Avis juridique important
Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 24ης Οκτωβρίου 2001. - Alexander Dory κατά Bundesrepublik Deutschland. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Verwaltungsgericht Stuttgart - Γερμανία. - Υπόθεση C-186/01 R.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2001 σελίδα I-07823
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
1. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - ροσωρινά μέτρα - Αίτηση υποβληθείσα στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως - Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου
(Άρθρα 234 ΕΚ, 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 83)
2. Κοινοτικό δίκαιο - Άμεσο αποτέλεσμα - Υπεροχή - ροσφυγή ασκηθείσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου με την οποία ζητείται να επιβληθεί κύρωση για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου προκύπτουσα από το εθνικό δίκαιο - αραβίαση η οποία δεν έχει ακόμη αποδειχθεί - Αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων - Υποχρεώσεις και εξουσίες του δικάζοντος την υπόθεση εθνικού δικαστηρίου
(Άρθρα 10 ΕΚ και 234 ΕΚ)
Περίληψη1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί αιτήσεως υποβαλλομένης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Συγκεκριμένα, βάσει των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, καθώς και του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αφενός, επί των αιτήσεων αναστολής εκτελέσεως πράξεως προσβληθείσας με προσφυγή ασκηθείσα ενώπιον αυτού και, αφετέρου, επί των προσωρινών μέτρων τη λήψη των οποίων ζητεί διάδικος σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου και σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Οι διατάξεις αυτές δεν αφορούν τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, η οποία στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, το οποίο είναι αρμόδιο μόνο για να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους κοινοτικών διατάξεων των οποίων η εφαρμογή τίθεται υπό κρίση στο πλαίσιο εκκρεμούς ενώπιον εθνικού δικαστηρίου διαφοράς, για δε τη λύση της διαφοράς αυτής παραμένει αποκλειστικά αρμόδιο το εθνικό δικαστήριο.
Λόγω της ουσιαστικής διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στη διαδικασία όπου υπάρχει αντιδικία και στην παρεμπίπτουσα διαδικασία του άρθρου 234 ΕΚ, δεν είναι δυνατή, ελλείψει ρητής διατάξεως, η επέκταση σ' αυτή την τελευταία διαδικασία των κανόνων που έχουν προβλεφθεί αποκλειστικά για τη διαδικασία όπου υπάρχει αντιδικία.
( βλ. σκέψεις 6-8, 10 )
2. Στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται, κατ' εφαρμογήν της αρχής της συνεργασίας που θέτει το άρθρο 10 ΕΚ, να διασφαλίζουν την έννομη προστασία που απορρέει για τους πολίτες από το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Ειδικότερα, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διατάσσει τη λήψη προσωρινών μέτρων οσάκις του υποβάλλονται αιτήσεις στηριζόμενες στο κοινοτικό δίκαιο και η προσωρινή προστασία την οποία διασφαλίζει στους πολίτες το κοινοτικό δίκαιο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δεν μπορεί να διαφέρει ανάλογα με το αν αυτοί αμφισβητούν το συμβατό διατάξεων του εθνικού δικαίου προς το κοινοτικό δίκαιο ή το κύρος κοινοτικών πράξεων παραγώγου δικαίου
( βλ. σκέψεις 11-12 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-186/01 R,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht Stuttgart (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Alexander Dory
και
Bundesrepublik Deutschland,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70),
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με διάταξη της 4ης Απριλίου 2001, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Απριλίου 2001, το Verwaltungsgericht Stuttgart υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του A. Dory και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Με την προσφυγή που άσκησε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ο προσφεύγων ζητεί να κριθεί ότι δεν μπορεί νομίμως να υποχρεωθεί σε εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας. Ο A. Dory ισχυρίζεται, επικαλούμενος την απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2000, C-285/98, Kreil (Συλλογή 2000, σ. Ι-69), ότι η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για τους άνδρες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 12 a, παράγαφος 1, του Grundgesetz (γερμανικού Συντάγματος), είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών, και συνιστά παράνομη διάκριση εις βάρος των ανδρών.
3 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgericht Stuttgart αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο το γεγονός ότι στη Γερμανία η στρατιωτική θητεία είναι υποχρεωτική μόνο για τους άνδρες;»
4 Με επιστολή που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Σεπτεμβρίου 2001, ο A. Dory ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδώσει, βάσει του άρθρου 243 ΕΚ, διάταξη με την οποία να εντέλλεται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να αναστείλει, μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της προδικαστικής παραπομπής, την εκτέλεση της αποφάσεως του Kreiswehrersatzamt Schwäbisch Gmünd (τοπικού στρατολογικού γραφείου), της 24ης Σεπτεμβρίου 2001, με την οποία εκλήθη ο A. Dory να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία από τις 5 Νοεμβρίου 2001 (στο εξής: επίδικη απόφαση).
