Avis juridique important
Διάταξη του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 28ης Μαρτίου 2003. - Territorio Histórico de Álava - Diputación Foral de Álava, Territorio Histórico de Bizkaia - Diputación Foral de Bizkaia, Territorio Histórico de Gipuzkoa - Diputación Foral de Gipuzkoa y Juntas Generales de Gipuzkoa και Comunidad Autónoma del País Vasco - Gobierno Vasco κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Αίτηση αναιρέσεως - Κρατικές ενισχύσεις - Ενίσχυση στον τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα - Προσφυγή ακυρώσεως - Aρθρο 33 ΑΧ - Προσφυγή ασκηθείσα από αρχή τοπικής αυτοδιοικήσεως - Αίτηση αναιρέσεως προδήλως απαράδεκτη. - Υπόθεση C-75/02 P.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα I-02903
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Στην υπόθεση C-75/02 P,
Territorio Histórico de Álava - Diputación Foral de Álava,
Territorio Histórico de Bizkaia - Diputación Foral de Bizkaia,
Territorio Histórico de Gipuzkoa - Diputación Foral de Gipuzkoa y Juntas Generales de Gipuzkoa
και
Comunidad Autónoma del País Vasco - Gobierno Vasco,
εκπροσωπούμενες από τον R. Falcón y Tella, abogado,
αναιρεσείουσες
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε κατά της διατάξεως που εξέδωσε στις 11 Ιανουαρίου 2002 το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τρίτο πενταμελές τμήμα) στην υπόθεση T-77/01, Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-81), με την οποία το ρωτοδικείο έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησαν οι αναιρεσείουσες αρχές κατά της αποφάσεως 2001/168/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 2000, σχετικά με την ισπανική νομοθεσία για τον φόρο εταιριών (ΕΕ 2001, L 60, σ. 57), και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της διατάξεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Rozet και J. L. Buendía Sierra, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann, F. Macken, N. Colneric και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Μαρτίου 2002 οι Territorio Histórico de Álava - Diputación Foral de Álava, Territorio Histórico de Bizkaia - Diputación Foral de Bizkaia, Territorio Histórico de Gipuzkoa - Diputación Foral de Gipuzkoa y Juntas Generales de Gipuzkoa και η Comunidad Autónoma del País Vasco - Gobierno Vasco άσκησαν αναίρεση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου και του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, κατά της διατάξεως που εξέδωσε το ρωτοδικείο στις 11 Ιανουαρίου 2002 στην υπόθεση T-77/01, Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-81, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή τους περί ακυρώσεως της αποφάσεως 2001/168/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 200, σχετικά με την ισπανική νομοθεσία για τον φόρο εταιριών (ΕΕ L 60, σ. 57, στο εξής: επίδικη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ ορίζει τα εξής:
«Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται με τις ίδιες προϋποθέσεις να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ' αυτό, καθώς και κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά.»
3 Το άρθρο 33, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ΑΧ ορίζει τα ακόλουθα:
«Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών ακυρώσεως που ασκούνται από κράτος μέλος ή το Συμβούλιο κατά αποφάσεων και συστάσεων της Επιτροπής λόγω αναρμοδιότητας, παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παραβάσεως της παρούσας Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας. Ο έλεγχος του Δικαστηρίου δεν δύναται εντούτοις να επεκτείνεται επί της εκτιμήσεως της καταστάσεως που απορρέει από οικονομικά γεγονότα ή περιστάσεις, ενόψει της οποίας εξεδόθησαν οι εν λόγω αποφάσεις ή συστάσεις, εκτός αν προσάπτεται στην Επιτροπή ότι διέπραξε κατάχρηση εξουσίας ή ότι αγνόησε κατά έκδηλο τρόπο τις διατάξεις της παρούσας Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της.
Οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 48 δύνανται υπό τις αυτές προϋποθέσεις να ασκήσουν προσφυγή κατά ατομικών αποφάσεων και συστάσεων που τις αφορούν ή κατά γενικών αποφάσεων και συστάσεων που θεωρούν ότι συνιστούν έναντι αυτών κατάχρηση εξουσίας.»
Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς
4 Οι Territorio Histórico de Álava, Territorio Histórico de Bizkaia και Territorio Histórico de Gipuzkoa (ιστορικές περιοχές της Álava, της Bizkaia και της Gipuzkoa), αρχές τοπικής αυτοδιοικήσεως στις οποίες έχουν εκχωρηθεί αυτόνομες φορολογικές αρμοδιότητες, έχουν συμπεριλάβει, στις φορολογικές νομοθεσίες τους, την έκπτωση φόρου για εξαγωγικές δραστηριότητες που μνημονεύεται στο άρθρο 34 του νόμου 43/1995, της 27ης Δεκεμβρίου 1995, για τον φόρο εταιριών (ΒΟΕ 310, της 28ης Δεκεμβρίου 1995). ρόκειται, όσον αφορά την ιστορική περιοχή της Álava, για το άρθρο 43 της Norma Foral 24/1996, της 5ης Ιουλίου 1996 (Boletín Oficial del Territorio Histórico de Álava 90, της 9ης Αυγούστου 1996), όσον αφορά την ιστορική περιοχή της Bizkaia, για το άρθρο 43 της Norma Foral αριθ. 3/1996, της 26ης Ιουνίου 1996 (Boletín Oficial de Bizkaia αριθ. 135, της 11ης Ιουλίου 1996), και, όσον αφορά την ιστορική περιοχή της Gipuzkoa, για το άρθρο 43 της Norma Foral αριθ. 7/1996, της 4ης Ιουλίου 1996 (Boletín Oficial de Gipuzkoa 138, της 17ης Ιουλίου 1996).
5 Με έγγραφο της 7ης Αυγούστου 1997 η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι οι φοροαπαλλαγές αυτές ευνοούσαν τις τοπικές σιδηρουργικές επιχειρήσεις, γνώρισε στην Ισπανική Κυβέρνηση την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 5, της αποφάσεως 2496/96/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 338, σ. 42).
6 Στις 31 Οκτωβρίου 2000 η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση. Το περιλαμβάνον τις δεσμευτικές διατάξεις μέρος της αποφάσεως αυτής έχει ως εξής:
«Άρθρο 1
Κάθε ενίσχυση που χορήγησε η Ισπανία σύμφωνα με:
α) το άρθρο 34 του νόμου 43/1995, της 27ης Δεκεμβρίου 1995, για τον φόρο εταιριών,
β) το άρθρο 43 του επαρχιακού νόμου [Norma Foral] 3/96, της 26ης Ιουνίου 1996, για τον φόρο εταιριών, του επαρχιακού συμβουλίου της Bizkaia [Diputación Foral de Bizkaia],
γ) το άρθρο 43 του επαρχιακού νόμου [Norma Foral] 7/1996, της 4ης Ιουλίου 1996, για τον φόρο εταιριών, του επαρχιακού συμβουλίου της Gipuzkoa [Diputación Foral de Gipuzkoa], ή
δ) το άρθρο 43 του επαρχιακού νόμου [Norma Foral] 24/1996, της 5ης Ιουλίου 1996, για τον φόρο εταιριών, του επαρχιακού συμβουλίου της Álava [Diputación Foral de Álava],
υπέρ χαλυβουργικών επιχειρήσεων ΕΚΑΧ εγκατεστημένων στην Ισπανία, δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα.
Άρθρο 2
Η Ισπανία θα λάβει άμεσα τα ενδεδειγμένα μέτρα ούτως ώστε οι χαλυβουργικές επιχειρήσεις ΕΚΑΧ που είναι εγκατεστημένες στην Ισπανία να μην λαμβάνουν τις ενισχύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1.
[...]»
7 Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 30 Μαρτίου 2001 οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως κατά της επίδικης αποφάσεως.
