ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-288/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης είναι δέκα επιχειρήσεις που διαχειρίζονται και εκμεταλλεύονται το δίκτυο τηλεοπτικών μεταδόσεων στις Κάτω Χώρες.
Σε καθεμία από τις επιχειρήσεις αυτές επιβλήθηκε πρόστιμο 100 ολλανδικών φιορινιών (HFL) για παράβαση του ολλανδικού νόμου της 21ης Απριλίου 1987, που ρυθμίζει τα της παροχής προγραμμάτων ραδιοτηλεοράσεως, τα της καταβολής δικαιωμάτων ραδιοτη-λοψίας και τα μέτρα για την ενίσχυση των δημοσιογραφικών οργάνων (στο εξής: Mediawet, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο Staatsblad αριθ. 249 της 4.6.1987 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1988).
Τα πρόστιμα αυτά επέβαλε με απόφαση της 6ης Ιανουαρίου 1989 το Commissariaat voor de Media, οργανισμός επιφορτισμένος από τον Mediawet με την επίβλεψη της εκμεταλλεύσεως της καλωδιώσεως, λόγω των ακολούθων περιστατικών:
—
στις 30 Νοεμβρίου 1988, το πρόγραμμα Sky Channel μετέδωσε, μεταξύ άλλων, διαφημιστικά μηνύματα για τα προϊόντα Nutra Sweet και Croma, καθ' ολοκληρία στην ολλανδική γλώσσα·
—
την 1η και 2α Δεκεμβρίου 1988, το πρόγραμμα Cable One μετέδωσε, μεταξύ άλλων, διαφημιστικά μηνύματα για τις επιχειρήσεις Free Record Shop και Samsung, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων ήταν στην ολλανδική γλώσσα·
—
στις 2 Δεκεμβρίου 1988, το πρόγραμμα Super Channel μετέδωσε μεταξύ άλλων, διαφημιστικό μήνυμα για το προϊόν Vizir καθ' ολοκληρία στην ολλανδική γλώσσα.
Οι προσφεύγοντες άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής προσφυγή ενώπιον του δικαστικού τμήματος του Raad van State ( Κάτω Χώρες ).
Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι, για να επιλύσει τη διαφορά, ήταν αναγκαίο να γνωρίζει εάν η απαγόρευση του άρθρου 66, παράγραφος 1, initio και στοιχείο β, του Mediawet συμβιβάζεται με τη Συνθήκη, ειδικότερα δε με τα άρθρα 7, 52 επ. και 57 επ. καθώς Kat με όλους τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου που έχουν θεσπιστεί για την εφαρμογή τους.
Το άρθρο 66 του Mediawet ορίζει ότι:
« 1.
Η διαχειριζόμενη δίκτυο τηλεοπτικής μεταδόσεως επιχείρηση μπορεί:
α)
να μεταδίδει τα προγράμματα που προβάλλονται από αλλοδαπούς ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς με τη βοήθεια πομπού και των οποίων η λήψη, τον περισσότερο καιρό, είναι δυνατή απευθείας στη ζώνη που εξυπηρετείται από το καλωδιακό δίκτυο με τη χρησιμοποίηση συνήθους ατομικής κεραίας, σε ποιοτικό επίπεδο γενικώς ικανοποιητικό ·
β)
να μεταδίδει προγράμματα πέραν των αναφερομένων υπό το στοιχείο α και τα οποία εκπέμπονται από αλλοδαπό ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό ή από σύνολο τέτοιων οργανισμών ως ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα, σύμφωνα με την εφαρμοστέα στη χώρα εκπομπής νομοθεσία. Αν τα προγράμματα αυτά περιέχουν διαφημιστικά μηνύματα, η μετάδοση τους επιτρέπεται μόνον υπό τον όρον ότι τα εν λόγω μηνύματα παράγονται από χωριστό νομικό πρόσωπο, μπορεί να διαγνωσθεί σαφώς ότι πρόκειται για διαφημίσεις και διαχωρίζονται με σαφήνεια από άλλα μέρη του προγράμματος και δεν μεταδίδονται την Κυριακή, ότι η διάρκεια των εν λόγω μηνυμάτων δεν ξεπερνά το 5% του χρησιμοποιουμένου χρόνου εκπομπής, ότι ο οικείος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ανταποκρίνεται στις διατάξεις του άρθρου 55, παράγραφος 1, και ότι τα προκύπτοντα έσοδα διατίθενται καθ' ολοκληρίαν στην παραγωγή προγραμμάτων. Ωστόσο, αν οι όροι αυτοί δεν τηρούνται, η μετάδοση του εν λόγω προγράμματος επιτρέπεται επίσης εφόσον τα διαφημιστικά μηνύματα που περιέχει δεν προορίζονται ειδικά για το ολλανδικό κοινό ·
(...)
2.
Για τους σκοπούς εφαρμογής της διατάξεως της παραγράφου 1, στοιχείο β, τα διαφημιστικά μηνύματα θεωρείται εν πάση περιπτώσει ότι απευθύνονται ιδίως στο ολλανδικό κοινό στην περίπτωση που μεταδίδονται κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από εκπομπές με ολλανδικούς υποτίτλους ή σε ολλανδική γλώσσα.
3.
Ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να επιτρέπει παρέκκλιση από την απαγόρευση της παραγράφου 1, στοιχείο β, όσον αφορά τα ραδιοφωνικά προγράμματα που εκπέμπονται στο Βέλγιο και προορίζονται για το φλαμανδό-φωνο κοινό του Βελγίου. »
Το δικαστικό τμήμα του Raad van State επιφυλάχθηκε ως προς την οριστική του απόφαση αναμένοντας την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου επί των ακολούθων τριών προδικαστικών ερωτημάτων:
« 1)
Έχει το άρθρο 59 της Συνθήκης την έννοια ότι υφίσταται απαγορευόμενος περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, όπως η μετάδοση, από επιχειρήσεις διαχειριζόμενες τηλεοπτικά δίκτυα και με τη χρησιμοποίηση καλωδιακού συστήματος, προγραμμάτων — περιεχόντων ή όχι διαφημιστικά μηνύματα — που τους προσφέρονται χάρη σε καλωδιακή σύνδεση, μέσω ερτζιανών κυμάτων ή με δορυφόρο από το εξωτερικό, στην περίπτωση κατά την οποία η εθνική νομοθεσία υποβάλλει την εν λόγω μέθοδο μεταδόσεως σε περιοριστικούς όρους όπως αυτοί που προβλέπονται στο άρθρο 66, παράγραφος 1, initio και στοιχείο β, δεύτερη περίοδος, του Mediawet και οι οποίες εφαρμόζονται κατά τον ίδιο τρόπο επί των αντιστοίχων προγραμμάτων που μεταδίδονται από το εθνικό έδαφος;
2)
Σε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, χρειάζεται να είναι η προαναφερθείσα εθνική ρύθμιση όχι μόνον απαλλαγμένη διακρίσεων, αλλά, επιπλέον, και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, μπορούν σκοποί συναρτώμενοι προς την πολιτική επί πολιτιστικών θεμάτων οι οποίοι αποβλέπουν στη διατήρηση της ποικιλομορφίας στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση και τη μη εμπορευματοποίηση τους και στην προστασία της πολυφωνίας στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση και στον τύπο να αποτελούν δικαιολογία κατά την ανωτέρω έννοια; »
Η Διάταξη του δικαστικού τμήματος του Raad van State πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Σεπτεμβρίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στις 21 Δεκεμβρίου η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Β. R. Bot, Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από τους René Barents και Giuliano Marenco, μέλη της Νομικής της Υπηρεσίας- στις 22 Δεκεμβρίου 1989 το Commissariaat voor de Media, καθού της κυρίας δίκης, εκπροσωπούμενο από τον G. Η. L. Weesing, δικηγόρο Άμστερνταμ στις 29 Δεκεμβρίου 1989 η Stichting Collectieve Antennevoorziening Gouda και οι άλλοι εννέα προσφεύγοντες της κυρίας δίκης, εκπροσωπούμενοι από τον Β. Η. ter Kuile και C. Η. van Lennep, δικηγόρους Χάγης- και στις 4 Ιανουαρίου 1990 η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Rui Assis Ferreira, προϊστάμενο τμήματος στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Επικοινωνίας, Luis Inês Fernandes, διευθυντή δικαστικού στη Γενική Διεύθυνση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και Antonio Goucha Soares, νομικό σύμβουλο στην Υπηρεσία Νομικών Υποθέσεων της Γενικής Διευθύνσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Αποφάσισε ωστόσο να απευθύνει ερωτήσεις στην Ολλανδική Κυβέρνηση και στην Επιτροπή. Δόθηκε απάντηση στις ερωτήσεις αυτές εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1. Γενικές παρατηρήσεις
Πριν εξετάσουν τις απαντήσεις τις οποίες προτίθενται να δώσουν στα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου, ορισμένοι διάδικοι εφιστούν την προσοχή του Δικαστηρίου στα κύρια χαρακτηριστικά της ολλανδικής ρυθμίσεως.
Οι προσφεύγοντες εξηγούν ότι στις Κάτω Χώρες ο χρόνος εκπομπής στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση χορηγείται κυρίως σε οργανισμούς ραδιοφωνικής μεταδόσεως ( omroepverenigingen). Για να έχουν πρόσβαση στους σταθμούς εκπομπής οι τελευταίοι πρέπει να πληρούν μεγάλο αριθμό προϋποθέσεων, οι οποίες σκοπούν να εξασφαλίζουν την αντιπρο-' σωπευτικότητά τους και την ποικιλία τους. Υποχρεούνται επίσης να διαθέτουν το σύνολο των εσόδων τους στα προγράμματα τους ή σε συνεταιριστικές δραστηριότητες απαγορεύεται να επιτρέπουν σε τρίτους να πραγματοποιούν κέρδη.
Οι προσφεύγοντες εκθέτουν ότι όλα τα έξοδα εκπομπής της εθνικής ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως και μέρος των εξόδων παραγωγής των εθνικών προγραμμάτων καλύπτονται από τις ολλανδικές δημόσιες αρχές. Προς τούτο, οι εν λόγω αρχές, αφενός, εισπράττουν δικαίωμα το οποίο βαρύνει όλους τους κατόχους συσκευών ραδιοφώνου και/ή τηλεοράσεως και, αφετέρου, αντλούν έσοδα από την εμπορική διαφήμιση. Το μονοπώλιο της μεταδόσεως αυτών των διαφημιστικών μηνυμάτων ανήκει σε νομικό πρόσωπο συσταθέν ειδικώς για τον σκοπό αυτό, τη Stichting Etherreclame (στο εξής: STER).
Οι προσφεύγοντες διευκρινίζουν τέλος ότι το μεγαλύτερο μέρος του ολλανδικού κοινού μπορεί να παρακολουθήσει τόσο τα προγράμματα των ολλανδικών οργανισμών ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως όσο και εκείνα των εταιριών ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως που είναι εγκατεστημένες σε άλλες χώρες μόνο χάρη στην τηλεοπτική μετάδοση.
Δυνάμει του άρθρου 65 του Mediawet, οι διαχειριζόμενες δίκτυο τηλεοπτικής μεταδόσεως επιχειρήσεις υποχρεούνται να εκπέμπουν εξ ολοκλήρου τα προγράμματα των εθνικών οργανισμών που έχουν λάβει χρόνο μεταδόσεως στην εθνική ραδιοτηλοψία και τούτο ανεξαρτήτως του περιεχομένου των οικείων προγραμμάτων.
