Avis juridique important
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 2002. - Euroalliages και λοιπών κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Αίτηση αναιρέσεως - Αναπομπή ενώπιον του Πρωτοδικείου - Ντάμπινγκ - Απόφαση περατώνουσα επανεξέταση μέτρων των οποίων επέκειτο η λήξη - Επείγον - Δεν υφίσταται. - Υπόθεση T-132/01 R.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα II-00777
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - ροσωρινά μέτρα - ροϋποθέσεις χορηγήσεως - Επείγον - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία - Ανεπανόρθωτος χαρακτήρας της ζημίας - Χρηματική ζημία - Κατάσταση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την ύπαρξη της αιτούσας εταιρίας - Εκτίμηση σε σχέση με την κατάσταση του ομίλου
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
Περίληψη$$Το επείγον μιας αιτήσεως προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση προς την ανάγκη που υφίσταται για την έκδοση προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο ο οποίος ζητεί το προσωρινό μέτρο.
Η χρηματική ζημία δεν μπορεί να θεωρείται ως ανεπανόρθωτη ή έστω ως δυσχερώς επανορθώσιμη, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, εφόσον μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο μεταγενέστερης χρηματικής αποζημιώσεως. Μια τέτοια μεταγενέστερη χρηματική αποζημίωση προκύπτει είτε από την εκ μέρους του ενδιαφερομένου κοινοτικού οργάνου εκτέλεση της ακυρωτικής δικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση της κύριας δίκης, είτε, αν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο ή συμβαίνει μόνο εν μέρει, από αποζημίωση βάσει του μέσου ένδικης προστασίας που προβλέπουν τα άρθρα 235 ΕΚ και 288 ΕΚ. Εν προκειμένω, και μόνον η ύπαρξη της δυνατότητας ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως αρκεί για να μπορεί να θεωρηθεί κατ' αρχήν ως επανορθώσιμη μια χρηματική ζημία. Επομένως, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η αβεβαιότητα όσον αφορά την έκβαση ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως - την οποία ο αιτών διάδικος μπορεί να ασκήσει αν ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη - προκειμένου να αποδειχθεί αν η χρηματική ζημία που θα υποστεί ο αιτών διάδικος είναι ή όχι επανορθώσιμη.
Μια ζημία είναι ανεπανόρθωτη αν προκύπτει ότι, ελλείψει του ζητούμενου προσωρινού μέτρου, ο αιτών διάδικος θα βρεθεί σε κατάσταση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την ύπαρξή του πριν από την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως που περατώνει τη διαδικασία της κύριας δίκης. Στο πλαίσιο της εξετάσεως της οικονομικής βιωσιμότητας του αιτούντος διαδίκου, η εκτίμηση της ουσιαστικής του καταστάσεως μπορεί να πραγματοποιείται λαμβανομένων ιδίως υπόψη των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο αυτός υπάγεται με βάση την κυριότητα των σχετικών μετοχών.
( βλ. σκέψεις 44, 51-53, 57 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση T-132/01 R,
Euroalliages, με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο),
Péchiney électrométallurgie, με έδρα το Courbevoie (Γαλλία),
Vargön Alloys AB, με έδρα το Vargön (Σουηδία),
Ferroatlántica, με έδρα τη Μαδρίτη (Ισπανία),
εκπροσωπούμενες από τους D. Voillemot και O. Prost, δικηγόρους,
αιτούσες,
υποστηριζόμενες από το
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την L. Fraguas Gadea, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον V. Kreuschitz και την S. Meany, επικουρούμενους από τον A. P. Bentley, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζομένης από τις
TNC Kazchrome, με έδρα την Almaty (Καζακστάν),
και
Alloy 2000 SA, με έδρα το Λουξεμβούργο (Λουξεμβούργο),
εκπροσωπούμενες από τους J. E. Flynn, barrister, J. Magnin και S. Mills, sollicitors,
παρεμβαίνουσες,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση με την οποία ζητείται, κυρίως, να διαταχθεί αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως 2001/230/ΕΚ της Επιτροπής, της 21ης Φεβρουαρίου 2001 (ΕΕ L 84, σ. 36), καθόσον με αυτήν περατώνεται η διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Καζακστάν, Ρωσίας και Ουκρανίας, και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να επαναφέρει τους δασμούς αντιντάμπινγκ των οποίων η ισχύς είχε λήξει, επικουρικώς, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να απαιτήσει από τους εισαγωγείς σιδηροπυριτίου καταγωγής των ως άνω τεσσάρων χωρών να καταβάλλουν εγγύηση αντίστοιχη προς τους δασμούς αντιντάμπινγκ των οποίων η ισχύς είχε λήξει και να δηλώνουν τις εισαγωγές τους προς σχετική καταχώρηση, ή, επικουρικότερον, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να απαιτήσει από τους εν λόγω εισαγωγείς να δηλώνουν τις εισαγωγές τους προς σχετική καταχώρηση,
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςΤο νομικό πλαίσιο
1 Το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 56, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), το οποίο τιτλοφορείται «Διάρκεια ισχύος, επανεξέταση και επιστροφές», ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Κάθε μέτρο αντιντάμπινγκ παραμένει σε ισχύ μόνο για όσο χρόνο και στην έκταση που χρειάζεται για την εξουδετέρωση των ζημιογόνων συνεπειών του ντάμπινγκ.
