Στην υπόθεση 265/83,
Benoît Suss, συνταξιούχος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος από τον Jacques Guinard, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο L. Schütz, 83, boulevard Grande-Duchesse-Charlotte,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπης των Ευρωπαϊκών Κοινοτητων, εκπροσωπούμενης από τον Δημήτριο Γκουλούση, σύμβουλο της νομικής υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Robert Andersen, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τις παροχές που οφείλονται δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων σε περίπτωση μόνιμης μερικής αναπηρίας λόγω ατυχήματος,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και Υ. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοίκησης
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα καθώς και οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1.
Το 1977 ο προσφεύγων έπεσε θύμα επίθεσης λόγω της οποίας υπέστη βλάβη της όρασης, τραυματισμό του κρανίου και βλάβη του αριστερού γόνατου, με επακόλουθο τη μόνιμη μερική αναπηρία η οποία τον περιήγαγε σε αδυναμία να ασκεί τα καθήκοντά του. Από 1ης Δεκεμβρίου 1979 χορηγήθηκε στον προσφεύγοντα σύνταξη αναπηρίας.
Προκειμένου η Επιτροπή να προσδιορίσει τις παροχές, ως ασφάλιση κατά κινδύνων ατυχήματος, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 73 του Κανονισμού στην περίπτωση αναπηρίας, διόρισε — σύμφωνα με το άρθρο 19, πρώτη περίπτωση, των κανόνων για την κάλυψη κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής «οι κανόνες») — τον ιατρό de Meersman για να συντάξει έκθεση περί των συνεπειών της επίθεσης. Ο ιατρός αυτός, με την από 25 Μαΐου 1979 έκθεση του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι διάφορες αναπηρίες έπρεπε να υπολογιστούν ως εξής:
—
από οφθαλμολογική άποψη: 25 ο/ο,
—
από νευρολογική άποψη: 10 ο/ο,
—
όσον αφορά το γόνατο: 2,25 ο/ο.
Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, βάσει αναλογικού υπολογισμού, προκύπτει συνολικό ποσοστό μόνιμης μερικής αναπηρίας 34 ο/ο.
Στις 24 Ιουλίου 1979, σύμφωνα με το άρθρο 21 των κανόνων, η Επιτροπή απέστειλε στον προσφεύγοντα σχέδιο απόφασης, βάσει αυτών των πορισμάτων του ιατρού de Meersman, με το οποίο του αναγγέλθηκε αποζημίωση για ποσοστό 34 ο/ο, ίση προς κεφάλαιο 3187129 βελγικών φράγκων.
Στις 7 Σεπτεμβρίου 1979, σύμφωνα με το άρθρο 21 των κανόνων, ο προσφεύγων ζήτησε να γνωματεύσει η υγειονομική επιτροπή του άρθρου 23 των κανόνων, ενόψει του γεγονότος ότι οι ιατροί οι οποίοι τον είχαν εξετάσει διαπίστωσαν υψηλότερα ποσοστά αναπηρίας. Ο προσφεύγων ζήτησε συγχρόνως να του καταβληθεί ως προσωρινή αποζημίωση το κεφάλαιο των 3187129 βελγικών φράγκων δυνάμει του άρθρου 20 των κανόνων.
Με έγγραφο της 22ας Οκτωβρίου 1979, η Επιτροπή απάντησε ότι το συνολικό ποσοστό 34 ο/ο μόνιμης μερικής αναπηρίας δεν μπορούσε να αποτελέσει ποσοστό ανεπίδεκτο αμφισβήτησης, διότι το ποσοστό αυτό επικάλυπτε τρεις ξεχωριστές αναπηρίες, η καθεμία από τις οποίες ήταν συζητήσιμη, εκτός του ποσοστού 25 ο/ο για τη βλάβη της όρασης. Κατά συνέπεια, καταβλήθηκε προσωρινά στον προσφεύγοντα κεφάλαιο 2343478 βελγικών φράγκων, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό αναπηρίας 25 ο/ο.
