ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-234/89 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1. Νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός 19/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1965, περί εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 59), επιτρέπει στην Επιτροπή να εξαιρεί ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1. Βάσει του κανονισμού αυτού η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1984/83, της 22ας 1983, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας ( ΕΕ 1983, L 173, σ. 5). Με ανακοίνωση που εξέδωσε την ίδια ημέρα ( ΕΕ 1983, C 101, σ. 2 ) η Επιτροπή εξέθεσε τα βασικά κριτήρια βάσει των οποίων αποφαίνεται αν οι συμφωνίες αυτές καλύπτονται από τον ανωτέρω κανονισμό.
Ο κανονισμός 1984/83 (στο εξής: κανονισμός ) ορίζει τρεις κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας: τις συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας μικρής και μεσαίας διάρκειας που συνάπτονται σε όλους τους κλάδους της οικονομίας και τις μακροπρόθεσμες συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας που συνάπτονται προς τον σκοπό της μεταπωλήσεως αφενός μπύρας σε εστιατόρια και ποτοπωλεία και αφετέρου καυσίμων για αυτοκίνητα οχήματα σε πρατήρια. Ο τίτλος II του κανονισμού περιέχει ορισμένες ειδικές διατάξεις για τις συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας μπύρας.
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει τις συμφωνίες για τις οποίες ισχύει η εξαίρεση κατά κατηγορίες ως εξής: Πρόκειται για τις συμφωνίες στις οποίες μετέχουν μόνο δύο επιχειρήσεις και στις οποίες το ένα συμβαλλόμενο μέρος, ο μεταπωλητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του αντισυμβαλλομένου, του προμηθευτή, έναντι ορισμένων οικονομικών ή χρηματικών πλεονεκτημάτων, να προμηθεύεται μόνον από αυτόν ορισμένα είδη μπύρας ή μπύρας και άλλων ποτών που καθορίζονται στη συμφωνία, με σκοπό τη μεταπώληση τους σε εστιατόριο ή ποτοπωλείο που καθορίζεται στη συμφωνία.
Κατά την προαναφερθείσα ανακοίνωση της Επιτροπής του 1983 (στο εξής: ανακοίνωση), οι τύποι μπύρας και άλλων ποτών τους οποίους αφορά η υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας πρέπει να προσδιορίζονται στη συμφωνία, με αναφορά του σήματος ή της ονομασίας τους. Στον μεταπωλητή μπορεί να επιβληθεί υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας μόνο για τα ποτά εκείνα που έχει στη διάθεση του ο προμηθευτής κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της συμφωνίας. Για κάθε επέκταση της υποχρεώσεως αποκλειστικής προμήθειας σε ποτά που δεν προσδιορίζονται στη συμφωνία χρειάζεται νέα συμφωνία, η οποία επίσης πρέπει να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις του τίτλου II του κανονισμού.
Το άρθρο 7 του κανονισμού απαριθμεί τους άλλους περιορισμούς του ανταγωνισμού που καλύπτονται από την εξαίρεση κατά κατηγορίες. Από την ανακοίνωση της Επιτροπής προκύπτει ότι η Επιτροπή θεωρεί την απαρίθμηση αυτή περιοριστική.
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, θέτει τις γενικές προϋποθέσεις της εξαιρέσεως κατά κατηγορίες. Η ανακοίνωση επιφέρει ορισμένες διευκρινίσεις: μολονότι π.χ. η τοποθέτηση αυτόματων συσκευών τυχερών παιχνιδιών σε μισθωμένα εστιατόρια υπόκειται καταρχήν στην έγκριση του ιδιοκτήτη του εστιατορίου, η πρακτική πολλών ιδιοκτητών να επιτρέπουν στον μισθωτή τη σύναψη συμβάσεων για την τοποθέτηση αυτόματων συσκευών μόνο με ορισμένες επιχειρήσεις που συνιστούν οι ίδιοι είναι ασυμβίβαστη προς τις διατάξεις του κανονισμού.
Προκειμένου να ισχύσουν οι ευεργετικές διατάξεις του κανονισμού, οι συμφωνίες που αφορούν τα εστιατόρια των οποίων τη χρήση έχει παραχωρήσει ο προμηθευτής στον μεταπωλητή βάσει συμβάσεως μισθώσεως ή στο πλαίσιο άλλης νομικής ή πραγματικής σχέσεως πρέπει επιπλέον να πληρούν και μία ειδική προϋπόθεση: οι συμφωνίες αυτές πρέπει να προβλέπουν το δικαίωμα του μεταπωλητή να προμηθεύεται από τρίτες επιχειρήσεις άλλα ποτά, εκτός από την μπύρα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο προμήθειας βάσει της συμφωνίας, εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές τα προσφέρουν με ευνοϊκότερους όρους, καθώς και άλλα ποτά, εκτός από την μπύρα, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τα ποτά που αποτελούν αντικείμενο της συμφωνίας, αλλά φέρουν διαφορετικό σήμα, όταν δεν τα προσφέρει ο προμηθευτής (άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο β).
Δυνάμει του άρθρου 9, το οποίο παραπέμπει σε ορισμένες γενικές διατάξεις του πρώτου τίτλου του κανονισμού, η συμφωνία μπορεί να επιβάλλει στον μεταπωλητή την υποχρέωση να αγοράζει πλήρεις σειρές προϊόντων και ορισμένες κατώτατες ποσότητες των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο της υποχρεώσεως αποκλειστικής προμήθειας, να πωλεί τα προϊόντα που προβλέπονται στη σύμβαση με τα σήματα ή την παρουσίαση που προδιαγράφει ο προμηθευτής, καθώς και να προβαίνει σε διαφήμιση. Κατά την ανακοίνωση της Επιτροπής πάντως, τα δικαιώματα που παρέχει το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο β, στον μισθωτή υπερέχουν της υποχρεώσεως αγοράς ορισμένων κατώτατων ποσοτήτων.
2. Τα πραγματικά περιστατικά
Στις 14 Μαΐου 1985 ο Στέργιος Δηλιμίτης συνήψε σύμβαση με τη ζυθοποιία Henninger Bräu AG. Το πρώτο άρθρο της συμβάσεως αυτής προβλέπει ότι η ζυθοποιία εκμισθώνει στον Δηλιμίτη ένα εστιατόριο-ποτοπωλείο στη Φραγκφούρτη.
Το άρθρο 6 υποχρεώνει τον μισθωτή του εστιατορίου αυτού να καλύπτει τις ανάγκες του σε βαρελίσια μπύρα, μπύρα σε φιάλες ή μεταλλικά κουτιά με προϊόντα και εμπορεύματα της ζυθοποιίας, τις δε ανάγκες του σε μη οινοπνευματώδη ποτά με προϊόντα των θυγατρικών εταιριών της ζυθοποιίας. Στον μισθωτή απαγορεύεται να αγοράζει μπύρα ή μη οινοπνευματώδη ποτά από άλλες επιχειρήσεις που εδρεύουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Τα είδη των ποτών είναι τα αναφερόμενα στους εκάστοτε ισχύοντες τιμοκαταλόγους της ζυθοποιίας και των θυγατρικών της εταιριών. Επιτρέπεται πάντως στον μισθωτή να αγοράζει μπύρα και μη οινοπνευματώδη ποτά από επιχειρήσεις που εδρεύουν σε άλλα κράτη μέλη, όχι όμως και από επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες.
