ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΟ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-64/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Η εταιρία Deutsche Fernsprecher GmbH (στο εξής: Deutsche Fernsprecher) αμφισβητεί, στη διαφορά της κύριας δίκης, τη νομιμότητα της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών δασμών για ορισμένα εξαρτήματα τηλεφωνικών εγκαταστάσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο τελειοποιήσεως προς επανεισα-γωγή.
2.
Μεταξύ 10ης Ιουνίου 1981 και 27ης Μαΐου 1982, η Deutsche Fernsprecher έθεσε σε ελεύθερη κυκλοφορία, μέσω της τελωνειακής υπηρεσίας του Hauptzollamt (κεντρικού τελωνείου) του Gießen (στο εξής: HZA), εξαρτήματα τηλεφωνικών εγκαταστάσεων τα οποία, στο πλαίσιο προηγουμένης τελειοποιήσεως προς επανεισαγωγή, είχαν κατά το κύριο μέρος κατασκευασθεί από εμπορεύματα που είχαν προηγουμένως εξαχθεί από την Κοινότητα χωρίς απαλλαγή ή επιστροφή δασμών. Εν πάση περιπτώσει τα εμπορεύματα είχαν απαλλαγεί από δασμούς λόγω του ότι η τελωνειακή υπηρεσία παρέλειψε να προσθέσει την αξία των εξαχθέντων υλικών στην αξία των πράξεων τελειοποιήσεως.
3.
Με δύο διορθωτικές αποφάσεις της 1ης και 2ας Ιουλίου 1982, το HZA αποφάσισε την εκ των υστέρων είσπραξη δασμών, το συνολικό ποσό των οποίων καθορίστηκε, κατόπιν ενστάσεως της Deutsche Fernsprecher, σε 27114,70 γερμανικά μάρκα (DM). Στη συνέχεια η Deutsche Fernsprecher άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht, το οποίο ακύρωσε τις προαναφερθείσες διορθωτικές αποφάσεις, λόγω του ότι η είσπραξη αυτή ήταν αντίθετη προς το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της « εκ των υστέρων » εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254 ). Κατά το άρθρο αυτό,
« οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως “ εκ των υστέρων” ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμόδιων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλόπιστος και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση τελωνειακής διασαφήσεως ».
Κατά την άποψη του Finanzgericht η προσφεύγουσα δεν μπορούσε, συγκεκριμένα, να διαγνώσει την πλάνη της τελωνειακής υπηρεσίας που βασιζόταν σε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων περί καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εν λόγω εμπορευμάτων.
4.
Το Bundesfinanzhof, ενώπιον του οποίου το HZA άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, διερωτάται αν το HZA εδικαιούτο να αποφασίσει, χωρίς προηγουμένως να ζητήσει την έκδοση αποφάσεως από την Επιτροπή, ότι δεν υπήρχε λόγος, στην προκειμένη περίπτωση, να μην πραγματοποιηθεί η εκ των υστέρων είσπραξη των εν λόγω δασμών. Το Bundesfinanzhof* θέτει σχετικά το πρόβλημα της ερμηνείας του άρθρου 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/020, σ. 243 ), κατά το οποίο η αρμοδία αρχή του κράτους μέλους όπου έλαβε χώρα το σφάλμα απευθύνεται στην Επιτροπή με αίτηση περί λήψεως αποφάσεως οσάκις το ύψος των εν λόγω δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ECU. Το Bundesfinanzhof εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν αυτή η απόφαση της Επιτροπής είναι αναγκαία μόνον όταν η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 ή απλώς όταν πρόκειται για εκ των υστέρων είσπραξη που αφορά ποσό τουλάχιστον 2000 ECU, και, επομένως, ακόμη και όταν η αρμόδια αρχή δεν θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις.
5.
