Υπόθεση C-508/08
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Δημοκρατίας της Μάλτας
«Παράβαση κράτους μέλους – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών θαλάσσιων μεταφορών – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3577/92 – Άρθρα 1 και 4 – Υπηρεσίες ενδομεταφορών στο εσωτερικό κράτους μέλους – Υποχρέωση συνάψεως συμβάσεων αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας κατά τρόπον ώστε να μη δημιουργούνται διακρίσεις – Σύναψη, χωρίς προκήρυξη προηγούμενου διαγωνισμού, συμβάσεως με ρήτρα αποκλειστικότητας πριν την ημερομηνία προσχωρήσεως κράτους μέλους στην Ένωση»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Αντικείμενο της διαφοράς – Μεταβολή κατά τη διάρκεια της δίκης – Απαγορεύεται
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Προσφυγή με την οποία ζητείται να διαπιστωθεί παράβαση κράτους μέλους λόγω συμπεριφοράς προγενέστερης της ημερομηνίας προσχωρήσεώς του στην Ένωση – Κανονισμός 3577/92 – Σύναψη, χωρίς προκήρυξη προηγούμενου διαγωνισμού, συμβάσεως αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας θαλάσσιων ενδομεταφορών
(Κανονισμός 3577/92 του Συμβουλίου, άρθρα 1 και 4)
1. Από το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι το εισαγωγικό δικόγραφο πρέπει να προσδιορίζει το αντικείμενο της διαφοράς και να περιέχει συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών, καθώς και ότι ο προσδιορισμός αυτός πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής προκειμένου ο καθού να μπορεί να προετοιμάσει την άμυνά του και το Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Επομένως, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται μια προσφυγή πρέπει να προκύπτουν κατά τρόπο εύλογο και κατανοητό από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής, τα δε αιτήματα που περιλαμβάνει το δικόγραφο αυτό πρέπει να είναι διατυπωμένα κατά τρόπο μη διφορούμενο, ούτως ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος είτε να αποφανθεί το Δικαστήριο ultra petita είτε να παραλείψει να αποφανθεί επί κάποιας αιτιάσεως.
Οσάκις προκύπτει κατά τρόπο μη διφορούμενο, τόσο από το γράμμα της αιτιολογημένης γνώμης όσο και από τα αιτήματα του δικογράφου της προσφυγής της Επιτροπής, ότι η προβαλλόμενη από την τελευταία παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει το συγκεκριμένο κράτος μέλος από τον κανονισμό 3577/92, αναφορικά με την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών στις θαλάσσιες μεταφορές στο εσωτερικό των κρατών μελών (θαλάσσιες ενδομεταφορές-καμποτάζ), στηρίζεται στο γεγονός ότι το κράτος μέλος αυτό υπέγραψε, πριν την ημερομηνία προσχωρήσεώς του, σύμβαση αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας θαλάσσιων ενδομεταφορών χωρίς προκήρυξη προηγούμενου διαγωνισμού, ο ισχυρισμός, στο υπόμνημα απαντήσεως και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι το εν λόγω κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του προαναφερθέντος κανονισμού από την ημερομηνία προσχωρήσεώς του στην Ένωση, δεν αντιστοιχεί στα αιτήματα του δικογράφου της προσφυγής. Κατά συνέπεια, αν το Δικαστήριο αποφαινόταν επί ενός τέτοιου ισχυρισμού, κατόπιν εξετάσεως του βασίμου του, θα αποφαινόταν ultra petita.
(βλ. σκέψεις 12, 15-19)
2. Προσφυγή, αντικείμενο της οποίας είναι να διαπιστωθεί ότι κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του κανονισμού 3577/92, αναφορικά με την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών στις θαλάσσιες μεταφορές στο εσωτερικό των κρατών μελών (θαλάσσιες ενδομεταφορές-καμποτάζ), διότι συνήψε, στις 16 Απριλίου 2004, σύμβαση αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας θαλάσσιων ενδομεταφορών χωρίς προκήρυξη προηγούμενου διαγωνισμού, θα μπορούσε να ευδοκιμήσει μόνον εάν ο προαναφερθείς κανονισμός επέβαλλε εντούτοις στο εν λόγω κράτος μέλος πριν την ημερομηνία προσχωρήσεώς του, ήτοι την 1η Μαΐου 2004, την τήρηση ορισμένων υποχρεώσεων. Τέτοιες υποχρεώσεις θα συνεπάγονταν, ιδίως, ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν, κατά την περίοδο πριν τεθεί σε εφαρμογή ως προς αυτά ο κανονισμός 3577/92, από τη σύναψη συμβάσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας κατά τρόπο μη σύμφωνο προς τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού αυτού.