8 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 2 Ιουλίου 2001, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, με την αιτιολογία ότι οι προσφεύγουσες, που είναι αρχές τοπικής αυτοδιοικήσεως, δεν νομιμοποιούνταν να ζητήσουν από τον κοινοτικό δικαστή την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
9 αράλληλα, με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Δεκεμβρίου 2000 υπό τον αριθμό C-501/00, το Βασίλειο της Ισπανίας άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως. Στην τελευταία αυτή υπόθεση, ο ρόεδρος του Δικαστηρίου επέτρεψε στις αναιρεσείουσες στην παρούσα υπόθεση αρχές να παρέμβουν στη διαφορά υπέρ του Βασιλείου της Ισπανίας.
Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
10 Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη το ρωτοδικείο δέχθηκε τα αιτήματα της Επιτροπής. Απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα προσφυγή και καταδίκασε τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
11 ροεισαγωγικώς το ρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 21 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι το παραδεκτό της προσφυγής, με την οποία εζητείτο η ακύρωση αποφάσεως βάσει της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεν μπορούσε να εκτιμηθεί παρά μόνον έναντι της Συνθήκης αυτής.
12 ράγματι, το ρωτοδικείο δέχθηκε, με τη σκέψη 22 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι το ζήτημα εάν τα επίμαχα φορολογικά μέτρα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ μολονότι εφαρμόζονται αδιακρίτως στις επιχειρήσεις του τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα καθώς και στις λοιπές επιχειρήσεις ή εάν η Επιτροπή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας εκδίδοντας την επίδικη απόφαση εμπίπτει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και ουδόλως δικαιολογεί το να διέπεται το παραδεκτό προσφυγής με την οποία ζητείται η ακύρωση αποφάσεως ληφθείσας βάσει της Συνθήκης ΕΚΑΧ από τις διατάξεις του άρθρου 230 ΕΚ.
13 Το ρωτοδικείο υπενθύμισε, πρώτον, με τις σκέψεις 23 έως 27 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι οι προϋποθέσεις παραδεκτού προσφυγής ακυρώσεως κατά αποφάσεως στηριζομένης στη Συνθήκη ΕΚΑΧ διέπονται από το άρθρο 33 ΑΧ, το πρώτο εδάφιο του οποίου παρέχει μόνο στο Συμβούλιο και στα κράτη μέλη το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή και όχι σε αρχές τοπικής αυτοδιοικήσεως. Το ρωτοδικείο υπογράμμισε ότι το Δικαστήριο ακολουθεί αυστηρά τον κανόνα αυτόν (διατάξεις της 21ης Μαρτίου 1997, C-95/97, εριφέρεια της Βαλλονίας κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-1787, σκέψη 6, και της 1ης Οκτωβρίου 1997, C-180/97, Regione Toscana κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-5245, σκέψη 6).
14 Ομοίως, με τις σκέψεις 28 έως 31 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το ρωτοδικείο υπενθύμισε ότι το άρθρο 33, δεύτερο εδάφιο, ΑΧ παρέχει δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής, επιπλέον των παρατιθεμένων στο πρώτο εδάφιο, μόνο στις επιχειρήσεις ή στις ενώσεις επιχειρήσεων. Υπενθύμισε τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία το άρθρο 33 ΑΧ πρέπει να ερμηνεύεται στενά (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984, 222/83, Commune de Differdange κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2889, σκέψη 8).
15 Δεύτερον, το ρωτοδικείο εξέθεσε, με τη σκέψη 32 έως 34 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι οι προσφεύγουσες δεν προέβαλαν καμιά δικαιολογία που να αποδεικνύει ότι επιβαλλόταν να γίνει παραδεκτή η προσφυγή προκειμένου να εξασφαλιστεί ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ή να διασφαλιστεί η θεσμική ισορροπία που έχει επιτευχθεί με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ.