Το Bundesfïnanshof θεωρεί εξάλλου ότι η απόφαση του εξαρτάται από την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, ιδίως όσον αφορά το νομικό κριτήριο που εφαρμόζεται για να εκτιμηθεί το διαγνώ-σιμο της πλάνης των αρμοδίων αρχών. Σύμφωνα με όσα διαπίστωσε το Finanzgericht, ως αφετηρία πρέπει να γίνει δεκτό ότι ήταν αντικειμενικά δυνατό στην προσφεύγουσα να διαγνώσει την πλάνη των τελωνειακών αρχών βάσει των δημοσιευμένων νομοθετικών κειμένων, που εφαρμόζονται στις τελωνειακές υποθέσεις, και ότι επομένως δεν επρόκειτο για ζήτημα ερμηνείας ασαφούς ή ατελούς ρυθμίσεως. Το Bundesfinanzhof παρατηρεί, εντούτοις, ότι κατά την εκτίμηση του Finanzgericht η πλάνη δεν μπορούσε να διαγνωσθεί από την προσφεύγουσα, στο μέτρο που δεν είναι δυνατόν να αναμένεται από την προσφεύγουσα να έχει πιο εκτεταμένες γνώσεις από αυτές των ιδίων των υπαλλήλων του τελωνείου, οι οποίοι έδωσαν δύο φορές εσφαλμένες πληροφορίες που δεν δεσμεύουν τη διοίκηση.
6.
Κατά συνέπεια, το Bundesfinanzhof, με Διάταξη της 24ης Ιανουαρίου 1989, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Μαρτίου 1989, υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
'Εχει το ισχύον κοινοτικό δίκαιο, ιδίως το άρθρο 4, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, την έννοια ότι κατά την εκ των υστέρων είσπραξη δασμών ύψους 2000 ECU ή μεγαλυτέρου ύψους δεν χρειάζεται αίτηση προς την Επιτροπή για έκδοση αποφάσεως της περί μη πραγματοποιήσεως της εκ των υστέρων εισπράξεως, σε περίπτώση που η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, στο οποίο έχει εμφιλοχωρήσει η πλάνη συνιστώσα την αιτία της μη εισπράξεως των εν λόγω δασμών, φρονεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: έχει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 την έννοια ότι το μη διαγνωστό της πλάνης για τον υπόχρεο καταβολής δασμών πρέπει να ορίζεται με αντικειμενικά κριτήρια, το δε διαγνωστό, επομένως, να γίνεται δεκτό σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος μπορούσε να έχει διαπιστώσει την πλάνη, με τη βοήθεια των κρισίμων — δημοσιευθεισών — μήτε ασαφών μήτε ατελών διατάξεων ή πρέπει η πλάνη να αξιολογείται ως μη διαγνώ-σιμη και στην περίπτωση κατά την οποία η τελωνειακή αρχή έχει διατυπώσει την εσφαλμένη άποψη της στην οποία βασίζεται η δασμολογική αντιμετώπιση του ενδιαφερομένου με δύο ανακοινώσεις — χωρίς νομικά δεσμευτικά αποτελέσματα; »
7.
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η ισπανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Javier Conde de Saro και τη Rosario Silva de Lapuerta, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Jörn Sack, επικουρούμενο από τη Renate Kubicki, υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία έχει αποσπασθεί στην Επιτροπή στο πλαίσιο του προγράμματος ανταλλαγών κοινοτικών και εθνικών υπαλλήλων.
8.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο πέμπτο τμήμα κατά το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
9.