Δεδομένου ότι η Επιτροπή ουδόλως τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς που προέβαλε προς στήριξη της προσφυγής της αναφορικά με την ύπαρξη ενδεχομένως τέτοιων υποχρεώσεων, η προσφυγή της λόγω παραβάσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
(βλ. σκέψεις 20-22)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 28ης Οκτωβρίου 2010 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών θαλάσσιων μεταφορών – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3577/92 – Άρθρα 1 και 4 – Υπηρεσίες ενδομεταφορών στο εσωτερικό κράτους μέλους – Υποχρέωση συνάψεως συμβάσεων αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας κατά τρόπον ώστε να μη δημιουργούνται διακρίσεις – Σύναψη, χωρίς προκήρυξη προηγούμενου διαγωνισμού, συμβάσεως με ρήτρα αποκλειστικότητας πριν την ημερομηνία προσχωρήσεως κράτους μέλους στην Ένωση»
Στην υπόθεση C‑508/08,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2008,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J. Aquilina και K. Simonsson, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Δημοκρατίας της Μάλτας, εκπροσωπούμενης από τον S. Camilleri καθώς και από τις L. Spiteri και A. Fenech,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο τμήματος, A. Arabadjiev, U. Lõhmus (εισηγητή), A. Ó Caoimh και P. Lindh, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Μαΐου 2010,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 1ης Ιουλίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Μάλτας, υπογράφοντας, στις 16 Απριλίου 2004, δημόσια σύμβαση με ρήτρα αποκλειστικότητας με την επιχείρηση Gozo Channel Company Co. Ldt (στο εξής: GCCL), χωρίς να προκηρύξει προηγουμένως διαγωνισμό, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3577/92 του Συμβουλίου, της 7ης Δεκεμβρίου 1992, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών στις θαλάσσιες μεταφορές στο εσωτερικό των κρατών μελών (θαλάσσιες ενδομεταφορές-καμποτάζ), και ειδικότερα από τα άρθρα 1 και 4 αυτού.
Το νομικό πλαίσιο
Πράξη προσχωρήσεως
2 Το άρθρο 2 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λεττονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2003, L 236, σ. 33, στο εξής: πράξη προσχωρήσεως) ορίζει:
«Από την ημερομηνία προσχώρησης, οι διατάξεις των αρχικών Συνθηκών και οι πριν από την προσχώρηση θεσπισθείσες πράξεις των οργάνων και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεσμεύουν τα νέα κράτη μέλη και εφαρμόζονται σε αυτά, υπό τους όρους που προβλέπονται στις Συνθήκες αυτές και στην παρούσα Πράξη.»
Ο κανονισμός 3577/92
3 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3577/92:
«Από την 1η Ιανουαρίου 1993, εφαρμόζεται η ελεύθερη κυκλοφορία υπηρεσιών θαλάσσιων μεταφορών εντός κράτους μέλους (θαλάσσιες ενδομεταφορές-καμποτάζ) για τους πλοιοκτήτες της Κοινότητας των οποίων τα σκάφη είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος και φέρουν τη σημαία του, υπό τον όρο ότι τα σκάφη αυτά πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να εκτελούν ενδομεταφορές στο εν λόγω κράτος μέλος, περιλαμβανομένων και των σκαφών των νηολογημένων στο EUROS, αφότου το Συμβούλιο εγκρίνει το εν λόγω νηολόγιο.»
4 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού ορίζει:
«Οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί να συνάψει συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας ή να επιβάλει υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας, ως προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών ενδομεταφορών, σε ναυτιλιακές εταιρείες που συμμετέχουν σε τακτικές γραμμές από και προς νησιά καθώς και μεταξύ τους.
Κάθε φορά που ένα κράτος μέλος συνάπτει σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας ή επιβάλλει υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, ενεργεί κατά τρόπον ώστε να μη δημιουργούνται διακρίσεις εις βάρος οποιουδήποτε πλοιοκτήτη της Κοινότητας.»
Το ιστορικό της διαφοράς και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
5 Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων σχετικά με την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Δημοκρατία της Μάλτας υιοθέτησε, στις 26 Οκτωβρίου 2001, μία κοινή θέση (Διάσκεψη προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Μάλτα – doc. 20766/01 CONF-M 80/01) που αφορούσε το κεφάλαιο περί πολιτικής μεταφορών. Κατά το γράμμα της εν λόγω κοινής θέσεως, «η ΕΕ επισημαίνει ότι η Μάλτα προτίθεται να συνάψει, έως τις 30 Ιουνίου 2002, αποκλειστικές συμβάσεις υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας, τόσο με τη Sea Malta Co. Ltd όσο και [με την GCCL], αμφότερες πενταετούς και, κατά τη λήξη των εν λόγω συμβάσεων, οι διαδικασίες πρόσκλησης για την υποβολή προσφορών θα εφαρμόζονται σύμφωνα με το σχετικό κεκτημένο».