2. Κάθε οριστικό μέτρο αντιντάμπινγκ παύει να ισχύει πέντε έτη από την επιβολή του ή από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της πλέον πρόσφατης διαδικασίας επανεξέτασης η οποία κάλυψε τόσο το ντάμπινγκ, όσο και τη ζημία, εκτός αν η επανεξέταση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τυχόν λήξη της ισχύος του μέτρου είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας. Κάθε επανεξέταση ενόψει της λήξης της ισχύος ενός μέτρου αρχίζει με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή μετά από αίτηση που υποβάλλεται εκ μέρους ή για λογαριασμό των κοινοτικών παραγωγών, ενώ το μέτρο παραμένει σε ισχύ μέχρι να ολοκληρωθεί η επανεξέταση.
[...]»
2 Το άρθρο 21, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, με τίτλο «Συμφέρον της Κοινότητας», προβλέπει τα εξής:
«Κάθε συμπέρασμα σχετικά με το κατά πόσον το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει παρέμβαση πρέπει να βασίζεται σε συνολική εκτίμηση όλων των ποικίλων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων της εγχώριας βιομηχανίας, των χρηστών και των καταναλωτών· η διατύπωση οποιουδήποτε συμπεράσματος βάσει του παρόντος άρθρου είναι δυνατή μόνον εφόσον έχει παρασχεθεί σε όλα τα μέρη η δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους, όπως προβλέπει η παράγραφος 2. Κατά την παραπάνω εξέταση, αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην ανάγκη εξάλειψης των φαινομένων νόθευσης των συναλλαγών που προκαλούν οι επιζήμιες πρακτικές ντάμπινγκ και αποκατάστασης γνήσιου ανταγωνισμού. Τα μέτρα που έχουν προσδιορισθεί με βάση τις διαπιστώσεις για το ντάμπινγκ και τη ζημία είναι δυνατό να μην επιβάλλονται, σε περίπτωση που οι αρχές, με βάση όλες τις προσκομισθείσες πληροφορίες, καταλήγουν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η επιβολή των εν λόγω μέτρων δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της Κοινότητας.»
Το ιστορικό της διαφοράς
3 Οριστικά μέτρα αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών σιδηροπυριτίου καταγωγής διαφόρων χωρών θεσπίστηκαν, αφενός, με τον κανονισμό (ΕΚ) 3359/93 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1993, περί τροποποίησης των μέτρων αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Ρωσίας, Καζακστάν, Ουκρανίας, Ισλανδίας Νορβηγίας, Σουηδίας, Βενεζουέλας και Βραζιλίας (ΕΕ L 302, σ. 1), και, αφετέρου, με τον κανονισμό (ΕΚ) 621/94 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1994, περί επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου, καταγωγής Νότιας Αφρικής και Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 77, σ. 48).
4 Στις 10 Ιουνίου 1998 η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση περί της επικείμενης λήξεως της ισχύος ορισμένων μέτρων αντιντάμπινγκ (ΕΕ C 177, σ. 4).
5 Κατόπιν της δημοσιεύσεως της ως άνω ανακοινώσεως, η Euroalliages, επιτροπή συντονισμού των βιομηχανιών παραγωγής κραμάτων σιδήρου, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, αίτηση επανεξετάσεως των μέτρων σχετικά με τις εισαγωγές από τη Βραζιλία, την Κίνα, το Καζακστάν, τη Ρωσία, την Ουκρανία και τη Βενεζουέλα, των οποίων η ισχύς επρόκειτο να λήξει.
6 Κατόπιν διαβουλεύσεως με τη συμβουλευτική επιτροπή, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφού συνήγαγε ότι υφίστανται επαρκή αποδεικτικά στοιχεία δικαιολογούντα επανεξέταση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, δημοσίευσε ανακοίνωση περί κινήσεως μιας τέτοιας διαδικασίας στην Επίσημη εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1998, C 382, σ. 9) και άρχισε σχετική έρευνα. Η έρευνα σχετικά με τις πρακτικές ντάμπινγκ κάλυψε το χρονικό διάστημα από 1ης Οκτωβρίου 1997 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1998. Η εξέταση της ζημίας κάλυψε το διάστημα από το 1994 μέχρι το τέλος της περιόδου της έρευνας.
7 Στις 21 Φεβρουαρίου 2001 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2001/230/ΕΚ, για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Βραζιλίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Καζακστάν, Ρωσίας, Ουκρανίας και Βενεζουέλας (EE L 84, σ. 36, στο εξής: επίδικη απόφαση).
Η επίδικη απόφαση
8 Η επίδικη απόφαση εκθέτει ότι από τη διενεργηθείσα επανεξέταση η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά τις εισαγωγές σιδηροπυριτίου προελεύσεως Κίνας, Καζακστάν, Ρωσίας και Ουκρανίας, η λήξη της ισχύος των μέτρων θα ευνοούσε τη συνέχιση ή την επανεμφάνιση του ντάμπινγκ και της ζημίας.
