ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-344/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1. Το νομοθετικό πλαίσιο
Σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138 ):
«1.
Όταν ένας δικαιούχος, κυρίως:
α)
παροχών αναπηρίας,
β)
παροχών γήρατος που χορηγούνται σε περίπτωση ανικανότητας προς εργασία,
γ)
παροχών γήρατος που χορηγούνται σε ηλικιωμένους ανέργους,
δ)
παροχών γήρατος που χορηγούνται σε περίπτωση παύσεως της επαγγελματικής δραστηριότητας,
ε)
παροχών επιζώντων που χορηγούνται σε περίπτωση αναπηρίας ή ανικανότητας προς εργασία,
στ)
παροχών που χορηγούνται σε περίπτωση που τα έσοδα του δικαιούχου δεν υπερβαίνουν ένα προκαθορισμένο όριο, διαμένει ή κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης, ο διοικητικός και ιατρικός έλεγχος πραγματοποιείται, κατόπιν αιτήσεως του φορέα αυτού, από τον φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας του δικαιούχου με τον τρόπο που προβλέπεται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο τελευταίος αυτός φορέας. Εντούτοις, ο φορέας οφειλέτης διατηρεί το δικαίωμα να προβεί σε εξέταση του δικαιούχου από ιατρό της εκλογής του. »
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, σύμφωνα με την ολλανδική νομοθεσία, η αναγνώριση του δικαιώματος για ολλανδική παροχή λόγω απωλείας μισθού σε περίπτωση ασθενείας ή ανικανότητας προς εργασία εξαρτάται κατ' ουσίαν από το εάν ο ενδιαφερόμενος αδυνατεί λόγω ασθενείας να εκτελεί τη δική του εργασία, ανεξαρτήτως του γεγονότος αν θα μπορούσε ενδεχομένως να κάνει κάποια άλλη εργασία.
Μετά τη λήξη της περιόδου των πενήντα δύο εβδομάδων κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει παροχή λόγω ασθενείας, πρέπει να αποφασιστεί αν αυτός δικαιούται παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία σύμφωνα με την ολλανδική νομοθεσία. Η σχετική με τη χορήγηση κατάργηση ή μείωση της εν λόγω παροχής απόφαση λαμβάνεται από την αρμόδια Bedrijfsvereniging [εν προκειμένω, η Bedrijfsvereniging voor de Koopvaardij ( επαγγελματική ένωση των εργαζομένων στην εμπορική ναυτιλία) που έχει έδρα τη Χάγη, στο εξής: BVK ], η οποία θα πρέπει να ζητήσει προς τούτο τη γνώμη του Gemeenschappelijke Medische Dienst ( στο εξής: GMD ), του μόνου αρμοδίου για να εξετάσει, στον τόπο που αυτός ορίζει και από ειδικό που ο ίδιος επιλέγει, τον εργαζόμενο.
Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν συμμορφωθεί, χωρίς να επικαλεστεί κάποιο νόμιμο λόγο, στη σχετική πρόσκληση του GMD, η BVK, κατόπιν διαβουλεύσεως με τον GMD, λαμβάνει απόφαση σχετικά με τη χορήγηση ή την άρνηση, ολική ή μερική, προσωρινή ή μόνιμη, της εν λόγω παροχής.
Στο πλαίσιο της συμβουλευτικής του αποστολής, ο GMD εξετάζει, από ιατρική άποψη, αν ο ενδιαφερόμενος, εφόσον δεν είναι πλήρως και μονίμως ανίκανος προς εργασία, είναι ακόμα σε θέση να εκτελεί την παλαιά του εργασία και, σε αρνητική περίπτωση, ποια είναι τα ιατρικής φύσεως κωλύματα που τον εμποδίζουν να ασκεί επαγγελματικές δραστηριότητες, κωλύματα που αποκαλύπτονται γενικώς από το γνωστό ως « belastbaarheidspatron » ( το είδος εργασίας που ένα πρόσωπο είναι ικανό να ασκεί) το οποίο αποτελεί τη βάση για τον καθορισμό των δραστηριοτήτων που αρμόζουν στον ενδιαφερόμενο.
Ούτε το είδος ούτε η έκταση των ιατρικής φύσεως κωλυμάτων δεν είναι καθοριστικά για τη γένεση του δικαιώματος προς παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία. Αυτό που έχει σημασία είναι το ύψος της μειώσεως του μισθού που καταβάλλεται για μια κατάλληλη εργασία σε σχέση μ' αυτόν που κοινώς καλείται μισθός αναφοράς (γενικώς ο τελευταίος μισθός πριν από την επέλευση της ανικανότητας προς εργασία ). Αν η σχετική διαφορά αυτή είναι μικρότερη ενός ορισμένου ποσοστού, ο ενδιαφερόμενος δεν δικαιούται της εν λόγω παροχής.
Στην περίπτωση δικαιούχου που κατοικεί εκτός Κάτω Χωρών και έχει υποστεί ιατρική εξέταση στις Κάτω Χώρες αφού κλήθηκε από τον GMD, η συνακόλουθη έρευνα σχετικά με την τυχόν κατάλληλη εργασία γίνεται γενικώς εν απουσία του ενδιαφερομένου ο οποίος, κατά κανόνα, έχει επιστρέψει στη χώρα κατοικίας του.
Αν το αποτέλεσμα της πραγματοποιηθείσας από τον GMD εξετάσεως είναι ότι πρέπει να μειωθεί ή να καταργηθεί η εν λόγω παροχή μετά ορισμένη ημερομηνία, η σχετική γνωμάτευση γνωστοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο μαζί με κατάλογο των καταλλήλων εργασιών που θα μπορούσε αυτός να εκτελέσει στις Κάτω Χώρες.
2. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας άίκης
O Martínez, Ισπανός υπήκοος, εργάστηκε από το 1963 ως ναύτης σε Ολλανδούς εργοδότες.
Κατά τα τέλη Απριλίου 1979, λόγω πόνων στην οσφυϊκή χώρα, αναγκάστηκε να σταματήσει την εργασία του και να μην επανέλθει πλέον σ' αυτήν. Αφής στιγμής ασθένησε, επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του. O Martínez ελάμβανε καταρχάς παροχή ασθενείας σύμφωνα με τον ολλανδικό νόμο περί ασθενείας (Ziektewet) και, στη συνέχεια, από τις 25 Απριλίου 1980, παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία σύμφωνα με τον ολλανδικό νόμο περί ασφαλίσεως έναντι ανικανότητας προς εργασίας ( Wet op de Arbeidsongeschiktheidsverzekering) καθώς και σύμφωνα με τον ολλανδικό νόμο περί γενικού συστήματος όσον αφορά την ανικανότητα προς εργασία ( Algemene Arbeidsongeschiktheidswet ). Η παροχή του υπολογίστηκε με βάση βαθμό ανικανότητας 80 έως 100 ο/ο.
Τον Ιανουάριο του 1980, υποβλήθηκε στην Ισπανία σε εγχείρηση κήλης μεσοσπονδυλίου δίσκου. Σύμφωνα με τη σχετική έκθεση του Instituto nacional de seguridad social (στο εξής: INSS), με ημερομηνία 1 Οκτωβρίου 1980, θα απαιτούνταν πρόσθετες ιατρικές εξετάσεις και ενδεχομένως νέα χειρουργική επέμβαση.
