Avis juridique important
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 28ης Νοεμβρίου 2002. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου της Ισπανίας. - Παράβαση κράτους μέλους - Μη μεταφορά της οδηγίας 97/7/ΕΚ στο εσωτερικό δίκαιο. - Υπόθεση C-414/01.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-11121
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση από το Δικαστήριο του βασίμου της προσφυγής - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάσσεται με την αιτιολογημένη γνώμη
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Παράβαση - Δικαιολόγηση αντλούμενη από πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεως - Δεν επιτρέπεται
(Άρθρα 226 ΕΚ και 249, εδ. 3, ΕΚ)
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-414/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Ι. Martínez del Peral, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπουμένου από τον S. Ortiz Vaamonde, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μα_ου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις (EE L 144, σ. 19), ή, τουλάχιστον, μη ενημερώνοντας σχετικά την Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 15, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, πρόεδρο τμήματος, Β. Σκουρή και την N. Colneric (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 10ης Οκτωβρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μα_ου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις (EE L 144, σ. 19), ή, τουλάχιστον, μη ενημερώνοντας σχετικά την Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 15, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
2 Κατά την ως άνω διάταξη, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία 97/7 το αργότερο τρία έτη μετά την έναρξη της ισχύος της και να ενημερώσουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή. Η οδηγία 97/7 τέθηκε σε ισχύ στις 4 Ιουνίου 1997.
Διαδικασία προ της ασκήσεως της προσφυγής
3 Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η οδηγία 97/7 δεν είχε μεταφερθεί εμπροθέσμως στο ισπανικό δίκαιο, κίνησε τη διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους. Αφού κάλεσε, με έγγραφο οχλήσεως, το Βασίλειο της Ισπανίας να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, η Επιτροπή διατύπωσε στις 9 Μαρτίου 2001 αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της.
4 Δεδομένου ότι από τις πληροφορίες που παρέσχον οι ισπανικές αρχές προέκυψε ότι οι εργασίες για τη μεταφορά της οδηγίας 97/7 στο ισπανικό δίκαιο δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
5 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/7, καθόσον δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στην ισπανική έννομη τάξη ή, τουλάχιστον, δεν ενημέρωσε σχετικά την Επιτροπή.
6 Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι δεν μετέφερε εμπροθέσμως την οδηγία 97/7 στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά προβάλλει ότι οι περιστάσεις την εμπόδισαν.
7 Σύμφωνα με την εν λόγω κυβέρνηση, κατά την επεξεργασία του Ley de Ordenación del Comercio Minorista αριθ. 7/1196, της 15ης Ιανουαρίου 1996 (νόμου περί ρυθμίσεως του λιανικού εμπορίου), ο Ισπανός νομοθέτης αποφάσισε να ενσωματώσει στο ως άνω νομοθέτημα ένα κείμενο το οποίο τότε αποτελούσε απλώς πρόταση οδηγίας, με τη σκέψη ότι, όταν χρειαστεί, οι τροποποιήσεις που θα γίνουν θα είναι ελάχιστες.
8 Μεγάλο μέρος του χρόνου που διέρρευσε από τη δημοσίευση της οδηγίας 97/7 αφιερώθηκε σε συζητήσεις ως προς το ζήτημα αν η εν λόγω οδηγία είχε πράγματι μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο και στο να προσδιοριστεί, στην περίπτωση κατά την οποία η οδηγία δεν είχε μεταφερθεί πλήρως στο εσωτερικό δίκαιο, αν ήταν επιβεβλημένη η τροποποίηση του Ley de Ordenación del Comercio Minorista ή η επεξεργασία νέου νόμου.
9 Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, αποφασίστηκε τελικώς να τροποποιηθεί, κατά το αναγκαίο μέτρο, ο Ley de Ordenación del Comercio Minorista. Ωστόσο, ανέκυψε τότε το ζήτημα αν ήταν επιβεβλημένη η τροποποίηση άλλων νόμων, όπως του Ley General de Defensa de los Consumidores y Usuarios (γενικού νόμου περί προστασίας των καταναλωτών και των χρηστών) και του Ley de Contratos celebrados fuera del Establecimiento Mercantil (νόμου περί συμβάσεων οι οποίες συνάπτονται εκτός εμπορικού καταστήματος). Η συζήτηση αφορούσε επίσης τη σχέση μεταξύ των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 97/7 στο εσωτερικό δίκαιο και της νέας κανονιστικής ρυθμίσεως περί ηλεκτρονικού εμπορίου.
10 Η Ισπανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι επίκειται η έγκριση ενός κειμένου ως νομοσχεδίου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
11 Κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιάζεται κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2000, C-384/99, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2000, σ. Ι-10633, σκέψη 16). Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη δίμηνης προθεσμίας, η μεταφορά της οδηγίας 97/7 στο ισπανικό δίκαιο δεν είχε ολοκληρωθεί.
12 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεως ενός κράτους μέλους δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που απορρέουν από τις κοινοτικές οδηγίες, ούτε, συνεπώς, την εκπρόθεσμη ή ατελή μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Μα_ου 2002, C-364/00, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2002, σ. Ι-4177, σκέψη 10).
13 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 97/7, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 15, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
14 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα και το δεύτερο ηττήθηκε, το Βασίλειο της Ισπανίας πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο της Ισπανίας, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μα_ου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 15, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Top