9 Η αιτιολογική σκέψη 129 της επίδικης αποφάσεως είναι διατυπωμένη ως εξής:
«Υπό το φως των πορισμάτων για την πιθανότητα συνέχισης και επανάληψης της πρακτικής ντάμπινγκ, και των συμπερασμάτων ότι οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, καταγωγής Κίνας, Καζακστάν, Ρωσίας [και Ουκρανίας] πρέπει να αυξηθούν σημαντικά εάν καταργηθούν τα μέτρα, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής θα επιδεινωθεί. αρόλο που είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η έκταση αυτής της επιδείνωσης, λαμβανομένων υπόψη των τάσεων προς μείωση των τιμών και της αποδοτικότητας του εν λόγω κλάδου παραγωγής, είναι ωστόσο πιθανόν να επαναληφθεί η ζημία. Όσον αφορά τη Βενεζουέλα, αν καταργηθούν τα μέτρα, δεν είναι πιθανόν να έχει αυτή η κατάργηση σημαντικά επιζήμια αποτελέσματα.»
10 Η Επιτροπή εξέτασε στη συνέχεια αν η διατήρηση των μέτρων αντιντάμπινγκ ήταν προς το γενικό συμφέρον της Κοινότητας. Στο πλαίσιο της εν λόγω εκτιμήσεως έλαβε υπόψη διάφορα στοιχεία, ήτοι, πρώτον, το γεγονός ότι η κοινοτική βιομηχανία δεν ήταν σε θέση να επωφεληθεί αρκετά από τα ισχύοντα από το 1987 μέτρα ούτε μπόρεσε να επωφεληθεί, όσον αφορά το σχετικό μερίδιο της αγοράς, από την παύση των δραστηριοτήτων παλαιών κοινοτικών παραγωγών (αιτιολογική σκέψη 151 της επίδικης αποφάσεως) και, δεύτερον, το γεγονός ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί χάλυβα αναγκάστηκαν να φέρουν τα πρόσθετα έξοδα που προέκυπταν από τα μέτρα αντιντάμπινγκ κατά την περίοδο εφαρμογής τους (αιτιολογική σκέψη 152 της επίδικης αποφάσεως).
11 Με τις αιτιολογικές σκέψεις 153 και 154 της επίδικης αποφάσεως η Επιτροπή κατέληξε ως εξής:
«153 Συνεπώς, παρόλο που η ακριβής επίπτωση της λήξεως των μέτρων για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής δεν είναι σαφής, και παρόλο που η προηγούμενη πείρα δείχνει ότι δεν υπάρχει εγγύηση ότι η διατήρηση των μέτρων θα αποφέρει σημαντικά οφέλη στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, είναι σαφές ότι η βιομηχανία χάλυβα έχει υποστεί μακροπρόθεσμες συσσωρευμένες αρνητικές επιπτώσεις οι οποίες θα παραταθούν αδικαιολόγητα αν διατηρηθούν τα μέτρα.
154 Ως εκ τούτου, μετά την εκτίμηση της επίπτωσης της συνέχισης ή της λήξεως των μέτρων στα διάφορα εμπλεκόμενα συμφέροντα, όπως απαιτεί το άρθρο 21 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή συμπέρανε σαφώς ότι η διατήρηση των ισχυόντων μέτρων θα αντέβαινε στα συμφέροντα της Κοινότητας. Συνεπώς θα πρέπει να επιτραπεί η λήξη των μέτρων.»
12 Για τους λόγους αυτούς το διατακτικό της επίδικης αποφάσεως προβλέπει την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ και, κατά συνέπεια, λήξη των μέτρων σχετικά με τις υπό εξέταση εισαγωγές.
Διαδικασία
13 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 16 Ιουνίου 2001 οι εταιρίες Euroalliages, Péchiney électrométallurgie, Vargön Alloys AB και Ferroatlántica (στο εξής: Euroalliages κ.λπ. ή αιτούσες) άσκησαν προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, ζητώντας την ακύρωση του άρθρου μόνου της επίδικης αποφάσεως.
14 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου την ίδια ημέρα, οι ως άνω προσφεύγουσες υπέβαλαν επίσης αίτηση με την οποία ζήτησαν, κυρίως, να διαταχθεί η αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως, καθόσον με αυτή περατώθηκε η διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Κίνας, Καζακστάν, Ρωσίας και Ουκρανίας, και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να επαναφέρει τους δασμούς αντιντάμπινγκ που θεσπίστηκαν με τους κανονισμούς 3359/93 και 621/94, επικουρικώς, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να απαιτήσει από τους εισαγωγείς σιδηροπυριτίου καταγωγής των ως άνω τεσσάρων χωρών να καταβάλλουν εγγύηση αντίστοιχη προς τους δασμούς αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τους κανονισμούς 3359/93 και 621/94 και να δηλώνουν τις εισαγωγές τους προς σχετική καταχώρηση, ή, επικουρικότερον, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να απαιτήσει από τους εν λόγω εισαγωγείς να δηλώνουν τις εισαγωγές τους προς σχετική καταχώρηση.