Στη συνέχεια ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή αντικείμενο της οποίας ήταν ιδίως η σύνθεση της υγειονομικής επιτροπής, η καταβολή συμπληρωματικής προσωρινής αποζημίωσης 12 ο/ο, καθώς και την καθυστέρηση στην καταβολή της αποζημίωσης. Μετά την άσκηση της προσφυγής, η Επιτροπή του κατέβαλε συμπληρωματική προσωρινή αποζημίωση 12 ο/ο. Με την απόφαση, της 14ης Ιουλίου 1981 (186/80, Συλλογή σ. 2041), το Δικαστήριο αφενός μεν αναγνώρισε την καταβολή αυτή, αφετέρου δε απέρριψε την προσφυγή.
2.
Στην υγειονομική επιτροπή μετείχαν ο ιατρός Jacques de Meersman, χειρούργος στο Arion, διορισθείς από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, ο ιατρός Jules Weber, γενικός παθολόγος στο Λουξεμβούργο, διορισθείς από τον προσφεύγοντα, και ο ιατρός Norbert Ketter, οφθαλμίατρος στο Λουξεμβούργο, διορισθείς με κοινή συμφωνία των δύο άλλων ιατρών. Οι τρεις αυτοί ιατροί ζήτησαν ομόφωνα τη γνωμάτευση του ιατρού François Daro, χειρούργου στο Λουξεμβούργο.
Στις 13 Ιουλίου 1982, οι τέσσερις αυτοί ιατροί εξέτασαν από κοινού τον προσφεύγοντα. Αυθημερόν συνέταξαν έκθεση την οποία απέστειλαν στην Επιτροπή.
Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι η υγειονομική επιτροπή αποτελείται από τους ιατρούς δε Meersman, Weber και Ketter και ότι ο ιατρός Daro κλήθηκε ως σύμβουλος. Η έκθεση υπογράφηκε και από τους τέσσερις ιατρούς. Στην έκθεση αναφέρεται ότι εξέτασαν τον προσφεύγοντα και μελέτησαν τις διάφορες εκθέσεις και πιστοποιητικά που περιείχε ο φάκελος. Οι ιατροί θεωρούν ως ημερομηνία σταθεροποίησης των βλαβών την 1η Απριλίου 1979. Από τις βλάβες προκύπτει ποσοστό μόνιμης αναπηρίας
—
για την απώλεια της όρασης του αριστερού οφθαλμού 25 ο/ο,
—
για την αναπηρία όσον αφορά το αριστερό γόνατο 8 °/ο,
—
για την αισθητική βλάβη 1 °/ο.
Αντίθετα, δεν υπήρχε καμιά αναπηρία από νευρολογική άποψη. Δεν συνέτρεχε καμιά ανάγκη για ειδική θεραπεία, παρατεταμένες μαλάξεις, ηλεκτροθεραπεία, λουτροθεραπεία κλπ. Προφανής και αισθητή βλετίωση δεν είναι δυνατό να επέλθει με καμιά περαιτέρω θεραπευτική αγωγή. Συνεπώς, η συνολική αναπηρία του προσφεύγοντα καθορίστηκε σε 34 ο/ο, «με ομοφωνία των τεσσάρων παρόντων ιατρών».
Στις 3 Φεβρουαρίου 1983, η Επιτροπή πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι υιοθετούσε τα πορίσματα της ιατρικής έκθεσης. Κατά συνέπεια,
—
κάλεσε τον προσφεύγοντα να επιστρέψει το ποσό των 281218 βελγικών φράγκων, που αντιπροσώπευε τη διαφορά μεταξύ του κεφαλαίου των 3468347 βελγικών φράγκων, που καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου ως προσωρινή αποζημίωση για ποσοστό αναπηρίας 37 ο/ο, και της οφειλόμενης αποζημίωσης για ποσοστό αναπηρίας 34 ο/ο που έγινε οριστικά δεκτό
—
πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι αχρεωστήτως του αποδόθηκε το 100 ο/ο των εξόδων θεραπείας, βάσει του άρθρου 73, παράγραφος 3, του Κανονισμού, μετά την 1η Απριλίου 1979, δηλαδή ποσό 24992 βελγικών φράγκων, και ότι το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί επομένως από μελλοντικά ιατρικά έξοδα που θα ζητήσει να του αποδοθούν
—
πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι, στο μέτρο που η γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής δεν ήταν σύμφωνη προς το σχέδιο απόφασης της αρχής η οποία του είχε αναγνωρίσει αρχικά ποσοστό μόνιμης μερικής αναπηρίας 37 0/0, δεν θα επιβαρυνόταν με την αμοιβή του ιατρού που τον εκπροσώπησε καθώς και με το ήμισυ της αμοιβής του τρίτου ιατρού.