Το INSS, το οποίο έθεσε τον Martinez υπό ιατρική παρακολούθηση, χορήγησε συμπληρωματικές εκθέσεις με ημερομηνία 1 Μαρτίου 1982 και 4 Ιουνίου 1984.
Με έγγραφο της 17ης Απριλίου 1989, ο GMD κάλεσε τον Martínez να μεταβεί στις Κάτω Χώρες προκειμένου να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από δύο ιατρούς της επιλογής του GMD.
O Martínez, καίτοι δεν ισχυρίστηκε ότι η κατάσταση της υγείας του τού απηγόρευε να μετακινηθεί στις Κάτω Χώρες, απέφυγε ωστόσο να δώσει συνέχεια στην εν λόγω πρόσκληση.
Στην αλληλουχία αυτή, o Martínez προσέφυγε κατά του GMD ενώπιον του arrondissementsrechtbank te Amsterdam, ζητώντας από το εν λόγω δικαστήριο να αποφανθεί ότι δεν υποχρεούνταν να επιστρέψει στις Κάτω Χώρες προκειμένου να υποβληθεί εκεί στον επίμαχο ιατρικό έλεγχο.
Με απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1989, το arrondissementsrechtbank te Amsterdam αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία προκειμένου να υποβάλει προς το Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Μπορεί ο φορέας που οφείλει παροχή αναπηρίας — ή το όργανο που είναι αρμόδιο για τον ιατρικό έλεγχο — σε περίπτωση που κάνει χρήση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 574/72 να προβεί στον έλεγχο ενός δικαιούχου παροχής αναπηρίας μέσω ιατρού της επιλογής του, να καλέσει τον εν λόγω δικαιούχο να μεταβεί από το κράτος μέλος του τόπου κατοικίας ή διαμονής στο κράτος μέλος του οφειλέτη φορέα, προκειμένου να υποβληθεί εκεί σε ιατρική εξέταση, και υποχρεούται ο δικαιούχος να συμμορφωθεί προς την πρόσκληση αυτή;
2)
α)
Θα είναι η απάντηση στο πρώτο ερώτημα διαφορετική αν έχει διαπιστωθεί ότι ο δικαιούχος είναι σε θέση να ταξιδεύσει στο κράτος μέλος του οφειλέτη φορέα ή του αρμοδίου για τη διενέργεια του ιατρικού ελέγχου οργάνου χωρίς κίνδυνο βλάβης της υγείας του;
β)
Έχει σημασία, όσον αφορά την απάντηση που πρόκειται να δοθεί στο ερώτημα 2, σημείο α, αν το γεγονός ότι ο εν λόγω δικαιούχος είναι σε θέση να ταξιδεύσει έχει διαπιστωθεί από τον φορέα του κράτους του τόπου κατοικίας ή διαμονής ή η διαπίστωση αυτή πρέπει να έχει γίνει από τον οφειλέτη φορέα ή το αρμόδιο για τη διενέργεια του ιατρικού ελέγχου όργανο; »
3. Η ενώπιον τον Δικαοτηρίον διαδικασία
Η απόφαση του arrondissementsrechtbank te Amsterdam πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Νοεμβρίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους E. Roder και G. Leibrock, η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Β. R. Bot, Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών, η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C de la Higuera González και τον C. Bastarreche Sagües, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Β. J. Drijber, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, το Gemeenschappelijke Medische Dienst, εκπροσωπούμενο από τον R. Α. Α. Duk, δικηγόρο Χάγης, και o Martínez Vidal, εκπροσωπούμενος από τον J. Ρ. Smit, δικηγόρο Άμστερνταμ.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με απόφαση της 4ης Ιουλίου 1990, το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο τρίτο τμήμα.
II — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Επί τον πρώτον ερωτήματος
3.1.
O Martínez, αιτών της κύριας δίκης, υπενθυμίζει καταρχάς την απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Φεβρουαρίου 1986, στην υπόθεση 284/84, Sprayt ( Συλλογή 1986, σ. 685 ), όπου το Δικαστήριο δέχθηκε ότι:
«Οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 και ειδικότερα εκείνες του παραρτήματος VI, που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 51 της Συνθήκης, πρέπει να ερμηνευθούν υπό το φως του στόχου του άρθρου αυτού, συνιστάμενου στο να συμβάλει στην εγκαθίδρυση μιας όσο είναι δυνατό πληρέστερης εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινούμενων εργαζομένων, αρχής που περιλαμβάνεται στις βάσεις της Κοινότητας.
Πράγματι, το άρθρο 51 προβλέπει ότι το Συμβούλιο λαμβάνει στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, ιδίως με τη θέσπιση της καταβολής των παροχών στα πρόσωπα που κατοικούν στα εδάφη των κρατών μελών. Ο στόχος των άρθρων 48 μέχρι 51 δεν επιτυγχάνεται αν οι εργαζόμενοι, ασκώντας το δικαίωμά τους της ελεύθερης κυκλοφορίας, αναγκάζονται να χάσουν τα πλεονεκτήματα στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης που τους αναγνωρίζει η νομοθεσία του κράτους μέλους. »
Στη συνέχεια τονίζει ότι ο κανονισμός 574/72, ο οποίος περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με το είδος του ελέγχου και τον τόπο όπου αυτός πρέπει να διενεργείται, δηλαδή τα άρθρα 18 (όσον αφορά την ασθένεια και τη μητρότητα), 51 (σχετικά με την αναπηρία) και 61 ( αναφορικά με τα εργατικά ατυχήματα και τις επαγγελματικές ασθένειες), καθιερώνει ένα σύστημα το οποίο, κατ' αυτόν, συνοψίζεται ως εξής:
Ο διοικητικός και ιατρικός έλεγχος ναι μεν διενεργούνται από τον φορέα του τόπου κατοικίας, πλην όμως ο αρμόδιος φορέας έχει την ευχέρεια να ορίσει ιατρό της επιλογής του, οπότε στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος φορέας οφείλει είτε να αποστείλει ιατρό για να εξετάσει τον ενδιαφερόμενο στο κράτος του τόπου κατοικίας είτε να προσφύγει στις υπηρεσίες ιατρού του κράτους κατοικίας ( βλ. την απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987, 22/86, Rindone, Συλλογή 1987, σ. 1339). Κατά συνέπεια, ο ενδιαφερόμενος δεν υποχρεούται να επιστρέψει, για την εξέταση αυτή, στο κράτος του αρμόδιου φορέα. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι ο αρμόδιος φορέας δεσμεύεται από την εκτίμηση του φορέα του τόπου κατοικίας ( βλ. την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1986, 28/85, Deghillage, Συλλογή 1986, σ. 991 ).
