ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-258/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1. Νομικό πλαίαιο
1.
Με σκοπό την προστασία των αλιευτικών πεδίων, τη διατήρηση των θαλασσίων βιολογικών πόρων και την ισόρροπη εκμετάλλευση τους σε διαρκή βάση και υπό κατάλληλες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 170/83, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 24, σ. 1 ). Το άρθρο 3 του κανονισμού προβλέπει μεταξύ άλλων ότι, όταν για ένα ή περισσότερα συγγενή είδη καθίσταται αναγκαίος ο περιορισμός της ποσότητας των αλιευμάτων, τότε καθορίζεται ετησίως το σύνολο των επιτρεπομένων αλιευμάτων ανά απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων (στο εξής: TAC), καθώς και το διαθέσιμο μερίδιο για την Κοινότητα. Κατά το άρθρο 4, η διατιθέμενη στην Κοινότητα ποσότητα αλιευμάτων κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών κατά τρόπο που να εξασφαλίζει σε κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των δραστηριοτήτων που ασκούνται και αφορούν κάθε απόθεμα (στο εξής: ποσόστωση).
Επ' αυτής της βάσεως, το Συμβούλιο καθορίζει ετησίως με κανονισμό το TAC και τις ποσοστώσεις που τίθενται στη διάθεση των κρατών μελών. Οι κανονισμοί προσδιορίζουν τις ζώνες εντός των οποίων μπορούν να ληφθούν τα TAC και οι ποσοστώσεις με βάση την οριοθέτηση των υποζωνών και στατιστικών διαιρέσεων αλιείας στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό από το Διεθνές Συμβούλιο Εξερευνήσεως της Θάλασσας ( CIEM ) καθώς και τις ζώνες που οριοθέτησε η Επιτροπή Αλιευμάτων του Κεντρικού και Ανατολικού Ατλαντικού ( Copace ).
Όσον αφορά την Ισπανία, το άρθρο 161 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (ΕΕ 1985, L 302) καθορίζει το μερίδιο του TAC που χορηγείται στην Ισπανία για ορισμένα είδη αποθεμάτων σε ορισμένες ζώνες. Κατά το άρθρο 161, παράγραφος 4, οι αλιευτικές δυνατότητες που καθορίζονται για την Ισπανία και οι ποσοστώσεις που προκύπτουν για τα άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας ορίζονται ετησίως σύμφωνα με τον κανονισμό 170/83.
2.
Το σύστημα TAC και ποσοστώσεων συμπληρώνεται με ορισμένα μέτρα ελέγχου. Οι συναφείς διατάξεις παρατίθενται στα άρθρα 6 έως 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών ( ΕΕ L 220, σ. 1 ). Τον εν λόγω κανονισμό αντικατέστησε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες ( ΕΕ L 207, σ. 1 ).
Το άρθρο 9 αμφοτέρων των κανονισμών υποχρεώνει τα κράτη μέλη να καταγράφουν όλες τις εκφορτώσεις αποθεμάτων ή ομάδων αποθεμάτων υποκειμένων σε TAC ή σε ποσόστωση που πραγματοποιούνται από αλιευτικά σκάφη, φέροντα σημαία κράτους μέλους ή νηολογημένα σε κράτος μέλος, και να κοινοποιούν στην Επιτροπή τις ληφθείσες πληροφορίες. Τα άρθρα 6, 7 και 8 αμφοτέρων των κανονισμών προβλέπουν ότι οι πλοίαρχοι των αλιευτικών σκαφών οφείλουν να αναφέρουν στο κράτος μέλος εκφορτώσεως και στο κράτος μέλος της σημαίας αντίστοιχα τις εκφορτώσεις και τις μεταφορτώσεις ή τις ποσότητες των υποκειμένων σε TAC ή σε ποσόστωση αποθεμάτων που παραμένουν επί του σκάφους, ενώ τα οικεία δύο κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα επαληθεύσεως της ακριβείας των δηλώσεων που έλαβαν χώρα.
