρα Β όλες τις ημέρες της εβδομάδας επί ένα και πλέον έτος;
2)
Απαγορεύει η περιεχόμενη στο άρθρο 10 της οδηγίας 82/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου επιταγή συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών για την πρακτική εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας στο κράτος μέλος Β να επιβάλει, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με το κράτος μέλος Α, σε έναν από τους υπηκόους του που έχει ταξινομήσει το αυτοκίνητο του και καταβάλει τους σχετικούς φόρους στο κράτος μέλος Α, να ταξινομήσει το ίδιο αυτό αυτοκίνητο και να καταβάλει προσθέτους δασμούς στο κράτος μέλος Β, όταν το κράτος μέλος Β θεωρεί ότι το εν λόγω πρόσωπο έχει ήδη τη συνήθη κατοικία του στο κράτος μέλος Β;
3)
Παρέχει το άρθρο 10 της οδηγίας στους ιδιώτες δικαιώματα τα οποία μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων; »
23.
Το Højesteret παρατηρεί ότι έκρινε αναγκαίο να υποβάλει το πρώτο ερώτημα υπό εναλλακτική διατύπωση- η πρώτη διατύπωση ερείδεται επί των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίχθηκε το Kriminalret του Sønderborg, ενώ η δεύτερη βασίζεται στα γεγονότα στα οποία ρητώς αναφέρεται η απόφαση του Landsret. Το Højesteret προσθέτει ότι πρόκειται να αποφανθεί στην κύρια δίκη με βάση τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η τελευταία αυτή απόφαση, πλην όμως εξακολουθεί να διατηρεί κάποιες αμφιβολίες ως προς το αν το Landsret αρκέστηκε στο να λάβει θέση επί ενός μέρους των δηλώσεων του Ryborg ενώπιον του Kriminalret ή αν στηρίχθηκε στις άλλες δηλώσεις του κατηγορουμένου σχετικά με τις σχέσεις του με τη φίλη του στη Δανία.
4. Η ενώπιον νου Δικαστηρίου διβόικασία
24.
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Σεπτεμβρίου 1989.
25.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις:
—
στις 8 Ιανουαρίου 1990, ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από τον G. Lett, δικηγόρο Κοπεγχάγης,
—
στις 9 Ιανουρίου 1990, η Δανική Κυβέρνηση εκπροσωπούμενη από τον J. Molde, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
—
στις 21 Δεκεμβρίου 1989, η Βρετανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Ε. Collins, Treasury Solicitor, και D. Anderson, barrister,
—
στις 2 Ιανουαρίου 1990, η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την E. Belliard, υποδιευθύντρια της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Μ. Giacomini, Γραμματέα Εξωτερικών Υποθέσεων στο ίδιο Υπουργείο,
—
στις 21 Δεκεμβρίου 1989, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. F. Buhl, νομικό της σύμβουλο.
26.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
27.
Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο ανέθεσε, με απόφαση της 22ας Μαΐου 1990, την υπόθεση στο έκτο του τμήμα.
II — Περίληψη των παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1. Επί της διαχρονικής εφαρμογής της οδηγίας 83/182
28.
Ο Ryborg παρατηρεί ότι τα περιστατικά που απετέλεσαν την αιτία της διαφοράς της κύριας δίκης συνέβησαν κατά την περίοδο μεταξύ της 12ης Νοεμβρίου 1982 και της 17ης Ιανουαρίου 1984, ενώ η οδηγία 83/182 έπρεπε να έχει τεθεί σε ισχύ το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1984. Ωστόσο, η μερική αυτή χρονική διαφορά δεν συνεπάγεται, κατά τη γνώμη του, ότι η επίμαχη περίοδος δεν μπορεί να εξεταστεί υπό το φως της οδηγίας, δοθέντος ότι η εισαγγελική αρχή κατέστησε γνωστό κατά τη διαδικασία της κύριας δίκης ότι η εθνική νομοθεσία ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της οδηγίας όσον αφορά την κατοικία ήδη από την 1η Ιανουαρίου 1984.