6 Με έγγραφο της 7ης Μαρτίου 2005, η Δημοκρατία της Μάλτας, απαντώντας σε αίτηση παροχής πληροφοριών που της απηύθυνε η Επιτροπή, επιβεβαίωσε ότι, στις 16 Απριλίου 2004, η κυβέρνησή της συνήψε με τις GCCL και Sea Malta Co. Ltd δύο αποκλειστικές συμβάσεις υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας για την παροχή υπηρεσιών θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ των νήσων Μάλτα και Gozo, καθεμία για περίοδο έξι ετών.
7 Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 226 ΕΚ. Με έγγραφο οχλήσεως της 10ης Απριλίου 2006 επεσήμανε ότι οι προαναφερθείσες συμβάσεις, των οποίων δεν είχε προηγηθεί προκήρυξη διαγωνισμού, αντέβαιναν στο κοινοτικό δίκαιο καθόσον, αφενός, δεν είχαν συναφθεί στο πλαίσιο μίας μη εισάγουσας διακρίσεις διαδικασίας, αφετέρου, δεν είχε αποδειχθεί ούτε η αναγκαιότητα ούτε η αναλογικότητά τους.
8 Στις 12 Ιουνίου 2006, η Δημοκρατία της Μάλτας απάντησε στο ως άνω έγγραφο οχλήσεως.
9 Δεδομένου ότι δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση αυτή, η Επιτροπή διατύπωσε στις 15 Δεκεμβρίου 2006 αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία υπογράμμισε ότι η Δημοκρατία της Μάλτας, συνάπτοντας με την GCCL, στις 16 Απριλίου 2004, σύμβαση με ρήτρα αποκλειστικότητας για την παροχή υπηρεσιών θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ των νήσων Μάλτα και Gozo, χωρίς να προκηρύξει προηγουμένως διαγωνισμό, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 3577/92 και, ειδικότερα, από τα άρθρα 1 και 4 αυτού. Κάλεσε δε το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα συμμορφώσεως προς την αιτιολογημένη αυτή γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της.
10 Η Δημοκρατία της Μάλτας απάντησε στην προαναφερθείσα αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 15ης Ιουνίου 2008, με το οποίο ενημέρωσε την Επιτροπή ότι είχαν αρχίσει οι προετοιμασίες σχετικά με την προκήρυξη διαγωνισμού για τις υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ των νήσων Μάλτα και Gozo και ότι ο εν λόγω διαγωνισμός θα διενεργείτο το αργότερο τον Οκτώβριο του 2008.
11 Υπό τις συνθήκες αυτές η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
12 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή ισχυρίζεται, αφενός, ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3577/92, η σύναψη συμβάσεως ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας θαλάσσιων ενδομεταφορών προϋποθέτει την προκήρυξη προηγούμενου διαγωνισμού, διενεργούμενου κατά τρόπον ώστε να μη δημιουργούνται διακρίσεις και ανοικτού σε κοινοτικό επίπεδο, εντούτοις, η σύμβαση που συνήφθη στις 16 Απριλίου 2004 μεταξύ της Δημοκρατίας της Μάλτας και της GCCL δεν ήταν αποτέλεσμα τέτοιας διαδικασίας.
13 Αφετέρου, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι από την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2001, C‑205/99, Analir κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I‑1271), προκύπτει ότι σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας είναι σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του κανονισμού 3577/92 μόνον εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει πραγματική ανάγκη δημόσιας υπηρεσίας. Εντούτοις, όσον αφορά τη συναφθείσα με την GCCL σύμβαση, η Δημοκρατία της Μάλτας δεν απέδειξε επαρκώς ούτε μία τέτοια ανάγκη, ούτε την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα μίας συμβάσεως με ρήτρα αποκλειστικότητας.
14 Η κύρια άμυνα της Δημοκρατίας της Μάλτας συνίσταται στον ισχυρισμό ότι ο κανονισμός 3577/92 δεν είχε εφαρμογή στην εν λόγω σύμβαση, δεδομένου ότι αυτή συνήφθη πριν την 1η Μαΐου 2004, ημερομηνία προσχωρήσεώς της στην Ένωση.
15 Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι ο κανονισμός αυτός δεν είχε εφαρμογή στη Δημοκρατία της Μάλτας κατά την ημερομηνία υπογραφής της επίμαχης συμβάσεως, ήτοι στις 16 Απριλίου 2004. Υποστηρίζει, πάντως, ότι, όσον αφορά τη σύμβαση αυτή, το εν λόγω κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον προαναφερθέντα κανονισμό ακριβώς από 1ης Μαΐου 2004. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης ότι η παράβαση αυτή συνίσταται στη διατήρηση σε ισχύ της εν λόγω συμβάσεως μετά την ημερομηνία προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Μάλτας στην Ένωση.