Το άρθρο 5 του κανονισμού 2241/87 υποχρεώνει τους πλοιάρχους των αλιευτικών σκαφών που φέρουν σημαία κράτους μέλους και αλιεύουν είδη αποθέματος ή ομάδες αποθεμάτων υποκειμένων σε TAC ή σε ποσόστωση να τηρούν ημερολόγιο πλοίου, αναφέροντας τις αλιευθείσες ποσότητες κάθε είδους που παραμένουν επί του σκάφους, την ημερομηνία και τον τόπο των αλιεύσεων αυτών σε σχέση με τη μικρότερη ζώνη για την οποία έχει ορισθεί και τεθεί υπό διαχείριση TAC ή ποσόστωση, καθώς και τον τύπο αλιευτικών εργαλείων που χρησιμοποιήθηκαν, στοιχεία η ακρίβεια των οποίων πρέπει να επαληθεύεται από τα κράτη μέλη.
Το άρθρο 11 του κανονισμού 2241/87 επιβάλλει στα κράτη μέλη, όπως έπραττε παλαιότερα το άρθρο 10 του κανονισμού 2057/82, την υποχρέωση να απαγορεύουν προσωρινά στα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία τους να αλιεύουν ιχθύς αποθεμάτων υποκειμένων σε ποσόστωση, και τούτο σε εύθετο χρόνο ώστε να εγγυώνται τη μη υπέρβαση της εν λόγω ποσοστώσεως.
Τέλος, το άρθρο 1 αμφοτέρων των κανονισμών προβλέπει την υποχρέωση των αρμοδίων αρχών κράτους μέλους να ασκούν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά οποιασδήποτε παραβάσεως των ισχυουσών ρυθμίσεων που αφορούν τα μέτρα διατηρήσεως και ελέγχου.
2. Ιονορικό της διαφοράς
3.
Στα πλαίσια του ελεγκτικού τους έργου που πραγματοποίησαν κατά τα έτη 1986 και 1987 στην Ισπανία, οι επιθεωρητές της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ετών οι ισπανικές διοικητικές αρχές δεν προέβησαν στην καταγραφή των αλιεύσεων των υποκειμένων σε TAC ή σε ποσόστωση ειδών που αλιεύτηκαν σε ορισμένες υποζώνες CIEM πέραν του ορίου των 200 μιλίων της αλιευτικής ζώνης της Κοινότητας. Περαιτέρω, υπέπεσαν στην αντίληψη τους παράνομες εκφορτώσεις ορισμένων ειδών που δηλώθηκαν ότι αλιεύτηκαν στο σύνολο των υποζωνών CIEM VI και VII αλλά πέραν της ζώνης των 200 μιλίων, τη στιγμή κατά την οποία η Ισπανία δεν διαθέτει ποσόστωση για τα συγκεκριμένα είδη στις προαναφερθείσες ζώνες. Μόλον τούτο, οι ισπανικές αρχές δεν άσκησαν καμιά ποινική ή διοικητική δίωξη κατά των εν λόγω εκφορτώσεων.
Στη συνέχεια, σε σύσκεψη των υπηρεσιών της Γενικής Διευθύνσεως Αλιείας της Επιτροπής και των εκπροσώπων της ισπανικής διοικήσεως που έλαβε χώρα στις 23 Απριλίου 1987, οι ισπανικές αρχές διευκρίνισαν ότι η αλιεία παραμένει ελεύθερη στα διεθνή ύδατα που δεν υπάγονται στις διατάξεις ειδικών διεθνών συμβάσεων και, συνακόλουθα, οι κοινοτικές ποσοστώσεις δεν εφαρμόζονται στα τμήματα εκείνα των διαιρέσεων CIEM που κείνται πέραν του ορίου της κοινοτικής αλιευτικής ζώνης.
4.
