Avis juridique important
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 27ης Μαρτίου 2003. - Linea GIG Srl κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Ανταγωνισμός - Πληρωμή προστίμου - Τραπεζική εγγύηση - Επείγον - Eξαιρετικές περιστάσεις - Στάθμιση των συμφερόντων. - Υπόθεση T-398/02 R.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα II-01139
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
1. Ασφαλιστικά μέτρα - Προϋποθέσεις παραδεκτού - Παραδεκτό της κύριας προσφυγής - Αυτεπάγγελτος έλεγχος εκ μέρους του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 §§ 1 και 2)
2. Προσφυγή ακυρώσεως - Έννομο συμφέρον - Έννομο συμφέρον εκτιμώμενο κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής - Προσφυγή ασκηθείσα από επιχείρηση υπό εκκαθάριση κατά αποφάσεως που της επιβάλλει πρόστιμο - Διαδικασία εκκαθαρίσεως δυνάμενη να παραταθεί πέραν της απαγγελίας της αποφάσεως του κοινοτικού δικαστή - Παραδεκτή
(Άρθρο 230 ΕΚ)
3. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Αναστολή της εκτελέσεως αποφάσεως περί επιβολής προστίμου - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σύσταση εγγυήσεως - Επιτρέπεται - Όρια - Εξαιρετικές περιστάσεις
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
4. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Στάθμιση όλων των σχετικών συμφερόντων - Απόφαση επιβάλλουσα υποχρέωση καταβολής προστίμου σε υπό εκκαθάριση επιχείρηση - Προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας - Απόρριψη της αιτήσεως περί αναστολής εκτελέσεως
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 §§ 1 και 2)
Περίληψη1. Δεδομένου ότι μια αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να εξετασθεί αν η προσφυγή στην οποία στηρίζεται δεν είναι παραδεκτή και ότι η έλλειψη εννόμου συμφέροντος άπτεται των λόγων δημοσίας τάξεως, απόκειται στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να εξακριβώσει, αυτεπαγγέλτως, ότι η αιτούσα έχει, εκ πρώτης όψεως, έννομο συμφέρον όσον αφορά την προσφυγή της κύριας δίκης.
( βλ. σκέψεις 44-45 )
2. Το έννομο συμφέρον ακυρώσεως πράξεως, το οποίο προϋποθέτει ότι η ακύρωση της πράξεως είναι ικανή, αφ' εαυτής, να έχει έννομες συνέπειες, εκτιμάται κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής.
Έτσι, μια επιχείρηση που ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής που της επιβάλλει πρόστιμο έχει, παρόλο που υπόκειται σε διαδικασία εκκαθαρίσως η οποία κινήθηκε πριν από την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής, έννομο συμφέρον για την ακύρωση της αποφάσεως, μολονότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο ότι η επιχείρηση αυτή δεν θα έχει ακόμη εκκαθαρισθεί όταν το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς. Υπό τις συνθήκες αυτές πάντως, η ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως ή η μείωση του ποσού του προστίμου θα είχε ως έννομο αποτέλεσμα, ανάλογα με την περίπτωση, την επέκταση της απαιτήσεως της Επιτροπής ή τη μείωση του ποσού της.
( βλ. σκέψεις 46, 48-51 )
3. Μια αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητείται η απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως την οποία επιβάλλει η Επιτροπή σε επιχείρηση ως προϋπόθεση για τη μη άμεση είσπραξη ενός προστίμου, μπορεί να γίνει δεκτή μόνον αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Συγκεκριμένα, η δυνατότητα απαιτήσεως εγγυοδοσίας προβλέπεται ρητά, για τις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων, από τους Κανονισμούς Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου και αντιστοιχεί σε γενική και δικαιολογημένη πρακτική της Επιτροπής.
Η ύπαρξη τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων μπορεί, καταρχήν, να θεωρηθεί ότι έχει αποδειχθεί όταν ο διάδικος που ζητεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση συστάσεως της αιτούμενης τραπεζικής εγγυήσεως αποδεικνύει ότι του είναι αδύνατο να συστήσει την εν λόγω εγγύηση ή ότι η σύσταση της εγγυήσεως αυτής θα εξέθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή του.
Συναφώς, όταν ένα ποσό που αντιστοιχεί στο ποσό του προστίμου δεν μπορεί, στο πλαίσιο εκκαθαρίσεως, να παγώσει αποκλειστικώς υπέρ μιας τράπεζας, οπότε ελλοχεύει ο κίνδυνος μη καταβολής του εν λόγω ποσού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως υπέρ της υπό εκκαθάριση επιχειρήσεως είναι αντικειμενικώς αδύνατη.
( βλ. σκέψεις 54-55, 59 )
4. Στο πλαίσιο αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως αποφάσεως της Επιτροπής επιβάλλουσας σε υπό εκκαθάριση επιχείρηση υποχρέωση καταβολής προστίμου, η στάθμιση των συμφερόντων κλίνει υπέρ της απορρίψεως της αιτήσεως, δεδομένου ότι η αναστολή θα είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί η Επιτροπή της δυνατότητας να κινήσει οποιαδήποτε ένδικη διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, προκειμένου να εισπράξει το πρόστιμο και να προασπίσει, πέραν των ιδίων συμφερόντων, τα δημοσιονομικά συμφέροντα της Κοινότητας και αυτό, στην πραγματικότητα, με μοναδικό σκοπό την προστασία των λοιπών πιστωτών της επιχειρήσεως.