2. Επί της εννοίας της συνήθους κατοικίας
29.
Ο Ryborg παρατηρεί ότι οι κανόνες σχετικά με τη συνήθη κατοικία που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/182, δίδουν έμφαση στον τόπο των προσωπικών δεσμών όπου ο σχετικός ιδιώτης διαμένει συνήθως. Η εν λόγω οδηγία δεν καθορίζει το τι πρέπει να νοείται με τους δεσμούς αυτούς. Ωστόσο, απαντώντας σε ερώτηση ευρωβουλευτή, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ότι οι προσωπικοί δεσμοί ενός μη συνδεομένου διά γάμου ζεύγους καθορίζονται βάσει των ιδίων κριτηρίων με αυτά που εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό των προσωπικών δεσμών άλλων ατόμων, δηλαδή: κοινή στέγη, συχνότης επισκέψεων, επιμερισμός δαπανών κ.λπ. (ΕΕ 1987, C 351, σ. 16). Ο Ryborg θεωρεί ότι η εφαρμογή εν προκειμένω των κριτηρίων αυτών δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι η σχέση του με τη Δανέζα φίλη του μπορεί ή όχι να εξομοιωθεί προς συζυγική σχέση. Δεν υφίσταται κανένα στοιχείο σχετικά με κοινή στέγη ή ενδεχόμενο επιμερισμό δαπανών. Αντιθέτως είναι δεδομένο ότι αυτός διατηρούσε, κατά την επίμαχη περίοδο, την εργασία και το διαμέρισμά του στο Flensburg ενώ, δεν συναντούσε, μετά την κατάσχεση του αυτοκινήτου του, τη φίλη του παρά μόνο τα Σαββατοκύριακα.
30.
Εξάλλου ο Ryborg επισημαίνει ότι η υποστηριζόμενη από τις δανικές αρχές άποψη είναι παράδοξη. Αν είχε πράγματι ταξινομήσει το αυτοκίνητό του στη Δανία και καταβάλει τις οφειλόμενες εκεί φορολογικές επιβαρύνσεις, θα είχε προφανώς ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους. Αυτό ωστόσο δεν θα τον διασφάλιζε έναντι των γερμανικών αρχών οι οποίες, με τη σειρά τους, θα μπορούσαν να κατάσχουν το αυτοκίνητό του. Στην παράδοξη αυτή αλληλουχία τίθεται επίσης το πρόβλημα σχετικά με το εντός ποιας προθεσμίας όφειλε ο Ryborg να έχει ταξινομήσει το αυτοκίνητό του στη Δανία. Πράγματι, οι δανικές αρχές θεώρησαν απλώς ότι ο Ryborg είχε αλλάξει κατοικία λόγω της συχνότητας των επισκέψεων του στη Δανία χωρίς ωστόσο να διευκρινίσουν από ποιο χρονικό σημείο και μετά όφειλε να έχει ταξινομήσει το αυτοκίνητό του. Θα μπορούσε εξάλλου να ανακύψει πρόβλημα σχετικά με το τι θα συνέβαινε αν οι σχέσεις με τη φίλη του άρχιζαν να μη πηγαίνουν και τόσο καλά με αποτέλεσμα οι επισκέψεις του να περιορίζονται τα Σαββατοκύριακα.
31.
Η παράδοξη και ασαφής αυτή στάση των δανικών αρχών έχει κατά τον Ryborg ως συνέπεια να μην αποτελεί το αυτοκίνητο το κατάλληλο μεταφορικό μέσο για πρόσωπα που έχουν δεσμούς σε δύο κράτη με κοινά σύνορα. Αυτό είναι ασυμβίβαστο με τον σκοπό της οδηγίας 83/182η οποία αποβλέπει στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων εντός της Κοινότητας. Η σημασία του σκοπού αυτού έχει επίσης υπογραμισθεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις αποφάσεις του σχετικά με πραγματικές καταστάσεις προγενέστερες της θέσεως σε ισχύ της οδηγίας (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985, υπόθεση 249/84, Profant, Συλλογή 1985, σ. 3250 και απόφαση της 6ης Ιουλίου 1988, υπόθεση 127/86, Ledoux, Συλλογή 1988, σ. 3741).