16 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι από το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι το εισαγωγικό δικόγραφο πρέπει να προσδιορίζει το αντικείμενο της διαφοράς και να περιέχει συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών, καθώς και ότι ο προσδιορισμός αυτός πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής προκειμένου ο καθού να μπορεί να προετοιμάσει την άμυνά του και το Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Επομένως, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται μια προσφυγή πρέπει να προκύπτουν κατά τρόπο εύλογο και κατανοητό από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής, τα δε αιτήματα που περιλαμβάνει το δικόγραφο αυτό πρέπει να είναι διατυπωμένα κατά τρόπο μη διφορούμενο, ούτως ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος είτε να αποφανθεί το Δικαστήριο ultra petita είτε να παραλείψει να αποφανθεί επί κάποιας αιτιάσεως (βλ. αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 2008, C‑412/04, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2008, σ. I‑619, σκέψη 103, καθώς και της 15ης Ιουνίου 2010, C‑211/08, Επιτροπή κατά Ισπανίας, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
17 Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο από το γράμμα της αιτιολογημένης γνώμης, όσο και από τα αιτήματα του δικογράφου της προσφυγής της Επιτροπής προκύπτει κατά τρόπο μη διφορούμενο ότι η προβαλλόμενη από την Επιτροπή παράβαση εκ μέρους της Δημοκρατίας της Μάλτας των υποχρεώσεων που υπέχει από τον κανονισμό 3577/92 στηρίζεται στο γεγονός ότι, στις 16 Απριλίου 2004, το κράτος μέλος αυτό υπέγραψε την επίμαχη σύμβαση.
18 Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός ότι η Δημοκρατία της Μάλτας παρέβη, από 1ης Μαΐου 2004, τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον εν λόγω κανονισμό, δεν αντιστοιχεί στα αιτήματα του δικογράφου της προσφυγής.
19 Κατά συνέπεια, αν το Δικαστήριο αποφαινόταν επί ενός τέτοιου ισχυρισμού, κατόπιν εξετάσεως του βασίμου του, θα αποφαινόταν ultra petita.
20 Όσον αφορά το αντικείμενο της παραβάσεως, όπως αυτό προσδιορίζεται στο δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής, πρέπει να επισημανθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 2 της Πράξης προσχωρήσεως, ο κανονισμός 3577/92 δεν είχε εφαρμογή στη Δημοκρατία της Μάλτας, όπως παραδέχεται η Επιτροπή, παρά μόνον από 1ης Μαΐου 2004, ημερομηνία προσχωρήσεως του κράτους αυτού στην Ένωση (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C‑168/08, Hadadi, Συλλογή 2009, σ. I‑6871, σκέψη 26).
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 57 των προτάσεών της, η προσφυγή της Επιτροπής θα μπορούσε να ευδοκιμήσει μόνον εάν ο κανονισμός 3577/92 επέβαλλε στη Δημοκρατία της Μάλτας την τήρηση ορισμένων υποχρεώσεων πριν την ημερομηνία αυτή. Τέτοιες υποχρεώσεις στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς θα συνεπάγονταν, ιδίως, ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν, κατά την περίοδο πριν τεθεί σε εφαρμογή ως προς αυτά ο κανονισμός 3577/92, από τη σύναψη συμβάσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας κατά τρόπο μη σύμφωνο προς τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού αυτού.
22 Διαπιστώνεται, εντούτοις, ότι η Επιτροπή ουδόλως τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς που προέβαλε προς στήριξη της προσφυγής της, αναφορικά με την ύπαρξη ενδεχομένως τέτοιων υποχρεώσεων. Αντιθέτως, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 15 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε, τόσο με το υπόμνημά της απαντήσεως όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, κατά την άποψή της, το κράτος μέλος αυτό παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του κανονισμού 3577/92 από 1ης Μαΐου 2004, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του εν λόγω κανονισμού για τη Δημοκρατία της Μάλτας συνεπεία της προσχωρήσεώς της στην Ένωση.
23 Κατόπιν των ανωτέρω στοιχείων και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι λοιποί αμυντικοί ισχυρισμοί τους οποίους επικουρικώς προβάλλει η Δημοκρατία της Μάλτας, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον ο νικήσας διάδικος υπέβαλε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε και η Δημοκρατία της Μάλτας υπέβαλε σχετικό αίτημα, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η μαλτέζικη.
Top