16 Τρίτον, με τις σκέψεις 35 έως 39 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως το ρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό των προσφευγουσών που στηριζόταν στην αρχή της πραγματικής δικαστικής προστασίας. ράγματι, δέχθηκε ότι, μολονότι οι προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 33 ΑΧ είναι περισσότερο περιοριστικές από αυτές του άρθρου 230 ΕΚ, τούτο αντισταθμίζεται από ένα πλέον εύκαμπτο καθεστώς παρεμβάσεως σχετικά με τις προσφυγές που ασκούνται βάσει της Συνθήκης ΕΚΑΧ έναντι των βασιζόμενων στη Συνθήκη ΕΚ. Συναφώς, υπογράμμισε ότι είχε επιτραπεί στις νυν αναιρεσείουσες να παρέμβουν στην προσφυγή C-501/00, την οποία άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου το Βασίλειο της Ισπανίας κατά της επίδικης αποφάσεως.
Η αίτηση αναιρέσεως
17 Με την αίτηση αναιρέσεως, προς στήριξη της οποίας προβάλλουν τρεις λόγους, οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
- να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη και να κηρύξει παραδεκτή την ασκηθείσα ενώπιον του ρωτοδικείου προσφυγή·
- να αναπέμψει ενώπιον του ρωτοδικείου την υπόθεση και να το υποχρεώσει να αποφανθεί επί της ουσίας, με την επιφύλαξη του ενδεχομένου να λάβει το ρωτοδικείο απόφαση περί αναστολής της διαδικασίας μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της υποθέσεως C-501/00, Ισπανία κατά Επιτροπής·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρσωτόδικης προσφυγής όσο και της διαδικασίας αναιρέσεως.
18 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
19 Δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να την απορρίψει με αιτιολογημένη διάταξη χωρίς να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
20 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το ρωτοδικείο, πριν απορρίψει το δικαίωμά τους να ασκήσουν προσφυγή βάσει του άρθρου 230 ΕΚ, όφειλε να εξακριβώσει αν η επίδικη απόφαση έπρεπε να στηριχθεί, όπως υποστήριξαν, στη Συνθήκη ΕΚ αντί για τη Συνθήκη ΕΚΑΧ. Κατ' αυτές, αν γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία του ρωτοδικείου που περιλαμβάνεται στις σκέψεις 20 και 21 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η Επιτροπή, προκειμένου να αποφεύγει κάθε προσφυγή ασκούμενη εκ μέρους αρχής τοπικής αυτοδιοικήσεως κατά αποφάσεώς της, θα αρκεί να στηρίζει την απόφασή της στη Συνθήκη ΕΚΑΧ ακόμα και όταν μια τέτοια απόφαση θα έπρεπε να στηρίζεται στη Συνθήκη ΕΚ.
21 Και αν ακόμα θεωρηθεί ότι η συλλογιστική των αναιρεσειουσών έχει σχέση με την ουσία της υποθέσεως, από την επίδικη απόφαση προκύπτει ότι αυτή αφορά μόνον τις ενισχύσεις που χορήγησαν οι αναιρεσείουσες «υπέρ χαλυβουργικών επιχειρήσεων ΕΚΑΧ εγκατεστημένων στην Ισπανία». Κατά συνέπεια, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να έχει άλλο νομικό έρεισμα παρά μόνο τη Συνθήκη ΕΚΑΧ, οπότε το παραδεκτό προσφυγής ασκούμενης κατά της αποφάσεως αυτής μπορεί να εκτιμάται μόνον έναντι της Συνθήκης αυτής, ιδίως έναντι του άρθρου 33.
22 Επομένως, ο λόγος που στηρίζεται στο γεγονός ότι κακώς το ρωτοδικείο αρνήθηκε να εξετάσει το παραδεκτό της προσφυγής έναντι του άρθρου 230 ΕΚ είναι προδήλως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου
23 Με τον δεύτερο λόγο τους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να γίνει γραμματική ερμηνεία του άρθρου 33 ΑΧ, ιδίως του δευτέρου εδαφίου του. Κατ' αυτές, πρέπει να ληφθεί υπόψη η γενική αλληλουχία του άρθρου αυτού.