O Martínez, παρατηρεί ότι, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 18 του εν λόγω κανονισμού, το Δικαστήριο στην απόφαση Rindone αποφάνθηκε ότι:
« Η παράγραφος 5 του άρθρου 18 του κανονισμού 574/72 έχει την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας μπορεί να προβαίνει στην προβλεπόμενη εξέταση από ιατρό της επιλογής του, περιλαμβανομένων των ιατρών της χώρας στην οποία κατοικεί ο ενδιαφερόμενος, και ότι ο τελευταίος δεν υποχρεούται να επιστρέψει στο κράτος όπου εδρεύει ο αρμόδιος φορέας προκειμένου να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. »
O Martínez υπογραμμίζει ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η υποχρέωση επιστροφής στο κράτος του αρμοδίου για την πραγματοποίηση εκεί ιατρικής εξετάσεως φορέα είναι ασυμβίβαστη προς τον σεβασμό που οφείλεται στην κατάσταση της υγείας του εργαζομένου.
Κατά τον Martínez, και το άρθρο 51 πρέπει να ερμηνευθεί κατά τον ίδιο τρόπο. Πράγματι, ο ιατρικός έλεγχος που προβλέπει μπορεί κάλλιστα να διενεργείται από τους ιατρούς του κράτους του τόπου κατοικίας, οι οποίοι διαθέτουν προς τούτο τα έντυπα Ε 213 και Ε 214, μέσω των οποίων μπορούν να παρέχουν τα ιατρικά στοιχεία που ο αρμόδιος φορέας έχει ανάγκη για τη λήψη ορθής αποφάσεως. Μόνον όταν από την ιατρική κατάσταση καταφαίνεται ότι υφίσταται κάποια ικανότητα για την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, γίνεται, σύμφωνα με τη σχετική ολλανδική νομοθεσία, επί καθαρά θεωρητικής βάσεως, εργονομική εξέταση προκειμένου να καθοριστεί αν υπάρχει κάποια εργασία την οποία ο ενδιαφερόμενος θα μπορούσε να εκτελέσει.
O Martínez επισημαίνει ότι, όσον αφορά την περίπτωση εργαζομένου που κατοικεί στην αλλοδαπή, η σχετική εκτίμηση γίνεται απόντος του ενδιαφερομένου και του γνωστοποιείται εγγράφως.
Εξάλλου, φρονεί ότι δεν είναι λίγοι οι παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της ιατρικής εξετάσεως στο κράτος του τόπου κατοικίας. 'Ετσι, ο ενδιαφερόμενος εξετάζεται και απαντά σε ερωτήσεις στη δική του γλώσσα, ενώ το γεγονός ότι οι θεράποντες ιατροί βρίσκονται πλησίον του τού επιτρέπει να έρχεται σε επαφή μαζί τους για πλήρεις και αποτελεσματικές εξετάσεις, έχοντας τη δυνατότητα να συζητεί τα αποτελέσματα των εν λόγω εξετάσεων.
Κατά συνέπεια, o Martínez φρονεί ότι στο πρώτο ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση.
3.2.
Κατά τον GMD, το πρόβλημα που ανακύπτει είναι αν πρέπει στο άρθρο 51 να δοθεί η ίδια ερμηνεία με αυτή που το Δικαστήριο δέχθηκε αναφορικά με το άρθρο 18 του ίδιου κανονισμού στην υπόθεση Rindone. Ο GMD δεν συμφωνεί ότι η λύση που έγινε δεκτή στην υπόθεση εκείνη πρέπει να ισχύσει και για το άρθρο 51. Ομοίως, ούτε η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Deghillage, περί της οποίας κάνει μνεία o Martínez, μπορεί να ληφθεί υπόψη, δεδομένου ότι η υπόθεση εκείνη αφορούσε το άρθρο 57 του κανονισμού 1408/71, διάταξη που έχει σχέση με παροχές λόγω επαγγελματικής ασθενείας.
Καταρχάς, το άρθρο 18 καθορίζει, σύμφωνα με τον GMD, κατά τρόπο πολύ περισσότερο ευρύ και λεπτομερή το έργο και τις αρμοδιότητες του φορέα του τόπου κατοικίας του δικαιούχου. Πράγματι, δυνάμει των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 18, αναγνωρίζεται αναμφισβήτητα στον εν λόγω φορέα ο καθορισμός της ανικανότητας προς εργασία, ενώ το άρθρο 51 περιορίζει το τυχόν έργο του φορέα του τόπου κατοικίας στον διοικητικό και ιατρικό έλεγχο.
Στη συνέχεια, ο GMD ισχυρίζεται ότι, ενώ η έννοια της ανικανότητας προς εργασία óσον αφορά την αναγνώριση του δικαιώματος για παροχές ασθενείας δεν διαφέρει αισθητά στα διάφορα κράτη μέλη, πράγμα που επιτρέπει έτσι στον φορέα του κράτους του τόπου κατοικίας να εφαρμόζει χωρίς μεγάλες δυσκολίες τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, η έννοια της ανικανότητας που χρησιμοποιείται για την αναγνώριση του δικαιώματος προς παροχές αναπηρίας διαφέρει ουσιωδώς ανάλογα με το κράτος μέλος, πράγμα που αποκλείει έτσι την προσφυγή του δικαιούχου στον φορέα του τόπου κατοικίας προκειμένου αυτός να αποφανθεί εγκύρως σχετικά με τον βαθμό της αναπηρίας.
Από τον σκοπό επίσης του κανονισμού 1408/71 προκύπτει, κατά τη γνώμη του GMD, ότι η απόφαση σχετικά με τον βαθμό και τη διάρκεια της αναπηρίας ενός δικαιούχου πρέπει, καταρχήν, να λαμβάνεται από τον αρμόδιο φορέα. Κατά τον GMD, θα μπορούσε να τεθεί ακόμα και το ερώτημα αν ο φορέας του τόπου κατοικίας διαθέτει τους τεχνικούς και ιατρικούς εξοπλισμούς που ο αρμόδιος φορέας έχει ανάγκη για να μπορεί δεόντως να αποφαίνεται, λαμβανομένου υπόψη ότι η σύνταξη των τεχνικών και ιατρικών εκθέσεων απαιτεί ειδικές γνώσεις ως προς την χρησιμοποιούμενη έννοια της ανικανότητας προς εργασία και ότι οι κατάλληλοι ειδικοί βρίσκονται γενικώς στο κράτος μέλος του αρμοδίου φορέα.
Ο GMD υπογραμμίζει ότι, ενόψει του εφαρμοζομένου κριτηρίου το οποίο αφορά την εργασία που ασκήθηκε στη χώρα του οικείου νομικού συστήματος, η διαπίστωση του βαθμού αναπηρίας και εξαρτάται από τοπικές περιστάσεις και είναι εξαιρετικά περίπλοκη, οπότε σε πολλές περιπτώσεις είναι απλούστατα αδύνατο στον φορέα του τόπου κατοικίας να προσδιορίσει ορθώς τον βαθμό αναπηρίας. Έστω και αν το έντυπο Ε 214 μπορεί να βοηθεί τους ιατρούς του τόπου κατοικίας του δικαιούχου, η πρακτική επιβεβαιώνει ότι οι δυσχέρειες που ανακύπτουν κατά τη χρησιμοποίηση του συχνά δεν επιλύονται παρά κατόπιν παρεμβάσεως ολλανδών εδικών.