Το άρθρο 6 ορίζει επίσης ότι ο μισθωτής έχει την υποχρέωση να αγοράζει και να πωλεί εντός του μισθίου τουλάχιστον 132 εκατόλιτρα μπύρας ετησίως. Σε περίπτωση αγοράς μικρότερης ποσότητας, υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση λόγω μη εκτελέσεως της συμβάσεως. Το ύψος και η εκκαθάριση της αποζημιώσεως διέπονται από το άρθρο 7, παράγραφος 2, της συμβάσεως.
Κατά την όγδοη παράγραφο του άρθρου 7, η ζυθοποιία έχει το δικαίωμα να αναρτήσει τη συνήθη διαφήμιση της τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό του μισθίου. Για την ανάρτηση οποιασδήποτε άλλης διαφημίσεως είναι αναγκαία η ρητή και έγγραφη συναίνεση της ζυθοποιίας.
Στο άρθρο 8 αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους η ζυθοποιία μπορεί να προβεί σε έκτακτη καταγγελία της συμβάσεως. Η ζυθοποιία μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, μεταξύ άλλων όταν η προμήθεια μπύρας από τη ζυθοποιία υποχωρεί συνεχώς, με αποτέλεσμα να μην υπερβαίνει τα 11 εκατόλιτρα μηνιαίως.
Τέλος, το άρθρο 12, παράγραφος 12, απαγορεύει στον μισθωτή να εγκαθιστά στο μίσθιο αυτόματα μηχανήματα πωλήσεως, εκτός από όσα παραδώσει ο Heinz Stadler.
Στις 31 Δεκεμβρίου 1986 ο μισθωτής κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση, επειδή δεν ήταν πλέον σε θέση, λόγω της καταστάσεως της υγείας του, να συνεχίσει την εκμετάλλευση του εστιατορίου. Κατά τον χρόνο της καταγγελίας η ζυθοποιία υπολόγισε ότι ο μισθωτής της όφειλε ακόμη 6032,15 γερμανικά μάρκα ( DM ). Η απαίτηση αυτή αφορούσε μισθώματα, ένα κατ' αποκοπήν ποσό για τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως προμήθειας της κατώτατης ποσότητας και διάφορα άλλα παρεπόμενα έξοδα. Το ποσό αυτό των 6032,15 DM συμψήφισε η ζυθοποιία με την εγγύηση που είχε συστήσει ο Δηλιμίτης κατά τη σύναψη της μισθώσεως.
Ο μισθωτής όμως θεώρησε ότι δεν όφειλε τίποτε στη ζυθοποιία και ότι επομένως ο συμψηφισμός ήταν παράνομος. Κατά τον μισθωτή, η σύμβαση της 14ης Μαΐου 1985 δεν μπορούσε να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, επειδή η σύναψη της ήταν παράνομη· η σύμβαση είναι άκυρη κατά το άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι αντιβαίνει προς την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού και δεν καλύπτεται από τις εξαιρέσεις που προβλέπει ο κανονισμός για ορισμένες κατηγορίες.
3. Η όιαφορά της κύριας οίκης
Ενώπιον του Landgericht Frankfurt am Main o Δηλιμίτης ενήγαγε τη ζυθοποιία Henninger Bräu AG και αξίωσε την επιστροφή του ανωτέρω ποσού.
Το Landgericht απέρριψε την αγωγή με απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1988. Όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσον συμβιβάζεται η επίμαχη σύμβαση με το άρθρο 85, το Landgericht έκρινε ότι η σύμβαση δεν επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, καθόσον επιτρέπει στον μισθωτή να εφοδιάζεται και σε άλλα κράτη μέλη πέραν της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Το ίδιο θα ήταν το συμπέρασμα, ακόμη και αν η σύμβαση έπρεπε να θεωρηθεί ως μέρος ενός συνόλου συμβάσεων προμήθειας μπύρας. Οι ατομικές συμβάσεις δηλαδή αφορούν συγκεκριμένες ειδικές περιπτώσεις και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ενιαίο σύνολο του οποίου κοινός σκοπός είναι ο περιορισμός του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. Κατά συνέπεια, δεν έχει σημασία αν η κρίσιμη σύμβαση δεν πληροί από όλες τις απόψεις τις προϋποθέσεις για την εξαίρεση κατά κατηγορίες.
Κατά της αποφάσεως της 10ης Φεβρουαρίου 1988 ο Δηλιμίτης άσκησε έφεση ενώπιον του Oberlandesgericht Frankfurt am Main.
4. Τα προοικαοτικά ερωτήματα
Το Oberlandesgericht έκρινε ότι, πριν εκδώσει απόφαση επί της διαφοράς, έπρεπε να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως επί του ζητήματος αν οι συμβάσεις προμήθειας μπύρας συμβιβάζονται με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού. Το Oberlandesgericht θεώρησε επιπλέον ότι ήταν μια ευκαιρία για το Δικαστήριο να αναπτύξει τη νομολογία του στον τομέα αυτό. Κατόπιν αυτού το Oberlandesgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο, με Διάταξη της 13ης Ιουλίου 1989, τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«Α —
1)
Μπορεί να θεωρηθεί ότι μια σύμβαση προμήθειας μπύρας περιέχουσα συμφωνία για αποκλειστική προμήθεια, όπως η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων εν προκειμένω, επηρεάζει αισθητά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή η σύμβαση αυτή ανήκει σε μια “ δέσμη ” παρόμοιων συμβάσεων προμήθειας μπύρας στο οικείο κράτος μέλος — χωρίς να έχει σημασία η προμηθεύουσα ζυθοποιία — και επειδή το ενδεχόμενο επηρεασμού του διακρατικού εμπορίου εκτιμάται βάσει των συνεπειών που έχει για την αγορά αυτή η δέομη συμβάσεων;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Πόσο υψηλό πρέπει να είναι το ποσοστό δεσμεύσεως εντός ενός κράτους μέλους για να υπάρχει αισθητός επηρεασμός του διακρατικού εμπορίου; Αρκεί προς τούτο το ποσοστό 60 ο/ο περίπου, το οποίο η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θεωρεί ότι είναι το ποσοστό δεσμεύσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Εφόσον τα αποτελέσματα που έχουν στην αγορά σωρευτικά όλες οι συμβάσεις προμήθειας μπύρας πον υφίστανται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και συνεπάγονται δεσμεύσεις περί αποκλειστικής προμήθειας και/ή η συμβολή της συγκεκριμένης συμβάσεως για την παραγωγή των αποτελεσμάτων αυτών πρέπει να εκτιμώνται κατόπιν εμπεριστατωμένης εξετάσεως των συγκεκριμένων περιστάσεων, ποια κριτήρια έχουν αποφασιστική σημασία για την εξέταση αυτή και μήπως είναι ιδιαίτερα κρίσιμα τα ακόλουθα στοιχεία:
—
μέγεθος της ζυθοποιίας που επιβάλλει τις δεσμεύσεις,
—
όγκος των πωλήσεων που προβλέπει κάθε σύμβαση,
—
όγκος των πωλήσεων που αφορά η “ δέσμη ”,
—
αριθμός, διάρκεια και μέγεθος των υφισταμένων δεσμεύσεων και σχέση προς τις ποσότητες που πωλούν οι ανεξάρτητοι πωλητές,
—
δέσμευση του εστιάτορα από τη ζυθοποιία, τον έμπορο ποτών ή τον κύριο του ακινήτου στο πλαίσιο της συμβάσεως μισθώσεως,