Πράγματι, εφόσον ελλοχεύει όντως κίνδυνος ανεπάρκειας του ενεργητικού της αιτούσας ώστε να καταστεί εφικτή η είσπραξη του προστίμου κατά την ημερομηνία της ενδεχόμενης απορρίψεως της προσφυγής της κύριας δίκης και εφόσον ουδόλως είναι βέβαιον ότι το ποσό που ενδεχομένως δέσμευσε προς τούτο η επιχείρηση προορίζεται αποκλειστικώς για την εξόφληση της οφειλής έναντι της Επιτροπής σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής της κύριας δίκης, είναι αναγκαίο να διατηρηθεί η εκτελεστότητα της αποφάσεως, ώστε να μην παρακωλυθεί η λήψη των μέτρων που η Επιτροπή κρίνει χρήσιμα για την είσπραξη του ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε με την απόφαση.
( βλ. σκέψη 62 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση T-398/02 R,
Linea GIG Srl, υπό εκκαθάριση, με έδρα τη Φλωρεντία (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους L. D'Amario και B. Calzia, δικηγόρους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τις L. Pignataro-Nolin και O. Beynet, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 30ής Οκτωβρίου 2002 σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (COMP/35.587 PO Video Games, COMP/35.706 PO Nintendo Distribution και COMP/36.321 Omega - Nintendo), κατά το μέτρο που η εν λόγω απόφαση επιβάλλει στην αιτούσα πρόστιμο 1,5 εκατ. ευρώ,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςΠραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Από τον φάκελο της δικογραφίας της υποθέσεως προκύπτει ότι η Linea GIG SpA ήταν ο αποκλειστικός διανομέας στην Ιταλία των προϊόντων Nintendo από 1ης Οκτωβρίου 1992 έως 31 Δεκεμβρίου 1997 τουλάχιστον.
2 Συνεπεία οικονομικών δυσχερειών, η έκτακτη γενική συνέλευση της Linea GIG SpA αποφάσισε στις 8 Ιανουαρίου 1999 να θέσει την εταιρία υπό εκκαθάριση.
3 Στις 16 Φεβρουαρίου 1999 η Linea GIG SpA υπέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου της Φλωρεντίας αίτηση κινήσεως διαδικασίας πτωχευτικού συμβιβασμού (concordato preventivo), όπως προβλέπουν τα άρθρα 160 επ. του βασιλικού διατάγματος 267 της 16ης Μαρτίου 1942 (GURI 81, της 6ης Απριλίου 1942).
4 Με απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1999, το Πρωτοδικείο της Φλωρεντίας επικύρωσε τον πτωχευτικό συμβιβασμό που πρότεινε η Linea GIG SpA. Σύμφωνα με τους όρους του εν λόγω πτωχευτικού συμβιβασμού, η Linea GIG SpA υποχρεούται να εκκαθαρίσει ολόκληρη την περιουσία της για να ικανοποιήσει πλήρως όλους τους προνομιούχους πιστωτές και τους εγχειρόγραφους πιστωτές τουλάχιστον κατά το 40 % των απαιτήσεών τους. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ο εκκαθαριστής που ορίζει το εθνικό δικαστήριο εκκαθαρίζει την περιουσία του οφειλέτη που αποτελεί αντικείμενο του πτωχευτικού συμβιβασμού για να κατανείμει τα κέρδη μεταξύ των πιστωτών τηρώντας τη σειρά αναγγελίας τους.
5 Στις 25 Απριλίου 2000 η Επιτροπή κίνησε μια διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 81 ΕΚ, κατά της Linea GIG SpA, λόγω της συμμετοχής της, κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου, σε σειρά συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στις αγορές για κονσόλες και βιντεοπαιχνίδια συμβατά με τις κονσόλες Nintendo, που είχαν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον περιορισμό των παράλληλων εισαγωγών και εξαγωγών σε κονσόλες και βιντεοπαιχνίδια Nintendo. Στις 24 Ιουλίου 2000 η Linea GIG SpA υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των αιτιάσεων που προέβαλε η Επιτροπή εναντίον της.
6 Στις 30 Οκτωβρίου 2002 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (COMP/35.587 PO Video Games, COMP/35.706 PO Nintendo Distribution και COMP/36.321 Omega - Nintendo) (στο εξής: απόφαση), με την οποία διαπίστωσε ότι πολλές επιχειρήσεις είχαν παραβεί το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ και το άρθρο 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΕΟΧ μετέχοντας, κατά περιόδους που διέφεραν ανάλογα με τις οικείες επιχειρήσεις, σε σειρά συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στις αγορές για κονσόλες και βιντεοπαιχνίδια συμβατά με τις κονσόλες Nintendo, που είχαν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον περιορισμό των παράλληλων εξαγωγών σε κονσόλες και βιντεοπαιχνίδια Nintendo. Μεταξύ των επιχειρήσεων που αναφέρει το άρθρο 1 της αποφάσεως συγκαταλέγονται, πέραν της Nintendo Corporation Ltd/Nintendo of Europe GmbH, επτά εταιρίες που επιδίδονταν στη διανομή των προαναφερθέντων προϊόντων.