Σύμφωνα με τον GMD, ούτε η αποστολή των ειδικών αυτών στο κράτος του τόπου κατοικίας του ενδιαφερομένου αποτελεί την ενδεδειγμένη λύση, δεδομένου ότι, εκτός από τα δυσανάλογα έξοδα που αυτό συνεπάγεται, οι εν λόγω ειδικοί δεν είναι δυνατό να διαθέτουν στον τόπο κατοικίας του ενδιαφερομένου τα αναγκαία για τις εξετάσεις τους μέσα και η διαδικασία ελέγχου επιμηκύνεται ασκόπως.
Συνεπώς, ο GMD θεωρεί ότι, έστω και αν σε ορισμένες περιπτώσεις ο έλεγχος μπορεί να διενεργείται απρόσκοπτα στη χώρα του τόπου κατοικίας, σε πολλές άλλες περιπτώσεις αποδεικνύεται σκόπιμη η μετακίνηση του ενδιαφερομένου.
Ο GMD διατείνεται ακόμη ότι όταν το Δικαστήριο έκρινε, στην υπόθεση Rindone, σχετικά με το άρθρο 18, ότι η υποχρέωση μετακινήσεως είναι ασυμβίβαστη με τον σεβασμό που οφείλεται στην κατάσταση της υγείας του ενδιαφερομένου, δεν είχε λάβει υπόψη μια κατάσταση όπως η προκείμενη όπου ο ενδιαφερόμενος έχει ήδη πληγεί από μακράς διαρκείας ανικανότητα προς εργασία και είναι συχνά σε θέση να ταξιδεύει παρά την αδυναμία του. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η κατάσταση του ενδιαφερομένου έχει γενικώς εν τω μεταξύ σταθεροποιηθεί ενώ, όσον αφορά τον μνημονευόμενο στο άρθρο 18 ενδιαφερόμενο, υπάρχει κίνδυνος λόγω του « αναγκαστικού » ταξιδιού να παρεμποδιστεί σοβαρά η πρόοδος της θεραπείας του. Επομένως, ο GMD θεωρεί αδιανόητο να είναι πάντοτε ασυμβίβαστη με τον σεβασμό που οφείλεται στην κατάσταση της υγείας του ενδιαφερομένου η πρόσκληση να μεταβεί αυτός σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να προσδιοριστεί ο βαθμός της ανικανότητας προς εργασία (που ρητώς μνημονεύεται στο άρθρο 18, αλλά όχι ma άρθρο 51 ). Πρόκειται, κατά τον GMD, για ζήτημα που πρέπει να επιλύεται κατά περίπτωση.
Ο GMD προσθέτει ότι η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Rindone επέτρεψε καταστρατηγήσεις που είχαν ως αποτέλεσμα τη χορήγηση μη οφειλομένων παροχών.
Τέλος, ο GMD διευκρινίζει ότι στην πράξη, ο ενδιαφερόμενος καλείται μόνο εφόσον υφίστανται ενδείξεις ότι ο ασφαλισμένος είναι ακόμα μερικώς ικανός προς εργασία και ότι τέτοια πρόσκληση αποκλείεται σε περίπτωση που υφίστανται αμφιβολίες ως προς το εάν ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να ταξιδεύσει.
Εν κατακλείδι, το GMD φρονεί ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταρχήν καταφατική απάντηση.
3.3.
Η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει καταρχάς ότι το εν λόγω άρθρο 51 αποτελεί μέρος του τρίτου κεφαλαίου του κανονισμού 574/72, το οποίο αφορά τις παροχές αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων. Διατυπώσεις ανάλογες προς αυτήν της δευτέρας φράσεως της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού απαντώνται και σε άλλα σημεία του επίμαχου κανονισμού. Αυτό συμβαίνει αναφορικά με το άρθρο 18, παράγραφος 5, που περιλαμβάνεται στο δεύτερο κεφάλαιο (ασθένεια και μητρότητα) και αφορά τις παροχές σε χρήμα σε περίπτωση κατοικίας σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος, και το άρθρο 61, παράγραφος 5, το οποίο περιλαμβάνεται στο τέταρτο κεφάλαιο (εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες) και αφορά τις παροχές σε είδος σε περίπτωση κατοικίας σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος.
Σύμφωνα με τη Γερμανική Κυβέρνηση, από το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72 προκύπτει ότι ο φορέας που οφείλει να καταβάλλει παροχές αναπηρίας μπορεί καταρχήν να καλέσει τον δικαιούχο για ιατρικές εξετάσεις στο κράτος μέλος της έδρας του. Κατά τη γνώμη της Γερμανικής Κυβερνήσεως παρόμοια ερμηνεία επιβάλλεται έστω και για πρακτικούς μόνο λόγους. Πράγματι, ελλείψει αμοιβαίας συμφωνίας μεταξύ του κράτους μέλους του αρμοδίου φορέα και του κράτους μέλους του φορέα του τόπου κατοικίας όσον αφορά την εκτίμηση του βαθμού ανικανότητας ή αναπηρίας, η εν λόγω εκτίμηση δεν μπορεί γενικώς να γίνει σωστά παρά μόνο από ιατρούς εγκατεστημένους στην περιφέρεια του τοπικού οφειλέτη φορέα οι οποίοι γνωρίζουν το ισχύον εκεί σύστημα κατατάξεως και τα σχετικά κριτήρια, όπως, το ασκούμενο προηγουμένως κύριο επάγγελμα και τη δυνατότητα απασχολήσεως σε άλλες εργασίες ή την κατάσταση στην αγορά εργασίας και, κατά τρόπο αποφασιστικό, την ικανότητα του ενδιαφερομένου να κερδίσει το ψωμί του.
Καίτοι η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί λογική την αποστολή, στο κράτος του φορέα του τόπου κατοικίας, ιατρού της περιφερείας του αρμοδίου φορέα, τα προσωπικά και γενικότερα έξοδα που προκύπτουν σχετικώς, ενόψει του μεγάλου αριθμού των ενδιαφερομένων προσώπων υπερβαίνουν τις δυνατότητες του αρμοδίου φορέα με αποτέλεσμα να μη μπορεί πλέον αυτός να κάνει στην πράξη χρήση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 51, παράγραφος 1, να ορίζει γιατρό « της εκλογής του », πράγμα που στερεί τη διάταξη αυτή από οποιαδήποτε πρακτική αποτελεσματικότητα.
Κατά τη γνώμη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η ερμηνεία αυτή δεν είναι αντίθετη ούτε με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Rindone. Η εν λόγω κυβέρνηση επισημαίνει ότι στην απόφαση εκείνη επρόκειτο για την ερμηνεία του άρθρου 18 του ίδιου κανονισμού, το οποίο έχει ως αντικείμενο παροχές σε χρήμα σε περίπτωση ανικανότητας προς εργασία οφειλόμενη σε προϊούσα ασθένεια, επομένως, κατά γενικό κανόνα, σε άτομα που δεν μπορούν να ταξιδεύσουν.