5 Σε περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ότι δεν είναι αρμόδιο να διατάξει ένα τέτοιο επιτακτικό μέτρο, ο A. Dory ζητεί από το Δικαστήριο να ενεργήσει έτσι ώστε να του χορηγηθεί αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως.
6 Επιβάλλεται εκ προοιμίου η διαπίστωση ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί αιτήσεως υποβαλλομένης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
7 Συγκεκριμένα, βάσει των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, καθώς και του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αφενός, επί των αιτήσεων αναστολής εκτελέσεως πράξεως προσβληθείσας με προσφυγή ασκηθείσα ενώπιον αυτού και, αφετέρου, επί των προσωρινών μέτρων τη λήψη των οποίων ζητεί διάδικος σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου και σε σχέση με την υπόθεση αυτή.
8 Οι διατάξεις αυτές δεν αφορούν τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, η οποία στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, το οποίο είναι αρμόδιο μόνο για να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους κοινοτικών διατάξεων των οποίων η εφαρμογή τίθεται υπό κρίση στο πλαίσιο εκκρεμούς ενώπιον εθνικού δικαστηρίου διαφοράς, για δε τη λύση της διαφοράς αυτής παραμένει αποκλειστικά αρμόδιο το εθνικό δικαστήριο (βλ. αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 1979, 36/79, Denkavit Futtermittel, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 667, σκέψη 12· της 10ης Μαρτίου 1981, 36/80 και 71/80, Irish Creamery Milk Suppliers Association κ.λπ., Συλλογή 1981, σ. 735, σκέψεις 5 και 7, καθώς και, σε σχέση με αίτηση παρεμβάσεως στο πλαίσιο διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, διάταξη της 26ης Φεβρουαρίου 1996, C-181/95, Biogen, Συλλογή 1996, σ. Ι-717, σκέψη 5).
9 Συγκεκριμένα, το άρθρο 234 ΕΚ καθιερώνει άμεση συνεργασία μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, προβλέποντας μια διαδικασία στην οποία δεν υπάρχει αντιδικία, η οποία έχει τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος στο πλαίσιο εκκρεμούς διαφοράς ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και στην οποία οι διάδικοι δεν λαμβάνουν καμία πρωτοβουλία, αλλ' απλώς καλούνται να εκθέσουν τις απόψεις τους εντός του νομικού πλαίσιου που χαράσσει το εν λόγω δικαστήριο (βλ. αποφάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 1965, 44/65, Signer, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 201· της 1ης Μαρτίου 1973, 62/72, Bollmann, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 483, σκέψη 4, και της 10ης Ιουλίου 1997, C-261/95, Palmisani, Συλλογή 1997, σ. Ι-4025, σκέψη 31).
10 Λόγω της ουσιαστικής διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στη διαδικασία όπου υπάρχει αντιδικία και στην παρεμπίπτουσα διαδικασία του άρθρου 234 ΕΚ, δεν είναι δυνατή, ελλείψει ρητής διατάξεως, η επέκταση σ' αυτή την τελευταία διαδικασία των κανόνων που έχουν προβλεφθεί αποκλειστικά για τη διαδικασία όπου υπάρχει αντιδικία (βλ., σε σχέση με τα δικαστικά έξοδα, προπαρατεθείσα απόφαση Bollmann, σκέψη 5).
11 Όσον αφορά τα προσωρινά μέτρα, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται, κατ' εφαρμογήν της αρχής της συνεργασίας που θέτει το άρθρο 10 ΕΚ, να διασφαλίζουν την έννομη προστασία που απορρέει για τους πολίτες από το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου (απόφαση της 19ης Ιουνίου 1990, C-213/89, Factortame κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. Ι-2433, σκέψη 19).
12 Ειδικότερα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διατάσσει τη λήψη προσωρινών μέτρων οσάκις του υποβάλλονται αιτήσεις στηριζόμενες στο κοινοτικό δίκαιο και ότι η προσωρινή προστασία την οποία διασφαλίζει στους πολίτες το κοινοτικό δίκαιο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δεν μπορεί να διαφέρει ανάλογα με το αν αυτοί αμφισβητούν το συμβατό διατάξεων του εθνικού δικαίου προς το κοινοτικό δίκαιο ή το κύρος κοινοτικών πράξεων παραγώγου δικαίου (βλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-143/88 και C-92/89, Zuckerfabrik Süderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest, Συλλογή 1991, σ. Ι-415, σκέψεις 19 και 20).
13 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο για να αποφανθεί επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων που υπέβαλε ο A. Dory. Κατά συνέπεια, η αίτηση αυτή πρέπει να κριθεί απαράδεκτη.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
Η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων κηρύσσεται απαράδεκτη.
Top