Avis juridique important
Διάταξη του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 24ης Ιουλίου 2003. - Daniel Fernando Messejana Viegas κατά Companhia de Seguros Zurich SA και Mitsubishi Motors de Portugal SA. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Tribunal Judicial da Comarca de Alcácer do Sal - Πορτογαλία. - .ρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας - Απάντηση δυναμένη να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία - Δεύτερη οδηγία 84/5/ΕΟΚ - Υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκίνητο - Συστήματα αστικής ευθύνης - Ελάχιστα ποσά εγγυήσεως. - Υπόθεση C-166/02.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα I-07871
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Προσέγγιση των νομοθεσιών - Ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκίνητο - Οδηγία 84/5 - Κράτος μέλος όπου ισχύουν περισσότερα του ενός συστήματα αστικής ευθύνης - Εθνική νομοθεσία προβλέπουσα, όσον αφορά το ένα από αυτά, ανώτατα ποσά εγγυήσεως κατώτερα των ελαχίστων ποσών - Δεν επιτρέπεται
(Οδηγία 84/5 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 2)
Περίληψη$$Αντίκειται προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της δεύτερης οδηγίας 84/5, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, μια εθνική νομοθεσία η οποία, δοθέντος ότι έχει θεσπίσει διάφορα συστήματα αστικής ευθύνης δυνάμενα να εφαρμόζονται στα ατυχήματα που προκύπτουν από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων, προβλέπει, όσον αφορά ένα από τα συστήματα αυτά, ανώτατα ποσά εγγυήσεως κατώτερα των ελαχίστων ποσών εγγυήσεως που έχουν καθοριστεί από το εν λόγω άρθρο.
( βλ. σκέψη 25 και διατακτ. )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-166/02,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal Judicial da Comarca de Alcácer do Sal (Πορτογαλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Daniel Fernando Messejana Viegas
και
Companhia de Seguros Zurich SA,
Mitsubishi Motors de Portugal SA,
παρισταμένων των:
CGU International Insurance plc - Agência Geral em Portugal
Instituto de Solidariedade e Segurança Social (ISSS)
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της δεύτερης οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (ΕΕ 1984, L 8, σ. 17),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, P. Jann (εισηγητή) και A. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: R. Grass
δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο ενημερώθηκε ότι το Δικαστήριο προτίθεται να αποφανθεί μέσω αιτιολογημένης διατάξεως σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού του Διαδικασίας,
δεδομένου ότι οι μνημονευόμενοι στο άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερόμενοι προσεκλήθησαν να υποβάλουν τις τυχόν σχετικές παρατηρήσεις τους,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με διάταξη της 26ης Απριλίου 2002, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Μα_ου 2002, το Tribunal Judicial da Comarca de Alcácer do Sal υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία της δεύτερης οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (ΕΕ 1984, L 8, σ. 17, στο εξής: δεύτερη οδηγία).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Messejana Viegas και, αφετέρου, της Companhia de Seguros Zurich SA (στο εξής: Zurich) και της Mitsubishi Motors de Portugal SA (στο εξής: Mitsubishi) σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υπέστη σε οδικό ατύχημα.
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 136, στο εξής: πρώτη οδηγία):
«Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει [...] όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση. Η έκταση της καλυπτομένης ευθύνης και οι όροι και συνθήκες της καλύψεως καθορίζονται με βάση τα μέτρα αυτά.»
4 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της δεύτερης οδηγίας ορίζει:
«1. Η ασφάλιση που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ καλύπτει υποχρεωτικά τις υλικές ζημίες και τις σωματικές βλάβες.
2. Με την επιφύλαξη μεγαλύτερων ποσών εγγύησης, που ενδεχομένως απαιτούνται από τα κράτη μέλη, κάθε κράτος μέλος απαιτεί τα ποσά υποχρεωτικής ασφάλισης να ανέρχονται τουλάχιστο σε:
- 350 000 ECU για τις σωματικές βλάβες όταν υπάρχει ένα μόνο θύμα· όταν υπάρχουν περισσότερα θύματα, στο ίδιο ατύχημα, το ποσό αυτό πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμό των θυμάτων,
- 100 000 ECU κατά ατύχημα για τις υλικές ζημίες ανεξάρτητα από τον αριθμό των θυμάτων.
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν αντί των προηγούμενων ελάχιστων ποσών ένα ελάχιστο ποσό 500 000 ECU για τις σωματικές βλάβες, όταν υπάρχουν πολλά θύματα στο ίδιο ατύχημα, ή ένα ελάχιστο συνολικό ποσό 600 000 ECU κατά ατύχημα, για σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες, ανεξάρτητα από τον αριθμό των θυμάτων ή τη φύση των ζημιών.»