Η Γερμανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι αντιθέτως το άρθρο 51 αφορά τη διαρκή ανικανότητα προς εργασία, οπότε μπορεί κάλλιστα ο δικαιούχος να μην είναι τόσο αδύναμος ώστε να αποκλείεται αυτομάτως κάθε δυνατότητα μετακινήσεώς του όπως, π. χ., στην περίπτωση όπου η ανικανότητα αφορά απλώς την άσκηση επίπονης χειρωνακτικής εργασίας. Επομένως, το πρόβλημα σχετικά με το αν είναι ο δικαιούχος σε θέση να ταξιδεύσει πρέπει να αφήνεται στην εκτίμηση των εθνικών δικαστηρίων.
Η Γερμανική Κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 51, παράγραφος 1, δεν απαγορεύει, καταρχήν, στον αρμόδιο φορέα να καλέσει τον δικαιούχο για ιατρικές εξετάσεις στο κράτος μέλος του φορέα.
3.4.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση διατείνεται καταρχάς ότι, εν προκειμένω, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται παροχών αναπηρίας δυνάμει των διατάξεων του τίτλου III, κεφάλαιο 2, τμήμα 1, του κανονισμού 1408/71. Πιο συγκεκριμένα, δυνάμει ακριβώς των διατάξεων του άρθρου 37, παράγραφος 1, δικαιούται ο ενδιαφερόμενος παροχών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39. Το τελευταίο αυτό άρθρο προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι ο αρμόδιος φορέας καθορίζει, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας που τον διέπει, αν ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να δικαιούται παροχών. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει τις παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζει ο αρμόδιος φορέας. Συνεπώς, κατά τη γνώμη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, η εξουσία λήψεως αποφάσεως όσον αφορά τις εν λόγω παροχές αναπηρίας έχει παραχωρηθεί αποκλειστικά στον αρμόδιο φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής εθνικής νομοθεσίας.
Καθόσον αφορά τον διοικητικό και ιατρικό έλεγχο περί του οποίου γίνεται μνεία στο άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72, η Ολλανδική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, εφόσον ο αρμόδιος φορέας διατηρεί την ευχέρεια να ορίζει ιατρό της επιλογής του, έχει επίσης και το δικαίωμα να καθορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να διενεργείται ο έλεγχος αυτός.
Κατά τη γνώμη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, για να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα έχει σημασία να διευκρινιστεί ο τρόπος κατά τον οποίο καθορίζεται, στο πλαίσιο της ολλανδικής νομοθεσίας, η μακράς διαρκείας ανικανότητα προς εργασία. Συναφώς, η εν λόγω κυβέρνηση διευκρινίζει καταρχάς ότι ο όρος « ανικανότητα προς εργασία » κατά την έννοια του Algemene Arbeidsongeschiktheidswet ( στο εξής: AAW ) και του Wet op de Arbeidsongeschiktheidsverzekering (στο εξής: WAO) σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος δεν είναι σε θέση να κερδίζει ποσό ίσο προς τον προηγούμενο μισθό του ασκώντας το επάγγελμα του ή άλλη κατάλληλη γι' αυτόν εργασία. Στη συνέχεια, για την εκτίμηση της ανικανότητας προς εργασία λαμβάνεται υπόψη η κτηθείσα εκπαίδευση, το συνήθως ασκούμενο επάγγελμα, τα μέσα και οι ικανότητες του ενδιαφερομένου καθώς και η κατάσταση της υγείας του. Οι παράγοντες αυτοί καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό της κατάλληλης για τον ενδιαφερόμενο εργασίας. Ο βαθμός ανικανότητας προς εργασία προκύπτει από τη σύγκριση μεταξύ του μισθού που ελάμβανε άλλοτε και αυτού που ο ενδιαφερόμενος μπορεί ακόμη να λαμβάνει απασχολούμενος σε κατάλληλη γι' αυτόν εργασία. Η Ολλανδική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η εκτίμηση αυτή πραγματοποιείται από το προσωπικό του GMD ( ένας ιατρός, ένας ειδικός επί θεμάτων εργασίας και ένας ειδικός επί της σχετικής νομοθεσίας), που αποτελεί συμβουλευτικό οργανισμό παρέχοντα συνδρομή στην επαγγελματική ένωση όσον αφορά την εφαρμογή του AAW και του WAO. Τέλος, σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος κληθεί να μεταβεί στις Κάτω Χώρες προκειμένου να υποβληθεί εκεί σε εξετάσεις, διεξάγονται διαδοχικές συζητήσεις με τα διάφορα πρόσωπα που εκφέρουν γνώμη σχετικά με το ζήτημα της ανικανότητας.
Σύμφωνα με την Ολλανδική Κυβέρνηση, ενόψει των προηγουμένων αναπτύξεων, ευχερώς μπορεί να καταστεί αντιληπτό ότι είναι δυνατό να υφίστανται λόγοι οι οποίοι καθιστούν αναγκαία την επιστροφή του ενδιαφερομένου στις Κάτω Χώρες. Πράγματι, οι προαναφερθέντες ειδικοί κατοικούν στις Κάτω Χώρες και, εκτός από τα ενδεχόμενα προβλήματα όσον αφορά τη χορήγηση άδειας για την εκπλήρωση της αποστολής τους δεδομένου ότι δεν είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος του τόπου κατοικίας, δεν υφίσταται, κατά τη γνώμη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, καμιά βεβαιότητα ότι είναι δυνατό να διαθέτουν στο εν λόγω κράτος τα αναγκαία για την πραγματοποίηση των εξετάσεων μέσα.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, τα έξοδα ταξιδίου και διαμονής επιστρέφονται στον ενδιαφερόμενο.
Εξάλλου, η Ολλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Rindone σχετικά με το άρθρο 18, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η υποχρέωση του ενδιαφερομένου να επιστρέψει στο κράτος του αρμοδίου φορέα προκειμένου να υποβληθεί εκεί σε ιατρικό έλεγχο δεν είναι απαράδεκτη παρά μόνο στις περιπτώσεις όπου η κατάσταση της υγείας του δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο, πράγμα που ο Martínez δεν ισχυρίζεται.
Επομένως, κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι:
« Ο φορέας που είναι οφειλέτης παροχής αναπηρίας ή το όργανο που είναι αρμόδιο για τη διενέργεια του ιατρικού ελέγχου μπορεί, όταν κάνει χρήση της εξουσίας που του παρέχει το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 να προβεί στον έλεγχο του δικαιούχου παροχών αναπηρίας μέσω ιατρού της επιλογής του, να καλέσει τον δικαιούχο να μεταβεί από το κράτος μέλος κατοικίας ή διαμονής στο κράτος μέλος του οφειλέτη φορέα προκειμένου να υποβληθεί εκεί σε ιατρικό έλεγχο, ο δε δικαιούχος υποχρεούται καταρχήν να ανταποκριθεί στην πρόσκληση αυτή. »
3.5.
Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, από απλή ανάγνωση του άρθρου 51, παράγραφος 1, καταφαίνεται ότι η εν λόγω διάταξη ούτε προβλέπει ότι ο διοικητικός και ιατρικός έλεγχος του ενδιαφερομένου πρέπει να διενεργείται υποχρεωτικώς στο έδαφος του κράτους που είναι ο οφειλέτης της παροχής ούτε ορίζει ότι ο εν λόγω έλεγχος πρέπει να γίνεται από τον αρμόδιο φορέα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο έλεγχος αυτός διενεργείται πράγματι από τον φορέα του τόπου κατοικίας του ενδιαφερομένου, ο δεύτερος δε προαιρετικός έλεγχος, που διενεργείται από ιατρό οριζόμενο από τον αρμόδιο φορέα, μπορεί, καταρχήν, να υποκαθιστά τον πρώτο ή να πραγματοποιείται παραλλήλως, πράγμα που δεν προϋποθέτει μετάβαση του ενδιαφερομένου στο κράτος μέλος του φορέα αυτού.