24 Το άρθρο 33 ΑΧ πρέπει να ερμηνεύεται ενόψει των Συνθηκών ΕΚ και ΕΚΑΕ, ιδίως του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Το τελευταίο αυτό άρθρο παρέχει δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής σε κάθε άτομο το οποίο αφορά άμεσα και ατομικά μια πράξη της οποίας το ίδιο δεν είναι αποδέκτης. Οι περιορισμοί του άρθρου 33, δεύτερο εδάφιο, ΑΧ οφείλονται, κατά τις αναιρεσείουσες, μόνο στο γεγονός ότι οι συντάκτες της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν είχαν λάβει υπόψη τους το ενδεχόμενο να αφορά μια πράξη εκδιδόμενη στο πλαίσιο της Συνθήκης αυτής άλλα πρόσωπα πέρα από τις επιχειρήσεις που παράγουν άνθρακα ή χάλυβα.
25 Οι αναιρεσείουσες διατείνονται επίσης ότι δεν πρέπει να γίνεται απλώς γραμματική ερμηνεία του όρου «επιχείρηση», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 33, δεύτερο εδάφιο, ΑΧ, διότι πρόκειται για μια έννοια περισσότερο οικονομική παρά νομική. Επομένως, προτείνουν να δοθεί στον όρο αυτό η έννοια του «φυσικού ή νομικού προσώπου που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα ή που βρίσκεται σε άλλη παρόμοια κατάσταση». Οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές που λαμβάνουν μέτρο το οποίο η Επιτροπή χαρακτηρίζει με απόφασή της ως ενίσχυση βρίσκονται, κατά τις αναιρεσείουσες, σε θέση παρόμοια προς εκείνη του δικαιούχου και, για τον λόγο αυτό, νομιμοποιούνται προς άσκηση προσφυγής, δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση τις αφορά άμεσα και ατομικά.
26 Η Επιτροπή απαντά ότι από τη σύγκριση των άρθρων 33, δεύτερο εδάφιο, ΑΧ και 230, τέταρτο εδάφιο ΕΚ προκύπτει χωρίς περιθώριο αμφιβολίας ότι η ενεργητική νομιμοποίηση προς άσκηση προσφυγής ακυρώσεως ρυθμίζεται με διαφορετικό τρόπο από τις δύο αυτές διατάξεις. Επομένως, δεν είναι δυνατή η μεταφορά σε κάποια από τις διατάξεις αυτές του θεσπιζόμενου με την άλλη συστήματος υπό το πρόσχημα μιας «δυναμικής» ερμηνείας.
27 Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, κανένα στοιχείο δεν δικαιολογεί απόκλιση από το γράμμα του άρθρου 33, δεύτερο εδάφιο, ΑΧ. ράγματι, μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι οι συντάκτες της Συνθήκης ΕΚ, που συνήφθη στη Ρώμη στις 25 Μαρτίου 1957, εγνώριζαν τη Συνθήκη ΕΚΑΧ, η οποία είχε συναφθεί έξι χρόνια νωρίτερα, ιδίως το περιεχόμενο και την έκταση του άρθρου 33 ΑΧ, και ότι ηθελημένα έδωσαν διαφορετικό περιεχόμενο στις διατάξεις του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο κατέστη, κατόπιν περαιτέρω τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ). Με πάγια νομολογία το Δικαστήριο δέχεται ότι το άρθρο 33 ΑΧ απαριθμεί περιοριστικώς τα υποκείμενα δικαίου που νομιμοποιούνται να ασκούν προσφυγές ακυρώσεως (προαναφερθείσα απόφαση Commune de Differdange κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 8).