Η Επιτροπή απέρριψε την άποψη των ισπανικών αρχών. Κατ' αυτήν, οι κανονισμοί που καθορίζουν TAC και ποσοστώσεις το πράττουν, εκτός αν προβλέπεται ρητά το αντίθετο, για το σύνολο των διαιρέσεων ή υποζωνών CIEM. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή έκρινε ότι η Ισπανία δεν τήρησε τις συναφείς διατάξεις των κανονισμών 2057/82 και 2241/87. Κατόπιν αυτού, σύμφωνα προς το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, απέστειλε στην Ισπανική Κυβέρνηση το από 28 Σεπτεμβρίου 1987 έγγραφο οχλήσεως, καλώντας την να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.
Με έγγραφο της 28ης Οκτωβρίου 1987, η Ισπανική Κυβέρνηση απήντησε στο εν λόγω έγγραφο οχλήσεως. Αμφισβήτησε την άποψη ότι παρέβη τις υποχρεώσεις της, υποστηρίζοντας ότι η αρμοδιότητα της Κοινότητας εκτείνεται, πλην διεθνούς συμφωνίας, μόνο εντός των ορίων των 200 μιλίων της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης των κρατών μελών.
5.
Ενόψει της απαντήσεως αυτής, η Επιτροπή διατύπωσε στις 26 Οκτωβρίου 1988 αιτιολογημένη γνώμη. Κάλεσε το Βασίλειο της Ισπανίας να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα συμμορφώσεως του εντός προθεσμίας ενός μηνός από την κοινοποίηση του εγγράφου της αιτιολογημένης γνώμης.
Η Ισπανική Κυβέρνηση απέστειλε στις 9 Δεκεμβρίου 1988 στην Επιτροπή έγγραφο, εμμένοντας στην εκτεθείσα με την απάντηση της στο έγγραφο οχλήσεως άποψη.
Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
3. Έγγραφη διαδικασία
6.
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Αυγούστου 1989.
Με Διάταξη της 17ης Ιανουαρίου 1990, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να κινήσει την προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
7.
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη εφαρμόζοντας επί των αλιεύσεων ιχθυαποθεμάτων ή ομάδων ιχθυαποθε-μάτων υποκειμένων σε σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων ή σε ποσόστωση και πραγματοποιούμενων εκτός της αλιευτικής ζώνης της Κοινότητας τα μέτρα ελέγχου που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, και ιδίως τα άρθρα 1, 6 έως 9 και 10 αυτού, καθώς και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, και ιδίως τα άρθρα 1, 5 έως 9 και 11 αυτού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
—
να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, παρεμβαίνον, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει, όπως ζητεί η Επιτροπή, ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη εφαρμόζοντας τα προβλεπόμενα στους κανονισμούς 2057/82 και 2241/87 ενδεδειγμένα μέτρα ελέγχου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
—
να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα που αναλογούν στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το Βασίλειο της Ισπανίας, καΟον, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
8.
Καταρχάς, η Επινροπή υπενθυμίζει ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε το Βασίλειο της Ισπανίας επικεντρώνονται στην αρμοδιότητα της Κοινότητας να θεσπίζει διατάξεις σε θέματα διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων, συνιστάμενες ιδίως στον περιορισμό των αλι-εύσεων εντός των θαλασσίων υδάτων που κείνται εκτός της αλιευτικής ζώνης της Κοινότητας.
Προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη της αρμοδιότητας αυτής, η Επιτροπή αποδίδεται σε ενδελεχή ανάλυση των διατάξεων της Συνθήκης, της νομολογίας του Δικαστηρίου και της νομοθετικής πρακτικής της Κοινότητας. Κατά την Επιτροπή, όπως προκύπτει από την ανάλυση αυτή, η Κοινότητα είναι αρμόδια να εκδίδει αυτοτελώς διατάξεις σχετικά με τον περιορισμό των αλιεύσεων στα ύδατα της ανοικτής θάλασσας. Οι απόψεις της Επιτροπής συνοψίζονται ως εξής.
9.