32.
Κατά την Δανική Κυβέρνηση το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/182 δεν αναφέρεται ρητώς σε πρόσωπα που διασχίζουν καθημερινώς τα σύνορα για να μεταβαίνουν στην εργασία τους και να επιστρέφουν από αυτήν. Επιβάλλεται ωστόσο η αναφορά στην εν λόγω διάταξη, διότι αυτή περιέχει τους γενικούς κανόνες για τον καθορισμό της έννοιας της συνήθους κατοικίας. Οι κανόνες αυτοί δίδουν αποφασιστική σημασία στον τόπο όπου ένας ιδιώτης έχει τους προσωπικούς του δεσμούς. Η δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής κατά την ψήφιση της οδηγίας 83/182, σχετικά με το άρθρο της 7, παράγραφος 1, αποτελεί τη διακήρυξη βασικής αρχής που πρέπει να εφαρμόζεται για τον καθορισμό των προσωπικών αυτών δεσμών σε καταστάσεις όπως η προκείμενη. Η βασική αυτή αρχή ερείδεται στους οικογενειακούς ή κοινωνικούς δεσμούς του ενδιαφερομένου. Συναφώς, έχει σημασία το πού το εν λόγω άτομο περνά τον ελεύθερο χρόνο του. Ο ελεύθερος αυτός χρόνος δεν περιλαμβάνει μόνο τις περιόδους διακοπών αλλά και τις νύχτες της εβδομάδας.
33.
Στην αλληλουχία αυτή πρέπει κυρίως να δοθεί σημασία στις συζυγικές σχέσεις ή σε σχέσεις εξομοιώσιμες προς γάμο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, έχει κυρίως σημασία να καθοριστεί από πότε υφίσταται η σχέση, πώς οι ενδιαφερόμενοι έχουν οργανώσει τη ζωή τους από πρακτική και οικονομική άποψη καθώς και ποιο μέρος του ελεύθερου χρόνου τους περνούν μαζί. Εκτός από τους προσωπικούς αυτούς δεσμούς, πρέπει να εξετάζονται και οι σχέσεις που έχει ο ενδιαφερόμενος με άλλα μέλη της οικογενείας του καθώς και οι κοινωνικές σχέσεις του στον τόπο των ψυχαγωγικών του ενασχολήσεων.
34.
Κατά την Βρετανική Κυβέρνηση η εφαρμογή του άρθρου 7 της οδηγίας 83/182 αποτελεί κατ' ουσίαν πραγματικό ζήτημα η εκτίμηση του οποίου εμπίπτει στα εθνικά δικαστήρια. Ωστόσο, κατά τη γνώμη της, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τους θεμελιώδεις σκοπούς της εναρμονίσεως σχετικά με τον ΦΠΑ όπως, κυρίως, η προώθηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των εμπορευμάτων και η πρόληψη των περιπτώσεων διπλής φορολογήσεως. Καίτοι το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει τη σημασία των στόχων αυτών σε υποθέσεις σχετικές με περιπτώσεις προσωρινής εισαγωγής προγενέστερες της θέσεως σε ισχύ της οδηγίας 83/182, δεν πρέπει, εν προκειμένω, να γίνει παρέκκλιση από την αρχή που έχει καθιερωθεί στις υποθέσεις αυτές, Ωστόσο, τα όρια που το κοινοτικό δίκαιο θέτει στην εκτίμηση των εθνικών δικαστηρίων δεν πρέπει να αφορούν την απλή διαπίστωση γεγονότων. Επομένως, το Δικαστήριο δεν πρέπει να καθορίσει συγκεκριμένο κριτήριο αναφορικά με τον αριθμό των νυκτών ανά εβδομάδα για τον καθορισμό της κατοικίας ή των προσωπικών δεσμών ενός προσώπου.
35.