Η Επιτροπή παρατηρεί προκαταρκτικώς ότι η κοινοτική ρύθμιση στον τομέα της τελειοποιήσεως προς επανεισαγωγή αποσκοπεί στο να αποφευχθεί η επιβολή εισαγωγικών δασμών επί των προσωρινώς εξαχθέντων εμπορευμάτων ή επί του τμήματος της αξίας των επανεισαχθέντων τελειοποιηθέντων προϊόντων, το οποίο αντιπροσωπεύουν τα προσωρινώς εξαχθέντα εμπορεύματα. Η ολική ή μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς που προβλέπει το σύστημα αυτό συνίσταται στην αφαίρεση από το ποσό των εισαγωγικών δασμών που αναφέρονται στα επανεισαγόμενα προϊόντα του ποσού των εισαγωγικών δασμών που θα έπρεπε να εισαχθούν για τα προσωρινώς εξαχθέντα προϊόντα αν αυτά είχαν εισαχθεί στην Κοινότητα από τη χώρα όπου υπέστησαν εργασίες τελειοποιήσεως ή τη χώρα όπου υπέστησαν την τελευταία εργασία τελειοποιήσεως [βλέπε το άρθρο 10 της οδηγίας 76/119/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1975, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν το καθεστώς της τελειοποιήσεως προς επανεισαγωγή ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 121 ) που ίσχυε τότε].
1. Επί της ερμηνάας τον άρθρον 4 rov κανονισμού 1573/80
10.
α )
Η ισπανική κνβέρνηοη θεωρεί ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 1573/80 έχει την έννοια ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι απαραίτητη όταν το ποσό των απαιτουμένων δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ECU και οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους θεωρούν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79. Η απάντηση αυτή προκύπτει, κατά την άποψη της κυβερνήσεως αυτής, από τη διατύπωση του προαναφερθέντος άρθρου 4, που προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους πρέπει να απευθύνεται στην Επιτροπή με αίτηση περί λήψεως αποφάσεως, μεταξύ άλλων, όταν δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει με τα ίδια της μέσα ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.
11.
Κατά την ισπανική κυβέρνηση, ο προαναφερθείς κανόνας διατηρήθηκε στο σχέδιο κανονισμού που καθορίζει τις νέες διατάξεις εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, το οποίο επίσης απαιτεί προηγούμενη απόφαση της Επιτροπής σε περιπτώσεις όπως αυτές της παρούσας υπόθεσης.
12.
β) Η Επιτροπή παρατηρεί καταρχάς ότι η πρακτική των γερμανικών τελωνειακών αρχών, να ζητούν από την Επιτροπή να λάβει αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες το ύψος των δασμών που πρέπει να εισπραχθούν εκ των υστέρων υπερβαίνει τις 2000 ECU και η αίτηση του ενδιαφερομένου θεωρείται δικαιολογημένη από την εθνική διοίκηση, είναι απολύτως σύμφωνη με την πρακτική των υπολοίπων κρατών μελών και με την άποψη της Επιτροπής επί του ζητήματος αυτού.
13.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή η πρακτική δικαιολογείται από τη διατύπωση των άρθρων 2 και 4 του κανονισμού 1573/80 που αφορούν μόνο την περίπτωση στην οποία, δεδομένου ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, η εθνική αρχή αποφασίζει να μην προβεί σε εκ των υστέρων είσπραξη και καθιερώνει διαδικασίες διαφορετικές αναλόγως του αν το προς είσπραξη ποσό υπερβαίνει ή όχι τις 2000 ECU. Η εθνική αρχή μπορεί επομένως να αποφασίσει η ίδια στο μέτρο που θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
14.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ερμηνεία αυτή απορρέει επίσης από τον σκοπό της αναγνωρίσεως της εξουσίας της Επιτροπής να αποφασίζει και αυτό, ιδίως, για τους δύο ακολούθους λόγους.
15.