15 Η Επιτροπή κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων στις 5 Ιουλίου 2001.
16 Οι διάδικοι ανέπτυξαν τις παρατηρήσεις τους στις 11 Ιουλίου 2001.
17 Με διάταξη της 1ης Αυγούστου 2001, T-132/01 R, Euroalliages κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-2307, στο εξής: διάταξη της 1ης Αυγούστου 2001), ο ρόεδρος του ρωτοδικείου διέταξε όπως οι εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Καζακστάν, Ρωσίας και Ουκρανίας υποβάλλονται σε καταχώρηση χωρίς υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεων εκ μέρους των εισαγωγέων.
18 Με διάφορα έγγραφα που παραλήφθηκαν στην Γραμματεία του ρωτοδικείου τον Αύγουστο του 2001 και, επισήμως, με έγγραφο της 30ής Αυγούστου 2001, οι αιτούσες εταιρίες ζήτησαν, βάσει του άρθρου 108 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, την τροποποίηση του διατακτικού της διατάξεως της 1ης Αυγούστου 2001, προς διευκρίνιση της νομικής καταστάσεως που, κατ' αυτές, όφειλε να πάψει να υπάρχει την ημερομηνία αυτή.
19 Αφού άκουσε την άποψη της Επιτροπής επ' αυτού, ο ρόεδρος του ρωτοδικείου απέρριψε την αίτηση της 30ής Αυγούστου 2001 με διάταξη της 12ης Σεπτεμβρίου 2001, T-132/01 R, Euroalliages κ.λπ. κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή), επιφυλασσόμενος ως προς τα δικαστικά έξοδα.
20 Κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως εκ μέρους της Επιτροπής, η διάταξη της 1ης Αυγούστου 2001 αναιρέθηκε με τη διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 2001, C-404/01 P(R), Επιτροπή κατά Euroalliages κ.λπ. (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, στο εξής: διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 2001). Η διάταξη αυτή αφορά αναπομπή της υποθέσεως ενώπιον του ρωτοδικείου με επιφύλαξη των δικαστικών εξόδων.
21 Κατόπιν της αναπομπής αυτής ενώπιον του ρωτοδικείου, οι Euroaliages κ.λπ. ζήτησαν την εμπιστευτική μεταχείριση ορισμένων στοιχείων της δικογραφίας έναντι των παρεμβάντων διαδίκων στη διαδικασία έναντι του ροέδρου του Δικαστηρίου, ήτοι έναντι του Βασιλείου της Ισπανίας, της TNC Kazchrome (στο εξής: Kazchrome) και της Alloy 2000 SA (στο εξής: Alloy 2000).
22 Το αίτημα εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υπέβαλαν οι αιτούσες γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 14 Ιανουαρίου 2002.
23 Οι Euroaliages κ.λπ. και η Επιτροπή κατέθεσαν τις μετά την αναπομπή ενώπιον του ρωτοδικείου γραπτές παρατηρήσεις τους στις 10 και τις 25 Ιανουαρίου 2002, αντιστοίχως.
24 Το Βασίλειο της Ισπανίας, που παρεμβαίνει υπέρ των αιτουσών, κατέθεσε τις παρατηρήσεις του στις 15 Φεβρουαρίου 2002.
25 Οι Kazchrome και Alloy 2000, που παρεμβαίνουν υπέρ της Επιτροπής, κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους την ίδια ημέρα.
Αιτήματα των διαδίκων της διαδικασίας μετά την αναπομπή της υποθέσεως
26 Οι Euroalliages κ.λπ. ζητούν από τον ρόεδρο του ρωτοδικείου:
- να διατάξει όπως οι εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Κίνας, Καζακστάν, Ρωσίας και Ουκρανίας υποβάλλονται σε καταχώρηση, χωρίς υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεων εκ μέρους των εισαγωγέων·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
27 Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από τον ρόεδρο του ρωτοδικείου:
- να διατάξει όπως οι εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Κίνας, Καζακστάν, Ρωσίας και Ουκρανίας υποβάλλονται σε καταχώρηση, χωρίς υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεων εκ μέρους των εισαγωγέων·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
28 Η Επιτροπή ζητεί από τον ρόεδρο του ρωτοδικείου:
- να απορρίψει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων·
- να καταδικάσει τις αιτούσες στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων εκείνων της πρώτης διαδικασίας ενώπιον του ρωτοδικείου και της διαδικασίας αναιρέσεως ενώπιον του ροέδρου του Δικαστηρίου.
29 Οι Kazchrome και Alloy 2000 ζητούν από τον ρόεδρο του ρωτοδικείου:
- να απορρίψει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων·
- να καταδικάσει τις αιτούσες στα δικαστικά έξοδα που προκλήθηκαν από την παρέμβαση των Kazchrome και Alloy 2000, περιλαμβανομένων των σχετικών με την παρέμβασή τους στη διαδικασία αναιρέσεως ενώπιον του ροέδρου του Δικαστηρίου.