Κατά το άρθρο 38, παράγραφος 4, της Συνθήκης, η λειτουργία και ανάπτυξη της κοινής αγοράς των προϊόντων αλιείας πρέπει να συνοδεύονται από την εγκαθίδρυση κοινής αλιευτικής πολιτικής. Η πολιτική αυτή έχει ιδίως ως στόχους (άρθρο 39 της Συνθήκης) την εξασφάλιση τόσον της ορθολογικής αναπτύξεως της αλιευτικής παραγωγής, καθώς και της βέλτιστης χρησιμοποιήσεως των συντελεστών παραγωγής, επιπλέον δε του εφοδιασμού. Για την πραγματοποίηση των στόχων αυτών, το άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης παρέχει στο Συμβούλιο την εξουσία να εκδίδει κανονισμούς, οδηγίες ή αποφάσεις.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η αλιεία συνιστά ιδιαίτερη οικονομική δραστηριότητα, η οποία, λόγω του εκ φύσεως κινητικού χαρακτήρα της, ασκείται εντός των θαλασσίων υδάτων των διαφόρων κρατών μελών, των τρίτων χωρών, καθώς και στην ανοικτή θάλασσα. Η ποσότητα αλιευμάτων εξαρτάται από τους βιολογικούς ρυθμούς αναπαραγωγής των αποθεμάτων. Για τη διατήρηση της παραγωγής αυτής, απαιτήθηκε η εγκαθίδρυση καθεστώτος διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων, καθεστώτος το οποίο εφαρμόζεται κατ' ανάγκη επί των πόρων αυτών όπου και αν κείνται, ήτοι τόσο εντός όσο και εκτός της αλιευτικής ζώνης της Κοινότητας. Συνεπώς, η επέκταση της αρμοδιότητας της Κοινότητας στις αλιευτικές δραστηριότητες, ανεξάρτητα από τη ζώνη εντός της οποίας ασκούνται, αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την πραγματοποίηση των στόχων της κοινής αλιευτικής πολιτικής.
Κατά την Επιτροπή, η κοινοτική αρμοδιότητα σε θέματα αλιείας εμφανίζει δύο σκέλη: ratione matériáé, περιλαμβάνει τους βιολογικούς πόρους της θάλασσας και όλες τις αλιευτικές δραστηριότητες εντός των υδάτων κυριαρχίας ή δικαιοδοσίας των κρατών μελών ratione personae, η αρμοδιότητα επεκτείνεται σε όλες τις αλιευτικές δραστηριότητες των αλιέων και πλοίων των κρατών μελών τόσο εντός της Κοινοτικής αλιευτικής ζώνης όσο και στην ανοικτή θάλασσα, καθώς και εντός των αλιευτικών ζωνών των τρίτων χωρών. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις, η δραστηριότητα της Κοινότητας ασκείται σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου.
10.
Όσον αφορά τη νομολογία, η Επιτροπή αναφέρεται καταρχάς στην απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1976, συνεκδι-κασθείσες υποθέσεις 3, 4 και 6/76, Kramer (Rec. 1976, σ. 1279). Με την απόφαση του αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«πρέπει να διευκρινιστεί ότι, μολονότι το άρθρο 5 του κανονισμού 2141/70 είχε εφαρμογή μόνο σε μια περιορισμένη γεωγραφικώς αλιευτική ζώνη, παρ' όλα αυτά, από το άρθρο 102 της Πράξεως Προσχωρήσεως, από το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού και επιπλέον από την ίδια τη φύση των πραγμάτων προκύπτει ότι η κανονιστική αρμοδιότητα ratione matériáé της Κοινότητας εκτείνεται επίσης, κατά το μέτρο που ανάλογη αρμοδιότητα ανήκει στα κράτη μέλη δυνάμει του δημοσίου διεθνούς δικαίου, στην αλιεία στην ανοικτή θάλασσα ».