Πρώτον, το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει εξουσία να αποφασίζει μόνο στις οικονομικά σημαντικότερες περιπτώσεις καθιστά δυνατή την εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, η οποία θα διέτρεχε κίνδυνο αν οι εθνικές αρχές συνέχιζαν να αναφέρονται σε κριτήρια και εθνικές πρακτικές για την ερμηνεία και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, ιδίως όσον αφορά την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η ενότητα του κοινοτικού δικαίου κινδυνεύει ιδίως στις περιπτώσεις που γίνεται δεκτή αίτηση για τη μη πραγματοποίηση της εκ των υστέρων εισπράξεως, εφόσον η απόφαση των εθνικών αρχών είναι σχεδόν πάντοτε οριστική και δημιουργεί τετελεσμένα γεγονότα, διότι ο ενδιαφερόμενος συνήθως δεν στρέφεται κατά της αποφάσεως αυτής και η Επιτροπή δεν παρεμβαίνει. Αντίθετα, μικρότερες είναι οι συνέπειες που έχει για την ενότητα του κοινοτικού δικαίου μία απόφαση περί της εκ των υστέρων εισπράξεως. Δεν αποκλείεται τα κράτη μέλη να αντιμετωπίζουν τις περιπτώσεις αυτές με διαφορετικό τρόπο, εναπόκειται όμως στον ενδιαφερόμενο να ζητήσει ή όχι την τροποποίηση της αποφάσεως και να εξασφαλίσει με τον τρόπο αυτό την εφαρμογή ενιαίων κριτηρίων στην περίπτωση του.
16.
Δεύτερον, η εξουσία της Επιτροπής να λαμβάνει αποφάσεις στηρίζεται στο γεγονός ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 αφορά παραίτηση από ιδίους πόρους της Κοινότητας. Δεδομένου ότι η Επιτροπή αποτελεί το αρμόδιο όργανο για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Κοινότητας, είναι κατανοητό ότι επιθυμεί να ασκεί σημαντική επιρροή σε τέτοιου είδους αποφάσεις. Από αυτό προκύπτει, κατά την άποψη της Επιτροπής, ότι δεν είναι ανάγκη να της αναγνωρίζεται εξουσία λήψεως αποφάσεως όταν οι εθνικές αρχές διατάσσουν την εκ των υστέρων είσπραξη.
17.
Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εξουσία της να λαμβάνει αποφάσεις επί του ζητήματος αυτού πρέπει ουσιαστικά να παραμείνει εξαιρετική, εφόσον μάλιστα η διαδικασία ενώπιον της είναι σαφώς πιο δαπανηρή από αυτήν που ακολουθείται σε εθνικό επίπεδο. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή προσπαθεί τελευταίως να μεταβιβάσει, στον μεγαλύτερο δυνατό — αλλά πολύ συγκεκριμένο — αριθμό περιπτώσεων, την εξουσία λήψεως αποφάσεων που διαθέτει στις αρχές των κρατών μελών.
18.
Η Επιτροπή προτείνει επομένως να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι τα άρθρα 2 και 4 του κανονισμού 1573/80 έχουν την έννοια ότι, μολονότι το ύψος των μη εισπραχθέντων δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ECU, οι εθνικές αρχές δεν οφείλουν να υποβάλλουν στην Επιτροπή αίτηση για τη λήψη αποφάσεως ως προς τη δυνατότητα μη πραγματοποιήσεως της εκ των υστέρων εισπράξεως δασμών, εφόσον κρίνουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 περί προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και ως εκ τούτου διατάσσουν την είσπραξη αυτή.
2. Επί της ερμηνείας τον άρθρον 5, παράγραφος 2, τον κανονισμού 1697/79
19.
Η
ισπανική κνβέρνηση θεωρεί ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η υποκειμενική ερμηνεία της εννοίας του σφάλματος (πλάνης) του άρθρου 5, παράγραφος 2, που προαναφέρθηκε, εφόσον έτσι η εκ των υστέρων είσπραξη θα εστερείτο κάθε αποτελέσματος στην περίπτωση που ο υπόχρεος προς καταβολή δασμού θα ήταν καλόπιστος και θα είχε τηρήσει τις ισχύουσες διατάξεις. Δεν έχει πλέον νόημα η απαίτηση ότι ο υπόχρεος προς καταβολή δασμών δεν πρέπει να μπορεί να διαγνώσει την πλάνη, διότι, αν είναι βέβαιον ότι ο υπόχρεος διαθέτει σε κάθε περίπτωση λιγότερες γνώσεις από αυτές των τελωνειακών αρχών, το σφάλμα τους αποτελεί πάντοτε πλάνη που δεν μπορεί να διαγνωσθεί από τον ενδιαφερόμενο.
