ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-67/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1. Η εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση
α)
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 rov ΣνμβονΜον, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού ΕΟΚ 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), συμπλήρωσε τον τελευταίο αυτό κανονισμό με το άρθρο 5γ. Με τη διάταξη αυτή θεσπίστηκε, επί 5 δωδεκάμηνες διαδοχικές χρονικές περιόδους, αρχής γενομένης από την 1η Απριλίου 1984, συμπληρωματική εισφορά επιβαρύνουσα τους παραγωγούς ή τους αγοραστές γάλακτος αγελάδας, της οποίας στόχος είναι η συγκράτηση της αυξήσεως της γαλακτοπαραγωγής, καθιστώντας συγχρόνως δυνατές τις αναγκαίες διαρθρωτικές εξελίξεις και προσαρμογές.
Δυνάμει της παραγράφου 1 της νέας διατάξεως, το σύστημα εισφοράς τίθεται σε εφαρμογή σε κάθε περιοχή του εδάφους των κρατών μελών σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες εναλλακτικές λύσεις:
—
κατά την εναλλακτική λύση Α, η εισφορά οφείλεται από τους παραγωγούς γάλακτος επί των ποσοτήτων γάλακτος που παρέδωσαν σε έναν αγοραστή και οι οποίες υπερβαίνουν μία ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί (εναλλακτική λύση παραγωγού)'
—
κατά την εναλλακτική λύση Β, η εισφορά οφείλεται από τους αγοραστές γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων ( γαλακτοκομεία ) επί των ποσοτήτων γάλακτος που παραδίδονται από παραγωγούς και οι οποίες υπερβαίνουν την ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί. Ο δε αγοραστής που οφείλει την εισφορά υποχρεούται να μετακυλίσει την εισφορά αυτή μόνο στους παραγωγούς που αύξησαν τις παραδόσεις τους, ανάλογα με το πόσο συνετέλεσαν στην υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς του αγοραστή (εναλλακτική λύση αγοραστού ).
β)
Οι γενικοί κανόνες εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς περιέχονται στον κανονισμό ΕΟΚ 857/84 τον Σνμβονλίον, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( EE L 90, σ. 13 ), όπως τροποποιήθηκε. Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, της εν λόγω πράξεως, η εισφορά καθορίζεται σε 75 % της ενδεικτικής τιμής του γάλακτος, σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Α ( εναλλακτική λύση παραγωγού ) και σε 100 ο/ο της ενδεικτικής τιμής του γάλακτος, σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Β ( εναλλακτική λύση αγοραστού ).
Εξάλλου, ο κανονισμός 857/84 καθορίζει την ποσότητα αναφοράς που προβλέπεται στον βασικό κανονισμό 856/84, δηλαδή την ποσότητα που απαλλάσσεται της συμπληρωματικής εισφοράς. Αυτή είναι, καταρχήν, ίση προς την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε από έναν παραγωγό ( εναλλακτική λύση Α) ή αγοράστηκε από έναν αγοραστή (εναλλακτική λύση Β) κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους 1981, προσαυξημένη κατά 1 % ( άρθρο 2, παράγραφος 1 ).
Πάντως, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι στο έδαφος τους η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1982 ή κατά το ημερολογιακό έτος 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να μη ξεπεραστεί η εγγυημένη ποσότητα. Το ποσοστό αυτό μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το ύψος των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων προς καταβολή της εισφοράς, την εξέλιξη των παραδόσεων σε ορισμένες περιοχές μεταξύ 1981 και 1983 ή την εξέλιξη των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων προς καταβολή κατά την ίδια χρονική περίοδο, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που πρόκειται να καθοριστούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 30 του κανονισμού 804/68 ( άρθρο 2, παράγραφος 2 ).
Δυνάμει των άρθρων 3, 4 και 4α, του κανονισμού 857/84, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις κατά τον'καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς ή να χορηγούν ειδικές ή συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς.
Ειδικότερα, το άρθρο 3 ορίζει τα εξής:
« Για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 2 και στα πλαίσια της εφαρμογής των εναλλακτικών λύσεων Α και Β, λαμβάνονται υπόψη ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις υπό τους εξής όρους:
1)
...
2)
...
3)
οι παραγωγοί των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή, κατά το έτος αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, έχει επηρεαστεί αισθητά από εξαιρετικά γεγονότα που συνέβησαν πριν ή κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους, επιτυγχάνουν, ύστερα από αίτηση τους, να ληφθεί υπόψη ένα άλλο ημερολογιακό έτος αναφοράς μέσα στο χρονικό διάστημα της περιόδου 1981 έως 1983.