Το άρθρο 66, παράγραφος 1, στοιχεία α και β, ρυθμίζει τις προϋποθέσεις αναμεταδόσεως των προγραμμάτων που εκπέμπουν οι αλλοδαποί οργανισμοί ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως.
Οι διαχειριζόμενες δίκτυο ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως επιχειρήσεις έχουν την άδεια να αναμεταδίδουν αυτά τα προγράμματα όταν μπορούν να ληφθούν απευθείας σε ικανοποιητικές συνθήκες λήψεως μέσω συνήθους ατομικής κεραίας, όταν δεν περιλαμβάνουν διαφημιστικά μηνύματα ή όταν περιέχουν διαφημιστικά μηνύματα μη απευθυνόμενα ειδικώς στο ολλανδικό κοινό.
Αντιθέτως, τα αλλοδαπά προγράμματα που περιέχουν διαφημιστικά μηνύματα απευθυνόμενα ειδικώς στο ολλανδικό κοινό μπορούν να αναμεταδίδονται από τις διαχειριζόμενες το δίκτυο ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως επιχειρήσεις μόνον εφόσον πληρούν ορισμένους όρους.
Μερικοί απ' αυτούς αφορούν τα διαφημιστικά μηνύματα αυτά καθαυτά- πρέπει να μπορεί να διαγνωσθεί ότι πρόκειται για τέτοια μηνύματα, δεν μπορούν δε να υπερβαίνουν το 5 ο/ο του συνολικού χρόνου εκπομπής ούτε να μεταδίδονται τις Κυριακές.
Οι λοιποί όροι αφορούν τον αλλοδαπό σταθμό εκπομπής, ο οποίος πρέπει να μην έχει κερδοσκοπικό σκοπό, να μην επιτρέπει σε τρίτους να πραγματοποιούν κέρδη και να αναθέτει τη διαφήμιση σε νομικό πρόσωπο ανεξάρτητο από τον προμηθευτή του προγράμματος.
Θεωρούνται εν πάση περιπτώσει ως απευθυνόμενα ειδικώς στο ολλανδικό κοινό τα διαφημιστικά μηνύματα που συνοδεύουν τα προγράμματα σε ολλανδική γλώσσα ή με ολλανδικούς υποτίτλους.
Οι προσφεύγοντες φρονούν ότι οι όροι αυτοί εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις.
Ισχυρίζονται κατ' αρχάς ότι οι εν λόγω διατάξεις ρυθμίζουν κατά όμοιο τρόπο ανόμοιες καταστάσεις.
Οι καταστάσεις δεν είναι όμοιες: πράγματι, οι εθνικοί οργανισμοί χρηματοδοτούνται μαζικώς, πράγμα που δεν ισχύει για τις αλλοδαπές εταιρίες που δεν εξαρτώνται από τη δημόσια εξουσία. Επιβάλλοντας όμως στους τελευταίους να διαθέτουν τα έσοδα τους καθ' ολοκληρία για την παραγωγή προγραμμάτων και να μην επιτρέπουν σε τρίτους να πραγματοποιούν κέρδη, ο Mediawet δημιουργεί ανυπέρβλητα εμπόδια για τις εν λόγω εταιρίες και εμποδίζει έτσι την αναμετάδοση των προγραμμάτων τους.
Στη συνέχεια, οι προσφεύγοντες εκθέτουν ότι ο Mediawet ρυθμίζει όμοιες καταστάσεις, κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις, σε τρία σημεία.
Πρώτον, τα έσοδα των εθνικών οργανισμών ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως μπορούν, εν μέρει, να χρησιμοποιηθούν σε συνεταιριστικές δραστηριότητες επίσης, μέρος των εσόδων του STER διατίθεται για σκοπούς ξένους προς τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, ήτοι την ενίσχυση του γραπτού τύπου. Αντιθέτως, ο Mediawet επιβάλλει να διατίθεται το σύνολο των εσόδων των αλλοδαπών οργανισμών ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως στην παραγωγή προγραμμάτων.
Δεύτερον, τα προγράμματα των ημεδαπών οργανισμών ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως αναμεταδίδονται υποχρεωτικώς με καλώδιο, είτε ικανοποιούν τις προδιαγραφές του ολλανδικού νόμου είτε όχι. Αντιθέτως, τα προγράμματα των αλλοδαπών οργανισμών μπορούν να αναμεταδοθούν μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
Τρίτον, οι αλλοδαποί οργανισμοί ραδιοτηλεοράσεως υπόκεινται στις προδιαγραφές του ολλανδικού νόμου όσον αφορά τα διαφημιστικά μηνύματα, ενώ πρέπει ήδη να τηρούν τις νόμιμες προδιαγραφές του κράτους εκπομπής.
Οι προσφεύγοντες επισημαίνουν ότι η κύρια φροντίδα του Ολλανδού νομοθέτη δεν είναι να εξασφαλίσει τον μη εμπορικό χαρακτήρα στα προγράμματα, εφόσον τα εμπορικά προγράμματα που δεν περιέχουν διαφήμιση απευθυνόμενη ειδικώς στο ολλανδικό κοινό μπορούν να αναμεταδοθούν ελεύθερα. Υπογραμμίζουν ότι στην πραγματικότητα το άρθρο 66 του Mediawet έχει σκοπό να εμποδίζει τους αλλοδαπούς οργανισμούς ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως να έχουν πρόσβαση στην καλωδίωση και να γίνουν έτσι ανταγωνιστές των ολλανδικών οργανισμών ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως στο θέμα προσφοράς χρόνου εκπομπής για τα διαφημιστικά μηνύματα που απευθύνονται στο ολλανδικό κοινό.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση, με τις παρατηρήσεις της οποίας περιορίζεται να συμφωνήσει το Commissariaat voor de Media, συγκρίνει τον Kabelregeling με τον Mediawet.