Κατά τη γνώμη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου και, κυρίως, από τις αποφάσεις του στις υποθέσεις Deghillage και Rindone.
Όσον αφορά, πρώτον, την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Deghillage, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο προέβη σε σαφή διάκριση μεταξύ της φάσεως της αποφάσεως επί της ουσίας (χορήγηση της παροχής) και της προηγουμένης φάσεως της καταρτίσεως εκθέσεως, διαπιστώσεως γεγονότων και διενεργείας αποδείξεων, που μπορεί να γίνεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό του αρμοδίου φορέα. Η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η εν λόγω νομολογία είναι εν προκειμένω η κατάλληλη, καίτοι αυτή αφορά την ερμηνεία του άρθρου 57, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, το οποίο καλύπτει κατάσταση όμοια προς αυτή που αφορά το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72, και αναγνωρίζει το κύρος και το περιεχόμενο της ιατρικής πράξεως που συντελείται σε άλλο κράτος μέλος καθώς και την αρμοδιότητα του οφειλέτη φορέα όσον αφορά την τελική απόφαση που πρόκειται να ληφθεί εν προκειμένω.
Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι στην απόφαση Rindone το άρθρο 18, παράγραφος 5, του κανονισμού 574/72 ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο υπό την έννοια ότι ο ενδιαφερόμενος δεν υποχρεούνταν να επιστρέψει στο κράτος του αρμοδίου φορέα προκειμένου να υποβληθεί εκεί σε ιατρική εξέταση. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, το άρθρο αυτό αποσκοπεί στην επίτευξη του ίδιου με το άρθρο 51 στόχου.
Συναφώς, η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται τη σκέψη 12 της αποφάσεως αυτής, από την οποία προκύπτει ότι ο έλεγχος της καταστάσεως της υγείας του ενδιαφερομένου εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κράτους κατοικίας υπό την επιφύλαξη της διενεργείας προαιρετικού ελέγχου από τον φορέα που είναι αρμόδιος για τη λήψη της οριστικής εν προκειμένω αποφάσεως.
Η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται επίσης τη σκέψη 13 της αποφάσεως αυτής κατά την οποία:
« Η εν λόγω ερμηνεία επιβάλλεται ακόμη λόγω του σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72 καθώς και το άρθρο 19 του κανονισμού 1408/71. Αν ο αρμόδιος φορέας ήταν ελεύθερος να μην αναγνωρίζει τη διάγνωση της ανικανότητας προς εργασία που διενήργησε ο φορέας του τόπου κατοικίας, θα ήταν δυνατό, όπως τονίζει το παραπέμπον δικαστήριο, να προκύψουν δυσχέρειες ως προς την απόδειξη για τον εργαζόμενο που ανέκτησε στο μεταξύ την ικανότητά του προς εργασία. Όμως αυτές ακριβώς τις δυσχέρειες επιδιώκει να εξαλείψει η επίμαχη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Η κατάσταση αυτή θα ήταν απαράδεκτη διότι θα παρεμπόδιζε την εγκαθίδρυση μιας όσο είναι δυνατό πληρέστερης εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινούμενων εργαζομένων, αρχής που περιλαμβάνεται στις βάσεις της Κοινότητας. » ( απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1986, υπόθεση 284/84, L. Α. Sprayt, Συλλογή 1986, σ. 693 ).
Σύμφωνα με την Ισπανική Κυβέρνηση, από τη σκέψη 21 της ιδίας αποφάσεως προκύπτει ότι ο εργαζόμενος που έχει κριθεί ανίκανος προς εργασία εικάζεται ότι βρίσκεται σε κατάσταση επισφαλούς υγείας πράγμα που δεν συνηγορεί υπέρ της μετακινήσεως του, χωρίς να είναι αναγκαία και η διαπίστωση της σοβαρότητας της καταστάσεως του. Κατά τη γνώμη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, διαφορετική ερμηνεία της αποφάσεως θα είχε ως συνέπεια να υποχρεώνεται ο εργαζόμενος να αποδεικνύει την κατάσταση της υγείας του. Μια τέτοια ερμηνεία περιορίζει τις αρμοδιότητες του κράτους κατοικίας όσον αφορά τον έλεγχο της καταστάσεως της υγείας του δικαιούχου χάριν σκοπών που δεν προκύπτει ότι επιδίωξε ο νομοθέτης και είναι λίαν δυσχερές, στην πράξη, να καθορίζεται κάθε φορά το ενδεδειγμένο ή μη της μετακινήσεως.
Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, η Ισπανική Κυβέρνηση παραθέτει και το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, κατά το οποίο:
« Εκτός αν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, οι συντάξεις εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής ασθένειας και τα επιδόματα θανάτου που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης. »
Η διάταξη αυτή αντικατοπτρίζει, κατ' αυτήν, την αρχή ότι η κατάσταση του ενδιαφερομένου δεν πρέπει να επιδεινώνεται λόγω της κατοικίας του, πράγμα που ωστόσο θα συνέβαινε σε περίπτωση που θα ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει στο κράτος του αρμοδίου φορέα.
Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι:
« Ο φορέας που είναι οφειλέτης παροχής αναπηρίας μπορεί, ενόψει της ευχέρειας που του παρέχεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 51 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 574/72, να διενεργήσει τον ιατρικό έλεγχο του δικαιούχου διευκρινίζοντας ότι ο δικαιούχος θα εξεταστεί από ιατρό που ο ίδιος ο εν λόγω φορέας θα ορίσει, ενώ ο δικαιούχος κατ' ουδένα τρόπο υποχρεούται να μεταβεί από το κράτος όπου βρίσκεται ή κατοικεί στο κράτος όπου είναι εγκατεστημένος ο οφειλέτης φορέας προκειμένου να υποβληθεί στον έλεγχο αυτό. »
3.6.
Η Επιτροπή διατείνεται, πρώτον, ότι από απλή ανάγνωση του εν λόγω άρθρου 51 μπορεί να συναχθεί ότι ο ιατρικός έλεγχος περί του οποίου κάνει αυτό μνεία πρέπει να διενεργείται στο κράτος κατοικίας του εργαζομένου. Πράγματι, η διάταξη αυτή προβλέπει ένα σύστημα κατά το οποίο ο αρμόδιος φορέας που είναι ο οφειλέτης της παροχής συνεργάζεται με τον φορέα του τόπου κατοικίας του δικαιούχου. Έτσι, ο τελευταίος αυτός φορέας διενεργεί τον ιατρικό έλεγχο κατόπιν αιτήσεως και για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα, ο οποίος διατηρεί τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει « ιατρό της εκλογής του ». Η έκφραση « ιατρός της εκλογής του » δεν μπορεί να σημαίνει, κατά την Επιτροπή, παρά ιατρό που διενεργεί τον έλεγχο στο κράτος μέλος κατοικίας του δικαιούχου. Επομένως, πρόκειται είτε για ιατρό που εργάζεται κανονικώς στο μέρος εκείνο είτε για ιατρό που μεταβαίνει εκεί. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, από κανένα σημείο του κειμένου του άρθρου 51 δεν συνάγεται ότι ο φορέας μπορεί να διενεργήσει τον εν λόγω ιατρικό έλεγχο με δικό του ιατρό στη δική του χώρα, όπου, όπως είναι επόμενο, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να μεταβεί.