3.
Με έγγραφο που περιήλθε στην Επιτροπή στις 25 Απριλίου 1983, ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της παραπάνω απόφασης της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής καθώς και της ιατρικής έκθεσης στην οποία στηρίζεται η απόφαση αυτή.
Με έγγραφο της 3ης Οκτωβρίου 1983, η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι η ιατρική έκθεση δεν μπορούσε να προσβληθεί με ένσταση και ότι ήσαν αβάσιμες οι αιτιάσεις που διατύπωσε ο προσφεύγων κατά της σύνθεσης και της διαδικασίας της υγειονομικής επιτροπής, καθώς και κατά του περιεχομένου της έκθεσης της.
ΙΙ — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα
1.
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Νοεμβρίου 1983, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Με την προσφυγή του ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει την ακυρότητα της έκθεσης της υγειονομικής επιτροπής
—
να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, δηλαδή την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1983 και, καθόσον παρίσταται ανάγκη, τη σιωπηρή απόφαση της 25ης Αυγούστου 1983
—
να κρίνει ότι δικαιούται σύνταξης αναπηρίας υπολογιζόμενης σε ποσοστό 56 %
—
να ορίσει ως ημέρα σταθεροποίησης για μεν τις νευρολογικές και οφθαλμολογικές βλάβες την 1η Απριλίου 1979, για δε τις βλάβες του μηνίσκου τις 4 Μαΐου 1982
—
εν πάση περιπτώσει, να κρίνει ότι τα ποσοστά αναπηρίας που είχαν γίνει δεκτά κατά την καταβολή της προσωρινής αποζημίωσης είναι οριστικά και να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη για τις αμφισβητούμενες ακόμη βλάβες
—
να κρίνει ότι απαιτείται λουτροθεραπεία, αν όχι για να παύσει, τουλάχιστον για να επιβραδυνθεί η δημιουργία αρθρίτιδας και βλάβης του μηνίσκου
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Με την απάντηση του ο προσφεύγων ζητεί επιπλέον από το Δικαστήριο :
—
να υποχρεώσει την Επιτροπή να του καταβάλει το ποσό των 50000 βελγικών φράγκων βάσει των διατάξεων του άρθρου 73 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου,
—
να του επιδικάσει ως αποζημίωση τόκους επί της απαίτησης του, διότι η Επιτροπή καταχρηστικά καθυστερεί να του καταβάλει το ποσό αυτό.
2.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο :
—
να απορρίψει την προσφυγή ως εν μέρει απαράδεκτη και ως αβάσιμη κατά τα λοιπά'
—
να κρίνει κατά νόμο ως προς τα δικαστικά έξοδα.
3.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορικήδιαδι-κασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επί τov παραδεκτού
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή μόνο στο μέτρο που ζητείται η ακύρωση της γνωμάτευσης της υγειονομικής επιτροπής και της σύμφωνης απόφασης της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, καθώς επίσης και στο μέτρο που ζητείται να αναγνωριστεί ότι το ποσοστό μόνιμης μερικής αναπηρίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 34 %. Κατά τα λοιπά η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την υγειονομική επιτροπή και την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, διατυπώνοντας ιατρικές κρίσεις για τη φύση και τη βαρύτητα των σωματικών βλαβών του προσφεύγοντος, το βαθμό αναπηρίας που προκύπτει, την ημερομηνία που σταθεροποιήθηκαν οι εν λόγω βλάβες, συνιστώντας θεραπείες και αποφασίζοντας για τις διοικητικής φύσης συνέπειες μιας τέτοιας ιατρικής γνωμάτευσης. Η Επιτροπή αναφέρεται συγκεκριμένα στην απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Μαΐου 1981 (Morbelli, 156/80, Συλλογή σ. 1357) και τονίζει ότι ο έλεγχος που ασκεί το Δικαστήριο επί των κρίσεων της υγειονομικής επιτροπής πρέπει να περιορίζεται σε θέματα που αφορούν τη σύνθεση της και την κανονική της λειτουργία.