Παρατηρεί κατ' αρχάς ότι ο Mediawet διατήρησε τις θεμελιώδεις αρχές του ολλανδικού συστήματος ραδιοτηλεοράσεως το οποίο, όπως ο γραπτός ημερήσιος τύπος, εγγυάται την ελευθερία εκφράσεως και ταυτόχρονα την ολλανδική πολιτιστική ταυτότητα. Εξηγεί ότι σκοπός της ολλανδικής πολιτικής είναι να επιτρέπει στα διάφορα κοινωνικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά και πνευματικά ρεύματα που υφίστανται στις Κάτω Χώρες να εκφράζονται. Το σύστημα αυτό αντιτίθεται στην πρόσβαση στα μέσα μαζικής ενημερώσεως βάσει εμπορικών θεωρήσεων. Για τον σκοπό αυτό ο Mediawet επιβάλλει στους οργανισμούς ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως όρους προσβάσεως [ αριθμός μελών, προσφερόμενα προγράμματα, απαγόρευση όλων των διαφημίσεων (... ) ].
Όσον αφορά την αναμετάδοση αλλοδαπών ραδιοφωνικών προγραμμάτων και τη χρήση των δικτύων τηλεοπτικής μεταδόσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει τις διαφορές μεταξύ Kabelregeling και Mediawet. Εν αντιθέσει προς τον Kabelregeling, ο Mediawet δεν προβλέπει απαγόρευση υποτίτλων. Εγκατέλειψε επίσης την απόλυτη απαγόρευση μεταδόσεως προγραμμάτων που περιέχουν διαφήμιση απευθυνόμενη ειδικώς στο ολλανδικό κοινό. Εξουσιοδοτεί στο εξής τις διαχειριζόμενες δίκτυο ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως επιχειρήσεις να μεταδίδουν διαφημιστικά προγράμματα αυτού του τύπου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 66 του Mediawet. Οι προϋποθέσεις αυτές σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν τους σκοπούς του ολλανδικού συστήματος. Καταλήγουν να επιβάλλουν στους αλλοδαπούς σταθμούς εκπομπής τις σημαντικότερες προϋποθέσεις που πηγάζουν από το ολλανδικό σύστημα και έχουν σκοπό να εξασφαλίζουν την πραγματοποίηση αυτών των σκοπών.
Η Επιτροπή εξηγεί ότι στις Κάτω Χώρες οι οργανισμοί ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως που προμηθεύουν τα προγράμματα των τηλεοπτικών καναλιών δεν μπορούν να μεταδίδουν διαφημίσεις. Οι διαφημίσεις ανήκουν αποκλειστικά στον STER που διαθέτει προς τούτο ορισμένο χρόνο εκπομπής. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο STER μπορεί να μεταδίδει διαφημιστικά μηνύματα απευθυνόμενα ειδικώς στο ολλανδικό κοινό. Τα έσοδα που εισπράττει κατανέμονται μεταξύ των ολλανδικών μόνο οργανισμών ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως' ένα μέρος εν τούτοις προορίζεται για τον ολλανδικό γραπτό τύπο, για να αντισταθμίζει τις απώλειες εσόδων που υφίσταται λόγω του ανταγωνισμού του ραδιοφώνου και της τηλεοράσεως στην αγορά της διαφημίσεως.
2. Πρώνο ερώτημα (ρύθμιση όπως η επίμαχη avviava περιορισμό νης ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών κατά νην έννοια νου άρθρον 59 νης Συνθήκης ΕΟΚ, όταν τνγχάνει εφαρμογής και ava προγράμματα που εκπέμπονται από το εθνικό έδαφος; )
Οι προσφεύγοντες φρονούν ότι το αιτούν δικαστήριο θεωρεί εσφαλμένως ότι το άρθρο 66 του Mediawet επιβάλλει όρους που εφαρμόζονται αδιακρίτως. Κατά την άποψη τους δεν πρόκειται για περιορισμούς που μπορούν να δικαιολογηθούν από θεωρήσεις γενικού συμφέροντος, αλλά για διακρίσεις που μπορούν να υπαχθούν στις εξαιρέσεις που προβλέπουν τα άρθρα 56 και 66 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Οι προσφεύγοντες υπενθυμίζουν ότι το άρθρο 56 της Συνθήκης ανέχεται εθνική διάταξη εισάγουσα δυσμενή διάκριση μόνον όταν δικαιολογείται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας.
Κατά την άποψη των προσφευγόντων, το άρθρο 66 του Mediawet αποσκοπεί στην προστασία των εσόδων που εισπράττει ο STER από την ολλανδική αγορά των διαφημιστικών εσόδων, με τη μη διάθεση του προϋπολογισμού των επιχειρήσεων που προοριζόταν για διαφημίσεις για την αγορά χρόνου εκπομπής από αλλοδαπούς οργανισμούς ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως.
Εθνική ρύθμιση εισάγουσα διακρίσεις, στηριζόμενη σε κίνητρα οικονομικής και πολιτικής φύσεως αυτού του είδους, δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας.
Προσθέτουν ότι το άρθρο 66 του Mediawet δεν είναι αναγκαίο για να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος πολιτιστικός σκοπός οι δημόσιες αρχές μπορούν κάλλιστα να χρηματοδοτήσουν την πολυφωνική και μη εμπορική δομή της δημοσίας ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως μέσω της καταβολής δικαιωμάτων ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως ή άλλων επιβαρύνσεων.
Η Ολλανδική Κνβέρνηοη παρατηρεί κατ' αρχάς ότι οι διατάξεις του άρθρου 66, παράγραφος 1, initio και στοιχείο β, δεύτερη φράση, του Mediawet εφαρμόζονται και στους ολλανδικούς σταθμούς ραδιοφωνίας. Υπογραμμίζει επίσης ότι οι οργανισμοί αυτοί υπόκεινται ^ επιπλέον σε όρους κτήσεως χρόνου εκπομπής και συνθέσεως προγραμμάτων που δεν επιβάλλονται στους αλλοδαπούς οργανισμούς.