7 Ένας από τους διανομείς που αναφέρει το άρθρο 1 της αποφάσεως είναι η Linea GIG SpA, την οποία η Επιτροπή θεωρεί υπεύθυνη για τη συγκεκριμένη παράβαση του εν λόγω άρθρου, για την περίοδο από 1ης Οκτωβρίου 1992 έως το τέλος Δεκεμβρίου 1997.
8 Σύμφωνα με το άρθρο 3 της αποφάσεως, η εν λόγω παράβαση επισύρει, όσον αφορά τη Linea GIG SpA, πρόστιμο ύψους 1,5 εκατ. ευρώ.
9 Το πρόστιμο που επιβλήθηκε στη Linea GIG SpA είναι πληρωτέο, σύμφωνα με το άρθρο 4 της αποφάσεως, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στη Linea GIG SpA με το από 7 Νοεμβρίου 2002 έγγραφο της Επιτροπής. Με το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, δεν θα προέβαινε σε κανένα μέτρο εισπράξεως του προστίμου για όσο χρόνο η υπόθεση θα εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η απαίτηση θα ήταν τοκοφόρος από την ημερομηνία παρελεύσεως της προθεσμίας καταβολής του προστίμου και ότι θα παρεχόταν αποδεκτή τραπεζική εγγύηση.
10 Στις 24 Σεπτεμβρίου 2002 αποφασίστηκε η μεταβολή της νομικής μορφής της εταιρίας, με αποτέλεσμα η Linea GIG SpA να μετατραπεί σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης. Από τότε η εταιρική επωνυμία της είναι «Linea GIG Srl in liquidazione» (στο εξής: Linea ή αιτούσα).
11 Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 30 Δεκεμβρίου 2002, η Linea άσκησε, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζήτησε την ολική ή μερική ακύρωση της αποφάσεως ή, επικουρικώς, την ακύρωση ή τη μείωση του ποσού του επιβληθέντος προστίμου.
12 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 30 Ιανουαρίου 2003, η Linea υπέβαλε αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως, στο μέτρο που της επιβάλλει πρόστιμο.
13 Η Επιτροπή υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 14 Φεβρουαρίου 2003.
14 Η ακρόαση ενώπιον του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή διεξήχθη στις 6 Μαρτίου 2003. Κατά την εν λόγω ακρόαση, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής ανέστειλε την έκδοση αποφάσεως όσον αφορά το αν μπορεί να δεχθεί τη δυνατότητα της αιτούσας να προσκομίσει δύο νέα αποδεικτικά στοιχεία και το γεγονός αυτό περιελήφθη στο πρακτικό της συνεδριάσεως.
Σκεπτικό
15 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων, αφενός, των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και, αφετέρου, του άρθρου 225, παράγραφος 1, ΕΚ, το Πρωτοδικείο μπορεί, εφόσον κρίνει ότι οι περιστάσεις το απαιτούν, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
16 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να διευκρινίζονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται (fumus boni juris). Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, πράγμα που σημαίνει ότι η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορρίπτεται εφόσον μία απ' αυτές απουσιάζει [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4971, σκέψη 30]. Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής προβαίνει επίσης, κατά περίπτωση, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 2001, C-445/00 R, Αυστρία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-1461, σκέψη 73).
17 Τα μέτρα που ζητούνται πρέπει, επιπλέον, να είναι προσωρινά, υπό την έννοια ότι δεν προδικάζουν τα επίδικα νομικά ή πραγματικά ζητήματα ούτε εξουδετερώνουν εκ των προτέρων τις συνέπειες της μεταγενέστερης αποφάσεως επί της κυρίας δίκης [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 1995, C-149/95 P(R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-2165, σκέψη 22].
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του fumus boni juris
18 Η αιτούσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η Επιτροπή προσέβαλε το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ 1962, 13, σ. 204), διότι της επέβαλε πρόστιμο υπερβαίνον το ανώτατο όριο του 10 % επί του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Συγκεκριμένα, ως «προηγούμενη διαχειριστική περίοδος» εξακολουθεί να νοείται η διαχειριστική περίοδος που προηγείται της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως που επέβαλε το πρόστιμο. Εν προκειμένω πάντως, η Linea δεν πραγματοποίησε κύκλο εργασιών κατά το 2001.
19 Με τον δεύτερο λόγο στον οποίο στηρίζεται η αίτηση, η Linea υποστηρίζει ότι η Επιτροπή εκ παραδρομής εφάρμοσε το άρθρο 81 ΕΚ στην πρώτη συμφωνία διανομής που συνήψαν η Linea και η Nintendo Corporation Ltd και ότι παρέβη το άρθρο 253 ΕΚ.
20 Με τον τρίτο λόγο στον οποίο στηρίζεται η αίτηση, η Linea υποστηρίζει ότι κακώς η Επιτροπή τη θεώρησε υπεύθυνη για τις αντιβαίνουσες στους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικές που αφορά η απόφαση.
21 Ο τέταρτος λόγος στον οποίο στηρίζεται η αίτηση αντλείται από την ύπαρξη αντιφάσεων στην απόφαση και από παράβαση του άρθρου 253 ΕΚ.
22 Τέλος, ο πέμπτος λόγος στον οποίο στηρίζεται η αίτηση αντλείται από το ότι δεν ελήφθη υπόψη το οικονομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι οικείες συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές.
23 Η Επιτροπή θεωρεί ότι από κανέναν από τους λόγους που προβάλλει η αιτούσα δεν μπορεί να προκύψει η ύπαρξη fumus boni juris.