Στη συνέχεια η Βρετανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το πρόβλημα που θέτει το Højesteret με το πρώτο του ερώτημα πρέπει να εξεταστεί υπό άλλο πρίσμα' πράγματι, πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν οι γερμανικές αρχές θα μπορούσαν να κατάσχουν το αυτοκίνητο του Ryborg σε περίπτωση που θα το είχε καταχωρίσει στη Δανία. Η απάντηση στο υποθετικό αυτό ερώτημα είναι αρνητική.
36.
Τέλος, η Βρετανική Κυβέρνηση προτείνει διάφορα κριτήρια για τον καθορισμό της κατοικίας κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας 83/182. Καίτοι αυτές καθαυτές οι διατυπώσεις σχετικά με τη δήλωση αναχωρήσεως από μια χώρα και αφίξεως σε άλλη δεν αποτελούν, κατ' ανάγκη, αποδεικτικά στοιχεία, παρέχουν ωστόσο τις πρώτες χρήσιμες ενδείξεις. Περαιτέρω είναι σαφές ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 7, η φυσική παρουσία είναι όντως σημαντική για τον καθορισμό των προσωπικών δεσμών ενός ατόμου. Συναφώς, η Βρετανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι η ιδιοκτησία ενός ακινήτου σε κράτος μέλος δεν μπορεί να συνιστά προσωπικό δεσμό όταν δεν υφίσταται μόνιμη κατά το μάλλον ή ήττον διαμονή στο ακίνητο αυτό. Τέλος, η Βρετανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι ο γενικός κανόνας που προβλέπει το άρθρο 3 της οδηγίας 83/182, κατά τον οποίο ένας ιδιώτης δεν μπορεί να εισαγάγει ατελώς το αυτοκίνητότου στο κράτος μέλος της συνήθους του κατοικίας, πρέπει, χάριν της ασφάλειας του δικαίου, να αποτελεί, παρά την εξαίρεση που έχει δεχθεί το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση του της 6ης Ιουλίου 1988, τον γενικό κανόνα. Οι μεγάλες διαφορές που υφίστανται όσον αφορά τη φορολογία των αυτοκινήτων εντός της Κοινότητας καθώς και οι σχετικές δυνατότητες απάτης καθιστούν αναγκαία την ύπαρξη ενός τέτοιου κανόνα.
37.
Η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι το γεγονός ότι ο. Ryborg περνούσε όλες σχεδόν τις νύχτες της εβδομάδας καθώς και μεγάλο μέρος του χρόνου αναπαύσεως και διακοπών του στην οικία φίλης του στη Δανία θα έπρεπε να αρκεί για να θεωρηθεί αυτός ως κάτοικος Δανίας κατά την έννοια της οδηγίας 83/182. Πράγματι, κατά το ημερολογιακό έτος 1983, διέμεινε περισσότερες από 185ημέρες στη Δανία έχοντας εκεί προσωπικούς δεσμούς. Το γεγονός ότι ο Ryborg διαθέτει στέγη στο Flensburg δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά το κύριο στοιχείο του καθορισμού της διαμονής του που πρέπει να είναι ο τόπος των συνήθων και σταθερών προσωπικών του δεσμών.
38.
Η Επιτροπή επισημαίνει καταρχάς ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 83/182 δίδει, όσον αφορά τη Δανία, ειδικό ορισμό της έννοιας της συνήθους κατοικίας. Με τον ορισμό αυτό γίνεται αναφορά στον σύζυγο και τα τέκνα του ενδιαφερομένου, ενώ το άρθρο 7 της ίδιας οδηγίας στηρίζεται στους προσωπικούς του δεσμούς. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι με τον όρο σύζυγος πρέπει να νοείται αποκλειστικά το πρόσωπο με το οποίο ο ενδιαφερόμενος συνδέεται διά γάμου ( απόφαση της 17ης Απριλίου 1986, υπόθεση 59/85, Reed, Συλλογή 1986, σ. 1283).
39.