5 Σύμφωνα με το άρθρο 5 της δεύτερης οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με το παράρτημα Ι, μέρος ΙΧ, ΣΤ, με τίτλο «Ασφαλίσεις», της πράξης σχετικά με τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας και με τις προσαρμογές των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23, 218, στο εξής: Πράξη Προσχώρησης).
«1. Τα κράτη μέλη τροποποιούν τις εθνικές τους διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1987. [...]
2. Οι διατάξεις που τροποποιούνται κατ' αυτό τον τρόπο εφαρμόζονται το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1988.
3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2:
α) το Βασίλειο της Ισπανίας, η Ελληνική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Πορτογαλίας διαθέτουν χρονικό διάστημα μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995 για να αυξήσουν τα ποσά εγγύησης μέχρι τα ποσά που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2. [...]»
H πορτογαλική νομοθεσία
6 Το νομοθετικό διάταγμα 522/85, της 31ης Δεκεμβρίου 1985, περί καθιερώσεως της υποχρεωτικής ασφαλίσεως για την αστική ευθύνη από αυτοκίνητα (Diário da República Ι, σειρά Α, αριθ. 301, της 31ης Δεκεμβρίου 1985), επιβάλλει όπως η αστική ευθύνη που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων καλύπτεται από ασφάλιση πληρούσα τους όρους της δεύτερης οδηγίας όσον αφορά τα καθορισθέντα υπ' αυτής ελάχιστα ποσά.
7 Το άρθρο 508, παράγραφος 1, του πορτογαλικού αστικού κώδικα ορίζει:
«Σε περίπτωση που δεν υφίσταται πταίσμα του υπευθύνου, η αποζημίωση λόγω οδικού ατυχήματος υπόκειται σε ανώτατα όρια: σε περίπτωση όπου ένα και μόνο πρόσωπο αποθνήσει ή υφίσταται βλάβη, το ανώτατο όριο αποζημιώσεως είναι ίσο προς το διπλάσιο της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς επί της οποίας χωρεί έφεση· σε περίπτωση όπου περισσότερα του ενός πρόσωπα αποθνήσκουν ή υφίστανται βλάβη λόγω του ίδιου ατυχήματος, το ανώτατο ποσό αποζημιώσεως είναι ίσο προς το διπλάσιο της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς επί της οποίας χωρεί έφεση όσον αφορά καθένα από τα πρόσωπα αυτά, χωρίς να υπερβαίνει συνολικώς το εξαπλάσιο της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς επί της οποίας χωρεί έφεση· σε περίπτωση όπου τις ζημίες υφίστανται πράγματα, έστω και ανήκοντα σε διαφορετικούς κυρίους, το ανώτατο ποσό αποζημιώσεως είναι ίσο προς την αξία του αντικειμένου της διαφοράς επί της οποίας χωρεί έφεση.»
8 Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει παράσχει το αιτούν δικαστήριο, το όριο που ισχύει όσον αφορά την περίπτωση της κύριας δίκης ανέρχεται σε 29 927,88 ευρώ.
9 Από τις κατατεθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις προκύπτει ότι το θύμα οδικού ατυχήματος μπορεί επίσης να επικαλεστεί την εφαρμογή συστήματος αστικής ευθύνης στηριζουμένου στο πταίσμα. Ο πορτογαλικός αστικός κώδικας δεν προβλέπει κανένα όριο όσον αφορά την αποζημίωση που το θύμα μπορεί να αξιώσει βάσει του συστήματος αυτού.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10 Στις 20 Μαρτίου 2000 ο Messejana Viegas τραυματίστηκε σε οδικό ατύχημα όταν το όχημα επί του οποίου επέβαινε έχασε την ισορροπία του και ανετράπη.
11 Ο Messejana Viegas υποστηρίζει ότι ο ίδιος ήταν επιβάτης και ότι υπήρξε πταίσμα του οδηγού του οχήματος. Για την περίπτωση που δεν θα αποδεικνυόταν πταίσμα του οδηγού, ο Messejana Viegas φρονεί ότι η ευθύνη του τελευταίου θεμελιώνεται στην ευθύνη εκ διακινδυνεύσεως. Βάσει ακριβώς της θέσεως αυτής ενήγαγε τη Zurich, ως ασφαλιστή του οδηγού, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
12 Ο Messejana Viegas ισχυρίζεται επίσης ότι το όχημα ήταν ελαττωματικό, πράγμα για το οποίο η Mitsubishi πρέπει να θεωρηθεί ως υπεύθυνη βάσει της ευθύνης εξ ελαττωματικών προϊόντων. Με βάση τη θέση αυτή ενήγαγε, επίσης, τη Mitsubishi ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
13 Ο Messejana Viegas ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν αποζημίωση 523 737,79 ευρώ καθώς και 12 679,44 ευρώ για την ανικανότητά του προς εργασία και για διάφορα έξοδα, να τον αποζημιώσουν για κάθε μελλοντική υλική ζημία ή ηθική βλάβη, ιδίως να του παράσχουν ή να χρηματοδοτήσουν κάθε αρωγή που είναι αναγκαία και κατάλληλη για την αποκατάσταση της υγείας του καθώς και για τη βοήθεια τρίτου προσώπου, όλα τα ανωτέρω ποσά προσαυξημένα με τους σχετικούς τόκους υπερημερίας.