Σκεπτικό
30 Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, για την ίδρυση ρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), προκύπτει ότι το ρωτοδικείο, αν κρίνει ότι οι περιστάσεις το απαιτούν, μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
31 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι οι αιτήσεις σχετικά με τα προσωρινά μέτρα πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris), τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, πράγμα που σημαίνει ότι η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορρίπτεται αν μία από τις προϋποθέσεις αυτές ελλείπει [διατάξεις του ροέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4971, σκέψη 30, και του ροέδρου του ρωτοδικείου της 1ης Φεβρουαρίου 2001, T-350/00 R, Free Trade Foods κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-493, σκέψη 32].
32 Ενόψει των στοιχείων της δικογραφίας, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι διαθέτει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να αποφανθεί επί της παρούσας αιτήσεως, χωρίς να είναι αναγκαία η εκ νέου ακρόαση των διαδίκων.
αρατηρήσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι μετά την αναπομπή της υποθέσεως
33 Οι Euroalliages κ.λπ. υποστηρίζουν ότι η διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 2001 δεν θίγει το δικαίωμά τους προς λήψη προσωρινών μέτρων στην υπό κρίση υπόθεση.
34 _Οπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη (σκέψεις 68, 71 και 75), το νομικό σφάλμα από το οποίο πάσχει η διάταξη της 1ης Αυγούστου 2001 συνίσταται στο ότι με αυτήν έγινε δεκτός ο ανεπανόρθωτος χαρακτήρας της ζημίας λαμβάνοντας υπόψη «αποκλειστικά» την αβέβαιη έκβαση μιας ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως.
35 _Ομως, κατά τις αιτούσες, ο ανεπανόρθωτος χαρακτήρας της ζημίας δεν στηρίχθηκε μόνο στην εν λόγω αβεβαιότητα αλλά σε τρεις ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως, μεταξύ των οποίων η αβεβαιότητα αυτή, οι οποίες απαριθμούνται στις σκέψεις 71 έως 74 της διατάξεως της 1ης Αυγούστου 2001.
36 Κατ' αρχάς, όσον αφορά τις εισαγωγές τις οποίες αφορά η επίδικη απόφαση, ο ρόεδρος του Δικαστηρίου δεν αμφισβήτησε τον κίνδυνο να υποστούν οι αιτούσες σοβαρή ζημία σε περίπτωση λήξεως της ισχύος των μέτρων αντιντάμπινγκ. Καθόσον κάθε σημαντική ζημία, υπό την έννοια του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού, δεν είναι οπωσδήποτε σοβαρή ζημία (σκέψη 59 της διατάξεως της 14ης Δεκεμβρίου 2001), η αναγνώριση της σοβαρής ζημίας θα εξειδίκευε την κατάσταση των αιτουσών και θα σήμαινε ότι η ζημία έχει μία τέτοια βαρύτητα ώστε να είναι δύσκολα επανορθώσιμη. Επί πλέον, η αναγνώριση της βαρύτητας της ζημίας με την ίδια την επίδικη απόφαση είναι ιδιαίτερα σπάνιο γεγονός.
37 Στη συνέχεια, οι αιτούσες, επικαλούμενες τη σκέψη 72 της διατάξεως της 1ης Αυγούστου 2001, διατείνονται ότι η επίδικη απόφαση διακρίνεται πράγματι από άλλες αποφάσεις περί περατώσεως διαδικασίας επανεξετάσεως που στηρίζονται στο κοινοτικό συμφέρον καθόσον, όπως ανέφερε ο ρόεδρος του ρωτοδικείου, η απόφαση αυτή κάνει λόγο περί της συνεχίσεως του ντάμπινγκ. ροσθέτουν ότι η διάταξη της 1ης Αυγούστου 2001 παραπέμπει εμμέσως στην αιτιολογική σκέψη 129 της επίδικης αποφάσεως, κατά την οποία ο κίνδυνος χειροτερεύσεως αφορά την «κατάσταση» της κοινοτικής βιομηχανίας στο σύνολό της. Επιπλέον, με την αιτιολογική σκέψη 147 της επίδικης αποφάσεως η Επιτροπή θεωρεί ως ενδεχόμενη μια μείωση της τιμής του σιδηροπυριτίου κατά 15 % σε περίπτωση λήξεως της ισχύος των μέτρων, πράγμα το οποίο προσδίδει μια ιδιαιτερότητα στην απόφαση αυτή. Τα συμπεράσματα της Επιτροπής όσον αφορά τη σημαντική αύξηση των εισαγωγών και τη μείωση των τιμών καθίστανται πραγματικότητα. ράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Εurostat), όσον αφορά το Καζακστάν, τη Ρωσία και την Ουκρανία, οι όγκοι των εισαγωγών αυξήθηκαν από 1 739 τόνους το πρώτο τρίμηνο του 2001 σε 9 354 τόνους το δεύτερο τρίμηνο του ίδιου έτους, εκτιμώνται δε σε 18 469 τόνους για το τρίτο τρίμηνο. _Οσον αφορά τη μέση τιμή των εισαγωγών προελεύσεως των τριών αυτών χωρών, είναι κατά 28,14 % χαμηλότερη από τη μέση διακοινοτική τιμή και κατά 23,7 % χαμηλότερη από τη μέση τιμή των άλλων εισαγωγών προελεύσεως τρίτων κρατών, για το δεύτερο τρίμηνο του 2001. Επομένως, η προκαλούμενη ζημία είναι ιδιαίτερα σοβαρή και, κατά συνέπεια, δύσκολα επανορθώσιμη.