—
ποσότητες με τις οποίες εφοδιάζουν το εστιατόριο οι μη δεσμευόμενοι έμποροι χονδρικής πωλήσεως,
—
έκταση των δεσμεύσεων προς αλλοδαπούς παραγωγούς,
—
πυκνότητα του δικτύου των δεσμεύσεων σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές,
—
σύγκριση με τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται εκτός των ζυθεστιατορίων και μπαρ, τάση της καταναλώσεως στους χώρους αυτούς,
—
δυνατότητα δημιουργίας ή εξαγοράς νέων σημείων πωλήσεως;
4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ή στο τρίτο ερώτημα:
Σημαίνει το γεγονός ότι μια σύμβαση προμήθειας μπύρας επιτρέπει ρητά στον εστιάτορα να αγοράζει μπόρα προερχόμενη από άλλα κράτη μέλη ( ρήτρα ελεύθερης αγοράς) ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί καταρχήν να επηρεάσει το διακρατικό εμπόριο ή αυτό εξαρτάται και από το αν έχει συμφωνηθεί υποχρέωση αγοράς μιας κατώτατης ποσότητας και από το μέγεθος της ποσότητας αυτής, καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζονται τα δικαιώματα της ζυθοποιίας ( αποζημίωση, καταγγελία της συμβάσεως) σε περίπτωση προμήθειας μικρότερης ποσότητας;
Β —
1)
Πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1984/83, περί μη εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, όταν τα ποτά που καλύπτει η υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας δεν απαριθμούνται στο κείμενο της συμβάσεως, αλλά έχει συμφωνηθεί ότι τα είδη των ποτών θα είναι τα αναφερόμενα στον εκάστοτε ισχύοντα κατάλογο τιμών της ζυθοποιίας;
2)
Παύει να ισχύει η κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1984/83 εξαίρεση από την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ για ολόκληρη τη σύμβαση προμήθειας μπύρας που προβλέπει την υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας μη οινοπνευματωδών ποτών χωρίς να περιλαμβάνει τη ρήτρα των ευνοϊκότερων όρων κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1984/83, όπως φαίνεται να συνάγεται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, σε συνδυασμό με το σημείο 17 της ανακοινώσεως περί των κανονισμών ( ΕΟΚ ) της Επιτροπής 1983/83 και 1984/83, της 22ας Ιουνίου 1983, ή καθίσταται απλώς άκυρη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, αυτή μόνο η δέσμευση αποκλειστικής προμήθειας, η οποία καθαυτή επιτρέπεται κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1984/83;
Γ —
Είναι αναγκαία για κάθε σύμβαση προμήθειας μπύρας, που εμπίπτει στο άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ και δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1984/83 για την κατά κατηγορίες εξαίρεση, η ατομική εξαίρεση ή έχουν τα εθνικά δικαστήρια την εξουσία να θεωρούν τη σύμβαση έγκυρη στις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει μια επουσιώδης μόνο απόκλιση από τις διατάξεις του ανωτέρω κανονισμού; »
5. Διαδικασία
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Ιουλίου 1989.
Γραπτές παρατηρήσεις κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ κατέθεσαν ο Στέργιος Δηλι-μίτης, ενάγων και εφεσείων στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος από τον Hans Thieme, δικηγόρο Φραγκφούρτης, η ζυθοποιία Henninger Bräu AG, εναγομένη και εφεσίβλητη, εκπροσωπούμενη από τον Gerd Beent, δικηγόρο Φραγκφούρτης, η Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από την Edwige Belliard, υποδιευθύντρια της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Marc Giacomini, Γραμματέα Εξωτερικών Υποθέσεων του ίδιου αυτού Υπουργείου, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον νομικό σύμβουλο της Norbert Koch.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1. Επί της κρισιμότητας των προδικαστικών ερωτημάτων
Η Henninger Bräu παρατηρεί ότι οι απαντήσεις του Δικαστηρίου στα προδικαστικά ερωτήματα θα έπρεπε να περιοριστούν σε ό,τι είναι αναγκαίο για την έκδοση αποφάσεως στην κύρια δίκη. Τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου θέτουν ορισμένα προβλήματα που δεν έχουν κρίσιμη σημασία για την προκειμένη περίπτωση. Το συμπέρασμα αυτό επιρρων-νύεται από το σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής, κατά το οποίο η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα αποτελεί ευκαιρία για την ανάπτυξη της νομολογίας του Δικαστηρίου.
2. Επί των τεσσάρων πρώτων ερωτημάτων (επηρεασμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου)
Ο εφεσείων της κύριας δίκης ισχυρίζεται ως προς το πρώτο ερώτημα ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ακόμη και μία μόνο σύμβαση προμήθειας μπύρας που προβλέπει υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Mta τέτοια σύμβαση ανήκει σε μια δέσμη παρεμφερών συμβάσεων, οι συνέπειες των οποίων επί του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών είναι σωρευτικές. Οι συνέπειες αυτές μπορούν να επηρεάσουν αισθητά το διακρατικό εμπόριο, αν η δέσμη των συμβάσεων αφορά το 40-50 ο/ο των εστιατορίων ή ποτοπωλείων σε ένα κράτος μέλος ή του κύκλου εργασιών των εστιατορίων αυτών. Ο εφεσείων παρατηρεί ότι το ποσοστό δεσμεύσεως 60 %, το οποίο μνημονεύεται στο δεύτερο ερώτημα, είναι οπωσδήποτε αρκετό για να υπάρχει αισθητός επηρεασμός.
Δεδομένου ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει, κατά τον εφεσείοντα, να δοθεί καταφατική απάντηση, δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο τρίτο ερώτημα. Ορισμένα όμως από τα κριτήρια που μνημονεύονται στο ερώτημα αυτό θα μπορούσαν να έχουν αποφασιστική σημασία για τον καθορισμό του βαθμού επηρεασμού του διακρατικού εμπορίου. 'Ετσι, η ποσότητα την οποία αφορά η “ δέσμη ” έχει σημασία για τον προσδιορισμό του ποσοστού των εστιατορίων που έχουν αναλάβει την υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας. Σημασία επίσης θα μπορούσαν να έχουν ο αριθμός, η διάρκεια και το μέγεθος των υφισταμένων δεσμεύσεων, καθώς και η σχέση προς τις ποσότητες που πωλούν οι ανεξάρτητοι πωλητές. Το ίδιο ισχύει και για τον όγκο των παραδόσεων που πραγματοποιούν οι μη δεσμευόμενοι έμποροι χονδρικής πωλήσεως.