Εξετάζει στη συνέχεια κάθε όρο που προβλέπει ο Mediawet.
Όσον αφορά τον πρώτο όρο — δηλαδή να παράγονται τα διαφημιστικά μηνύματα από νομικό πρόσωπο ανεξάρτητο από τον παραγωγό προγραμμάτων — η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι σκοπός του είναι να εμποδίζει τους παραγωγούς διαφημίσεως να επηρεάζουν το περιεχόμενο των προγραμμάτων. Στο εθνικό σύστημα, ο σκοπός αυτός βρίσκεται στη βάση της διακρίσεως μεταξύ των οργανισμών ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως και του STER.
Εν όψει του δευτέρου όρου — δηλαδή τα διαφημιστικά μηνύματα να αναγνωρίζονται ως τέτοια και να διαχωρίζονται σαφώς από τα άλλα μέρη του προγράμματος — η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι συναντάται στα άρθρα 10 και 11 της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων ( στο εξής: οδηγία για την τηλεόραση χωρίς σύνορα, ΕΕ L 298, σ. 23 ), και στα άρθρα 13 και 14 της συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη διασυνοριακή τηλεόραση. Επίσης, η απαγόρευση εκπομπής διαφημιστικών μηνυμάτων την Κυριακή είχε αναγνωριστεί ως αντικειμενικός περιορισμός από το Δικαστήριο στην απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, σκέψη 37.
Κατά τον ίδιο τρόπο επίσης, ο τρίτος όρος περί του μεγίστου ποσοστού του χρόνου μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων είναι αντικειμενικός περιορισμός μνημονευόμενος ρητώς από το Δικαστήριο στη σκέψη 37 στην υπόθεση 352/85.
Ο τέταρτος όρος — ήτοι να μην επιτρέπουν οι αλλοδαποί σταθμοί εκπομπής την πραγματοποίηση κερδών σε τρίτους — αποσκοπεί στην εξασφάλιση του μη εμπορικού χαρακτήρα της ραδιοφωνίας. Εμποδίζει πράγματι τη χρησιμοποίηση για άλλους σκοπούς των ποσών που πρέπει να διατίθενται για τη λειτουργία της ραδιοφωνίας. Η Ολλανδική Κυβέρνηση βεβαιώνει ότι η εν λόγω απαίτηση δεν αναφέρεται στην «πραγματοποίηση φυσιολογικών κερδών από τρίτους ».
Τέλος, όσον αφορά τον σχετικό με τη διάθεση των εσόδων από τη διαφήμιση όρο, η Ολλανδική Κυβέρνηση δηλώνει ότι σκοπό έχει « να προσφέρει στους εκπέμποντες οργανισμούς των άλλων κρατών μελών μέσα τουλάχιστον ισοδύναμα με εκείνα που υφίστανται στο ολλανδικό σύστημα ». Στο εθνικό σύστημα, τό μεγαλύτερο τμήμα των εσόδων του STER από διαφημίσεις καλύπτει τα έξοδα λειτουργίας του ραδιοφώνου και της τηλεοράσεως, το υπόλοιπο δε χρησιμοποιείται για την ενίσχυση του γραπτού τύπου. Δεδομένου ότι η τελευταία αυτή διάθεση επιβάλλεται μόνο στο εθνικό σύστημα των Κάτω Χωρών, οι αλλοδαποί σταθμοί εκπομπής βρίσκονται μάλιστα σε πλεονεκτικότερη θέση.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα θεσπίσεως διατάξεων που αποσκοπούν στο να εμποδίζεται ώστε η ελευθερία που εγγυάται το άρθρο 59 να χρησιμοποιείται από παρέχον υπηρεσίες πρόσωπο του οποίου η δραστηριότητα κατευθύνεται εξ ολοκλήρου ή κυρίως προς το έδαφος του με σκοπό να μην υπαχθεί το πρόσωπο αυτό στους επαγγελματικούς κανόνες που θα εφαρμόζονταν επί αυτού σε περίπτωση που θα ήταν εγκατεστημένο στο έδαφος του κράτους αυτού (αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1974, 33/74, Van Binsbergen, Rec. 1974, σ. 1299' της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1986, σ. 3755 της 27ης Σεπτεμβρίου 1989, 130/88, Van de Bijl, Συλλογή 1989, σ. 3039 ).
Η Πορτογαλική Κυβερνηοη εκτιμά ομοίως ότι το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να αρνείται την προστασία του στον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό που εγκαθίσταται σε κράτος μέλος διαφορετικό του κράτους λήψεως, με μοναδική πρόθεση να καταστρατηγήσει τους πιο αυστηρούς κανόνες στο κράτος λήψεως.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, μέσω των εσόδων του STER που τους διατίθενται, οι ολλανδικοί σταθμοί εκπομπής πραγματοποιούν κέρδος από τη διαφήμιση που απευθύνεται ειδικώς στο ολλανδικό κοινό, ενώ αυτή η πηγή εσόδων καθίσταται, λόγω της επίμαχης ρυθμίσεως, πρακτικώς απρόσιτη στους σταθμούς εκπομπής των άλλων κρατών μελών, έστω και αν δεν έχουν εμπορικό χαρακτήρα.
Επιπλέον, περιορίζονται οι δυνατότητες των ολλανδικών επιχειρήσεων να ζητούν από τους οργανισμούς ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως άλλων κρατών μελών να μεταδίδουν διαφημιστικά μηνύματα απευθυνόμενα ειδικώς στο ολλανδικό κοινό.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι περιορισμοί που πηγάζουν από τον Mediawet δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 59 της Συνθήκης.