14 Oι εναγόμενοι αμφισβητούν την εκδοχή των γεγονότων καθώς και τις αξιώσεις του Messejana Viegas. Ο τελευταίος διατείνεται ότι, παρά την ύπαρξη αποκλινουσών εκδοχών σχετικά με τις περιστάσεις του ατυχήματος, θεωρεί δεδομένο ότι υφίσταται, τουλάχιστον, αντικειμενική ευθύνη.
15 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ο προσδιορισμός τυχόν υπευθύνων υποχρεωμένων να καταβάλουν τη ζητηθείσα από τον Messejana Viegas αποζημίωση εξαρτάται από την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στη δεύτερη οδηγία. Το ίδιο δικαστήριο επισημαίνει ότι η εν λόγω οδηγία δεν θεσπίζει καμία διάκριση μεταξύ των συστημάτων ευθύνης και ότι τα ελάχιστα ποσά εγγυήσεως που προβλέπει είναι ανώτερα του ελαχίστου ορίου που έχει ορισθεί με το άρθρο 508, παράγραφος 1, του πορτογαλικού αστικού κώδικα όσον αφορά την αποζημίωση θυμάτων ατυχημάτων όπου δεν υφίσταται κανένα πταίσμα του υπευθύνου.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
16 Εκτιμώντας ότι η απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία του, το Δικαστήριο ενημέρωσε, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του, το αιτούν δικαστήριο ότι προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη και κάλεσε τους μνημονευομένους στο άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις τυχόν σχετικές παρατηρήσεις τους. Μόνον η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Δικαστηρίου δηλώνοντας ότι δεν είχαν να διατυπώσουν καμία παρατήρηση.
17 Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατ' ουσίαν επί του ζητήματος εάν αντίκειται προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της δεύτερης οδηγίας, μια εθνική νομοθεσία η οποία, έχουσα θεσπίσει διάφορα συστήματα αστικής ευθύνης, δυνάμενα να εφαρμόζονται επί των ατυχημάτων που προκύπτουν από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων, προβλέπει για ένα από αυτά ανώτατα ποσά εγγυήσεως, κατώτερα των ελαχίστων ποσών εγγυήσεως που έχουν καθοριστεί από το εν λόγω άρθρο.
18 Η Πορτογαλική και η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι η δεύτερη οδηγία δεν σκοπεί στην εναρμόνιση των συστημάτων αστικής ευθύνης που ισχύουν στα κράτη μέλη για τα ατυχήματα που προκύπτουν από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται απλώς να λάβουν όλα τα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη που προκύπτει από ένα υφιστάμενο σύστημα εθνικού δικαίου να καλύπτεται από ασφάλιση τηρούσα τους σχετικούς με τα ελάχιστα ποσά εγγυήσεως κανόνες της δεύτερης οδηγίας. Ένα κράτος μέλος εκπληρώνει την υποχρέωση αυτή εφόσον έχει λάβει τα μέτρα που απαιτούνται ώστε η αστική ευθύνη εκ πταίσματος να καλύπτεται από ασφάλιση πληρούσα τις επιταγές της δεύτερης οδηγίας. Κατά τα λοιπά, εάν το εθνικό δίκαιο επιτρέπει στο θύμα να επικαλεστεί σύστημα ευθύνης στηριζόμενο στον κίνδυνο, δεν είναι ανάγκη η προκύπτουσα από το σύστημα αυτό αστική ευθύνη να καλύπτεται επίσης από ασφάλιση τα σχετικά με την οποία ποσά εγγυήσεως να αντιστοιχούν στα επίπεδα της δεύτερης οδηγίας.
19 Ο ενάγων της κύριας δίκης καθώς και η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή έχουν αντίθετη γνώμη. Αναγνωρίζουν ότι η επιλογή του συστήματος αστικής ευθύνης που εφαρμόζεται επί των ατυχημάτων που προκύπτουν από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Παρ' όλα αυτά, φρονούν ότι από την απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, C-348/99, Mendes Ferreira και Delgado Correia Ferreira (Συλλογή 2000, σ. Ι-6711), προκύπτει ότι, εφόσον το εθνικό δίκαιο επιτρέπει τη στοιχειοθέτηση της αστικής ευθύνης ενός προσώπου για ένα τέτοιο ατύχημα, η ευθύνη αυτή, ασχέτως της φύσεως ή της θεμελιώσεώς της, πρέπει να καλύπτεται από ασφάλιση σύμφωνη προς τις επιταγές της δεύτερης οδηγίας.