Δεύτερον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί αυτή την ερμηνεία του άρθρου 18, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού, σχετικά με τον ιατρικό έλεγχο εργαζομένου προκειμένου να καθοριστεί αν αυτός δικαιούται επιδόματος ασθενείας ( απόφαση η οποία εκδόθηκε στην υπόθεση Rindone και διέπεται από το ίδιο πνεύμα με αυτό που χαρακτηρίζει την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Deghillage ). Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με την Επιτροπή, το άρθρο 51, παράγραφος 1, φαίνεται να έχει την ίδια αποστολή με αυτήν του άρθρου 18, παράγραφος 5, και ενόψει του σχεδόν ταυτόσημου κειμένου των δύο διατάξεων, πρέπει και στο άρθρο 51 να ισχύσει, κατ' αναλογία, η ερμηνεία που το Δικαστήριο έχει δώσει στο άρθρο 18, παράγραφος 5, στην υπόθεση Rindone.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, οι διαφορές μεταξύ των δύο διατάξεων, που ο GMD προέβαλε μη δεχόμενος την κατ' αναλογίαν ερμηνεία, δεν είναι ικανές να κλονίσουν το συμπέρασμά της.
Η Επιτροπή επισημαίνει καταρχάς ότι το γεγονός ότι οι διατάξεις του άρθρου 51 είναι λιγότερο λεπτομερείς απ' ό,τι οι διατάξεις του άρθρου 18 ( σχετικά με την ασθένεια ) και του άρθρου 61 (σχετικά με τις επαγγελματικές ασθένειες) δεν δικαιολογεί αυστηρότερη εφαρμογή του άρθρου 51. Πράγματι, ο περισσότερο λεπτομερής χαρακτήρας των διατάξεων αυτών εξηγείται από το αντικείμενο της διαδικασίας του άρθρου 18, εφόσον πρόκειται, στην περίπτωση αυτή, για τη διαπίστωση του αν ο ενδιαφερόμενος είναι ασθενής και κατά την εκτίμηση ακριβώς της ασθενείας είναι δυνατό να παρουσιάζονται οι περισσότερες από τις θέτουσες προβλήματα περιπτώσεις. Αντιθέτως, στο πλαίσιο του άρθρου 51, πρόκειται για την εξακρίβωση του αν μια ήδη διαπιστωθείσα ανικανότητα προς εργασία εξακολουθεί να υφίσταται.
Στη συνέχεια η Επιτροπή φρονεί ότι ούτε το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι που είναι επί μακρόν χρόνον ανίκανοι προς εργασία βρίσκονται συνήθως σε καλύτερη κατάσταση για να ταξιδεύουν απ' ό,τι οι για βραχύ διάστημα ασθενείς αποτελεί, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζεται ο GMD, επαρκή λόγο ώστε να υποχρεώνονται οι εργαζόμενοι που έχουν πληγεί με μακράς διαρκείας ανικανότητα προς εργασία να μεταβαίνουν στο κράτος του αρμοδίου φορέα προκειμένου να υποβάλλονται εκεί σε ιατρικό έλεγχο. Συναφώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι αν ο δικαιούχος ισχυρίζεται ότι δεν είναι σε θέση να ταξιδεύσει, πρέπει η ακρίβεια του ισχυρισμού αυτού να ελέγχεται επί τόπου από ιατρό και δεν καταλαβαίνει για ποιο λόγο ο ίδιος αυτός ιατρός δεν θα μπορούσε επίσης να προβεί σε πλήρη έλεγχο σχετικά με την ανικανότητα ή τον βαθμό ανικανότητας.
Τέλος, ούτε το γεγονός ότι στην περίπτωση του άρθρου 51 ο έλεγχος διενεργείται από τον φορέα του τόπου κατοικίας « κατόπιν αιτήσεως » του αρμοδίου φορέα θεωρεί η Επιτροπή ότι αποτελεί αρκετά σημαντική διαφορά σε σχέση με τη διαδικασία του άρθρου 18 ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι ο δικαιούχος υποχρεούται να ανταποκριθεί στην πρόσκληση του αρμοδίου φορέα. Πράγματι, κατά την Επιτροπή, η ύπαρξη στο άρθρο 51 της φράσεως « κατόπιν αιτήσεως » εξηγείται από τον περιοδικό χαρακτήρα του ιατρικού ελέγχου ο οποίος διενεργείται μόνο εφόσον ο αρμόδιος φορέας τον κρίνει, ενόψει της εφαρμογής της δικής του νομοθεσίας, αναγκαίο, πράγμα που δεν συμβαίνει όσον αφορά τη διαδικασία του άρθρου 18 όπου η παρέμβαση του φορέα του τόπου κατοικίας είναι αυτόματη.
Τρίτον, η Επιτροπή διατείνεται ότι, έστω και αν ο αρμόδιος φορέας πρέπει να αποφασίζει βάσει της δικής του νομοθεσίας αν ένας εργαζόμενος δικαιούται παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία, αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι μόνο ένας επαρκώς εξοικειωμένος με τα κριτήρια της νομοθεσίας αυτής ιατρός, δηλαδή ιατρός του κράτους του αρμοδίου φορέα, μπορεί να καθορίσει τον βαθμό της ανικανότητας προς εργασία.