...»
γ)
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 (ΕΕ'L 132, σ. 11), όπως τροποποιήθηκε. Το άρθρο 3 του κανονισμού 1371/84 περιέχει έναν κατάλογο των καταστάσεων κατά τις οποίες δικαιολογείται να ληφθεί υπόψη ένα άλλο ημερολογιακό έτος αναφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 3, ψηφίο 3, του κανονισμού 857/84.
2. Η γερμανική ρύθμιση yta τη θέση σε εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως
Το σύστημα συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος έχει τεθεί σε εφαρμογή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με την « Verordnung über die Abgaben im Rahmen von Garantiemengen im Bereich der Marktorganisation für Milch und Milcherzeugnisse ( Milch-Garantiemengen-Verordnung ) » [ κανονιστική απόφαση περί των εισφορών στο πλαίσιο εγγυημένων ποσοτήτων στον τομέα της οργανώσεως των αγορών του γάλακτος και των γαλακτομικών προϊόντων (απόφαση περί των εγγυημένων ποσοτήτων γάλακτος ) ], της 25ης Μαΐου 1984 ( Bundesgesetzblatt Ι, σ. 720), όπως τροποποιήθηκε με την πρώτη τροποποιητική απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1984 ( BGBl. 1984 Ι, σ. 1255 ).
Το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως θέτει την αρχή ότι, στη Γερμανία, ο παραγωγός και όχι ο αγοραστής είναι αυτός που πρέπει να καταβάλει την εισφορά. Κατά το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, « η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος που παραδόθηκε από τον παραγωγό γάλακτος σε έναν αγοραστή κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους 1983, μειωμένη κατά 4 ο/ο. Το εν λόγω ποσοστό μειώσεως αυξάνεται, στην περίπτωση κατά την οποία η παραδοθείσα ποσότητα κατά το ημερολογιακό έτος 1983 είναι ανώτερη από την ποσότητα που παραδόθηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1981, σύμφωνα με τον ακόλουθο τόπο:
χωρίς, πάντως, να υπερβεί το 5 ο/ο ... ».
3. Η διαφορά της κύριας δίκης
Ο Alfons Berkenheide, αγρότης, παρέδωσε στον γαλακτοκομικό συνεταιρισμό Münsterland eG 114306 κιλά γάλακτος το 1980, 105970 κιλά το 1981, 102472 κιλά το 1982 και 121721 κιλά το 1983. Βάσει των παραδόσεων που πραγματοποιήθηκαν το 1983, το γαλακτοκομείο αυτό του χορήγησε ποσότητα αναφοράς παραδόσεων 110900 κιλών. Για να επιτύχει την ποσότητα αυτή, το γαλακτοκομείο μείωσε την ποσότητα που παραδόθηκε στη διάρκεια του ημερολογιακού έτους 1983 κατά το ποσοστό της βασικής μειώσεως που ανερχόταν σε 40/0 (άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη φράση, της Milch-Garantiemengen-Verordnung) στο οποίο προσέθεσε μείωση 4,9θ/ο (άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, της Milch-Garantiemengen-Verordnung), επειδή ο Berkenheide είχε παραδώσει, κατά το ημερολογιακό έτος 1983, μεγαλύτερη ποσότητα γάλακτος από αυτήν που είχε παραδώσει κατά τη διάρκεια του έτους 1981.
Με έγγραφο της 17ης Φεβρουαρίου 1986, ο Berkenheide ζήτησε από το Hauptzollamt Münster να προβεί σε νέο καθορισμό της ποσότητας αναφοράς παραδόσεων, χωρίς να λάβει υπόψη τη μείωση του 4,9 ο/ο που βασίζεται στην αύξηση της παραγωγής. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 31ης Ιουλίου 1986.
Ο Berkeheide προσέβαλε την απόφαση αυτή με την αιτιολογία ότι η περίπτωση του συνιστούσε εξαιρετική περίπτωση κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84, εφόσον συνεπεία επιζωοτίας είχε προκληθεί μείωση της ποσότητας γάλακτος που είχε παραδοθεί κατά τη διάρκεια των ετών 1981 και 1982. Το αρμόδιο γεωργικό επιμελητήριο επιβεβαίωσε πράγματι την ύπαρξη εξαιρετικής περιπτώσεως, αλλά επισήμανε ταυτόχρονα το γεγονός ότι η εφαρμοστέα γερμανική ρύθμιση δεν καθιστούσε δυνατό να ληφθεί υπόψη αυτή η περίσταση.
