ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (μονομελούς)
της 28ης Απριλίου 2004
Υπόθεση T-277/02
Athanacia-Nancy Pascall
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Υπάλληλοι – Γενικός διαγωνισμός – Προφορική εξέταση – Μη εγγραφή στον πίνακα επιτυχόντων – Προσφυγή ακυρώσεως»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα ?II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή που έχει ως αντικείμενο αίτημα για την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού Συμβούλιο/Α/393, για την κατάρτιση πίνακα μελλοντικών προσλήψεων υπαλλήλων διοικήσεως ελληνικής γλώσσας, να βαθμολογήσει την προσφεύγουσα με βαθμό χαμηλότερο από τον απαιτούμενο για την προφορική εξέταση, και να μην την εγγράψει στον πίνακα μελλοντικών προσλήψεων.
Απόφαση: Απορρίπτει την προσφυγή. Το Συμβούλιο φέρει τα δικαστικά του έξοδα, καθώς και το ένα τέταρτο των εξόδων της προσφεύγουσας. Η προσφεύγουσα φέρει τα τρία τέταρτα των δικαστικών της εξόδων.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Εξεταστική επιτροπή – Απόφαση περί μη εγγραφής στον πίνακα μελλοντικών προσλήψεων – Υποχρέωση αιτιολογίας – Έννοια – Σεβασμός του απορρήτου των εργασιών – Προσφυγή της εξεταστικής επιτροπής σε ενδιάμεση βαθμολογία – Ανακοίνωση των ενδιαμέσων βαθμών – Συμβιβαστό με τον σεβασμό του απορρήτου των εργασιών
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25, εδ. 2· παράρτημα III, άρθρο 6)
2. Διαδικασία – Μέτρα οργάνωσης της διαδικασίας – Αίτημα του Πρωτοδικείου να κοινοποιηθούν στον υποψήφιο του διαγωνισμού οι ενδιάμεσοι βαθμοί που του έβαλε η εξεταστική επιτροπή
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρα 64 και 65)
3. Υπάλληλοι – Βλαπτική απόφαση – Απόρριψη υποψηφιότητας – Υποχρέωση αιτιολογίας το αργότερο στη φάση της απορρίψεως της ενστάσεως – Περιεχόμενο – Ανεπαρκής αιτιολογία – Τακτοποίηση κατά τη διάρκεια της δίκης
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25, εδ. 2)
4. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Αξιολόγηση των ικανοτήτων των υποψηφίων – Εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής – Δικαστικός έλεγχος – Όρια
5. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Αξιολόγηση των γλωσσικών γνώσεων των υποψηφίων από την εξεταστική επιτροπή – Συγκριτική αξιολόγηση – Τα πιστοποιητικά γλωσσομάθειας ή οι εκθέσεις βαθμολογίας δεν ασκούν επιρροή
1. Όσον αφορά τις αποφάσεις μιας εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού, η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει, να συμβιβάζεται με την τήρηση του απορρήτου που περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 6 του παραρτήματος ΙΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων. Το απόρρητο αυτό επιβλήθηκε προς διασφάλιση της ανεξαρτησίας των εξεταστικών επιτροπών των διαγωνισμών και της αντικειμενικότητας των εργασιών τους, καθόσον αυτές προστατεύονται από εξωτερικές παρεμβάσεις και πιέσεις, προερχόμενες είτε από τις ίδιες τις κοινοτικές διοικητικές αρχές είτε από τους υποψηφίους είτε από τρίτους. Συνεπώς, η τήρηση του απορρήτου αποκλείει τόσο τη δημοσιοποίηση της θέσεως που λαμβάνουν τα μέλη εξεταστικής επιτροπής όσο και την αποκάλυψη οποιουδήποτε στοιχείου που αφορά εκτιμήσεις προσωπικής ή συγκριτικής φύσεως σχετικές με τους υποψηφίους.
Στο στάδιο της εξετάσεως των ικανοτήτων των υποψηφίων, οι εργασίες της εξεταστικής επιτροπής είναι πρωτίστως συγκριτικής φύσεως και για τον λόγο αυτό καλύπτονται από το απόρρητο που χαρακτηρίζει τις εργασίες αυτές. Συνεπώς η κοινοποίηση των βαθμών που λαμβάνονται στις διάφορες εξετάσεις συνιστά επαρκή αιτιολογία των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής.
Η αιτιολογία αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα των αποτυχόντων υποψηφίων και δίνει τη δυνατότητα στο Πρωτοδικείο να πραγματοποιήσει τον κατάλληλο για αυτό το είδος διαφοράς δικαστικό έλεγχο. Πράγματι η εξεταστική επιτροπή ενός διαγωνισμού έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και οι εκτιμήσεις της δεν υπόκεινται στον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή παρά μόνο σε περίπτωση εμφανούς παράβασης των κανόνων που διέπουν τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής.