Ο εφεσείων θεωρεί επιπλέον ότι το ποσοστό δεσμεύσεως πρέπει να καθορίζεται σε κάθε συγκεκριμένη αγορά που να συμπίπτει γεωγραφικά με μια περιφέρεια. Οι συμβάσεις που συνάπτονται σε μια περιοχή, στην οποία το ποσοστό δεσμεύσεως είναι χαμηλό, δεν επηρεάζουν ενδεχομένως αισθητά το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Η δε αγορά αναφοράς του επίμαχου προϊόντος περιορίζεται στην μπύρα που πωλείται στα εστιατόρια και ποτοπωλεία. Οι πωλήσεις που πραγματοποιούνται στο λιανικό εμπόριο αποτελούν χωριστή αγορά. Ο λόγος της διαφοράς αυτής είναι ότι οι τιμές των ζυθοποιιών για τα δύο αυτά δίκτυα διανομής είναι διαφορετικές.
Αντίθετα, τα υπόλοιπα κριτήρια που μνημονεύονται στο τρίτο ερώτημα δεν έχουν σημασία, κατά τον εφεσείοντα, για τον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων μιας δέσμης συμβάσεων επί του διακρατικού εμπορίου. Δεν έχουν καμία σημασία τα χαρακτηριστικά των κατ' ιδίαν συμβάσεων που συναποτελούν τη δέσμη αυτή. Δεν έχουν καμία σημασία π.χ. ο όγκος των πωλήσεων που προβλέπει κάθε σύμβαση, καθώς και το ζήτημα αν ο εστιάτορας έχει δεσμευθεί έναντι ζυθοποιίας, εμπόρου ποτών ή του εκμισθωτή. Πρέπει αντίθετα να εξετάζεται το σύνολο των αποτελεσμάτων της δέσμης συμβάσεων επί της ανταγωνιστικότητας των άλλων ζυθοποιιών και επί των δυνατοτήτων τους να διεισδύσουν στη γερμανική αγορά. Από την άποψη αυτή δεν έχει καμία σημασία αν η δέσμη περιέχει συμβάσεις που έχουν συναφθεί με αλλοδαπές ζυθοποιίες και αν συναποτελείται από συμβάσεις που έχουν συναφθεί με λίγες μεγάλες ή με πολλές μικρές ζυθοποιίες.
Όσον αφορά τέλος το τέταρτο ερώτημα, ο εφεσείων παρατηρεί ότι μια σύμβαση προμήθειας μπύρας με ρήτρα ελεύθερης αγοράς μπορεί θαυμάσια να επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, εφόσον προβλέπονται αφενός υποχρέωση αγοράς μιας κατώτατης ποσότητας αφετέρου κυρώσεις για την περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής. Η σύμβαση αυτή επηρεάζει το διακρατικό εμπόριο όπως ακριβώς και η ρήτρα αποκλειστικής προμήθειας, όταν η κατώτατη ποσότητα για την οποία υπάρχει υποχρέωση αγοράς ισούται περίπου με τις ποσότητες που καταναλίσκονται στο εστιατόριο.
Κατά την άποψη της εφεσίβλητης της κύριας οίκης, τα τέσσερα πρώτα ερωτήματα αφορούν γενικά τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, επί των συμβάσεων προμήθειας μπύρας. Από τα ερωτήματα όμως αυτά δεν προκύπτει με αρκετή σαφήνεια το γεγονός ότι η επίμαχη σύμβαση δεν έχει τα χαρακτηριστικά μιας συνήθους συμβάσεως προμήθειας μπύρας: δεν περιέχει καμία υποχρέωση αποκλειστικής αγοράς, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό των συμφωνιών αυτών, αλλά μόνο υποχρέωση αγοράς μιας κατώτατης ποσότητας. Επιπλέον, πρόκειται για « ανοικτή » σύμβαση, η οποία επιτρέπει στον εστιάτορα να καλύπτει τις ανάγκες του με αγορές σε άλλα κράτη μέλη. Λόγω των ιδιαίτερων αυτών στοιχείων πρέπει να εξεταστεί καταρχάς αν για την ειδική αυτή σύμβαση συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1.
Η εφεσίβλητη παρατηρεί ότι η δυνατότητα εφαρμογής της διατάξεως αυτής δεν προκύπτει άνευ ετέρου από τη νομολογία του Δικαστηρίου τη σχετική με τις συμβάσεις προμήθειας μπύρας. Η νομολογία αυτή αφορά μόνο τις συμφωνίες που προβλέπουν ρητά την υποχρέωση αποκλειστικής αγοράς.
Καταρχάς πρέπει να εξεταστεί αν μια σύμβαση όπως η προκειμένη περιορίζει τον ανταγωνισμό. Το γεγονός και μόνο ότι μια σύμβαση περιορίζει τη συναλλακτική ελευθερία των συμβαλλομένων δεν αποτελεί κατ' ανάγκη περιορισμό του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1. Οι περιορισμοί αυτοί της συναλλακτικής ελευθερίας ενδέχεται, μεταξύ άλλων, να είναι αναγκαίοι για την απρόσκοπτη επέλευση των αποτελεσμάτων της συμβάσεως, τα οποία δεν επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα των άλλων ζυθοποιιών ή τα συμφέροντα των καταναλωτών.
Οι υποχρεώσεις αγοράς ορισμένων κατώτατων ποσοτήτων είναι, κατά την εφεσίβλητη, αναγκαίες για την απρόσκοπτη επέλευση των αποτελεσμάτων μιας συμβάσεως όπως η επίμαχη. Οι συμβάσεις αυτές βελτιώνουν τη διανομή και την εξυπηρέτηση των πελατών, ενώ ταυτόχρονα εντατικοποιούν τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων εταιριών μπύρας. Οι συμβάσεις αυτές δεν θα συνάπτονταν, αν οι ζυθοποιίες δεν είχαν τη βεβαιότητα ότι θα μπορούσαν να πωλούν ορισμένη ελάχιστη ποσότητα μπύρας. Η υποχρέωση αγοράς της ποσότητας αυτής αποτελεί επομένως την αντιπαροχή για τα χρηματικά και οικονομικά οφέλη που παρέχει η ζυθοποιία στον μισθωτή. Η υποχρέωση αυτή βέβαια δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το μέτρο αυτού που είναι αναγκαίο για να καταστούν αποδοτικές οι επενδύσεις της ζυθοποιίας. Εν συνόψει, μια σύμβαση όπως η σύμβαση της 14ης Μαΐου 1985, στην οποία η υποχρέωση αγοράς μιας κατώτατης ποσότητας δεν αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας, δεν απαγορεύεται από το άρθρο 85, παράγραφος 1.