Ο προσφεύγων φρονεί ότι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης επιβάλλει σε κάθε δικαιο-δοτικό όργανο να ελέγχει τουλάχιστον την προφανή πλάνη των ιατρικών κρίσεων που εξετάζει και οι οποίες προκαθορίζουν την έκβαση της δίκης. Το αρμόδιο δικαστήριο για διαφορά από καταβολή αποζημίωσης, πλην της περίπτωσης που δεν εκδίδει οριστική απόφαση επί της διαφοράς, δεν μπορεί παρά να προσδιορίσει το ύψος της αποζημίωσης που οφείλεται στον προσφεύγοντα. Εναπόκειται επομένως στο Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση να καθορίσει το ποσοστό μόνιμης μερικής αναπηρίας, καθώς επίσης και τα αναγκαία χρηματικά επακόλου9ά του.
Β — Επί της ουσίας
1. Ως προς τη σύνθεση της υγειονομικής επιτροπής
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι τόσο η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής όσο και η απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1983 φέρουν το στίγμα διαδικαστικής πλημμέλειας καθόσον τέσσερις ιατροί υπέγραψαν την έκθεση της υγειονομικής επιτροπής και συγκεκριμένα ο ιατρός Daro, ο οποίος κλήθηκε ως σύμβουλος. Το άρθρο 23 των κανόνων αναφέρει περιοριστικά όχι μόνο τον αριθμό των ιατρών, που μπορούν να μετάσχουν στην υγειονομική επιτροπή, αλλά ακόμη και την αποκλειστική αρμοδιότητα των ιατρών αυτών προς σύνταξη της έκθεσης. Σε περίπτωση που τέταρτος ιατρός, καλούμενος ως σύμβουλος, υπογράφει την έκθεση, τότε υπερβαίνει τις αρμοδιότητες του ως σύμβουλος. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ένας ιατρός σύμβουλος να μετέχει ουσιαστικά και ενεργητικά στη λήψη οριστικής απόφασης και στη σύνταξη έκθεσης.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ήταν κανονική η σύνθεση της υγειονομικής επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 1, των κανόνων. Δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ως ελάττωμα της διαδικασίας το γεγονός ότι ο ιατρός που κλήθηκε ως σύμβουλος συμφώνησε με την έκθεση της υγειονομικής και την υπέγραψε. Η σύμφωνη γνώμη του ιατρού συμβούλου όχι μόνο δεν προκαλεί βλάβη στον προσφεύγοντα, αλλά απεναντίας αποτελεί γι' αυτόν συμπληρωματική εγγύηση. Η Επιτροπή τονίζει επιπλέον ότι η υγειονομική επιτροπή δεν είναι δικαιοδοτικό όργανο και ότι δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή οι κανόνες που αφορούν τη σύνθεση και τη λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων.
2. Ως προς την απόρριψη του ποσοστού αναπηρίας που είχε αναγνωριστεί προηγουμένως ως οριστικό
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή είχε την υποχρέωση, εν πάση περιπτώσει, να υιοθετήσει το ποσοστό αναπηρίας που είχε αναγνωριστεί προηγουμένως ως οριστικό.
Η Επιτροπή του είχε καταβάλει προσωρινή αποζημίωση για ποσοστό 37 ο/ο. Με τον τρόπο αυτό αναγνώρισε ότι ο προσφεύγων τη δικαιούνταν. Η μεταγενέστερη μείωση του ποσοστού αυτού αναπηρίας συνιστά παράβαση του άρθρου 20, τρίτη παράγραφος, των κανόνων, σύμφωνα με το οποίο η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή χορηγεί προσωρινή αποζημίωση για το «μη αμφισβητούμενο τμήμα του ποσοστού μόνιμης αναπηρίας». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η υγειονομική επιτροπή όφειλε να περιοριστεί μόνο στην εξέταση του αμφισβητούμενου τμήματος και ότι το κοινοτικό όργανο δεν μπορεί να μειώσει το προσοστό στο οποίο έχει συναινέσει, καταβάλλοντας την προσωρινή αποζημίωση. Επειδή η υγειονομική επιτροπή δεν τήρησε τα όρια αυτά, ενήργησε υπό αντικανονικές συνθήκες, οπότε το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει πλήρη έλεγχο για το βάσιμο των εν λόγω εκτιμήσεων.