Όταν όμως η εξεταστική επιτροπή προβαίνει σε ενδιάμεση βαθμολόγηση των γνώσεων των υποψηφίων η υποχρέωση αιτιολογίας συνεπάγεται την κοινοποίηση στον υποψήφιο που το ζητεί, των ενδιαμέσων βαθμών και της μεθόδου που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή για να καθορίσει τον τελικό βαθμό. Πράγματι η κοινοποίηση των στοιχείων αυτών δεν ενέχει ούτε κοινολόγηση της θέσεως που έλαβε έκαστο μέλος της εξεταστικής επιτροπής ούτε αποκάλυψη στοιχείων που αφορούν προσωπικές ή συγκριτικές αξιολογήσεις των υποψηφίων. Συνεπώς δεν είναι ασυμβίβαστη με την τήρηση του απορρήτου των εργασιών της εκτελεστικής επιτροπής.
(βλ. σκέψεις 20 έως 22, 27 και 28)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 28 Φεβρουαρίου 1980, 89/79, Bonu κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1980/I, σ. 553, σκέψη 5· ΔΕΚ, 4 Ιουλίου 1996, C‑254/95 P, Κοινοβούλιο κατά Innamorati, Συλλογή 1996, σ. I‑3423, σκέψεις 24, 28, 31 και 32· ΠΕΚ, 2 Μαΐου 2001, T‑167/99 και T‑174/99, Giulietti κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. σ. I‑A‑93 και II‑441, σκέψη 81· ΠΕΚ, 23 Ιανουαρίου 2003, T‑53/00, Angioli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. II‑73, σκέψεις 68 και 70, και παρατιθέμενη νομολογία
2. Αν η ενδιάμεση βαθμολογία που έδωσε η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού σε αποτυχόντα υποψήφιο δεν του κοινοποιήθηκε παρά το ότι το ζήτησε, το Πρωτοδικείο οφείλει να ζητήσει διευκρινίσεις με τη λήψη μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας. Πράγματι η περίπτωση αυτή διαφέρει, λόγω της ελλιπούς αιτιολογίας, από αυτήν στην οποία ο αποτυχών υποψήφιος ζητεί χωρίς να προβάλει συγκεκριμένες ενδείξεις που να στηρίζουν την υπόθεση ότι η εξεταστική επιτροπή δεν τήρησε τους κανόνες που διέπουν τις εργασίες της, να λάβει ο κοινοτικός δικαστής μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας ή αποδεικτικά μέτρα προκειμένου να λάβει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη των εργασιών αυτών, περίπτωση στην οποία καταρχήν δεν ενδείκνυται η λήψη τέτοιων μέτρων.
(βλ. σκέψη 29)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 7 Φεβρουαρίου 2001, T‑118/99, Bonaiti Brighina κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. σ. I‑A‑25 και II‑97, σκέψη 51
3. Η παντελής έλλειψη αιτιολογίας δεν μπορεί να καλυφθεί με εξηγήσεις που δίδονται μετά την άσκηση της προσφυγής, δεδομένου ότι σε αυτό το στάδιο οι εξηγήσεις αυτές δεν εξυπηρετούν πλέον τον σκοπό τους, πλην όμως σε περίπτωση σχετικής ελλείψεως αιτιολογίας μπορούν να δοθούν συμπληρωματικές διευκρινίσεις κατά τη διάρκεια της δίκης έτσι ώστε να καταστεί χωρίς αντικείμενο ο λόγος ακυρώσεως της ελλείψεως αιτιολογίας και να μη δικαιολογείται πλέον την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
(βλ. σκέψη 31)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 6 Νοεμβρίου 1997, T‑71/96, Berlingieri Vinzek κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. σ. I‑A‑339 και II‑921, σκέψη 79
4. Οι εκτιμήσεις που διαμορφώνει η εξεταστική επιτροπή όταν αξιολογεί τις γνώσεις και τις ικανότητες των υποψηφίων είναι συγκριτικής φύσεως. Οι εκτιμήσεις αυτές συνιστούν την έκφραση αξιολογικής κρίσεως όσον αφορά την απόδοση του υποψηφίου κατά τη εξέταση. Εντάσσονται στην ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που έχει η εξεταστική επιτροπή και δεν υπόκεινται στον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή παρά μόνο σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων που διέπουν τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής.
(βλ. σκέψη 57)
Παραπομπή: Angioli κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 91
5. Ούτε η έκθεση βαθμολογίας ούτε το πιστοποιητικό γλωσσομάθειας συνιστούν αμάχητες αποδείξεις συγκεκριμένου επιπέδου γνώσεις μιας γλώσσας. Η εκτίμηση των γλωσσικών γνώσεων των υποψηφίων στο πλαίσιο διαγωνισμού είναι συγκριτικής φύσεως και για τον λόγο αυτό τα έγγραφα όπως το πιστοποιητικό γλωσσομάθειας ή η έκθεση βαθμολογίας δεν μπορούν να θεωρηθούν ικανά να αποδείξουν ότι το επίπεδο των γνώσεων του προσφεύγοντος δεν αξιολογήθηκε ορθά σε σχέση με το επίπεδο των άλλων υποψηφίων.
(βλ. σκέψη 59)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 21 Μαΐου 1996, T‑153/95, Kaps κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. σ. I‑A‑233 και II‑663, σκέψη 54
Top