Eπί του επείγοντος και της σταθμίσεως των συμφερόντων
24 Η Linea θεωρεί ότι η σχετική με το επείγον προϋπόθεση πληρούται εν προκειμένω. Το συμπέρασμά της αυτό στηρίζεται σε τρία επιχειρήματα, τα οποία άπτονται της διαδικασίας πτωχευτικού συμβιβασμού, της οποίας αποτελεί, εν προκειμένω, το αντικείμενο.
25 Πρώτον, η αιτούσα υπενθυμίζει ότι έχει παύσει κάθε οικονομική δραστηριότητα από το 1999 και ότι υποχρεούται να εκκαθαρίσει όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της για να ικανοποιήσει πλήρως όλους τους προνομιούχους πιστωτές και τους εγχειρόγραφους πιστωτές τουλάχιστον κατά το 40 % των απαιτήσεών τους. H αιτούσα επισημαίνει ότι το κόστος του πτωχευτικού συμβιβασμού καθορίστηκε από τον διορισμένο με δικαστική απόφαση διαχειριστή στα 135 589 911 521 ιταλικές λίρες (ITL), ήτοι σε 70 026 345 ευρώ, αλλά ότι τα στοιχεία του ενεργητικού, όπως εκτιμήθηκαν, ανέρχονται μόνο σε 125 241 894 385 ITL, ήτοι σε 64 682 040 ευρώ, οπότε το έλλειμμα που προκύπτει ανέρχεται στα 5 344 305 ευρώ. Η αιτούσα επισημαίνει πάντως ότι «οι υπολογισμοί του διορισμένου με δικαστική απόφαση διαχειριστή είναι τόσο σχολαστικοί, ώστε είναι πιθανό το έλλειμμα να μην είναι τόσο υψηλό». Σήμερα τα μοναδικά έσοδα της αιτούσας προέρχονται, όπως υποστηρίζει, από την εκκαθάριση των περιουσιακών της στοιχείων και προορίζονται για την εξόφληση των οφειλών της, τηρουμένης της από 17 Νοεμβρίου 1999 αποφάσεως του Πρωτοδικείου της Φλωρεντίας.
26 Δεύτερον, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο του πτωχευτικού συμβιβασμού, οποιαδήποτε αντίφαση όσον αφορά την ύπαρξη, το ποσό και τον χαρακτήρα μιας απαιτήσεως - το αν είναι δηλαδή προνομιούχος ή εγχειρόγραφη - έχει οπωσδήποτε επιπτώσεις στην κατανομή των στοιχείων του ενεργητικού της και, κατά συνέπεια, επηρεάζει την κατάσταση των λοιπών πιστωτών. Είναι επομένως αναγκαίο, για να μπορέσει η Linea να καταβάλει το πρόστιμο που της επέβαλε η Επιτροπή και για να αποφευχθούν πληρωμές που δύνανται να θίξουν την ισότητα των πιστωτών, να προσδιορισθεί - κατά περίπτωση και από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές - η φύση της απαιτήσεως της Επιτροπής και να εξακριβωθεί αν η εν λόγω απαίτηση μπορεί να ικανοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, κατά προτεραιότητα έναντι των λοιπών οφειλών της εταιρίας.
27 Τρίτον, η αντικειμενική προϋπόθεση του πτωχευτικού συμβιβασμού ταυτίζεται με αυτήν της πτωχεύσεως, συνίσταται δηλαδή στο αν η εταιρία τελεί υπό καθεστώς αφερεγγυότητας.
28 Κατά την αιτούσα, τα τρία αυτά επιχειρήματα αρκούν για να αποδείξουν ότι η Linea δεν δύναται να καταβάλει το πρόστιμο και/ή να παράσχει την τραπεζική εγγύηση που ζητεί η Επιτροπή χωρίς να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Τα εν λόγω επιχειρήματα εξηγούν επίσης τους λόγους για τους οποίους θα ήταν απολύτως αδύνατο στην Επιτροπή να λάβει την αιτούμενη τραπεζική εγγύηση. Συγκεκριμένα, καμία τράπεζα δεν θα ήταν διατεθειμένη να παράσχει εγγύηση για τις οφειλές της Linea, στο μέτρο που, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας των ιταλικών δικαστηρίων σύμφωνα με την οποία οι απαιτήσεις που γεννώνται μετά την ημερομηνία κινήσεως διαδικασίας πτωχευτικού συμβιβασμού δεν μπορούν να ικανοποιηθούν πριν από τις απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή, η εν λόγω τράπεζα θα μπορούσε να βρεθεί στο μέλλον σε κατάσταση κατά την οποία θα ήταν υποχρεωμένη να ικανοποιήσει όλες τις απαιτήσεις που απορρέουν από υποχρεώσεις που ανέλαβε η Linea έναντι της Επιτροπής, έχοντας όμως τη δυνατότητα να καλύψει μέρος μόνον των εν λόγω απαιτήσεων από την πτωχευτική περιουσία της Linea.
29 Τέλος, η καταβολή των εξόδων που σχετίζονται με τη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως, αν υποτεθεί ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί διά της αφαιρέσεως της αξίας τους από τα στοιχεία του ενεργητικού που διαπιστώθηκαν, θα προκαλούσε, εν πάση περιπτώσει, σοβαρή ζημία στους πιστωτές, πριν ακόμη προκαλέσει ζημία στην εταιρία. Συγκεκριμένα, με το μη δυνάμενο να ανακτηθεί κόστος της εγγυήσεως θα επιβαρύνονταν, κατ' ουσίαν, οι εγχειρόγραφοι πιστωτές της Linea, καθόσον θα μειωνόταν σταδιακώς το ήδη ελάχιστο ποσό που προορίζεται για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους.