20 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την προπαρατεθείσα απόφασή του Mendes Ferreira και Delgado Correia Ferreira, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αντίκειται προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της δεύτερης οδηγίας μια εθνική νομοθεσία που προβλέπει ανώτατα ποσά εγγυήσεως κατώτερα των ελαχίστων ποσών εγγυήσεως που έχουν καθοριστεί από τα εν λόγω άρθρα όταν, ελλείψει πταίσματος του οδηγού του οχήματος που έχει προκαλέσει το ατύχημα, υφίσταται μόνον αστική ευθύνη για διακινδύνευση.
21 Εξ αυτού έπεται ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, μολονότι δεν επιδίωξε να επιβάλει τη θέσπιση ενός συγκεκριμένου συστήματος ευθύνης, είναι βέβαιο ότι θέλησε, αντιθέτως, να απαιτήσει την κάλυψη κάθε αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, ασχέτως του αν η ευθύνη αυτή βασίζεται στο πταίσμα ή στον κίνδυνο. Αντίθετα προς ό,τι έχουν υποστηρίξει η Πορτογαλική και η Γερμανική Κυβέρνηση, τα κράτη μέλη, στην περίπτωση όπου διαθέτουν περισσότερα του ενός συστήματα αστικής ευθύνης, δυνάμενα να εφαρμόζονται επί ατυχημάτων από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων, δεν είναι δυνατόν, όπως είναι επόμενο, να περιορίσουν την απορρέουσα από τη δεύτερη οδηγία προστασία σ' ένα μόνον ή σε ορισμένα από τα συστήματα αυτά, αλλά οφείλουν να την επεκτείνουν σε όλα τα συστήματα.
22 Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα στερούσε τα άρθρα 3, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας και 1, παράγραφος 2, της δεύτερης οδηγίας του πρακτικού τους αποτελέσματος. Πράγματι, το αποτέλεσμα αυτό, που σκοπεί στην προστασία των θυμάτων οδικών ατυχημάτων μέσω της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης, θα ετίθετο σε κίνδυνο εάν η κάλυψη της ευθύνης αυτής από την ασφάλιση αφηνόταν στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη.
23 Κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση του εθνικού δικαστή να μην εφαρμόσει εθνικό νόμο αντίθετο προς μια οδηγία δεν έχει ως αποτέλεσμα να μπορεί αυτός να αντιτάξει σε ιδιώτη υποχρέωση προβλεπόμενη από μη μεταφερθείσα στο εσωτερικό δίκαιο οδηγία [βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. Ι-3325, σκέψη 20), και της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-168/95, Arcaro (Συλλογή 1996, σ. Ι-4705, σκέψη 42)].
24 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-5357, σκέψη 39), το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει στα κράτη μέλη να αποκαθιστούν ζημίες που έχουν προκληθεί σε ιδιώτες λόγω της μη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας, και τούτο εφόσον συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις. Καταρχάς, η οδηγία πρέπει να έχει ως στόχο την απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες. Στη συνέχεια, το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών πρέπει να μπορεί επακριβώς να προσδιοριστεί βάσει των διατάξεων της οδηγίας. Τέλος, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το κράτος και της επελθούσας ζημίας (προπαρατεθείσα απόφαση Faccini, σκέψη 27).
25 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να δοθεί στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι αντίκειται προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της δεύτερης οδηγίας μια εθνική νομοθεσία η οποία, δοθέντος ότι έχει θεσπίσει διάφορα συστήματα αστικής ευθύνης δυνάμενα να εφαρμόζονται στα ατυχήματα που προκύπτουν από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων, προβλέπει, όσον αφορά ένα από τα συστήματα αυτά, ανώτατα ποσά εγγυήσεως κατώτερα των ελαχίστων ποσών εγγυήσεως που έχουν καθοριστεί από το εν λόγω άρθρο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
26 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Πορτογαλική, η Γερμανική και η Ελληνική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με διάταξη της 26ης Απριλίου 2002, το Tribunal Judicial da Comarca de Alcácer do Sal, διατάσσει:
Αντίκειται προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της δεύτερης οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων μια εθνική νομοθεσία η οποία, δοθέντος ότι έχει θεσπίσει διάφορα συστήματα αστικής ευθύνης δυνάμενα να εφαρμόζονται στα ατυχήματα που προκύπτουν από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων, προβλέπει, όσον αφορά ένα από τα συστήματα αυτά, ανώτατα ποσά εγγυήσεως κατώτερα των ελαχίστων ποσών εγγυήσεως που έχουν καθοριστεί από το εν λόγω άρθρο.
Top