Κατόπιν αυτού, το Hauptzollamt Münster απέρριψε την ένσταση με την αιτιολογία ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, της Milch-Garantiemengen-Verordnung δεν επιτρέπει διαφορετικό υπολογισμό των ποσοτήτων αναφοράς παραδόσεων.
Με την προσφυγή του, που άσκησε ενώπιον του Finanzgericht του Düsseldorf, ο Berkenheide υποστηρίζει ότι εσφαλμένως το Hauptzollamt έλαβε υπόψη μείωση 4,9 0/0, βάσει της αυξήσεως της παραγωγής, κατά τον υπολογισμό των ποσοτήτων αναφοράς για το γάλα. Πράγματι, κατά τον Berkenheide, η εκμετάλλευση του δεν συνέβαλε σε αύξηση της παραγωγής γάλακτος κατά τη διάρκεια των ετών 1981 έως 1983. Συνεπώς, ο Berkenheide ζητεί να του χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς παραδόσεων 116900 κιλά γάλακτος.
Το Hauptzollamt Münster υποστηρίζει ότι ήταν αδύνατο, εν προκειμένω, να χορηγήσει μεγαλύτερη ποσότητα αναφοράς παραδόσεων, μη εφαρμόζοντας τη μείωση που βασίζεται στην αύξηση παραγωγής ή λαμβάνοντας ως βάση μία τροποποιημένη μείωση, αφού η παραγωγή γάλακτος δεν έχει επηρεασθεί αισθητά από ένα εξαιρετικό γεγονός κατά το 1983. Εξάλλου, μόνο η ποσότητα γάλακτος που παρήχθη πράγματι κατά τη διάρκεια ενός άλλου ημερολογιακού έτους, κατά τη διάρκεια της περιόδου 1981 έως 1983, θα μπορούσε να έχει ληφθεί υπόψη.
Στο πλαίσιο αυτής της διαφοράς, το Finanzgericht Düsseldorf ανέστειλε τη διαδικασία, με Διάταξη της 1ης Φεβρουαρίου 1989 και υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Υφίσταται παράβαση του άρθρου 3, ψηφίο 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 ( ΕΕ L 90, σ. 13 ), σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984 ( ΕΕ L 132, σ. 11), σε περίπτωση που το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη πρόταση, της γερμανικής αποφάσεως της 25ης Μαΐου 1984 ( BGBl. 1984,1, σ. 720 ), όπως τροποποιήθηκε με την πρώτη τροποποιητική απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1984 ( BGBl. 1984, Ι, σ. 1255), ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η γαλακτοκομική παραγωγή είχε επηρεασθεί κατά το ημερολογιακό έτος 1981 από ένα εξαιρετικό γεγονός (επιζωοτία) κατά την éwota των προαναφερθεισών κοινοτικών διατάξεων, δεν λαμβάνεται ως βάση, κατά τον υπολογισμό της μειώσεως που βασίζεται στην αύξηση της παραγωγής, η κατά το έτος 1981 πράγματι παραχθείσα ποσότητα γάλακτος, αλλά η ποσότητα την οποία ο γαλακτοπαραγωγός κατ' εκτίμηση θα είχε παραγάγει αν δεν είχε συμβεί το εν λόγω γεγονός; »
4. Διαοικασία ενώπιον τον Δικαστηρίου
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Μαρτίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Martin Seidel, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Dierk Booß.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1990, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο τρίτο τμήμα κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95 του κανονισμού διαδικασίας.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Η γερμανική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συμφωνούν ότι στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση υπό την έννοια ότι, κατά τον υπολογισμό της « Steigerungsabzug » (μείωση βασιζόμενη στη αύξηση της παραγωγής ), δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση η εκτίμηση της ποσότητας που ο παραγωγός θα είχε λάβει κατά το 1981, αν το εν λόγω εξαιρετικό γεγονός δεν είχε επέλθει.
1.