28 Κατά συνέπεια, ο λόγος που στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 33, δεύτερο εδάφιο, ΑΧ είναι προδήλως αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
29 Με τον τρίτο λόγο οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσφυγή τους έπρεπε να γίνει παραδεκτή δυνάμει της αρχής της πραγματικής δικαστικής προστασίας. Υποστηρίζουν ότι το γεγονός ότι τους επετράπη να ασκήσουν παρέμβαση σε προσφυγή που άσκησε κράτος μέλος δεν πληροί τις επιταγές της αρχής αυτής, καθόσον το κράτος μπορεί να αποφασίσει να μην ασκήσει προσφυγή αλλά και, αν την ασκήσει, να μην προβάλει επιχειρήματα τα οποία η τοπική αρχή θεωρεί κρίσιμα, ή ακόμη να αποφασίσει να παραιτηθεί από την προσφυγή του.
30 Υποστηρίζουν επίσης ότι, μολονότι η αρχή της πραγματικής δικαστικής προστασίας δεν σημαίνει ότι κάθε πρόσωπο δικαιούται σε κάθε περίπτωση να προσφύγει ενώπιον του ρωτοδικείου, η αρχή αυτή όμως επιβάλλει τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού μηχανισμού ασκήσεως προσφυγής, έστω και εσωτερικού. Όμως, εν προκειμένω, οι αναιρεσείουσες δεν διέθεταν ούτε μια τέτοια δυνατότητα προσφυγής.
31 Η Επιτροπή θεωρεί ότι, ναι μεν το άρθρο 33, δεύτερο εδάφιο, ΑΧ δεν αναγνωρίζει στις αρχές τοπικής αυτοδιοικήσεως άμεσο δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά των αποφάσεων της Επιτροπής που στηρίζονται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι στερούνται κάθε δικαστικής προστασίας. Φρονεί ότι, ιδίως στην Ισπανία, εσωτερικοί μηχανισμοί συντονισμού παρέχουν τη δυνατότητα στις τοπικές αρχές να προβάλλουν την άποψή τους σε περίπτωση διαφορών με το κεντρικό κράτος.
32 Το ρωτοδικείο ορθά σημείωσε με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη ότι οι απορρέοντες από το άρθρο 33, δεύτερο εδάφιο, ΑΧ περιορισμοί αντισταθμίζονται από ένα ευέλικτο σύστημα ασκήσεως παρεμβάσεως. Το άρθρο 34 του Οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου επιτρέπει σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οπότε και στις αρχές τοπικής αυτοδιοικήσεως, όταν υφίσταται έννομο συμφέρον ως προς την έκβαση της διαφοράς, να ασκήσει παρέμβαση στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως την οποία ασκεί κράτος μέλος κατά αποφάσεως εκδοθείσας βάσει της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Όπως διαπίστωσε το ρωτοδικείο, εξάλλου, επετράπη στις αναιρεσείουσες να ασκήσουν παρέμβαση στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε το Βασίλειο της Ισπανίας ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της επίδικης αποφάσεως.
33 Εν προκειμένω, η διαδικασία αυτή ήταν ικανή να παράσχει πραγματική δικαστική προστασία στις αναιρεσείουσες, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς τους.
34 Επιπλέον, και αν ακόμα οι προϋποθέσεις ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή πρέπει να ερμηνεύονται ενόψει της αρχής της πραγματικής δικαστικής προστασίας, η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απάλειψη μιας ρητά προβλεπόμενης από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ προϋποθέσεως χωρίς να οδηγεί, με τον τρόπο αυτό, σε υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που η Συνθήκη αυτή αναγνωρίζει στα κοινοτικά δικαστήρια (βλ., επ' αυτού, την απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. Ι-6677, σκέψη 44).
35 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο λόγος που στηρίζεται σε εκ μέρους του ρωτοδικείου παράβαση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας είναι προδήλως αβάσιμος.
36 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
37 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία της αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη των αναιρεσειουσών και αυτές ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τις Territorio Histórico de Álava - Diputación Foral de Álava, το Territorio Histórico de Bizkaia - Diputación Foral de Bizkaia, το Territorio Histórico de Gipuzkoa - Diputación Foral de Gipuzkoa y Juntas Generales de Gipuzkoa και την Comunidad Autónoma del País Vasco - Gobierno Vasco στα δικαστικά έξοδα.
Top