38 Τέλος, ο ρόεδρος του Δικαστηρίου δεν αμφισβήτησε, αυτή καθαυτή, την κατάσταση σχετικά με την αβεβαιότητα της δυνατότητας επανορθώσεως της ζημίας κατόπιν ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως. Μια τέτοια αμφισβήτηση υπήρξε μόνο καθόσον η σχετική σκέψη φαινόταν ότι στήριζε «αποκλειστικά» το συμπέρασμα όσον αφορά τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας, πράγμα το οποίο αμφισβητούν οι αιτούσες.
39 Το Βασίλειο της Ισπανίας συμμερίζεται ευρέως την επιχειρηματολογία των αιτουσών. Θεωρεί ότι η διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 2001 δεν αμφισβητεί το δικαίωμά τους προς λήψη προσωρινών μέτρων. Ειδικότερα, ο σοβαρός και ανεπανόρθωτος χαρακτήρας της ζημίας αποδεικνύεται λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, των αριθμητικών στοιχείων που ανακοινώθηκαν κατά τη διάρκεια του σταδίου που προηγήθηκε της εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως και λαμβανομένης υπόψη της σοβαρής αυξήσεως στην Ισπανία του όγκου των εισαγωγών σιδηροπυριτίου προελεύσεως Καζακστάν από της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως.
40 Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία των αιτουσών.
41 ιο συγκεκριμένα, η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι οι αιτούσες δεν εξήγησαν γιατί δεν αποτελεί συνέπεια συμφυή προς κάθε απόφαση περί περατώσεως διαδικασίας επανεξετάσεως η οποία εκδίδεται με την αιτιολογία ότι η διατήρηση των μέτρων αντιντάμπινγκ δεν είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας η ζημία που απορρέει από μια τέτοια απόφαση.
42 Δεύτερον, θεωρεί ότι οι αιτούσες δεν απέδειξαν γιατί η χρηματική ζημία τους θα είναι ανεπανόρθωτη ή δύσκολα επανορθώσιμη με βάση ένα κριτήριο διαφορετικό από εκείνο - το οποίο απέρριψε ο ρόεδρος του Δικαστηρίου - της αβέβαιης εκβάσεως μιας ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως.
43 Οι Kazchrome και Alloy 2000 συμμερίζονται την επιχειρηματολογία της Επιτροπής. ροσθέτουν ότι καμία από τις αιτούσες δεν προσκόμισε νέα στοιχεία ή κάποια ελάχιστη απόδειξη της προβαλλόμενης ζημίας, οπότε δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο σοβαρός και ανεπανόρθωτος χαρακτήρας της ζημίας αυτής. _Οσον αφορά ειδικότερα τη βαρύτητα της εν λόγω ζημίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή την αναγνώρισε με την επίδικη απόφαση. Υποστηρίζουν, ως εκ περισσού, ότι η χορήγηση του ζητούμενου προσωρινού μέτρου θα δημιουργούσε οριστικά αποτελέσματα και θα ήταν αντίθετη με μια ορθή στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων.
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
44 Το επείγον μιας αιτήσεως προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση προς την ανάγκη που υφίσταται για την έκδοση προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο ο οποίος ζητεί το προσωρινό μέτρο.
45 Με τη διάταξή του της 1ης Αυγούστου 2001 ο ρόεδρος του ρωτοδικείου έκρινε ότι επληρούτο η σχετική με το επείγον προϋπόθεση. Οι αιτιολογίες της διατάξεως αυτής σχετικά με την προϋπόθεση του επείγοντος επαναλαμβάνονται, στην ουσία, στις σκέψεις 26 έως 28 της διατάξεως της 14ης Δεκεμβρίου 2001, στις οποίες πρέπει να γίνει σχετική παραπομπή. ρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί ότι είχε διαπιστωθεί ότι η ζημία των αιτουσών ήταν ανεπανόρθωτη λαμβανομένων υπόψη τριών ιδιαίτερων περιστάσεων της υποθέσεως (σκέψεις 70 και 75 της διατάξεως της 1ης Αυγούστου 2001), ήτοι, πρώτον, της εκ μέρους της Επιτροπής παραδοχής με την επίδικη απόφαση του γεγονότος ότι οι αιτούσες υπάρχει κίνδυνος να υποστούν σοβαρή ζημία σε περίπτωση λήξεως της ισχύος των επίδικων μέτρων αντιντάμπινγκ (σκέψη 71 της διατάξεως της 1ης Αυγούστου 2001), δεύτερον του συμπεράσματος της Επιτροπής στην επίδικη απόφαση σχετικά με το ενδεχόμενο επανεμφανίσεως της ζημίας σε περίπτωση λήξεως της ισχύος των μέτρων, σε συνδυασμό με το ενδεχόμενο συνεχίσεως ή επανεμφανίσεως του ντάμπινγκ (σκέψη 72 της διατάξεως της 1ης Αυγούστου 2001), και, τρίτον, της τουλάχιστον αβέβαιης αποκαταστάσεως της ζημίας, που δεν θα εξαφανιζόταν απλώς και μόνον λόγω της εκ μέρους της Επιτροπής εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως ακυρώνουσας την επίδικη απόφαση της Επιτροπής, δυνάμει των άρθρων 235 ΕΚ και 288 ΕΚ (σκέψεις 73 και 74 της διατάξεως της 1ης Αυγούστου 2001).