Η γερμανική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το άρθρο 3, ψηφίο 3, του κανονισμού 857/84 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ποσότητα γάλακτος που παραδόθηκε από έναν παραγωγό γάλακτος μειώθηκε λόγω ενός εξαιρετικού γεγονότος κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς που επέλεξε το κράτος μέλος. Ο διατυπωθείς στο άρθρο 3, ψηφίο 3, κανόνας έχει ως σκοπό να απαλάξει τον παραγωγό γάλακτος από τον κίνδυνο να αναφέρεται κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, λόγω ενός εξαιρετικού γεγονότος, σε ελάχιστα σημαντικές παραδόσεις γάλακτος βάσει των οποίων υπολογίζεται η ποσότητα αναφοράς. Επομένως, μόνο καθόσον η παραγωγή γάλακτος ενός αγρότη επηρεάζεται, κατά τη διάρκεια του έτους 1983, από ένα εξαιρετικό γεγονός, μπορεί ο παραγωγός να αντικαταστήσει την ποσότητα γάλακτος που παραδόθηκε το 1983 με αυτή που παραδόθηκε το 1981 ή το 1982. Αν αντιθέτως, όπως εν προκειμένω, η παραγωγή γάλακτος δεν έχει επηρεασθεί από ένα εξαιρετικό γεγονός το 1983, το άρθρο 3, ψηφίο 3, δεν εφαρμόζεται, ανεξάρτητα από το εάν η παραγωγή γάλακτος έχει επηρεασθεί από εξαιρετικό γεγονός το 1981 ή το 1982.
Κατά την άποψη της γερμανικής κυβερνήσεως, η ερμηνεία αυτή επικυρώθηκε με την απόφαση της 17ης Μαΐου 1988, Erpelding ( 84/87, Συλλογή 1988, σ. 2647 ), κατά την οποία « όπως προκύπτει από την οικονομία και τον σκοπό της, η σχετική ρύθμιση απαριθμεί περιοριστικά τις καταστάσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς ή ατομικών ποσοτήτων, για τον καθορισμό των οποίων περιέχει σαφείς διατάξεις ».
Η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι η οικονομία του άρθρου 3, του κανονισμού 857/84, θεωρούμενη στο γενικό πλαίσιο του κανονισμού, δεν καθιστά επίσης δυνατή την κατάληξη σε άλλο αποτέλεσμα. Το γεγονός ότι πρόκειται για μία διάταξη η οποία παρεκλίνει μόνο από το άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού και όχι για γενική παρέκκλιση από τον εν λόγω κανονισμό αρκεί για να αποκλεισθεί η ευρεία ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως.
Κατόπιν αυτού, το άρθρο 3, ψηφίο 3, του κανονισμού 857/84 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ορίζει ότι πρέπει, για τον υπολογισμό της « Steigerungsabzug », να ληφθεί ως βάση μία ποσότητα εκτιμηθείσα ή υπολογισθείσα για το έτος 1981, εφόσον η πραγματική παράδοση γάλακτος κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους επηρεάστηκε από ένα εξαιρετικό γεγονός.
2.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι με το προδικαστικό ερώτημα ερωτάται κατ' ουσίαν αν, κατά τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84 και το άρθρο 3 του κανονισμού 1371/84, ένα γεγονός το οποίο συνιστά εξαιρετική περίπτωση κατά τη διάρκεια του έτους 1981 πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ακόμη κι αν έχει επιλεχθεί το έτος 1983 ως έτος αναφοράς.
Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 3, ψηφίο 3, tou κανονισμού 857/84, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του κανονισμού 1371/84, παρέχει την εγγύηση ότι ο παραγωγός δεν υφίσταται καμία ζημία λόγω της επιλογής του έτους αναφοράς από το κράτος μέλος, το οποίο είναι ελεύθερο να επιλέξει ένα έτος εντός της περιόδου μεταξύ του 1981 και του 1983, στην περίπτωση κατά την οποία θα είχε αισθητά επηρεασθεί από εξαιρετικά γεγονότα επελθόντα κατά τη διάρκεια του έτους αυτού.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει, εν προκειμένω, την απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986, Klensch κ.λπ. (201/85 και 202/85, Συλλογή 1986, σ. 3477 ), με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα κράτη μέλη μπορούν μεν να επιλέξουν μεταξύ δύο μεθόδων προκειμένου να καθορίσουν τις ποσότητες αναφοράς, δεν είναι όμως δυνατό να συνδυάσουν τα στοιχεία της μιας με αυτά της άλλης. Απ' αυτό συνάγεται ότι, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, τα κράτη μέλη, όποιο και να είναι το σύστημα που εφαρμόζουν σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 857/84, δεσμεύονται από το εν λόγω σύστημα, αυτό δε δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από μεμονωμένους παραγωγούς επικαλούμενους εξαιρετικές περιπτώσεις μη προβλεπόμενες από το άρθρο 3, σημείο 3. Εξάλλου, με την απόφαση της 28ης Απριλίου 1988, Thévenot (61/87, σ. 2375 ), το Δικαστήριο έκρινε σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3, ψηφίο 3, ότι η διάταξη αυτή « επιτρέπει... την πλήρη εφαρμογή όλων των άλλων κανόνων που αφορούν τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς και ατομικών ποσοτήτων και, ειδικότερα, των κανόνων που περιέχονται στο άρθρο 2 του κανονισμού 857/84 ».