30 Με το τελευταίο μέρος της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, η Linea προσθέτει ότι είχε υποβάλει, μέσω του διορισμένου με δικαστική απόφαση διαχειριστή, το εξής αίτημα, το οποίο έγινε δεκτό από το αρμόδιο δικαστήριο: να δεσμευθεί, ως εγγύηση για την απαίτηση της Επιτροπής, χωρίς δυνατότητα κατανομής στους πιστωτές της εταιρίας μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση στην κύρια δίκη, ποσό ύψους 1,65 εκατ. ευρώ, ήτοι ποσό ίσο με το ποσό του προστίμου που της επιβλήθηκε, αυξημένο με τόκους. Το μέτρο αυτό αποτελεί, κατά την αιτούσα, ακόμη ισχυρότερη εγγύηση από την τραπεζική εγγύηση που ζητεί η Επιτροπή και, κατά συνέπεια, είναι ικανό να διαλύσει ενδεχόμενους φόβους σχετικά με τη μη καταβολή του προστίμου στην περίπτωση που το Πρωτοδικείο δεν δεχθεί την προσφυγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Το μέτρο αυτό εκδόθηκε από μια δικαστική αρχή από την οποία ζητήθηκε να διαχειρισθεί τη διαδικασία πτωχευτικού συμβιβασμού και χωρίς τη συναίνεση της οποίας δεν είναι δυνατή η κατανομή του ποσού που προκύπτει από την εκκαθάριση της εταιρίας.
31 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Linea ουδόλως απέδειξε ότι η σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως θα της προκαλούσε σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
32 Η Επιτροπή υποστηρίζει, ειδικότερα, ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε ότι έχουν υποβληθεί σε τράπεζες αιτήσεις περί συστάσεως εγγυήσεως ούτε ότι τέτοιου είδους αιτήσεις έχουν όντως απορριφθεί.
33 Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι η δέσμευση ποσού 1,65 εκατ. ευρώ θα έπρεπε να παράσχει στις τράπεζες, από τις οποίες ζητήθηκε η τραπεζική εγγύηση, τη δυνατότητα να τη χορηγήσουν. Η δέσμευση του ποσού αυτού αποδεικνύει ότι το εν λόγω ποσό υφίσταται και, τουλάχιστον κατά το διάστημα που η υπόθεση της κύριας δίκης εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.
34 Τέλος, κατά την Επιτροπή, η αιτούσα κακώς επικαλείται τη ζημία που οφείλεται στα έξοδα συστάσεως της εν λόγω τραπεζικής εγγυήσεως, καθόσον τη ζημία αυτή υφίστανται οι εγχειρόγραφοι πιστωτές της εταιρίας. Για τη λήψη προσωρινών μέτρων δεν είναι δυνατό να λαμβάνεται υπόψη η ζημία την οποία υπέστη τρίτος (βλ. διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 2ας Οκτωβρίου 1997, T-213/97 R, Eurocoton κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-1609, σκέψη 46).
35 Ακόμη και αν υποτεθεί, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, ότι η αιτούσα μπορεί να υποστεί ζημία λόγω της συστάσεως της εν λόγω τραπεζικής εγγυήσεως, δεδομένης της δυσχερούς οικονομικής της καταστάσεως, η ζημία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη, καθόσον η αιτούσα ουδόλως απέδειξε, ιδίως προσκομίζοντας πειστικά στοιχεία σχετικά με την οικονομική της κατάσταση, ότι δεν ήταν δυνατό να συστήσει τραπεζική εγγύηση χωρίς να διακυβευθεί η ύπαρξή της [βλ. διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 2000, C-361/00 P(R), Cho Yang Shipping κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-11657, σκέψη 89].
36 Σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν έχει αποδειχθεί ότι η σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως θα ήταν η μοναδική ή η κύρια αιτία της ενδεχόμενης εξαφανίσεως της εταιρίας από την αγορά, δεδομένου ότι οι απώλειες και οι δυσχέρειες που επικαλείται η αιτούσα ανάγονται σε περιστατικά που προηγούνται χρονικώς της εκδόσεως της αποφάσεως.
37 Η Επιτροπή επισημαίνει, αξιολογώντας τα συμφέροντα που διακυβεύονται εν προκειμένω, ότι πρέπει να σταθμιστεί το συμφέρον της αιτούσας να αποτρέψει, εφόσον ισχυρίζεται ότι αδυνατεί να συστήσει τραπεζική εγγύηση, την άμεση είσπραξη του προστίμου με το δημοσιονομικό συμφέρον της Κοινότητας να εισπράξει το ποσό, καθώς και, γενικότερα, με το δημόσιο συμφέρον που άπτεται της διατηρήσεως της αποτελεσματικότητας των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού και του αποτρεπτικού χαρακτήρα των προστίμων που επιβάλλει η Επιτροπή.
38 Εν προκειμένω, η Επιτροπή αναφέρει ότι, από απόψεως γενικών αρχών, η υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως για ποσό που αντιστοιχεί στο ποσό επιβληθέντος προστίμου, ως εναλλακτική έναντι της καταβολής του λύση, στην περίπτωση που η επιχείρηση βάλλει κατά της επιβαλούσας το πρόστιμο αποφάσεως, αποτελεί την ελάχιστη υποχρέωση που επιβάλλει το κοινοτικό δημόσιο συμφέρον.