46 Ο ρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε την εκτίμηση που αφορούσε δύο από τις τρεις ως άνω περιστάσεις (σκέψη 64 της διατάξεως της 14ης Δεκεμβρίου 2001) με την αιτιολογία ότι η εκτίμηση αυτή έπασχε λόγω νομικού σφάλματος.
47 Ο ρόεδρος του Δικαστηρίου έκρινε, κατ' αρχάς, ότι, «όταν μια απόφαση περί περατώσεως επανεξετάσεως μέτρων αντιντάμπινγκ λαμβάνεται με την αιτιολογία ότι η διατήρηση των μέτρων αυτών δεν είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας, η εξ αυτού απορρέουσα ζημία για την κοινοτική βιομηχανία συνιστά συμφυές προς τη φύση μιας τέτοιας αποφάσεως αποτέλεσμα» (σκέψη 66).
48 Στη συνέχεια δέχθηκε ότι «η αβεβαιότητα που συνδέεται με την αποκατάσταση χρηματικής ζημίας στο πλαίσιο ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί, αυτή καθαυτή, ως περίσταση ικανή να αποδείξει τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας αυτής, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου» (σκέψη 71).
49 Τέλος, κατέληξε ότι, «η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη [της 1ης Αυγούστου 2001] πάσχει λόγω νομικών σφαλμάτων, καθόσον στηρίζεται αποκλειστικά στην αβέβαιη έκβαση μιας ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της επίδικης αποφάσεως προκειμένου να συναγάγει ότι η ζημία έχει ανεπανόρθωτο χαρακτήρα και, επομένως, να διατάξει προσωρινά μέτρα» (σκέψη 75).
50 Ενόψει των συμπερασμάτων του ροέδρου του Δικαστηρίου, πρέπει να εξεταστεί αν η χρηματική ζημία που επικαλούνται οι αιτούσες είναι ανεπανόρθωτη.
51 Επ' αυτού, πρέπει να υπομνησθεί ότι, προτού λάβει υπόψη τις τρεις προαναφερθείσες περιστάσεις, ο ρόεδρος του ρωτοδικείου υπενθύμισε τη νομολογία κατά την οποία η καθαρώς χρηματική ζημία δεν μπορεί να θεωρείται ως ανεπανόρθωτη ή έστω ως δυσχερώς επανορθώσιμη, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, εφόσον μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο μεταγενέστερης χρηματικής αποζημιώσεως [βλ., ιδίως, τη διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2001, C-471/00 P(R), Επιτροπή κατά Cambridge Healthcare Supplies, Συλλογή 2001, σ. Ι-2865, σκέψη 113]. Μια τέτοια μεταγενέστερη χρηματική αποζημίωση προκύπτει είτε από την εκ μέρους του ενδιαφερομένου κοινοτικού οργάνου εκτέλεση της ακυρωτικής δικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση της κύριας δίκης (διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1977, 113/77 R και 113/77 R-IΝΤ, NTN Toyo Bearing κατά Συμβουλίου, Rec. 1977, σ. 1721, σκέψη 5), είτε, αν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο ή συμβαίνει μόνο εν μέρει, από αποζημίωση βάσει του μέσου ένδικης προστασίας που προβλέπουν τα άρθρα 235 ΕΚ και 288 ΕΚ (διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 1988, 229/88 R, Cargill κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. Ι-5183, σκέψη 18). Εν προκειμένω, ο ρόεδρος του ρωτοδικείου, αφού έκρινε ότι καμία από τις δύο αυτές εναλλακτικές περιπτώσεις δεν ήταν ικανή να εξασφαλίσει την αποτελεσματική χρηματική αποζημίωση, κατέληξε στο συμπέρασμα, λαμβάνοντας υπόψη τις δύο άλλες ειδικές περιστάσεις, ότι η αποκατάσταση της ως άνω ζημίας, μετά από την έκδοση δικαστικής αποφάσεως περατώνουσας τη διαδικασία της κύριας δίκης, ήταν τουλάχιστον αβέβαιη.