Επ' ευκαιρία της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή παρατηρεί περαιτέρω ότι η συλλογιστική του Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι η επέκταση της αρμοδιότητας της Κοινότητας στις δραστηριότητες των αλιέων και των κοινοτικών πλοίων στην ανοικτή θάλασσα ως « in foro interno » αρμοδιότητα αποτελεί προϋπόθεση της σιωπηρής αρμοδιότητας της Κοινότητας να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες, ήτοι της « in foro externo » αρμοδιότητας. Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, η « in foro externo » αρμοδιότητα συνεπάγεται και την «in foro interno » αρμοδιότητα.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Φεβρουαρίου 1978 στην υπόθεση 61/77, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Rec. 1978, σ. 417), με την οποία έγινε δεκτό ότι η αρμοδιότητα της Κοινότητας να θεσπίζει μέτρα διατηρήσεως μπορεί να εκδηλώνεται τόσο κατά τρόπο αυτόνομο όσο και υπό τη μορφή συμβάσεων με τρίτα κράτη ή στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών. Η Επιτροπή παρατηρεί συναφώς ότι φαίνεται να μην ευσταθεί η υποστηριζόμενη άποψη ότι η αρμοδιότητα αναλήψεως αυτοτελούς δράσεως μπορεί να έχει πεδίο εδαφικής εφαρμογής διαφορετικό εκείνου της αρμοδιότητας ασκήσεως δραστηριοτήτων ως προϊόντος διεθνούς συμφωνίας.
Τρίτον, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Ιουλίου 1979, συνεκ-δικασθείσες υποθέσεις 185 έως 204/78, Van Dam ( Rec. 1979, σ. 2345 ). Από τα ανωτέρω η Επιτροπή συνάγει ότι η αρμοδιότητα της Κοινότητας περιλαμβάνει και την αρμοδιότητα εκδόσεως αυτοτελώς μέτρων, αρμοδιότητα το πεδίο της οποίας εκτείνεται πέραν της ζώνης των 200 μιλίων.
Τέλος, η Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Νοεμβρίου 1989, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 6/88 καΐ 7/88, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Επιτροπής και Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 3639), με την οποία το Δικαστήριο, αποκλίνοντας άλλωστε στο σημείο αυτό από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, έκρινε το ζήτημα του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 170/83, χωρίς να αναφερθεί σε ενδεχόμενο περιορισμό του πεδίου αυτού στην αλιευτική ζώνη της Κοινότητας.
11.
Από απόψεως νομοθετικής πρακτικής, η Επιτροπή διακρίνει τρεις μεγάλες κατηγορίες πράξεων.
Πρώτον, αναλύει τους θεμελιώδεις κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής, όπως ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2141/70 του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1970, περί καθιερώσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας, ο κανονισμός 2142/70 του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1970, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα των προϊόντων αλιείας ( JO 1970, L 236, σ. 1 και 5 ), το άρθρο 162 της Πράξεως Προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας, Νορβηγίας και Ηνωμένου Βασιλείου Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 811/76 του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 1976, περί προσωρινής εγκρίσεως ορισμένων καθεστώτων ποσοστώσεων επί των αλιεύσεων στον τομέα της αλιείας ( JO 1976, L 94, σ. 1 ), και ο προαναφερθείς κανονισμός 170/83. Καμία από τις εν λόγω πράξεις δεν περιορίζει το πεδίο εφαρμογής στην αλιευτική ζώνη της Κοινότητας, τουλάχιστον όσον αφορά το καθεστώς διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων. Αντίθετα, το γράμμα των εν λόγω πράξεων καθορίζει το πεδίο εφαρμογής τους τόσον ευρέως ώστε να πρέπει υποχρεωτικά να νοείται ότι περιλαμβάνει τα εκτός της ζώνης των 200 μιλίων ύδατα. Μόνον ως προς την αρχή της (σης προσβάσεως στα ύδατα και αλιευτικά αποθέματα το πεδίο εφαρμογής περιορίζεται στην αιγιαλίτιδα ζώνη των κρατών μελών.
12.
Δεύτερον, η Επιτροπή αναφέρεται σε αριθμό διεθνών συμφωνιών σε θέματα αλιείας όπου η Κοινότητα είναι συμβαλλόμενο μέρος. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας να συνάπτει τις εν λόγω συμφωνίες αποτελεί πρόσθετη απόδειξη του ότι η κοινοτική αρμοδιότητα επεκτείνεται πέραν της αλιευτικής ζώνης της Κοινότητας. Με δεδομένο ότι η Κοινότητα είναι αρμόδια να εκδίδει διατάξεις υπό μορφή συμβάσεων, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό σε ποιους λόγους θα προσέκρουε το να μπορεί επίσης να το πράττει κατά τρόπο αυτόνομο.