20.
Επομένως η ισπανική κυβέρνηση θεωρεί ότι στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 έχει την έννοια ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη αντικειμενικά κριτήρια για να καθορισθεί αν η πλάνη μπορούσε να διαγνωσθεί από τον υπόχρεο προς καταβολή δασμών.
21.
β
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 έχει την έννοια ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο τα αντικειμενικά όσο και τα υποκειμενικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ερμηνεία αυτή προκύπτει ιδίως από το γαλλικό και αγγλικό κείμενο της προαναφερθείσας διάταξης, που χρησιμοποιούν αντίστοιχα τον όρο « raisonnablement » και « reasonably ». Επομένως, κατά την άποψη της Επιτροπής, το ζήτημα δεν είναι αν είναι αντικειμενικά δυνατό να διαγνωσθεί το σφάλμα των εθνικών αρχών, εφόσον κάθε σφάλμα μπορεί να διαγνωσθεί κατά κάποιο τρόπο. Το ζήτημα συνίσταται μάλλον στο αν υπό τις δεδομένες, τόσο υποκειμενικές όσο και αντικειμενικές, συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, μπορούσε ο ενδιαφερόμενος να διαγνώσει το σφάλμα.
22.
Η Επιτροπή διατύπωσε εξάλλου την αντίθεση της προς την άποψη του Finanzgericht, κατά την οποία δεν είναι δυνατό να αναμένεται να έχει ο ενδιαφερόμενος εκτενέστερη γνώση των εφαρμοζομένων διατάξεων από τους αρμοδίους τελωνειακούς υπαλλήλους. Αν γινόταν δεκτή η άποψη αυτή, θα ήταν στην πράξη αδύνατη η εκ των υστέρων είσπραξη, εφόσον το σφάλμα διεπράχθη αναγκαστικά πάντοτε από αρμόδιο υπάλληλο. Κατά την άποψη της Επιτροπής, όσο χονδροειδέστερο είναι το σφάλμα, τόσο πιο εύκολο είναι για τον ενδιαφερόμενο να το διαγνώσει.
23.
Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι, σε περίπτωση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, δεν πρέπει να γίνεται αναφορά, όσον αφορά την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αποκλειστικά ή κυρίως στη νομική όψη του προβλήματος. Είναι, κατά την άποψη της, σαφές ότι σε μία τέτοια περίπτωση ο υπόχρεος μπορούσε να διαγνώσει το σφάλμα της τελωνειακής αρχής, αν όχι στο νομικό πεδίο, τουλάχιστον στο οικονομικό πεδίο, διότι η μέθοδος υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας ήταν τελείως αντίθετη προς το ισχύον σύστημα τελειοποιήσεως προς επανεισαγωγή και έπρεπε κανονικά να καταλήξει σε πλήρως εσφαλμένα αποτελέσματα. Κατά την άποψη της Επιτροπής, είναι αναμενόμενο μία επιχείρηση που διενεργεί εμπορικές πράξεις να μπορεί να διαγνώσει ένα τέτοιο σφάλμα, ακόμη και αν η τελωνειακή αρχή επέμεινε στην εσφαλμένη της άποψη, ενώ ο ενδιαφερόμενος της είχε γνωστοποιήσει τις αμφιβολίες του επί του ζητήματος αυτού.
24.
Η Επιτροπή προτείνει επομένως να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο σύνθετης, αλλά μη διφορούμενης, νομικής καταστάσεως, ένα χονδροειδέστατο σφάλμα των τελωνειακών αρχών πρέπει να θεωρείται ότι μπορεί να διαγνωσθεί όταν η νομική κατάσταση δικαιολογείται λογικά από οικονομικούς λόγους και είναι σαφές για τον ενδιαφερόμενο ότι μία λογική, από οικονομικής απόψεως, ρύθμιση είναι αντίθετη προς την απόφαση των τελωνειακών αρχών που τον ευνοεί.
Μ. Zuleeg
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top