Όσον αφορά τον επηρεασμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, η εφεσίβλητη παρατηρεί ότι η σύμβαση που περιέχει ρήτρα ελεύθερης αγοράς δεν μπορεί, εκ της φύσεως της και μόνο, να επηρεάσει το εμπόριο αυτό. Η σύμβαση αυτή δεν εμποδίζει καθόλου τις οικονομικές σχέσεις και συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Αυτό ισχύει και για τις συμβάσεις με ρήτρα ελεύθερης αγοράς που προβλέπουν την υποχρέωση αγοράς ορισμένων ελάχιστων ποσοτήτων. Η υποχρέωση αυτή πρέπει να κρίνεται με μοναδικό γνώμονα την αποδοτικότητα των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η ενδιαφερόμενη ζυθοποιία.
Αν εντούτοις το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια σύμβαση όπως η επίμαχη περιορίζει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το διακρατικό εμπόριο, ο περιορισμός αυτός και ο επηρεασμός αυτός δεν μπορούν πάντως να χαρακτηριστούν ως αισϊθητοί. Η επίμαχη σύμβαση προβλέπει υποχρέωση αγοράς μόνο 132 εκατολίτρων κατ' έτος και επιπλέον πρόκειται για συμφωνία που αφορά μία μόνο χώρα. Η συμφωνία αυτή επηρεάζει κατ' εξαίρεση μόνο το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, ακόμη και αν εξεταστούν τα σωρευτικά αποτελέσματα της δέσμης συμβάσεων στην οποία ανήκει η συγκεκριμένη συμφωνία. Συνεπώς πρέπει να προσδιοριστούν οι συγκεκριμένες εξαιρετικές περιστάσεις υπό τις οποίες οι συμβάσεις αυτές θα μπορούσαν να παράγουν αισθητά αποτελέσματα. Από την άποψη αυτή πρέπει να εφαρμοστούν τα κριτήρια που διαμόρφωσε ο γενικός εισαγγελέας Roemer με τις προτάσεις που ανέπτυξε στις 21 Νοεμβρίου 1967 (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1967, 23/67, Brasserie de Haecht, Sig. 1967, σ. 543 ). Τα κριτήρια αυτά αντιστοιχούν στο ποσοστό δεσμεύσεως που μνημονεύεται στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου και στα στοιχεία που μνημονεύονται στο τρίτο ερώτημα.
Η εφεσίβλητη παρατηρεί ότι η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών στην προκειμένη περίπτωση εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο. Το Δικαστήριο όμως πρέπει να παράσχει τα αναγκαία στοιχεία για την οριοθέτηση της αγοράς. Χωρίς την οριοθέτηση αυτή, το αιτούν δικαστήριο θα έχει δυσκολίες να εφαρμόσει τα σχετικά κριτήρια. Σχετική αγορά δεν είναι μόνο η αγορά της μπύρας που καταναλίσκεται στα ξενοδοχεία, εστιατόρια και ποτοπωλεία, αλλά όλη η αγορά μπύρας, ακόμη Kat της μπύρας που πωλείται στο λιανικό εμπόριο. Όσον αφορά τη γεωγραφική έκταση της σχετικής αγοράς, η εφεσίβλητη θεωρεί ότι συμπίπτει με το έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Βάσει των κριτηρίων εκτιμήσεως των σωρευτικών αποτελεσμάτων μιας δέσμης συμβάσεων πρέπει να εξετάζεται κυρίως αν η εθνική αγορά στεγανοποιείται προς αντιμετώπιση του ανταγωνισμού επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών.
Εν συνόψει, η εφεσίβλητη υποστηρίζει την άποψη ότι η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη σύμβαση συμβιβάζεται με το άρθρο 85, παράγραφος 1.
Η Γαλλική Κνβέρνηοη παρατηρεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το εθνικό δικαστήριο πρέπει, όταν πρόκειται να κρίνει κατά πόσον επηρεάζεται το ενδοκοινοτικό εμπόριο, να λαμβάνει υπόψη την ύπαρξη των παρεμφερών συμβάσεων που συνάπτουν στο συγκεκριμένο κράτος μέλος η ζυθοποιία με τους μισθωτές της και οι ανταγωνιστικές ζυθοποιίες. Επί του δευτέρου ερωτήματος η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ένα αφηρημένο ελάχιστο ποσοτικό όριο πέραν του οποίου η δέσμη συμφωνιών προμήθειας μπύρας σ' ένα κράτος μέλος θα μπορούσε να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Εντός ενός ειδικού οικονομικού πλαισίου πάντως η ύπαρξη υψηλού ποσοστού θα μπορούσε να αποτελεί σοβαρή ένδειξη αισθητού επηρεασμού.
Όσον αφορά το τέταρτο ερώτημα, η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, κατά τον κανονισμό, επιτρέπεται η επιβολή στον μισθωτή της υποχρεώσεως αγοράς ορισμένων κατώτατων ποσοτήτων. Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει πάντως ότι, κατά την ανακοίνωση της Επιτροπής, η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να είναι διατυπωμένη ή να εφαρμόζεται κατά τρόπο ώστε να προσλαμβάνει τον χαρακτήρα ενός ανεπίτρεπτου κατά τον κανονισμό περιορισμού του ανταγωνισμού. Αυτό συμβαίνει, όταν οι κατώτατες ποσότητες για τις οποίες έχει αναληφθεί η υποχρέωση είναι υπερβολικά υψηλές και όταν επιπλέον προβλέπεται ένας μηχανισμός επιβολής κυρώσεων που βρίσκεται σε δυσαναλογία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η υποχρέωση αγοράς κατώτατων ποσοτήτων που να ισούνται με τη συνολική ζήτηση του συγκεκριμένου ποτού στο συγκεκριμένο εστιατόριο αποτελεί περιορισμό του ανταγωνισμού, για τον οποίο δεν μπορεί να ισχύσει η κατά κατηγορίες εξαίρεση που προβλέπει ο κανονισμός. Η υποχρέωση αυτή εμποδίζει τους μισθωτές να προβαίνουν στον εφοδιασμό τους σε άλλα κράτη μέλη και οδηγεί συνεπώς σε στεγανοποίηση της κοινής αγοράς.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το πρώτο ερώτημα έχει στενή σχέση με το τρίτο: και τα δύο αφορούν το ζήτημα των κριτηρίων που πρέπει να εφαρμόζονται για να εκτιμηθούν τα αποτελέσματα μιας συμβάσεως προμήθειας μπύρας επί του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά πρέπει να διασαφηνίσουν κυρίως αν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο το γεγονός ότι η σύμβαση αυτή εντάσσεται σε μια δέσμη παρεμφερών συμβάσεων ή αν αντίθετα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλα κριτήρια.