13.
Τρίτον, η Επιτροπή αναφέρεται σε παγιωμένη νομοθετική πρακτική εκδόσεως αυτοτελών πράξεων, το πεδίο εφαρμογής των οποίων περιλαμβάνει την ανοικτή θάλασσα. Πρόκειται ιδίως για κανονισμούς, εκδιδόμενους δυνάμει του βασικού κανονισμού 170/83, που περιορίζουν τις αλιεύσεις με τον καθορισμό TAC και ποσοστώσεων. Οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η νομοθεσία αυτή είναι προφανείς. Ο θεμελιώδης στόχος των εν λόγω μέτρων διατηρήσεως έγκειται στη διατήρηση των αλιευτικών πόρων που εκμεταλλεύονται οι αλιείς της Κοινότητας. Επιπλέον, τα μέτρα αυτά θεσπίζονται περαιτέρω σε εκτέλεση του συνόλου των διεθνών κανόνων που αφορούν τη διατήρηση των πόρων της θάλασσας. Οι αλιευτικοί πόροι συνίστανται σε βιολογικά αποθέματα που ελίσσονται εν όλω ή εν μέρει, εντεύθεν και εκείθεν της διαχωριστικής γραμμής της αλιευτικής ζώνης της Κοινότητας. Για να είναι αποτελεσματικά, τα μέτρα περιορισμού των αλιεύσεων πρέπει, συνακόλουθα, να αφορούν το σύνολο του αποθέματος, ανεξάρτητα από τον τόπο στον οποίο βρίσκεται. Επιπλέον, η επέκταση των TAC και ποσοστώσεων στην ανοικτή θάλασσα δικαιολογείται και από επιτακτικούς λόγους ελέγχου και από την ανάγκη μειώσεως του κινδύνου ότι οι πραγματοποιούμενες εντός της κοινοτικής ζώνης αλιεύσεις δεν αποτελούν προϊόν απατηλών δηλώσεων ότι έλαβαν χώρα στην ανοικτή θάλασσα.
14.
Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα κοινοτικά μέτρα περιορισμού των αλιεύσεων είναι τα μόνα που διαθέτει η Κοινότητα για να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία του κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων. Οποιοδήποτε άλλο σύστημα δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη.
15.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου συντάσσεται απόλυτα με την επιχειρηματολογία της Επιτροπής. Με το υπόμνημα της, αποπειράται ιδίως να εξετάσει τις σοβαρές πρακτικές δυσχέρειες που συνεπάγεται για την κοινή αλιευτική πολιτική η αποδοχή της απόψεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι η αρμοδιότητα της Κοινότητας σε θέματα λήψεως μέτρων διατηρήσεως περιορίζεται στην κοινοτική αλιευτική ζώνη.
16.
Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί, καταρχάς, την ερμηνεία που η Επιτροπή αποδίδει στην προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kramer. Κατ' αυτήν, η εν λόγω απόφαση αναγνωρίζει αποκλειστικά την αρμοδιότητα της Κοινότητας να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες σε θέματα διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων. Από τα προε-κτεθέντα δεν μπορεί να συναχθεί η αρμοδιότητα της ρυθμίσεως της αλιείας στην ανοικτή θάλασσα κατά τρόπο αυτόνομο.
Όσον αφορά την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση 61/77, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η απόφαση αυτή δεν αποτελεί επιστέγασμα της θέσεως της Επιτροπής. Συνιστά απλώς υπόμνηση της νομολογίας « Kramer ».
Εξάλλου, η προαναφερθείσα απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 6/88 και 7/88 είναι αλυσιτελής. Η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η απόφαση αυτή αναφέρει απλώς ότι ο περιορισμός των αλιευσεων μπορεί να λάβει χώρα με δύο τρόπους. Ήτοι με κανονισμό και με διεθνή συμφωνία, χωρίς να διευκρινίζει πάντως εντός ποιων υδάτων, εφόσον είναι σαφές ότι εντός των κοινοτικών υδάτων ο περιορισμός λαμβάνει χώρα κανονιστικώς, ενώ εκτός των υδάτων της δικαιοδοσίας τρίτων χωρών λαμβάνει χώρα με διεθνείς συμφωνίες.