Η Επιτροπή διακρίνει τους όρους που επιβάλλονται στους σταθμούς εκπομπής (οι οποίοι δεν πρέπει να επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό, δεν μπορούν να επιτρέπουν σε τρίτους να πραγματοποιούν κέρδη και πρέπει να εμπιστεύονται τη διαχείριση της διαφημίσεως σε ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο) από τους όρους που αφορούν τη διαφήμιση (η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει το 5 ο/ο του χρόνου εκπομπής, πρέπει να είναι σαφώς αναγνωρίσιμη και να διαχωρίζεται από το υπόλοιπο πρόγραμμα και να μη μεταδίδεται τις Κυριακές ).
Οι σχετικοί με τους αλλοδαπούς σταθμούς εκπομπής όροι μπορούν να θεωρηθούν όμοιοι με αυτούς που επιβάλλονται στους εθνικούς οργανισμούς ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως. Η Επιτροπή διαπιστώνει ωστόσο ότι, εκτείνοντας στους αλλοδαπούς σταθμούς εκπομπής το εφαρμοστέο στους εγχώριους σταθμούς σύστημα, ο Mediawet καθιστά αδύνατο το έργο των πρώτων. Αυτοί μπορούν να μεταδίδουν τα προγράμματα τους μόνον αν είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος το οποίο έχει διαμορφώσει τη νομοθεσία του κατά το σύστημα των Κάτω Χωρών.
Όσον αφορά τους σχετικούς με τη διαφήμιση όρους, τυγχάνουν εφαρμογής αδιακρίτως. Εν τούτοις, κατά την άποψη της Επιτροπής, πρέπει να δικαιολογούνται από σκοπούς γενικού συμφέροντος, όπως είναι η προστασία του θεατή ή του ακροατή από τις υπερβολές της διαφημίσεως. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι όροι αυτοί δεν πρέπει πλέον να τηρούνται όταν η διαφήμιση δεν απευθύνεται ειδικώς στο ολλανδικό κοινό. Η Επιτροπή συμπεραίνει ότι ο μοναδικός σκοπός που επιδιώκουν είναι η προστασία της ολλανδικής αγοράς διαφημίσεως προς όφελος του εθνικού συστήματος ραδιοφωνίας και κατά του αλλοδαπού ανταγωνισμού.
Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει τις διαφορές μεταξύ της παρούσας υπόθεσης και της υπόθεσης Van Binsbergen η οποία κατέληξε στην προαναφερθείσα απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, την οποία επικαλείται η Ολλανδική Κυβέρνηση. Η νομολογία αυτή στηρίζεται στην ανάγκη διατηρήσεως της εφαρμογής των επαγγελματικών κανόνων που αποσκοπούν στην προστασία των αποδεκτών των υπηρεσιών. Είχε σκοπό να εξασφαλίζει ότι ο παρέχων υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος στο εξωτερικό δεν ξεφεύγει από τους κανόνες που επιβάλλονται στον παρέχοντα υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος στο οικείο κράτος μέλος, π. χ. τους κανόνες οργανώσεως, χαρακτηρισμού, δεοντολογίας, ελέγχου και ευθύνης. Καμιά φροντίδα αυτού του είδους δεν διαφαίνεται στη βάση του άρθρου 66 του Mediawet. Η απαγόρευση του Mediawet δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις που δέχθηκε το Δικαστήριο.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα κριτήρια του άρθρου 66, παράγραφος 1, στοιχείο β, του Mediawet είτε εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις αδικαιολόγητες από πλευράς δημοσίας τάξεως είτε δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις αλλά είναι αδικαιολόγητες από πλευράς γενικού συμφέροντος. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι όροι του Mediawet έχουν μοναδικό σκοπό να αποκλείσουν από την ολλανδική αγορά της οπτικοακουστικής διαφημίσεως τον αλλοδαπό ανταγωνισμό. Η επίτευξη πολιτιστικού σκοπού δεν μπορεί να επιδιωχθεί με τέτοιο προστατευτικό μέσο.
Η Επιτροπή προτείνει ως εκ τούτου να δοθεί στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Raad van State η ακόλουθη απάντηση:
« Το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι απαγορεύεται εθνική νομοθεσία εξαρτώσα την τηλεοπτική μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη και περιέχουν διαφημίσεις απευθυνόμενες ειδικώς στο ολλανδικό κοινό από τις ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις:
—
ο σταθμός εκπομπής δεν συμβάλλει στην πραγματοποίηση κέρδους από τρίτον·
—
τη διαφήμιση διαχειρίζεται νομικό πρόσωπο ανεξάρτητο από τον εκπέμποντα οργανισμό·
—
η διαφήμιση δεν πρέπει να υπερβαίνει το 5 0/ο του χρόνου εκπομπής·
—
πρέπει να είναι σαφώς εξακριβώσιμη και να διαχωρίζεται από το υπόλοιπο πρόγραμμα·
—
δεν πρέπει να μεταδίδεται τις Κυριακές. »
3. Δεύτερο ερώτημα (εθνική ρύθμιση όπως η επίδικη πρέπει όχι μόνο να μην εισάγει αναμένεις διακριθείς, αλλά να δικαιολογείται επίσης από λόγους γενικού συμφέροντος και να συνιστά μέσο ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό;)
Οι προσφεύγοντες εκτιμούν επικουρικώς ότι, και αν ακόμη υποτεθεί ότι το ολλανδικό σύστημα δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, θα έπρεπε επιπλέον να δικαιολογείται από το γενικό συμφέρον. Πράγματι, τα εμπόδια στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εντός της Κοινότητας που πηγάζουν από ανομοιότητες μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών θα έπρεπε να γίνονται δεκτά μόνο στο μέτρο που^ είναι αναγκαία για την προστασία επιτακτικών, μη οικονομικών συμφερόντων.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο θεώρησε ότι λόγω της ιδιαιτέρας φύσεως ορισμένων παροχών υπηρεσιών, όπως η εκπομπή τηλεοπτικών μηνυμάτων, ειδικές απαιτήσεις που δικαιολογούνται από το γενικό συμφέρον συμβιβάζονται με τη Συνθήκη εφόσον επιβάλλονται εξίσου σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση εγκατεστημένη στο έδαφος του κράτους μέλους λήψεως ( απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980, 52/79, Debauve, Rec. 1980, σ. 833 ).