Η Επιτροπή παρατηρεί εν προκειμένω ότι, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει παρόμοιο επιχείρημα στο πλαίσιο της υποθέσεως Rindone (σκέψεις 8 και 9 της αποφάσεως), το σύστημα του άρθρου 51 έχει νόημα μόνον εφόσον βασίζεται στην αρχή ότι ο φορέας του τόπου κατοικίας έχει αναγνωριστεί ότι είναι σε θέση να αποφαίνεται σχετικά με τον βαθμό ανικανότητας προς εργασία του δικαιούχου εργαζομένου. Όσον αφορά τις δυσχέρειες που μπορεί να αντιμετωπίζει ο φορέας του τόπου κατοικίας στην καθημερινή πρακτική όσον αφορά τη συλλογή των αναγκαίων ιατρικών και εργονομικών στοιχείων, η Επιτροπή φρονεί ότι, για να αποφεύγονται στο μέτρο του δυνατού οι δυσχέρειες αυτές, ο αρμόδιος φορέας μπορεί να γνωστοποιεί τα δικά του κριτήρια εκτιμήσεως στον φορέα του τόπου κατοικίας ο οποίος είναι σε θέση να τα λαμβάνει υπόψη όταν συμπληρώνει την ιατρική δήλωση (έντυπο Ε 116). Στην περίπτωση ωστόσο που ανακύπτουν προβλήματα, ο αρμόδιος φορέας μπορεί πάντοτε να αποφασίζει την αποστολή ιατρού της επιλογής του. Αυτό συνεπάγεται βεβαίως έξοδα, αλλά και η μετάβαση του ενδιαφερομένου στη χώρα του αρμοδίου φορέα συνεπάγεται ομοίως έξοδα για τον εν λόγω φορέα.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το άρθρο 51 στηρίζεται στην αρχή της συνεργασίας μεταξύ των φορέων των δύο οικείων κρατών μελών και της αμοιβαίας αποδοχής των συμπερασμάτων τους. Πρόκειται εδώ για τον καλύτερο τρόπο υλοποιήσεως των σκοπών του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ. Σε περίπτωση που μια ιατρική δήλωση περιέχει καταφανείς ανακρίβειες, καταλογιστέες στον ενδιαφερόμενο ο οποίος εκ προθέσεως προσκόμισε, π.χ., ανακριβή στοιχεία, ο αρμόδιος φορέας δεν υποχρεούται να δεχθεί μια τέτοια δήλωση. Η Επιτροπή θεωρεί ότι σε παρόμοια περίπτωση πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή « fraus omnia corrumpit » και μνημονεύει σχετικώς, στο πλαίσιο μιας άλλης αλληλουχίας, την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1989, 130/88, Van de Bijl (Συλλογή 1989, σ. 3039 ).
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
« Ενόψει των προηγουμένων θεωρήσεων, η Επιτροπή φρονεί ότι ο δικαιούχος παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία δεν μπορεί να υποχρεωθεί να επιστρέψει στο κράτος του αρμοδίου φορέα για τον ιατρικό έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 574/72. »
Επί τον δευτέρου ερωτήματος
3.7.
O Martínez φρονεί ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι δεν πρόκειται να δοθεί εξ ολοκλήρου αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, το γεγονός ότι η υποχρέωση μεταβάσεως ενός εργαζομένου στο κράτος του αρμοδίου φορέα εξαρτάται από το κατά πόσον το ταξίδι είναι ή όχι επιβλαβές για την υγεία του περιπλέκει την εφαρμογή του επιμάχου συστήματος.
Καταρχάς, θεωρεί παράλογο το να πρέπει η διαπίστωση σχετικά με το αν ένα άτομο είναι σε θέση να ταξιδεύσει να γίνεται από τον αρμόδιο φορέα, πράγμα που σημαίνει ότι το εν λόγω άτομο έχει ήδη πραγματοποιήσει το ταξίδι ως προς το οποίο πρόκειται ακριβώς να διαπιστωθεί η σχετική του αδυναμία. Αλλά, κατά τη γνώμη του Martínez, αυτή καθαυτή η ιδέα ότι η εκτίμηση του αν ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να ταξιδεύσει ανήκει στον φορέα του κράτους της κατοικίας είναι απαράδεκτη.
Πράγματι, o Martínez φρονεί ότι το Δικαστήριο, όταν αποφάνθηκε στην υπόθεση Rindone ότι η υποχρέωση μεταβάσεως στη χώρα του αρμοδίου φορέα είναι ασυμβίβαστη με τον σεβασμό που οφείλεται στην κατάσταση της υγείας του εργαζομένου, χρησιμοποίησε την κρίση αυτή ως βάση της συλλογιστικής του και όχι ως κριτήριο που πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπό την έννοια ότι πρέπει να εξετάζεται αν η κατάσταση της υγείας ενός εργαζομένου επιτρέπει ή όχι τη μετακίνηση του.
Παρόμοια ερμηνεία απλώς αφήνει στον φορέα του τόπου κατοικίας τον ρόλο του να διαπιστώνει εάν ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να ταξιδεύσει και είναι αντίθετη προς το σύστημα που έχει εισαχθεί με το άρθρο 51 που προβλέπει ότι ο ιατρικός έλεγχος διενεργείται από τον φορέα του κράτους της κατοικίας.
3.8.
Ο GMD παρατηρεί ότι, σε περίπτωση που ένας εργαζόμενος θεωρήσει ότι δεν είναι σε θέση να ταξιδεύσει, η εκτίμηση της καταστάσεως αυτής εναπόκειται στον φορέα του τόπου της κατοικίας.
3.9.
Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση το θεμιτό μιας τέτοιας προσκλήσεως εξαρτάται από την κατάσταση της υγείας του ενδιαφερομένου, είναι δε αρκετό η αδυναμία αυτή προς μετακίνηση να διαπιστώνεται από τον φορέα του κράτους εντός του οποίου αυτός διαμένει ή κατοικεί, για να δεσμεύεται ο αρμόδιος φορέας, όπως προκύπτει και από τη νομολογία του Δικαστηρίου και κυρίως την απόφαση του στην υπόθεση της 11ης Μαρτίου 1986, 28/85, Deghillage, προπαρατεθείσα.
3.10.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση προτείνει, βάσει των παρατηρήσεων που υπέβαλε στο πρώτο ερώτημα, να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα, σημείο α, η απάντηση ότι,
« για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, έχει σημασία να διαπιστωθεί ότι ο δικαιούχος είναι σε κατάσταση να μεταβεί, χωρίς βλάβη της υγείας του, στο κράτος μέλος του οφειλέτη φορέα ή του αρμοδίου για να προβεί στον ιατρικό έλεγχο οργανισμού »
και στο δεύτερο ερώτημα, σημείο β, ότι,
« σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να ταξιδεύσει μπορεί να διαπιστωθεί από τον φορέα του τόπου κατοικίας ή διαμονής, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για τη διαπίστωση ανικανότητας προς εργασία κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως ».
3.11.
Η Ισπανική Κνβέρνηοη, προτείνει, βάσει των παρατηρήσεων που υπέβαλε στο πρώτο ερώτημα, να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι
«δεν είναι δυνατή η προβολή αντιρρήσεων κατά του ανωτέρω συμπεράσματος ότι ο δικαιούχος μπορεί να μετακινηθεί χωρίς βλάβη της υγείας του και αυτό,προς αποφυγή ιδιαιτέρως επιβλαβών για τον εργαζόμενο καταστάσεων, πράγμα που θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και, οπωσδήποτε, θα έβλαπτε τους σκοπούς της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με παροχές κοινωνικών ασφαλίσεων »
και ότι,
« άπαξ και έχει διαπιστωθεί ότι το γεγονός ότι ο εργαζόμενος είναι ενδεχομένως σε θέση να μετακινηθεί δεν έχει σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 51, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 574/72, το πρόβλημα σε ποιον ανήκει η αρμοδιότητα για τη διαπίστωση του γεγονότος αυτού παύει να έχει οποιαδήποτε σημασία ».
3.12.
Όσον αφορά την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, σημείο β, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο έλεγχος σχετικά με το αν ένας εργαζόμενος είναι σε θέση να ταξιδεύσει δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στο κράτος του φορέα του τόπου κατοικίας πριν ο ενδιαφερόμενος πραγματοποιήσει το εν λόγω ταξίδι. Ωστόσο, το ερώτημα αυτό μπορεί να μείνει και αναπάντητο κατά το μέτρο που στο πρώτο ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση.
J. C. Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Top