Λόγω του ότι τα επίμαχα γεγονότα συνέβησαν κυρίως πριν από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της οδηγίας 83/182, η Επιτροπή φρονεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με υποθέσεις προσωρινής εισαγωγής προγενέστερες της ημερομηνίας αυτής εξακολουθεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, δυνάμει των διατάξεων της Συνθήκης και κυρίως του άρθρου της 5, έχει ήδη διασφαλισθεί σε ικανοποιητικό βαθμό η ελεύθερη κυκλοφορία των ιδιοκτητών αυτοκινήτων. Επίσης η εν λόγω νομολογία επιβάλλει στα κράτη μέλη το καθήκον να αποφεύγουν τις διπλές φορολογήσεις (απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1984, υπόθεση 134/83, Abbink, Συλλογή 1984, σ. 4097). Η οδηγία 83/182 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως της νομολογίας αυτής, εφόσον σκοπός της είναι ακριβώς η παγίωση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που ήδη διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των κατοίκων της Κοινότητας που χρησιμοποιούν το αυτοκίνητό τους.
40.
Έτσι με την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1984 καθιερώθηκε η απαίτηση της υπάρξεως στις νομοθεσίες αντικειμενικών και ελέγξιμων στοιχείων ώστε να αποφεύγονται οι φορολογικές απάτες. Η απαίτηση αυτή ισχύει και όσον αφορά την ερμηνεία της έννοιας της συνήθους κατοικίας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο ορισμός που έχει δώσει το Δικαστήριο στην έννοια αυτή στο πλαίσιο μιας υποθέσεως κοινωνικής ασφαλίσεως ( απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973, υπόθεση 13/73, Angenieux, Smi. 1973, σ. 935), ικανοποιεί την απαίτηση αυτή. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, με τον όρο κατοικία πρέπει να νοείται ο τόπος όπου ο ενδιαφερόμενος έχει εγκαταστήσει το μόνιμο κέντρο των συμφερόντων του.
41.
Ο καθορισμός της εννοίας της συνήθους κατοικίας πρέπει όχι μόνο να ικανοποιεί αυτή την απαίτηση της αντικειμενικότητας αλλά και την απαίτηση ομοιόμορφης αποδοχής εντός ολόκληρης της Κοινότητας. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, υπόθεση 284/87, Schäflein, Συλλογή 1988, σ. 4475), προκύπτει ότι λόγω της τελευταίας αυτής απαιτήσεως, η συνήθης κατοικία δεν μπορεί να καθορίζεται ανάλογα με τον αριθμό απλώς των νυχτών που ένας ιδιώτης έχει περάσει κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου σε χώρα άλλη εκτός αυτής όπου έχει επί αρκετά έτη την εργασία και την κατοικία του. Πρέπει επίσης να υφίστανται εκεί και άλλα στοιχεία από τα οποία να διαπιστώνεται κάποιος ιδιαίτερος δεσμός μεταξύ του Ryborg και του τόπου στη Δανία όπου διανυκτέρευε τακτικά. Τα άλλα αυτά στοιχεία πρέπει να εκτιμώνται κατά τρόπο συγκεκριμένο σε κάθε ατομική περίπτωση και να παρουσιάζουν κάποια σταθερότητα, συνέχεια, πρόθεση και διαφάνεια. Συναφώς, θα μπορούσε να ληφθεί ως ένδειξη το γεγονός της αναλήψεως οικονομικών υποχρεώσεων, όπως η καταβολή ενοικίου ή η αγορά αγαθών και τρεχουσών υπηρεσιών (τρόφιμα, θέρμανση, τηλέφωνο κ.λπ.).
3. Επί της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρχών
42.
Ο Ryborg φρονεί ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 83/182 πρέπει να έχει άμεσο αποτέλεσμα, άλλως οι ιδιώτες στερούνται προστασίας έναντι της αυθαιρεσίας, όσον αφορά δημοσιονομικής φύσεως θέματα των εθνικών αρχών. Αυτό ισχύει ιδίως ενόψει της κατάφωρης ελλείψεως συνεργασίας σε μια περίπτωση, όπως η προκείμενη, κατά την οποία υπάρχει κίνδυνος ανταγωνισμού μεταξύ των φορολογικών αρχών δύο κρατών μελών όσον αφορά τις υποχρεώσεις σχετικά με την ταξινόμηση και τη φορολόγηση αυτοκινήτου.