17.
Στη συνέχεια, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, όπως προκύπτει από τους κανονισμούς που ανέλυσε η Επιτροπή, η κανονιστική αρμοδιότητα της Κοινότητας δεν μπορεί να ασκείται εκτός των κοινοτικών υδάτων. Αντίθετα, επί παραδείγματι, το άρθρο 5 του προαναφερθέντος κανονισμού 2141/70, αφορά ρητώς «την άσκηση της αλιείας εντός των θαλασσίων υδάτων των κρατών μελών ». Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή συνάγει από το γράμμα των πράξεων αυτών υπερβολικά συμπεράσματα όσον αφορά την αρμοδιότητα της Κοινότητας. Προς στήριξη της απόψεως της, η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρεται στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στις προαναφερθείσες υποθέσεις 6/88 και 7/88. Ο γενικός εισαγελέας διατύπωσε, μεταξύ άλλων, την άποψη ότι « το κοινοτικό καθεστώς διατηρήσεως και διαχειρίσεως θεσπίστηκε ως σύνολο μέτρων με κύριο σκοπό τη δραστηριότητα στα κοινοτικά ύδατα, πλην ρητής διατάξεως περί δικαιωμάτων αλιείας που προβλέπονται σε συγκεκριμένες διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες». Κατά τον γενικό εισαγγελέα, η μεταγενέστερη προσφυγή και σε ορισμένες περιπτώσεις στο σύστημα περιορισμού των αλιευσεων υπό μορφή TAC ή ποσοστώσεων στην ανοικτή θάλασσα δεν σημαίνει ότι υπήρξε τροποποίηση της αρχικής αντιλήψεως, αλλ' ότι λαμβάνονται απλώς υπόψη τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων που έγιναν σε συγκεκριμένο διμερές η πολυμερές πλαίσιο.
18.
Ως προς το επιχείρημα της Επιτροπής που θεμελιώνεται στην αρμοδιότητα της Κοινότητας να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες, η Ισπανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι είναι αλυσιτελές. Συγκεκριμένα, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί και δεν θα μπορούσε ποτέ να αμφισβητήσει την αρμοδιότητα της Κοινότητας να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες σε θέματα αλιείας.
19.
Ως προς την Πράξη Προσχωρήσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι η Ισπανία διαπραγματεύθηκε όχι την πρόσβαση στα διεθνή ύδατα αλλά την πρόσβαση στα κοινοτικά ύδατα, όπως προκύπτει από το άρθρο 156 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Συνακόλουθα, κατά την άποψη της, ο ισπανικός στόλος έχει ελεύθερη πρόσβαση στην ανοικτή θάλασσα και στους πόρους που απαντώνται σ' αυτήν. Η ελεύθερη αυτή πρόσβαση στους πόρους της ανοικτής θάλασσας μπορεί επίσης να συναχθεί από το άρθρο 161 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, το εν λόγω άρθρο αφορά μόνο τα κοινοτικά ύδατα.
20.
Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση αμφιβάλλει κατά πόσον ο αυτοτελής περιορισμός της αλιευτικής δραστηριότητας που ασκούν τα κοινοτικά πλοία εκτός της αλιευτικής ζώνης τους συνιστά χρήσιμο μέσο για την επίτευξη του στόχου της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων. Αν η Κοινότητα επιβάλλει συναφώς αυτοτελείς περιορισμούς, τη στιγμή κατά την οποία οι στόλοι των τρίτων χωρών μπορούν να δρουν ελεύθερα, δεν ευνοείται ο στόχος της διατηρήσεως των θαλασσίων πόρων αλλά τα αλιευτικά τρίτων χωρών σε βάρος των σκαφών του κοινοτικού στόλου.
P. J. G. Kapteyn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Top