Έπεται ότι η υγειονομική επιτροπή όφειλε να δεχτεί ως οριστικό, τουλάχιστον, το ποσοστό 25 ο/ο για την απώλεια της όρασης του αριστερού οφθαλμού και 10 ο/ο για το νευρολογικό σύνδρομο, ποσοστά τα οποία έγιναν δεκτά με την έκθεση της 25ης Μαΐου 1979. Προσθέτοντας το ποσοστό 8 % που αναγνώρισε η υγειονομική επιτροπή ως βλάβη του αριστερού γόνατου και 1 ο/ο ως αισθητική βλάβη, η υγειονομική επιτροπή όφειλε να καταλήξει στο ελάχιστο ποσοστό 44 %.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η άποψη αυτή του προσφεύγοντος έρχεται σε αντίθεση προς το περιεχόμενο του άρθρου 20, τρίτη παράγραφος, των κανόνων. Περίπτωση για χορήγηση προσωρινής αποζημίωσης συντρέχει όταν αναμένεται η σταθεροποίηση των σωματικών 6λα6ών και όταν οι ιατροί δεν είναι σε θέση ακόμη να προσδιορίσουν οριστικά το βαθμό αναπηρίας, θεωρούν όμως ότι θα είναι τουλάχιστον 20 ο/ο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ιατρός που ορίστηκε υπολόγισε το ποσοστό μόνιμης μερικής αναπηρίας σε 34 ο/ο. Το σχέδιο απόφασης δυνάμει του άρθρου 19 των κανόνων, το οποίο απηύθυνε μ' αυτή τη βάση η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στον προσφεύγοντα, εξηρτάτο ρητά από την αποδοχή εκ μέρους του ενδιαφερομένου της πρότασης αυτής. Εφόσον ο προσφεύγων δεν την αποδέχτηκε, η πρόταση κατέστη ανενεργής. Τότε, το μη αμφισβητούμενο τμήμα αποτελούνταν μόνο από ποσοστό 25 ο/ο.
Δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι η υγειονομική επιτροπή δεσμεύεται από τις γνωματεύσεις των ιατρών που όρισε το κοινοτικό όργανο, υπό την έννοια ότι μπορεί να τις τροποποιήσει μόνον αν είναι ευνοϊκότερες για τον υπάλληλο. Η υγειονομική επιτροπή διαθέτει πλήρη ελευθερία εκτιμήσεως και δεν δεσμεύεται καθόλου από τα πορίσματα του ιατρού που όρισε το κοινοτικό όργανο. Με την απόφαση του της 21ης Μαΐου 1981 (Morbelli, η οποία έχει προαναφερθεί), το Δικαστήριο απέδωσε μεγάλη σημασία στην επιστημονική ελευθερία των ιατρών που απαρτίζουν την υγειονομική επιτροπή.
Αν η Επιτροπή, κατά τη διεξαγωγή της προηγούμενης δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου μεταξύ των διαδίκων, συνήνεσε στο να καταβάλει στον προσφεύγοντα συμπληρωματική προσωρινή αποζημίωση 12 %.αυτό έγινε από πνεύμα συνδιαλλαγής, χωρίς καμιά αναγνώριση ζημιογόνο για την Επιτροπή και με κάθε γενική επιφύλαξη, ιδίως δε υπό την επιφύλαξη της μελλοντικής γνωμάτευσης της υγειονομικής επιτροπής και της απόφασης που θα ελάμβανε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, με βάση τη γνωμάτευση αυτή. Υπότις προϋποθέσεις αυτές, αποτελεί παραποίηση της αλήθειας ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει ότι ο ενδιαφερόμενος είχε υποστεί μόνιμη μερική αναπηρία τουλάχιστον ποσοστού 34 ο/ο και δικαιούνταν συνεπώς αντίστοιχη προσωρινή αποζημίωση.