Πριν προσδιοριστούν τα κριτήρια εκτιμήσεως, πρέπει να οριοθετηθεί η αγορά εντός της οποίας παράγονται τα αποτελέσματα μιας συμβάσεως προμήθειας μπύρας. Κρίσιμη εν προκειμένω αγορά είναι η αγορά της μπύρας που καταναλώνεται στα ξενοδοχεία, εστιατόρια και ποτοπωλεία, και δεν περιλαμβάνει την αγορά της μπύρας που πωλείται στο λιανικό εμπόριο, καθόσον πρόκειται για δύο χωριστές αγορές. Η πώληση ποτών στα εστιατόρια και ποτοπωλεία έχει τα δικά της χαρακτηριστικά: αποτελεί συγχρόνως παροχή υπηρεσιών, για την οποία αναγκαία είναι η ύπαρξη ειδικών εγκαταστάσεων, και πραγματοποιείται σε υψηλότερες τιμές απ' ό,τι στο λιανικό εμπόριο. Υπάρχει πάντως μια στενή αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο αυτών αγορών: η μπύρα ενός αλλοδαπού παραγωγού μπορεί να αποκτήσει, κατά την πώληση στο λιανικό εμπόριο, ορισμένη φήμη, την οποία μπορεί να εκμεταλλευθεί ο παραγωγός αυτός, όταν θελήσει να διεισδύσει στην αγορά των εστιατορίων και ποτοπωλείων.
Γεωγραφικά κρίσιμη αγορά είναι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Οι συμβάσεις προμήθειας μπύρας συνάπτονται κατά κανόνα σε εθνικό επίπεδο.
Η Επιτροπή παρατηρεί στη συνέχεια ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι συμβάσεις πρέπει να εκτιμώνται εντός του οικονομικού και νομικού πλαισίου τους. Το Δικαστήριο έχει κρίνει, σε σχέση με συμβάσεις περί αποκλειστικής προμήθειας μπύρας, ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη παρόμοιων συμβάσεων (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1967, Brasserie de Haecht, όπ.π. ). Σχετικώς πρόκειται όχι μόνο για συμβάσεις μεταξύ της ενδιαφερόμενης ζυθοποιίας και των εστιατόρων ή ποτοπωλών, αλλά και για τις συμβάσεις που συνάπτουν άλλες ζυθοποιίες με τους εστιάτορες ή ποτοπώλες (απόφαση της 18ης Μαρτίου 1970, 43/69, Bilger κατά Jehle, Sig. 1970, σ. 127 ). Το αποτέλεσμα όλων αυτών των παρεμφερών συμβάσεων θα μπορούσε να είναι η δημιουργία περισσότερων δυσκολιών για τις ανταγωνιστικές ζυθοποιίες που θα ήθελαν να εγκατασταθούν στην αγορά αναφοράς.
Στο σημείο αυτό η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ανακοίνωση της της 3ης Σεπτεμβρίου 1986 ( ΕΕ 1986, C 231 ) σχετικά με τις συμφωνίες μικρότερης σημασίας δεν εφαρμόζεται, αν η αγορά αναφοράς χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη παράλληλων συμφωνιών. Η ύπαρξη πάντως μιας δέσμης παρεμφερών συμβάσεων αποτελεί απλώς ένα από τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να κριθεί κατά πόσον δυσχεραίνεται αισθητά η διείσδυση στην αγορά αναφοράς. Από την άποψη αυτή η Επιτροπή θεωρεί ότι τα ιδιαίτερα στοιχεία μιας ατομικής συμβάσεως δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια σ' αυτό το γενικότερο πλαίσιο. Το βασικό ζήτημα είναι αν εμποδίζεται η διείσδυση στην αγορά αναφοράς και αν αυτό είναι το συνολικό αποτέλεσμα όλων των σχετικών εμποδίων. Δεν έχει καμία σημασία αν η συμβολή στο συνολικό αυτό αποτέλεσμα είναι πολύ μικρή ή μεγάλη.
Η Επιτροπή θεωρεί πάντως ότι σε ορισμένες συγκεκριμένες αγορές η εξέταση των συνολικών αποτελεσμάτων που έχει μια δέσμη συμφωνιών μπορεί να φθάσει πολύ μακριά. Συναφώς η Επιτροπή τονίζει ότι οι 27 μεγαλύτερες γερμανικές ζυθοποιίες παράγουν το 50 ο/ο περίπου της μπύρας που παράγεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και ότι το ποσοστό αυτό ανέρχεται, αν ληφθούν υπόψη οι 100 μεγαλύτερες ζυθοποιίες, στο 86 %. Οι μικρές ζυθοποιίες ( ετήσια παραγωγή 100000 εκατολίτρων κατ' ανώτατο όριο ) ελέγχουν το 10 ο/ο μόνο της αγοράς αυτής. Η Επιτροπή διερωτάται αν τα αποτελέσματα που έχουν σωρευτικά οι συμφωνίες που συνάπτονται από τις μικρές αυτές ζυθοποιίες μπορούν καν να χαρακτηριστούν αισθητά, ενόψει του γεγονότος ότι οι μεγάλες ζυθοποιίες τηρούν κατά γενικό κανόνα τις διατάξεις του κανονισμού και έτσι εξασφαλίζεται ότι η γερμανική αγορά θα είναι σχετικά ανοιχτή για τους παραγωγούς των άλλων κρατών μελών. Το ζήτημα αυτό αποτελεί, κατά την Επιτροπή, ένα στοιχείο το οποίο λαμβάνει υπόψη της κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας στον τομέα του ανταγωνισμού.
Εν πάση περιπτώσει, για την εξακρίβωση του σωρευτικού αποτελέσματος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια: πρώτον, πρέπει να συγκρίνεται ο αριθμός των εστιατορίων που δεσμεύονται από υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας με τον αριθμό των « αδέσμευτων » εστιατορίων. Η ίδια σύγκριση πρέπει να γίνει σε σχέση με τις ποσότητες της μπύρας που καταναλώνονται στις δύο αυτές κατηγορίες εστιατορίων. Κατά την εφαρμογή των δύο αυτών κριτηρίων πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη οι δυνατότητες πωλήσεων τις οποίες προσφέρει το λιανικό εμπόριο: αν αποδειχθεί ότι οι δυνατότητες αυτές είναι σχεδόν ανύπαρκτες, θα αρκούσε ένας μικρός σχετικά αριθμός εστιατορίων ή μια σχετικά περιορισμένη κατανάλωση μπύρας στα εστιατόρια αυτά για να γίνει δεκτό ότι υπάρχει αισθητή στεγανοποίηση της αγοράς. Αν αντίθετα οι αλλοδαπές ζυθοποιίες επιτυγχάνουν την πώληση σημαντικών ποσοτήτων στο λιανικό εμπόριο, το ανωτέρω συμπέρασμα θα ήταν δυνατόν να συναχθεί μόνο εφόσον οι αριθμοί για τα δεσμευόμενα εστιατόρια και την κατανάλωση μπύρας ήσαν πολύ μεγαλύτεροι. Από την άποψη αυτή πρέπει να εξετάζεται επίσης ο βαθμός κορεσμού της αγοράς. Αν ο βαθμός κορεσμού της αγοράς είναι υψηλός, η διείσδυση στην αγορά είναι δυσχερέστερη, ακόμη και αν το ποσοστό δεσμεύσεως είναι σχετικά χαμηλό.