43.
Αντιθέτως, η Δανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι μια διάταξη οδηγίας μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα μόνο όταν είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής. Το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 83/182 δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Αφήνει στα κράτη μέλη σημαντική εξουσία εκτιμήσεως. Επιπλέον, ο διαδικαστικής φύσεως χαρακτήρας του αντιτίθεται στη γένεση ατομικών δικαιωμάτων. Εξάλλου, η Δανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, εφαρμόζεται μόνο αν υφίστανται δυσκολίες στην πρακτική εφαρμογή της οδηγίας. Όμως, τέτοιες δυσκολίες δεν παρατηρούνται εν προκειμένω.
44.
Η Βρετανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 83/182 σκοπεί απλώς στην καθιέρωση μιας διαδικασίας διοικητικής συνεργασίας σχετικά με τη γνωστοποίηση και ανταλλαγή στοιχείων από το ένα κράτος στο άλλο προς διευκόλυνση του έργου του κράτους μέλους που διεξάγει σε μια έρευνα. Θα ήταν ενδεχομένως δυνατό να δοθεί ευρύτερη ερμηνεία στη διάταξη αυτή αν υποστηριζόταν ότι η λέξη «δυσκολίες» αναφέρεται σε όλα τα προβλήματα που τίθενται από την οδηγία, συμπεριλαμβανομένων και των προβλημάτων ερμηνείας. Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, η υποχρέωση συνεργασίας έχει σχέση μόνο με περιπτώσεις όπου εμπλέκονται δύο κράτη μέλη. Δεν αφορά μια κατάσταση, όπως η προκείμενη, κατά την οποία μόνο οι αρχές ενός κράτους μέλους ενδιαφέρονται για την ερμηνεία της οδηγίας και όπου η ερμηνεία αυτή αφορά, από πλευράς πραγματικών περιστατικών, μια καθαρά εσωτερικής φύσεως υπόθεση. Η μη τήρηση της υποχρεώσεως συνεννοήσεως πριν από την έκδοση μιας αποφάσεως δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε ότι η απόφαση αυτή στερείται νομιμότητας.
45.
Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 83/182 στερείται αμέσου αποτελέσματος διότι περιέχει αιρέσεις και αφήνει στα κράτη μέλη τη μέριμνα να κρίνουν αν η εφαρμογή της οδηγίας τους δημιουργεί δυσκολίες. Αν ένα κράτος μέλος μπορεί να επιλύσει ένα πρόβλημα διά της απλής αναγνώσεως της οδηγίας, δεν επιβάλλεται καμιά υποχρέωση συνεννοήσεως. Οι δανικές αρχές θα υποχρεούνταν να έρθουν σε επαφή με τη γερμανική διοίκηση μόνο αν δεν μπορούσαν οι ίδιες να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που συνδέονται με την εφαρμογή της οδηγίας ή αν οι γερμανικές αρχές είχαν εκδηλώσει, εξ ιδίας πρωτοβουλίας, την πρόθεση τους να αμφισβητήσουν τη δανική ερμηνεία.
46.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 83/182 επιβάλλει στα κράτη μέλη την ανεπιφύλακτη υποχρέωση συνεργασίας ώστε να αποφεύγεται η διπλή είσπραξη φόρων και λοιπών σχετικών επιβαρύνσεων που πλήττουν τα αυτοκίνητα στις περιπτώσεις όπου και τα δύο κράτη μέλη αξιώνουν την ταξινόμηση του ιδίου αυτοκινήτου. Η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας, στην οποία το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ αναγνωρίζει δεσμευτική ισχύ, θα διακυβευόταν αν οι πολίτες εμποδίζονταν να επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων τη συγκεκριμένη αυτή υποχρέωση συνεννοήσεως.
P. J. G. Kapteyn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
Top