Η επιτροπή, η οποία επισήμανε τον εισάγοντα διακρίσεις χαρακτήρα της επίδικης διατάξεως, θεωρεί άσκοπο να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα.
4. Τρίτο ερώτημα (άπτονται οι σχετικές με την πολιτιστική πολιτική θεωρήσεις του γενικού συμφέροντος;)
Οι προσφεύγοντες διακρίνουν την πολιτιστική πολιτική από τα μέσα που επελέγησαν για να, τεθεί σε εφαρμογή. Η επιλογή ορισμένων οικονομικών μέσων που προσβάλλουν τις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές υπηρεσιών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το γενικό συμφέρον, εφόσον η ίδια πολιτιστική πολιτική μπορεί να εφαρμοστεί με λιγότερο περιοριστικά μέσα.
Κατά την άποψη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όχι μόνο του αναγκαίου ή του ευκταίου στο πλαίσιο του γενικού συμφέροντος, αλλά και των προσφορότερων μέσων για την εξυπηρέτηση του εν λόγω γενικού συμφέροντος. Κατά την κυβέρνηση αυτή, το γενικό συμφέρον επιτάσσει τη διατήρηση συστήματος πολυφωνικής ραδιοτηλεοράσεως που δεν έχει εμπορικό χαρακτήρα.
Η Επιτροπή, η οποία τόνισε ότι η επίδικη διάταξη εισάγει από τη φύση της διακρίσεις, θεωρεί άσκοπο να απαντήσει στο τρίτο ερώτημα.
III — Απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
1. Ερωτήσεις προς τψ ΟΜανοική Κυβέρνηση
1η Ερώτηση: Η Ολλανδική Κυβέρνηση καλείται να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο σε ποιο σημείο βρίσκεται η διαδικασία τροποποιήσεως του άρθρου 66 του Mediawet και να κοινοποιήσει το κείμενο που υποβλήθηκε ή έγινε δεκτό.
Απάντηση: Το νομοσχέδιο που τροποποιεί τον Mediawet κατατέθηκε στις 18 Μαΐου 1990 στην Tweede Kamer der Staaten-Generaal ( δεύτερο τμήμα των Γενικών Τάξεων ). Κατά τη διάρκεια της γραπτής προετοιμασίας της κοινοβουλευτικής εξετάσεως του εν λόγω σχεδίου, προτάθηκαν τροποποιήσεις, κυρίως του άρθρου 66.
Το τελευταίο σχέδιο τροποποιήσεως του άρθρου 66 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «η διαχειριζόμενη δίκτυο ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως επιχείρηση μπορεί να μεταδώσει (... ) β) προγράμματα αλλοδαπών οργανισμών ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως ή συγκροτημάτων τέτοιων οργανισμών, τα οποία εκπέμπονται στο εξωτερικό ως προγράμματα ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως σύμφωνα με τη νομοθεσία η οποία εφαρμόζεται στη χώρα εκπομπής (... ) ».
Το εν λόγω σχέδιο τελεί ακόμη υπό εξέταση.
2η Ερώτηση: Η Ολλανδική Κυβέρνηση καλείται να εξηγήσει πώς συμβιβάζει το κείμενο των άρθρων 55, παράγραφος 1, και 66 του Mediawet, που απαγορεύει να χρησιμοποιείται ο σταθμός εκπομπής για την πραγματοποίηση κέρδους από τρίτους, με την παράγραφο 31 των παρατηρήσεων της κατά την οποία ο εν λόγω περιορισμός δεν αναφέρεται ούτε στις φυσιολογικές οικονομικές σχέσεις ούτε στην πραγματοποίηση « φυσιολογικών » κερδών από «τρίτους»; Πού τοποθετείται το όριο μεταξύ « φυσιολογικών » και μη κερδών; Πότε και πώς οι διαχειριζόμενοι οργανισμούς καλωδιακής μεταδόσεως καθώς και οι άλλοι ενδιαφερόμενοι τρίτοι πληροφορήθηκαν αυτή την ερμηνεία;
Απάντηση: Η φροντίδα διατηρήσεως του μη εμπορικού χαρακτήρα της δημοσίας ραδιοτηλεοράσεως βρίσκεται στη βάση του άρθρου 55, παράγραφος 1, του Mediawet. Ο νομοθέτης δεν επιθυμεί οι δημόσιοι οργανισμοί ραδιοτηλεοράσεως που έχουν λάβει χρόνο εκπομπής να αποσκοπούν στην πραγματοποίηση οικονομικού οφέλους. Βεβαίως, οι εν λόγω οργανισμοί μετέχουν στη φυσιολογική οικονομική ζωή και, ως εκ τούτου, μπορούν καταβάλουν αμοιβή για τις υπηρεσίες που τους παρέχουν οι τρίτοι ή να πληρώσουν τα εμπορεύματα που τους προμηθεύουν.
Τρίτοι είναι όλα τα πρόσωπα πλην των οργανισμών που έχουν λάβει χρόνο εκπομπής κατά την έννοια του Mediawet, δηλαδή, μεταξύ άλλων, οι συμβαλλόμενοι με αυτούς τους οργανισμούς.