Η Επιτροπή παρατηρεί ακόμη ότι η διάρκεια των δεσμεύσεων και τα διάφορα είδη των ποτών που αφορούν οι δεσμεύσεις αυτές, καθώς και η δυνατότητα δημιουργίας νέων σημείων πωλήσεως, δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια. Τα στοιχεία αυτά θα μπορούσαν να έχουν δευτερεύουσα το πολύ σημασία, εφόσον το ποσοστό δεσμεύσεων ήταν σχετικά χαμηλό, η εφαρμογή τους όμως ως κριτηρίων θα προσέκρουε σε πρακτικές δυσχέρειες, λόγω της ελλείψεως στατιστικών δεδομένων.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα άλλα κριτήρια που μνημονεύονται στο τρίτο ερώτημα δεν έχουν καμία σημασία. Δεν έχει σημασία κατά πόσον ο εστιάτορας έχει αναλάβει τη δέσμευση έναντι αλλοδαπού παραγωγού, εμπόρου χονδρικής πωλήσεως ή του εκμισθωτή, εφόσον υπόκειται στην υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας. Ούτε έχει σημασία η πυκνότητα του δικτύου των δεσμεύσεων σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή, αφού η γεωγραφικά κρίσιμη αγορά συμπίπτει με το έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Σχετικά με το δεύτερο ερώτημα η Επιτροπή παρατηρεί ότι μια δέσμη συμβάσεων που αφορά το 30 ο/ο των εστιατορίων και ποτοπωλείων ενός κράτους μέλους θα μπορούσε οπωσδήποτε να επηρεάζει αισθητά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
Κατά την Επιτροπή, η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα εξαρτάται από το αν η επίμαχη σύμβαση επιβάλλει υποχρέωση αγοράς ορισμένων κατώτατων ποσοτήτων, καθώς και από το μέγεθος των ποσοτήτων αυτών σε σχέση με τον συνήθη κύκλο εργασιών του συγκεκριμένου εστιατορίου. Αν η σύμβαση επιβάλλει την αγορά μιας σχετικά υψηλής κατώτατης ποσότητας, η ρήτρα ελεύθερης αγοράς δεν έχει καμία οικονομική αξία, ιδιαίτερα όταν η σύμβαση προβλέπει κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως της υποχρεώσεως αγοράς. Η Επιτροπή διευκρινίζει πάντως ότι ακόμη και μια σύμβαση με ρήτρα ελεύθερης αγοράς, η οποία δεν επιβάλλει καμία τέτοια υποχρέωση, μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Η σύμβαση αυτή θα μπορούσε π.χ. να βλάψει την ανταγωνιστικότητα των αλλοδαπών ζυθοποιιών που θα ήθελαν να διεισδύσουν στη γερμανική αγορά με το άνοιγμα καταστημάτων πωλήσεως στο κράτος μέλος αυτό.
3. Επί τον πέμπτον και τον έκτον ερωτήματος (κανονισμός 1984/83)
Σχετικά με το πέμπτο ερώτημα ο εφεσάων παρατηρεί ότι στην περίπτωση απλής αναφοράς του εκάστοτε ισχύοντος καταλόγου τιμών της ζυθοποιίας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού. Η αναφορά αυτή δίνει στη ζυθοποιία τη δυνατότητα να μεταβάλλει την έκταση των δεσμεύσεων μεταβάλλοντας τον τιμοκατάλογο της. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, όμως, η υποχρέωση προμήθειας πρέπει να αφορά σαφώς καθορισμένα είδη ποτών.
Όσον αφορά το έκτο ερώτημα, ο εφεσείων παρατηρεί ότι η μη τήρηση του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού δεν επιφέρει αυτόματα την ακυρότητα της συμβάσεως, αλλ' απλώς η σύμβαση δεν μπορεί να υπαχθεί στην κατά κατηγορίες εξαίρεση που προβλέπει ο κανονισμός. Υπάρχει πάντως πάντοτε η δυνατότητα αιτήσεως ατομικής εξαιρέσεως.
Προς συμπλήρωση των απαντήσεων του στα δύο αυτά ερωτήματα, ο εφεσείων τονίζει ότι η επίμαχη σύμβαση αντιβαίνει προς τον κανονισμό και σε άλλα σημεία. Το άρθρο 7, παράγραφος 8, της συμβάσεως, το οποίο απαγορεύει την ανάρτηση διαφημίσεων χωρίς τη ρητή και έγγραφη συναίνεση της ζυθοποιίας, αντιβαίνει προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού. Οι διατάξεις της συμβάσεως περί τοποθετήσεως αυτόματων μηχανών πωλήσεως είναι επίσης αντίθετες προς τον κανονισμό. Επιπλέον, το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, του κανονισμού απαγορεύει την επιβολή υποχρεώσεως προμήθειας ποσοτήτων που υπερβαίνουν τις ανάγκες του εστιάτορα. Η επίμαχη όμως σύμβαση επιβάλλει τέτοια υποχρέωση.
Η εφεσίβλητη ομολογεί, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε για το πέμπτο ερώτημα, ότι η επίμαχη σύμβαση δεν είναι σύμφωνη προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού, όπως ερμηνεύθηκε με την ανακοίνωση της Επιτροπής. Η εφεσίβλητη θεωρεί πάντως ότι πρακτικοί λόγοι επιβάλλουν μια λιγότερο στενή ερμηνεία. Αν δηλαδή έπρεπε να τηρηθεί η ερμηνεία που δίδεται με την ανακοίνωση, θα έπρεπε να συνάπτεται νέα σύμβαση κάθε φορά που μεταβάλλονται τα είδη των ποτών. Για κάθε επομένως μεταβολή, όσο μικρή και αν ήταν, οι ζυθοποιίες θα έπρεπε να συνάπτουν νέες συμφωνίες με εκατοντάδες ή και χιλιάδες μεταπωλητών. Είναι συνεπώς προφανές ότι η απλή αναφορά του τιμοκαταλόγου είναι οπωσδήποτε πιο πρακτική.
Όσον αφορά το έκτο ερώτημα, η εφεσίβλητη θεωρεί ότι η σύμβαση εξακολουθεί να εμπίπτει στις διατάξεις περί εξαιρέσεως κατά κατηγορίες, ακόμη και όταν μία από τις ρήτρες της δεν καλύπτεται από τον κανονισμό. Στην προκειμένη περίπτωση τούτο σημαίνει ότι ο κανονισμός δεν εφαρμόζεται επί της υποχρεώσεως προμήθειας άλλων ποτών πλην της μπύρας. Η εν μέρει μη εφαρμογή ανταποκρίνεται στη λογική του κανονισμού, ο οποίος διακρίνει μεταξύ της προμήθειας μπύρας και της προμήθειας άλλων ποτών. Η λύση την οποία προτείνει η εφεσίβλητη λαμβάνει υπόψη και το γεγονός ότι η απόλυτη μη εφαρμογή της εξαιρέσεως θα είχε συχνά για ολόκληρη τη σύμβαση τις συνέπειες που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η ακυρότητα όμως ολόκληρης της συμβάσεως πρέπει να αποφεύγεται, καθόσον αποτελεί, επιπλέον, μέτρο δυσανάλογο από την άποψη της πολιτικής του ανταγωνισμού.