39 Η δέσμευση ποσού 1,65 ευρώ (βλ. ανωτέρω σκέψη 30) δεν μπορεί να αποτελέσει, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της αιτούσας, ικανοποιητική για την Επιτροπή εγγύηση.
40 Αφενός, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν έχει την υποχρέωση να εξετάσει τα εναλλακτικά μέτρα που προτείνει η αιτούσα, εφόσον αυτή δεν απέδειξε ότι αδυνατούσε να συστήσει την τραπεζική εγγύηση [βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1999, C-364/99 P(R), DSR-Senator Lines κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-8733, σκέψη 64].
41 Αφετέρου, δεν είναι βέβαιον ότι το δεσμευθέν ποσό θα διατεθεί αποκλειστικώς υπέρ της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, δεν έχει διευκρινισθεί, ούτε προκύπτει από τα αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε η αιτούσα, αν κάποιοι πιστωτές έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν τις απαιτήσεις τους επί του συνομολογηθέντος ποσού, ή ακόμη αν αυτή η συνομολόγηση αφαιρεί από τις απαιτήσεις των λοιπών προνομιούχων και εγχειρόγραφων πιστωτών το ποσό που αντιστοιχεί στο πρόστιμο στο οποίο συνίσταται η απαίτηση της Επιτροπής.
42 Επιβάλλεται επίσης να ληφθεί υπόψη ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η ενδεχόμενη άρση ή ακύρωση του πτωχευτικού συμβιβασμού βάσει της εφαρμοστέας νομοθεσίας, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την αναβίωση της διαδικασίας αναγγελίας των πιστωτών, παλαιών και νέων. Κατά συνέπεια, αν η Επιτροπή έπρεπε να αναμείνει την έκβαση της εκκρεμούς ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεως της κύριας δίκης, θα εξακολουθούσε να υφίσταται, σε περίπτωση άρσεως ή ακυρώσεως του πτωχευτικού συμβιβασμού, ο αντικειμενικός κίνδυνος ανεπάρκειας στοιχείων ενεργητικού για την είσπραξη του ποσού του προστίμου.
43 Σύμφωνα με την Επιτροπή, είναι, κατά συνέπεια, σαφές, αφενός, ότι η εναλλακτική λύση που προτείνει η Linea δεν προστατεύει τα οικονομικά της συμφέροντα τόσο αποτελεσματικώς όσο η τραπεζική εγγύηση και, αφετέρου, ότι η ενδεχόμενη αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως θα παρακώλυε την εκ μέρους της κίνηση οποιασδήποτε άλλης ένδικης διαδικασίας σκοπούσας στην είσπραξη του προστίμου και στην προάσπιση των συμφερόντων της. Κατά συνέπεια, ελλοχεύει πράγματι για την Επιτροπή ο κίνδυνος, αφ' ής στιγμής περατωθεί η ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη, σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής της κύριας δίκης, να μπορέσει πια μόνον εν μέρει να επωφεληθεί των αναγκαίων για την είσπραξη του προστίμου στοιχείων ενεργητικού. Αντιθέτως, είναι προφανές ότι η σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως προστατεύει πλήρως την απαίτηση της Επιτροπής.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
Επί του παραδεκτού της κύριας προσφυγής
44 Είναι αποδεδειγμένο ότι μια αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι δυνατό να εξετασθεί αν η προσφυγή στην οποία στηρίζεται δεν είναι παραδεκτή. Ιδιαίτερη σημασία έχει πράγματι να μην παρέχεται στους προσφεύγοντες η δυνατότητα να επωφεληθούν, διά της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, της εφαρμογής μέτρων τα οποία δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν υπέρ τους αν το Πρωτοδικείο είχε κηρύξει την προσφυγή τους απαράδεκτη στο πλαίσιο της εξετάσεως της ουσίας.
45 Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το παραδεκτό της προσφυγής της κύριας δίκης στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. Ωστόσο, δεδομένου ότι η έλλειψη εννόμου συμφέροντος άπτεται των λόγων δημοσίας τάξεως (διατάξεις του Δικαστηρίου της 28ης Νοεμβρίου 1985, 19/85, Grégoire-Foulon κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1985, σ. 3771, σκέψεις 7 έως 9, και της 7ης Οκτωβρίου 1987, 108/86, D. Μ. κατά Συμβουλίου και CES, Συλλογή 1987, σ. 3933, σκέψη 10, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Φεβρουαρίου 1993, Τ-45/91, Mc Avoy κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-83, σκέψη 22), απόκειται στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να εξακριβώσει, αυτεπαγγέλτως, ότι η αιτούσα έχει, εκ πρώτης όψεως, έννομο συμφέρον για την ακύρωση της αποφάσεως.
46 Κατά πάγια νομολογία, το έννομο συμφέρον προϋποθέτει ότι η ακύρωση της πράξεως είναι ικανή από μόνη της να έχει έννομες συνέπειες (απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Ιουνίου 2001, Τ-188/99, Euroalliages κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-1757, σκέψη 26). Επιπλέον, το έννομο συμφέρον εκτιμάται κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής (απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Δεκεμβρίου 1999, Τ-22/97, Kesko κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-3775, σκέψη 55).