Δεν μπορεί να γίνει λόγος για φυσιολογικά οφέλη όταν τα ποσά που χορηγούνται σ' αυτούς τους τρίτους δεν μπορούν ευλόγως να χαρακτηρισθούν αντιπαροχή για την παροχή υπηρεσίας ή την προμήθεια εμπορεύματος.
Οι διαχειριζόμενες το δίκτυο ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως επιχειρήσεις δεν μπορούν να αγνοούν τον νόμο. Μπορούν εν πάση περιπτώσει να πληροφορηθούν αυτή την ερμηνεία από τους οργανισμούς προστασίας των συμφερόντων τους ή από το Commissariaat voor de Media.
2. Ερώτηση προς την Επιτροπή
Ερώτηση: Μπορεί η Επιτροπή να εκθέσει τη διαφορά μεταξύ της απόψεως την οποία ζητεί να κατακυρώσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση και το σύστημα της οδηγίας για την τηλεόραση χωρίς σύνορα;
Απάντηση:
« 1.
Το αποτέλεσμα της οδηγίας για την τηλεόραση χωρίς σύνορα πάνω στις διάφορες προϋποθέσεις που θέτει ο ολλανδικός νόμος στην καλωδιακή αναμετάδοση ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη είναι το ακόλουθο:
α)
Η διαφήμιση πρέπει να διακρίνεται εύκολα ως διαφήμιση και να διακρίνεται σαφώς από το υπόλοιπο πρόγραμμα
Η προϋπόθεση αυτί'] προβλέπεται επίσης στο άρθρο 10 της οδηγίας. Θα πρέπει ως εκ τούτου να τηρηθεί κατά την εκπομπή των προγραμμάτων παντού μέσα στην Κοινότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, οι Κάτω Χώρες δεν μπορούν να εμποδίσουν την αναμετάδοση προγραμμάτων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη για τον λόγο ότι το κριτήριο αυτό δεν τηρήθηκε. Οι διαδικασίες διαπιστώσεως της παραβάσεως ( άρθρο 169 ή 170 ) είναι η μόνη δυνατότητα κατά του κράτους μέλους εκπομπής το οποίο δεν εξασφάλισε την τήρηση του άρθρου 10 στο έδαφος του.
β)
Η διαφήμιση δεν πρέπει να υπερβαίνει το 5 % του συνολικού χρόνου εκπομπής
Κατά το άρθρο 18 της οδηγίας, ο χρόνος μεταδόσεως που αφιερώνεται στις διαφημίσεις δεν πρέπει να υπερβαίνει το 15 ο/ο του καθημερινού χρόνου μεταδόσεως. Το άρθρο 19 επιτρέπει στα κράτη μέλη να μειώνουν το ποσοστό αυτό για τα εθνικά προγράμματα, αλλά ακόμη και σ' αυτή την περίπτωση θα πρέπει να επιτρέπουν την αναμετάδοση των προγραμμάτων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, αρκεί η εκπομπή των προγραμμάτων αυτών να είναι σύμφωνη με την οδηγία. Αν δεν συμβαίνει αυτό, η θεραπεία συνίσταται ακόμη μια φορά στη διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως. Οι Κάτω Χώρες θα μπορέσουν επομένως να διατηρήσουν το ποσοστό του 5°/ο για τα εθνικά τους προγράμματα, υπό την επιφύλαξη των προϋποθέσεων του άρθρου 19, αλλά δεν θα μπορούν να το εφαρμόσουν στα προγράμματα που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη.
γ)
Απαγόρευση της διαφημίσεως την Κυριακή
Η οδηγία δεν περιλαμβάνει ανάλογη απαγόρευση. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, ωστόσο, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέπουν τέτοια απαγόρευση μόνο για τα εθνικά τους προγράμματα. Οι Κάτω Χώρες θα πρέπει επομένως να συγκατατεθούν στην αναμετάδοση την Κυριακή προγραμμάτων άλλων κρατών μελών που περιέχουν διαφημίσεις.
δ)
Τη διαφήμιση πρέπει να διαχειρίζεται νομικό πρόσωπο ανεξάρτητο από τον προμ?/-Οευτή του προγράμματος
ε)
Ο οργανισμός ραδιοτηλεοράσεως πρέπει να διαθέτει το σύνολο των εσόδων του για τη χρηματοδότηση του προγράμματος
στ)
Ο οργανισμός ραδιοτηΑεοράσεως δεν πρέπει να συμβάλει στην πραγματοποίηση κέρδους από τρίτον
Το ήδη αναφερθέν άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν την αναμετάδοση στο έδαφος τους εκπομπών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη για λόγους που εμπίπτουν σε τομείς που συντονίζει η παρούσα οδηγία. Δεδομένου ότι η διαφήμιση ανήκει στους τομείς αυτούς, η επιβολή των τριών προϋποθέσεων για την αναμετάδοση προγραμμάτων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη θα είναι αντίθετη στην οδηγία.
2.
Από τα προηγηθέντα συνάγεται ότι οι έξι επίδικοι όροι δεν συμβιβάζονται με το ειδικό σύστημα εναρμονίσεως που προβλέπει η οδηγία. Η θέση που έλαβε η Επιτροπή στην υπόθεση C-288/89 είναι ότι, χωρίς να αναμένει την εφαρμογή της οδηγίας, οι όροι δεν συμβιβάζονται από τούδε με το άρθρο 59 της Συνθήκης.
3.
Το συμπέρασμα αυτό πρέπει να διευκρινιστεί με την παρατήρηση ότι η οδηγία αναφέρεται αποκλειστικώς στις τηλεοπτικές εκπομπές, ενώ το άρθρο 66 του Mediawet αναφέρεται επίσης στις ραδιοφωνικές εκπομπές. Κατά συνέπεια στο τελευταίο αυτό σημείο ο ολλανδικός νόμος δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 59 χωρίς ωστόσο να ισχύει το ίδιο με την οδηγία. »
R. Joliét
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Top