Σχετικά με το πέμπτο ερώτημα η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι από τα άρθρα 1 και 6 του κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εξαιρέσεως κατά κατηγορίες, όταν τα ποτά που αφορά η υποχρέωση προμήθειας δεν καθορίζονται με τη συμφωνία, αλλά με τους τιμοκαταλόγους. Στο σημείο αυτό η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρεται στην ερμηνεία που έχει δοθεί με την ανακοίνωση της Επιτροπής και τάσσεται κατά της αυστηρής εφαρμογής της ερμηνείας αυτής. Η χαλαρότερη αυτή ερμηνεία θα μπορούσε να διευκολύνει τη διείσδυση των αλλοδαπών ζύθων, καθόσον μια ζυθοποιία άλλου κράτους μέλους θα μπορούσε να ζητήσει από την εγχώρια ζυθοποιία να περιλάβει νέες μπύρες στους τιμοκαταλόγους της.
Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει με τις παρατηρήσεις της επί του έκτου ερωτήματος ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο β, κάνει διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών καταστάσεων. Το γεγονός ότι στη σύμβαση δεν αναφέρεται ρητά η διάκριση αυτή δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι δεν ισχύει η κατά κατηγορίες εξαίρεση. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν η σύμβαση είναι σύμφωνη προς την ανωτέρω διάταξη. Αν το συμπέρασμα από την εξέταση αυτή είναι αρνητικό, η υποχρέωση προμήθειας μη οινοπνευματωδών ποτών θα ήταν άκυρη βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 2. Η ακυρότητα της υποχρεώσεως αυτής δεν σημαίνει όμως ότι ολόκληρη η σύμβαση είναι άκυρη. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η ακυρότητα αφορά μόνο τις παράνομες ρήτρες μιας συμβάσεως, εφόσον οι ρήτρες αυτές μπορούν να διαχωριστούν από το σύνολο της συμβάσεως.
Η Επιτροπή διαπιστώνει, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε επί του πέμπτου ερωτήματος, ότι το γεγονός ότι τα είδη των ποτών που αφορά η υποχρέωση προμήθειας δεν προσδιορίζονται με την ίδια τη συμφωνία, αλλά με τους τιμοκαταλόγους της ζυθοποιίας, δεν είναι σύμφωνο προς το άρθρο 6 του κανονισμού, όπως έχει ερμηνευθεί με την ανακοίνωση της. Η Επιτροπή έθεσε τις προϋποθέσεις αυτές, προκειμένου να προστατεύσει τους μεταπωλητές από τη μονομερή διεύρυνση της κατηγορίας των ποτών εκ μέρους της ζυθοποιίας.
Σε σχέση με το έκτο ερώτημα η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 8 θέτει τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η εξαίρεση κατά κατηγορίες. Επομένως, αν δεν συντρέχει η ειδική προϋπόθεση του άρθρου 8, παράγραφος 2, δεν μπορεί να εφαρμοστεί ο κανονισμός. Τα άρθρα 2 και 7 διευκρινίζουν άλλωστε ότι δεν μπορεί να επιβληθεί κανείς άλλος περιορισμός του ανταγωνισμού, πέρα από αυτούς που προβλέπει ο κανονισμός.
4. Επί τον τελευταίου ερωτήματος (άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης)
Κατά τον εφεοείοντα, μια σύμβαση προμήθειας μπύρας που εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ και για την οποία δεν ισχύει η εξαίρεση που προβλέπει ο κανονισμός δεν είναι άκυρη κατά το άρθρο 85, παράγραφος 2, μόνο εφόσον προβλέπεται ατομική εξαίρεση, για τη χορήγηση της οποίας αποκλειστικά αρμόδια είναι η Επιτροπή.
Η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να εξετάζουν ως εξής το ζήτημα αν μια σύμβαση προμήθειας μπύρας συμβιβάζεται με το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ: πρώτον, πρέπει να εξετάζεται αν εφαρμόζεται ο κανονισμός. Το γεγονός ότι μια ρήτρα της συμβάσεως δεν καλύπτεται από τον κανονισμό δεν επιφέρει τη μη εφαρμογή του, εφόσον η ρήτρα αυτή μπορεί να διαχωριστεί από το σύνολο της συμβάσεως. Δεύτερον, ο κανονισμός πρέπει να ερμηνεύεται οπωσδήποτε ευρέως, ώστε η κατά κατηγορίες εξαίρεση να καλύπτει όσο το δυνατόν περισσότερες ρήτρες. Το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού προσδιορίζεται βάσει της ευρείας αυτής ερμηνείας.
Το γεγονός πάντως ότι δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός δεν σημαίνει αυτόματα ότι η σύμβαση είναι άκυρη. Το εθνικό δικαστήριο ενδέχεται να θεωρήσει τη σύμβαση έγκυρη, εφόσον κρίνει ότι θα μπορούσε να χορηγηθεί ατομική εξαίρεση. Η εξέταση αυτή συμβιβάζεται με την αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής να αποφασίζει τη χορήγηση ατομικών εξαιρέσεων. Η εφεσίβλητη παρατηρεί ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει απλώς να εξετάσει αν η επίμαχη σύμβαση θα μπορούσε να τύχει εξαιρέσεως. Η εξουσία οριστικής χορηγήσεως της εξαιρέσεως παραμένει στα χέρια της Επιτροπής και μόνο. Η άποψη αυτή είναι εξάλλου σύμφωνη με την αποκεντρωτική πολιτική που ακολουθεί η Επιτροπή στον τομέα του ανταγωνισμού. Με την πολιτική αυτή η Επιτροπή ζητεί ενεργότερη συμμετοχή των εθνικών δικαστηρίων κατά την εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού.
Η εφεσίβλητη θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η σύμβαση μπορεί να τύχει εξαιρέσεως. Χάρη στη ρήτρα περί ελεύθερης αγοράς η επίμαχη σύμβαση αφήνει στον μεταπωλητή μεγαλύτερη ελευθερία απ' ό,τι οι συμβάσεις αποκλειστικής προμήθειας που εξαιρούνται βάσει του κανονισμού.
Η ΓαΑΜκή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, όταν μια σύμβαση περιέχει περιορισμούς του ανταγωνισμού που βαίνουν πέραν των ορίων του κανονισμού, πρέπει να εξετάζεται το αποτέλεσμα των περιορισμών αυτών επί του ανταγωνισμού και επί του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. Εφόσον τα περιοριστικά αποτελέσματα κρίνονται αισθητά, η σύμβαση είναι άκυρη, εκτός αν χορηγήσει ατομική εξαίρεση η Επιτροπή.
Κατά την Επιτροπή, η απόκλιση από τις διατάξεις του κανονισμού επιφέρει τη μη εφαρμογή της εξαιρέσεως κατά κατηγορίες. Συνεπώς, αν δεν υπάρχει ατομική εξαίρεση, η σύμβαση είναι άκυρη κατά το άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η εξουσία χορηγήσεως ατομικών εξαιρέσεων ανήκει στην Επιτροπή και μόνο. Η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων περιορίζεται στην εξέταση του αν συμβιβάζεται η συμφωνία με το άρθρο 85, παράγραφος 1, και ενδεχομένως στην αναγνώριση της ακυρότητας της βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 2.
P. J. G. Kapteyn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top