ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 23ης Νοεμβρίου 2004
Υπόθεση T-376/02
O
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι – Άρθρο 78 του ΚΥΚ – Σύνταξη αναπηρίας – Επιτροπή αναπηρίας – Σύνθεση – Επαγγελματική ασθένεια»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα ?II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 14ης Ιανουαρίου 2002 σχετικά με αναγνώριση στον προσφεύγοντα δικαιώματος για σύνταξη αναπηρίας καθοριζομένης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Απόφαση: Το Πρωτοδικείο ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής της 14ης Ιανουαρίου 2002 σχετικά με αναγνώριση στον προσφεύγοντα δικαιώματος για σύνταξη αναπηρίας. Καταδικάζει την Επιτροπή στo σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Αναπηρία – Eπιτροπή αναπηρίας – Δικαστικός έλεγχος – Περιεχόμενο – Όρια
2. Υπάλληλοι – Αναπηρία – Eπιτροπή αναπηρίας – Σύνθεση – Ορισμός των ιατρών – Τροποποίηση της επιλογής – Επιτρέπεται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα II, άρθρο 7)
3. Υπάλληλοι – Αναπηρία – Eπιτροπή αναπηρίας – Λεπτομέρειες όσον αφορά την εκπόνηση της γνωμάτευσης – Εξουσία εκτιμήσεως των μελών
4. Υπάλληλοι – Αναπηρία – Διαπίστωση της επαγγελματικής προελεύσεως της αναπηρίας – Έννοια της επαγγελματικής ασθένειας – Αναπηρία προκύπτουσα από επιδείνωση προϋφισταμένης ασθενείας – Συμπεριλαμβάνεται – Ανάγκη υπάρξεως αρκούντως αμέσου σχέσεως μεταξύ της επιδεινώσεως της ασθενείας και της ασκήσεως των καθηκόντων
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 78)
1. Σκοπός των διατάξεων σχετικά με την επιτροπή αναπηρίας είναι η ανάθεση σε εμπειρογνώμονες ιατρούς της οριστικής εκτιμήσεως όλων των ιατρικής φύσεως ζητημάτων. Ο δικαστικός έλεγχος δεν μπορεί να επεκταθεί σε κυρίως ειπείν ιατρικές εκτιμήσεις οι οποίες πρέπει να θεωρούνται ως οριστικές εφόσον έχουν γίνει νομοτύπως. Αντιθέτως, είναι δυνατός δικαστικός έλεγχος όσον αφορά τον νομότυπο χαρακτήρα της συστάσεως και της λειτουργίας αυτών των επιτροπών καθώς επίσης και όσον αφορά τις γνωματεύσεις που αυτές διατυπώνουν. Υπό το πρίσμα αυτό, το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να εξετάσει αν στη γνωμάτευση περιέχεται αιτιολογία επιτρέπουσα να εκτιμηθούν οι θεωρήσεις επί των οποίων στηρίζονται τα συμπεράσματα που αυτή περιλαμβάνει καθώς και αν υφίσταται λογική σχέση μεταξύ των ιατρικών διαπιστώσεων που αυτή περιέχει και των συμπερασμάτων στα οποία καταλήγει η επιτροπή.
(βλ. σκέψη 29)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 10 Δεκεμβρίου 1987, 277/84, Jänsch κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 4923, σκέψη 15· ΠΕΚ, 16 Ιουνίου 2000, T‑84/98, C κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-113 και II‑497, σκέψη 43
2. Το άρθρο 7, του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (ΚΥΚ) εξασφαλίζει ότι τα δικαιώματα και συμφέροντα του υπαλλήλου διασφαλίζονται από την παρουσία στην επιτροπή αναπηρίας ιατρού τυγχάνοντος της εμπιστοσύνης του. Η διάταξη αυτή προβλέπει επίσης ότι ένας από τους ιατρούς που απαρτίζουν την επιτροπή αυτή ορίζεται από το οικείο όργανο. Αντιθέτως, ούτε από το γράμμα ούτε από το πνεύμα του άρθρου 7 του παραρτήματος II του ΚΥΚ εμποδίζεται είτε το όργανο είτε ο υπάλληλος, να τροποποιήσει ενδεχομένως, την επιλογή σχετικά με τον ιατρό, ιδίως όταν ο αρχικός ορισθείς ιατρός δεν είναι διαθέσιμος.
(βλ. σκέψη 42)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 21 Μαρτίου 1996, T‑376/94, Otten κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-A-129 και II-401, σκέψη 47
3. Στο πλαίσιο των εργασιών της επιτροπής αναπηρίας, καθένα από τα μέλη αυτής υποχρεούται να εκτελεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις δεοντολογικές υποχρεώσεις του. Εξ αυτού έπεται ότι το ζήτημα εάν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, επιβάλλεται εξέταση του εν λόγω υπαλλήλου ή διαβούλευση μαζί του εμπίπτει στην εξουσία εκτιμήσεως που έχει παρασχεθεί στα μέλη της επιτροπής αναπηρίας επί ιατρικών θεμάτων.
(βλ. σκέψη 44)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 3 Ιουνίου 1997, T-196/95, H κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I-A-133 και II-403, σκέψη 8
4. Η «επαγγελματική ασθένεια», κατά την έννοια του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου η μόνιμη αναπηρία, θεωρούμενη ως ολική, του υπαλλήλου έχει ως αποκλειστική αιτία την άσκηση εκ μέρους του τελευταίου των καθηκόντων του αλλά είναι επίσης δυνατόν ο όρος αυτός να περιλαμβάνει και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτή η αναπηρία προκύπτει από την επιδείνωση προϋφισταμένης ασθενείας, η αιτία της οποίας ευρίσκεται αλλού.
Με άλλα λόγια, εάν η επιδείνωση μιας προϋφισταμένης ασθενείας, που οφείλεται στην άσκηση των καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων είναι αυτή που έχει καταστήσει ένα υπάλληλο ανίκανο να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του, η αναπηρία πρέπει να θεωρηθεί ως οφειλόμενη σε επαγγελματική ασθένεια κατά την έννοια του άρθρου 78 του ΚΥΚ.
Εξ αυτού έπεται ότι για να διαπιστωθεί η ύπαρξη επαγγελματικής ασθενείας, κατά την έννοια του άρθρου 78 του ΚΥΚ, πρέπει να έχει επαρκώς διαπιστωθεί η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αιτίας της ασθενείας ή της επιδεινώσεώς της και της ασκήσεως των καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο ΚΥΚ δεν απαιτεί καμιά «ουσιώδη» ή «καθοριστικής» σχέση, πρέπει απλώς η παθολογική κατάσταση του ενδιαφερομένου να εμφανίζει μια «επαρκώς άμεση σχέση» με τα καθήκοντα που αυτός έχει ασκήσει.
(βλ. σκέψεις 67 έως 70)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 21 Ιανουαρίου 1987, 76/84, Rienzi κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 315, σκέψη 10· ΠΕΚ, 27 Φεβρουαρίου 1992, T‑165/89, Plug κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II‑367, σκέψη 81· ΠΕΚ, 23 Μαρτίου 1993, T‑43/89, Gill κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑303, σκέψη 28
Top