47 Eξάλλου, το Πρωτοδικείο έχει κρίνει ότι το έννομο συμφέρον μιας προσφεύγουσας εταιρίας ιταλικού δικαίου εξέλιπε διότι η προσφεύγουσα είχε κηρυχθεί σε πτώχευση κατά τη διάρκεια της δίκης (απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Απριλίου 1995, Τ-443/93, Casilo Grani κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1375).
48 Εν προκειμένω πάντως, η αιτούσα είναι μια υπό εκκαθάριση εταιρία και η εκκαθάριση αυτή όχι μόνο δεν άρχισε κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά προηγήθηκε κατά πολύ της ημερομηνίας ασκήσεως της προσφυγής της κύριας δίκης.
49 Η αιτούσα, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία σφαλιστικών μέτρων δικαστή, επισήμανε ότι, κατά το στάδιο αυτό, μόνον οι προνομιούχοι πιστωτές μπορούν να ικανοποιηθούν. Απομένει, επομένως, η ικανοποίηση των απαιτήσεων των εγχειρόγραφων πιστωτών της, σύμφωνα με τους όρους του πτωχευτικού συμβιβασμού. Επίσης απαντώντας σε προφορική ερώτηση, η αιτούσα υποστήριξε, χωρίς να αντικρουσθεί από την Επιτροπή, ότι η ιταλική νομοθεσία δεν προβλέπει προθεσμία περατώσεως της εκκαθαρίσεως.
50 Από τις απαντήσεις αυτές προκύπτει ότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο ότι η Linea δεν θα έχει ακόμη εκκαθαρισθεί όταν το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς.
51 Υπό τις συνθήκες αυτές και στο μέτρο που η ακύρωση της αποφάσεως ή η μείωση του ποσού του προστίμου θα είχε ως έννομο αποτέλεσμα, ανάλογα με την περίπτωση, την επέκταση της απαιτήσεως της Επιτροπής ή τη μείωση του ποσού της, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, κατά την άσκηση της προσφυγής της κύριας δίκης, η αιτούσα είχε έννομο συμφέρον για την ακύρωση της αποφάσεως.
52 Κατά συνέπεια, η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων είναι παραδεκτή.
Επί του επείγοντος και της σταθμίσεως των συμφερόντων
53 Επιβάλλεται εκ προοιμίου να προσδιορισθεί με σαφήνεια το αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
54 Συγκεκριμένα, με την παρούσα αίτηση ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως, στο μέτρο που η απόφαση αυτή επιβάλλει πρόστιμο στην αιτούσα. Είναι γεγονός ότι η Επιτροπή, με το από 7 Νοεμβρίου 2002 έγγραφο κοινοποιήσεως της αποφάσεως, διευκρίνισε ότι, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, δεν θα προέβαινε σε κανένα μέτρο εισπράξεως του προστίμου, υπό τον όρο ότι θα παρεχόταν αποδεκτή τραπεζική εγγύηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως έχει ως μοναδικό ουσιαστικό αντικείμενο την απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως, ως προϋποθέσεως για τη μη άμεση είσπραξη του ποσού του επιβληθέντος με την απόφαση προστίμου. Το αίτημα αυτό μπορεί να γίνει δεκτό μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Μα_ου 1982, 107/82 R, AEG κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1549, σκέψη 6, προπαρατεθείσα διάταξη DSR-Senator Lines κατά Επιτροπής, σκέψη 48, και διάταξη της 23ης Μαρτίου 2001, C-7/01 P(R), FEG κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. 2559, σκέψη 44]. Πράγματι, η δυνατότητα επιβολής υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως προβλέπεται ρητώς στις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων, από τους Κανονισμούς Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, και αποτελεί γενικό και εύλογο τρόπο συμπεριφοράς της Επιτροπής.
55 Η ύπαρξη τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων μπορεί, καταρχήν, να θεωρηθεί ότι έχει αποδειχθεί όταν ο διάδικος που ζητεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση συστάσεως της αιτούμενης τραπεζικής εγγυήσεως αποδεικνύει ότι του είναι αδύνατο να συστήσει την εν λόγω εγγύηση (βλ., υπό την έννοια αυτή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις DSR-Senator Lines κατά Επιτροπής και FEG κατά Επιτροπής) ή ότι η σύσταση της εγγυήσεως αυτής θα εξέθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή του (βλ., μεταξύ άλλων, διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Δεκεμβρίου 1994, Τ-295/94 R, Buchmann κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-1265, σκέψη 24 και της 28ης Ιουνίου 2000, Cho Yang Shipping κατά Επιτροπής, Τ-191/98 R ΙΙ, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-2551, σκέψη 43).
56 Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι η αιτούσα δεν ασκεί πια καμία εμπορική δραστηριότητα, ότι από το 1999 - ήτοι τρία έτη πριν η Επιτροπή της επιβάλει το προβλεπόμενο με το άρθρο 3 της αποφάσεως πρόστιμο - έχει υπαχθεί σε διαδικασία πτωχευτικού συμβιβασμού διεπομένη από την ισχύουσα εθνική νομοθεσία και ότι τελεί υπό εκκαθάριση. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αρνήσεως χορηγήσεως του αιτούμενου μέτρου και της καταστάσεως αφερεγγυότητας στην οποία βρισκόταν η αιτούσα. Επομένως, το αν υφίσταται σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία δεν μπορεί να εκτιμηθεί, στο πλαίσιο των νομικών και πραγματικών περιστατικών που προσιδιάζουν στην υπόθεση αυτή, με κριτήριο το αν διακυβεύεται η ύπαρξη της αιτούσας, όπως προτείνει η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της.