52 Εντούτοις, από τη σκέψη 70 της διατάξεως της 14ης Δεκεμβρίου 2001 προκύπτει ότι, ναι μεν το Δικαστήριο σημείωσε σε μερικές περιπτώσεις, στο πλαίσιο διατάξεων ασφαλιστικών μέτρων, ότι μπορεί να είναι δυνατή η χρηματική αντιστάθμιση στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως εκ μέρους του αιτούντος διαδίκου, το Δικαστήριο όμως «ουδέποτε εξέτασε τις συγκεκριμένες πιθανότητες ευδοκιμήσεως μιας τέτοιας αγωγής αποζημιώσεως η οποία θα μπορούσε να ασκηθεί σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης πράξεως». Από την ως άνω σκέψη 70 προκύπτει ότι και μόνον η ύπαρξη της δυνατότητας ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως αρκεί για να μπορεί να θεωρηθεί κατ' αρχήν ως επανορθώσιμη μια χρηματική ζημία. Επομένως, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η αβεβαιότητα όσον αφορά την έκβαση ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως - την οποία οι αιτούσες μπορούν να ασκήσουν αν ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη - προκειμένου να αποδειχθεί αν η χρηματική ζημία που θα υποστούν οι αιτούσες είναι ή όχι επανορθώσιμη.
53 Επομένως, ενόψει των ισχυρισμών των αιτουσών με τους οποίους επιδιώκουν να αποδείξουν το επείγον, η εν λόγω ζημία δεν θα είναι εν προκειμένω ανεπανόρθωτη παρά μόνον αν προκύπτει ότι, ελλείψει του ζητούμενου μετά την αναπομπή προσωρινού μέτρου, οι Euroalliages κ.λπ. θα βρεθούν σε κατάσταση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την ύπαρξή τους πριν από την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως που περατώνει τη διαδικασία της κύριας δίκης. ράγματι, σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι «η εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της μελλοντικής οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να αποφεύγονται τα κενά στη δικαστική προστασία που διασφαλίζει [ο κοινοτικός δικαστής]» (διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 2001, σκέψη 61), οπότε η εν λόγω πλήρης αποτελεσματικότητα πρέπει να θεωρείται ότι εξασφαλίζεται εφόσον οι αιτούσες είναι σε θέση να φέρουν τη χρηματική ζημία μέχρι την ημερομηνία εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως επί της κύριας δίκης.
54 Εν προκειμένω, επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν οι αιτούσες απέδειξαν ότι τίθεται σε κίνδυνο η ίδια η ύπαρξή τους, πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της κύριας δίκης, εφόσον δεν χορηγηθεί αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως.
55 Επ' αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αιτούσες δεν αμφισβητούν τα συμπεράσματα που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 67 και 69 της διατάξεως της 1ης Αυγούστου 2001, οι οποίες δεν διαπιστώθηκε ότι πάσχουν λόγω νομικού σφάλματος.
56 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται εκ νέου η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, οι αιτούσες δεν απέδειξαν ότι η προσβολή σε βάρος της οικονομικής τους βιωσιμότητας θα είναι τέτοια ώστε να μην αρκεί η λήψη μέτρων εξορθολογισμού της παραγωγής τους προκειμένου να συνεχίσουν τη δραστηριότητα παραγωγής σιδηροπυριτίου μέχρις εκδόσεως αποφάσεως περατώνουσας τη διαδικασία της κύριας δίκης.
57 Επιπλέον, είναι αναμφισβήτητο ότι η εκτίμηση της ουσιαστικής καταστάσεως ενός αιτούντος διαδίκου μπορεί να πραγματοποιείται λαμβανομένων ιδίως υπόψη των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο αυτός υπάγεται με βάση την κυριότητα των σχετικών μετοχών [διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Απριλίου 1998, C-43/98 P(R), Camar κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. Ι-1815, σκέψη 36· διάταξη του ροέδρου του ρωτοδικείου της 30ής Ιουνίου 1999, T-13/99 R, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-1961, σκέψη 155].
58 Επ' αυτού, κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Ιουλίου 2001 οι αιτούσες δεν κλόνισαν τα επιχειρήματα της Επιτροπής κατά τα οποία, αφενός, κάθε μία από αυτές υπάγεται σε ένα σημαντικό όμιλο εταιριών και, αφετέρου, ο σχετικός με τις πωλήσεις σιδηροπυριτίου κύκλος εργασιών τους αντιπροσωπεύει, κατά μέσο όρο, λιγότερο από 20 % των συνολικών κύκλων εργασιών των ομίλων στους οποίους αυτές υπάγονται. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι οικονομικές απώλειες που θα προέκυπταν για τις αιτούσες από την εφαρμογή της επίδικης αποφάσεως μπορούν όπως φαίνεται να αντισταθμιστούν, στο πλαίσιο του ομίλου, με τα κέρδη από τις πωλήσεις άλλων προϊόντων [βλ. επ' αυτού τη διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2001, C-477/00 P(R), Επιτροπή κατά Roussel και Roussel Diamant, Συλλογή 2001, σ. Ι-3037, σκέψη 105], οπότε δεν είναι ικανές να θέσουν σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή τους.
59 Δεδομένου ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος, η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Top