Η Επιτροπή καταλήγει στο ότι από την οικονομία και τον σκοπό της σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως προκύπτει ότι η ατομική ζημία την οποία υπέστη ο προσφεύγων της κύριας δίκης λόγω επιζωοτίας κατά το έτος 1981, λόγω της μεταφοράς της ποσότητας αναφοράς, πρέπει να γίνει δεκτή, διότι διαφορετικά η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν θα μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωση της να καθορίσει κατά τρόπο γενικό τα ποσοστά σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 857/84, συνεπεία ορισμένων ιδιαίτερων στοιχείων.
Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 3, ψηφίο 3, του κανονισμού 857/84, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του κανονισμού 1371/84, έχει την έννοια ότι ένα εξαιρετικό γεγονός, το οποίο είχε επιπτώσεις σε έναν παραγωγό κατά τη διάρκεια ενός άλλου έτους από αυτό που επιλέχθηκε ως αναφορά σύμφωνα προς τη διάταξη αυτή, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.
III — Απαντήσεις στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο
1.
Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η γερμανική κνβέρνηαη παρατηρεί ότι το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht εντάσσεται στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84. Κατ' εφαρμογήν της εν λόγω διατάξεως, τα κράτη μέλη μπορούν να μειώνουν την υπολογισθείσα για ένα έτος αναφοράς ποσότητα με διάφορους τρόπους.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας βασίστηκε για τον υπολογισμό της ποσότητας αναφοράς, καταρχήν, στο ημερολογιακό έτος 1983. Η ποσότητα αυτή μειώνεται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 2, της Milch-Garantiemengen-Verordnung ( στο εξής: MGVO). Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 συνιστά, επομένως, το έρεισμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, της MGVO. Συνεπώς, η προτεινόμενη από το αιτούν δικαστήριο ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, της MGVO πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με το άρθρο 2, παράγραφος 2, προκειμένου να προσδιοριστεί ενδεχόμενη παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
Το άρθρο 3, ψηφίο 3, του κανονισμού 857/84 προβλέπει απλώς μία εξαίρεση για τους παραγωγούς των οποίων η παραγωγή γάλακτος έχει επηρεασθεί από ένα εξαιρετικό γεγονός, το οποίο επήλθε κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους που έχει επιλεχθεί από το οικείο κράτος μέλος. Η διάταξη αυτή δεν έχει σχέση με τον υπολογισμό της « Steigerungsabzug » κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη φράση της MGVO.
2.
Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή εκθέτει ότι το προδικαστικό ερώτημα μπορεί επίσης να γίνει αντιληπτό υπό την έννοια ότι αφορά το αν το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 έχει την έννοια ότι, κατά τον υπολογισμό του « ποσοστού » που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη, πρέπει να ληφθεί υπόψη ένα εξαιρετικό γεγονός το οποίο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3, ψηφίο 3.
Όπως ήδη η Επιτροπή εξέθεσε στο πλαίσιο των γραπτών παρατηρήσεων της, αυτό το εξαιρετικό γεγονός δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να έχει ως αποτέλεσμα σε μια ιδιαίτερη περίπτωση παρέκκλιση από το σύστημα που επέλεξε το κράτος μέλος για την εφαρμογή του προαναφερθέντος ποσοστού. Διαφορετικό είναι το ζήτημα αν αυτό το γεγονός δεν πρέπει, εν γένει, να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό του ποσοστού, δηλαδή της « Steigerungsabzug » κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 2, της MGVO. Η Επιτροπή δεν αποκλείει να είναι αυτό δυνατό κατά τον καθορισμό « ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων προς καταβολή » κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), του κανονισμού 1371/84. Πάντως, θεωρεί ότι τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής.
Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι μόνο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η εξέλιξη των παραδόσεων έχει σημασία κατά τον καθορισμό του εν λόγω ποσοστού.
Μ. Zuleeg
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top