57 Το κύριο επιχείρημα που προβάλλει η αιτούσα συνίσταται στο ότι καμιά τράπεζα δεν μπορεί να δεχθεί να παράσχει εγγύηση για την οφειλή της προς την Επιτροπή, καθόσον ουδέποτε θα ήταν δυνατό να ικανοποιηθεί η απαίτηση τράπεζας που γεννήθηκε μετά την ημερομηνία κατά την οποία κινήθηκε η διαδικασία πτωχευτικού συμβιβασμού.
58 Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι δεσμεύθηκε ποσό 1,65 εκατ. ευρώ ως «εγγύηση», όπως αναφέρει η αιτούσα, για την καταβολή του ποσού του προστίμου, αυξημένου με τόκους. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο σκοπός που υποτίθεται ότι επιδιώκει η δέσμευση αυτή είναι να παρασχεθεί στην αιτούσα η δυνατότητα να εξοφλήσει την οφειλή της προς την Επιτροπή σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής της κύριας δίκης, η Επιτροπή θεωρεί ότι το εν λόγω ποσό θα μπορούσε να δεσμευθεί, υπό τις ίδιες συνθήκες, υπέρ μιας τράπεζας, προκειμένου να συσταθεί η απαιτούμενη εγγύηση.
59 Ωστόσο, όπως υποστήριξε η Linea κατά την ακρόαση, το ποσό του 1,65 εκατ. ευρώ δεν μπορεί να παγώσει αποκλειστικά υπέρ μιας τράπεζας, οπότε δεν είναι βέβαιον ότι η αιτούσα θα καταβάλει όντως το εν λόγω ποσό. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής της κύριας δίκης, η εν λόγω τράπεζα θα εισερχόταν στην ίδια ομάδα πιστωτών με τους άλλους πιστωτές της αιτούσας και θα απέκειτο εκ νέου στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει τη φύση και το ύψος της επίμαχης απαιτήσεως, η οποία γεννήθηκε αφότου κινήθηκε η διαδικασία του πτωχευτικού συμβιβασμού. Έτσι, ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί ποτέ η απαίτηση αυτή από την αιτούσα είναι τόσο εύλογος ώστε επιβάλλεται να αναγνωρισθεί ότι καμιά τράπεζα δεν θα δεχόταν να συστήσει την απαιτούμενη τραπεζική εγγύηση.
60 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Linea απέδειξε επαρκώς ότι η εταιρική και οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται στο στάδιο αυτό καθιστά αντικειμενικώς αδύνατη τη λήψη τραπεζικής εγγυήσεως.
61 Εντούτοις, η στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων επιβάλλει την απόρριψη της παρούσας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
62 Συγκεκριμένα, λαμβανομένων υπόψη των εξαιρετικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, η αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως, στο μέτρο που επιβάλλει στην αιτούσα την υποχρέωση καταβολής προστίμου, θα είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί η Επιτροπή της δυνατότητας να κινήσει οποιαδήποτε ένδικη διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, προκειμένου να εισπράξει το πρόστιμο και να προασπίσει, πέραν των ιδίων συμφερόντων, τα δημοσιονομικά συμφέροντα της Κοινότητας (προπαρατεθείσα διάταξη της 28ης Ιουνίου 2000, Cho Yang Shipping κατά Επιτροπής, σκέψη 53), και αυτό, στην πραγματικότητα, με μοναδικό σκοπό την προστασία των λοιπών πιστωτών της Linea. Όπως όμως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, ο κίνδυνος ανεπάρκειας του ενεργητικού της αιτούσας ώστε να καταστεί εφικτή η είσπραξη του προστίμου, εν όλω ή εν μέρει, κατά την ημερομηνία της ενδεχόμενης απορρίψεως της προσφυγής της κύριας δίκης, δεν μπορεί να αποσοβηθεί με βεβαιότητα. Επιπλέον, ουδόλως είναι βέβαιον, όπως αναγνώρισε η αιτούσα κατά την ακρόαση, ότι το ποσό του 1,65 εκατ. ευρώ που δεσμεύθηκε προορίζεται αποκλειστικώς για την εξόφληση της οφειλής που βαρύνει τη Linea έναντι της Επιτροπής σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής της κύριας δίκης. Είναι, επομένως, αναγκαίο να διατηρηθεί η εκτελεστότητα της αποφάσεως, ώστε να μην παρακωλυθεί η λήψη των μέτρων που η Επιτροπή κρίνει χρήσιμα για την είσπραξη του ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε με την απόφαση.
63 Όσον αφορά το προβαλλόμενο συμφέρον της Linea και των πιστωτών της να αποφευχθεί η διαδικασία εισπράξεως του προστίμου, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι το συμφέρον αυτό πρέπει να εκτιμηθεί με μοναδικό κριτήριο τον χαρακτηρισμό και την προτεραιότητα της απαιτήσεως της Επιτροπής, στοιχεία τα οποία μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει είναι το εθνικό δικαστήριο, ενδεχομένως αφού υποβάλει σχετικό ερώτημα στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ.
64 Λαμβανομένου υπόψη ότι η στάθμιση των συμφερόντων κλίνει υπέρ της μη αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως, η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Top