Όσον αφορά τη συμπληρωματική αυτή καταβολή του 12 ο/ο, ο προσφεύγων τονίζει ότι εισέπραξε το ποσό αυτό, αφού είχε ήδη προσφύγει σχετικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την απόφαση του της 14ης Ιουλίου 1981, το Δικαστήριο έκρινε ρητά ότι ο προσφεύγων είχε ικανοποιηθεί ως προς το σημείο αυτό. Με τον πρόπο αυτό, το Δικαστήριο διαπίστωσε κατ' ανάγκη ότι είχαν οριστικό χαρακτήρα τόσο η προσωρινή αποζημίωση που καταβλήθηκε όσο και το μη αμφισβητούμενο ποσοστό αναπηρίας βάσει του οποίου καταβλήθηκε η αποζημίωση αυτή.
3. Ως προς τον υπολογισμό εκ μέρους της υγειονομικής επιτροπής του ποσοστού αναπηρίας λόγω των βλαβών στα γόνατα
Ο προσφεύγων αμφισβητεί στη συνέχεια τις εκτιμήσεις της υγειονομικής επιτροπής όσον αφορά τις βλάβες των γονάτων. Θεωρεί ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η διαπίστωση ότι οι βλάβες περιορίζονται στο 8 ο/ο για το αριστερό γόνατο και ότι είναι ανύπαρκτες για το δεξιό. Η κρίση αυτή βασίζεται σε ιατρική εξέταση η οποία ήταν συνοπτικότατη, καθόσον οι ιατροί περιορίστηκαν να εξετάσουν τον προσφεύγοντα καθιστό, να μετρήσουν την περιφέρεια των γονάτων και του ζήτησαν να ανασηκώσει το κάτω μέρος της περισκελίδας του. Από μια τέτοια «εξέταση» αποδεικνύεται ότι οι ιατροί δεν επέδειξαν την ελάχιστη απαιτούμενη επιμέλεια. Ο προσφεύγων επικαλείται κατά της έκθεσης της υγειονομικής επιτροπής δυο ιατρικές πραγματογνωμοσύνες που ζήτησε ο ίδιος από τον καθηγητή Chaumont, διευθυντή του Ινστιτούτου Ιατροδικαστικής του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου και τον καθηγητή Schmitt της Ιατρικής Σχολής του Nancy. Ο πρώτος βεβαίωσε ποσοστό αναπηρίας 12 % για τις βλάβες του αριστερού γόνατου και 8 % για τις βλάβες του δεξιού. Ο δεύτερος, αφού διαπίστωσε προσοστό αναπηρίας 15 % για το αριστερό γόνατο, με δεύτερη γνωματευση του έκρινε ότι οι βλάβες για τα δυο γόνατα έπρεπε να υπολογιστούν σε 20 %, σύμφωνα με τον πίνακα αναπηρίας της ασφάλισης κατά ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ενόψει σοβαρών κενών και ανεπαρκειών της έκθεσης της υγειονομικής επιτροπής, το Δικαστήριο θα μπορούσε να δεχτεί τα πορίσματα των δυο ιατρών, των οποίων δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ούτε η ηθική ακεραιότητα ούτε η άριστη κατάρτιση.
Από τα παραπάνω προκύπτει συνολικό ποσοστό αναπηρίας 56 %, δηλαδή 25 % για την απώλεια της όρασης, 10 % για το νευρολογικό σύνδρομο, 20 % για τις βλάβες των γονάτων και 1 % για αισθητική βλάβη. Το ποσοστό αυτό αναπηρίας είχε άλλωστε αναγνωριστεί στον προσφεύγοντα από τις εθνικές αρχές του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.
Ενόψει τέτοιων πλημμελειών, η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να χρησιμεύσει ως βάση για τη διοικητική απόφαση.
Η Επιτροπή τονίζει τα όρια που επιβάλλονται για τον έλεγχο του Δικαστηρίου, όσον αφορά τις κατ' εξοχήν ιατρικές κρίσεις, οι οποίες πρέπει να θεωρούνται ως οριστικές υπό κανονικές συνθήκες. Στην προκειμένη περίπτωση, η υγειονομική επιτροπή είχε κανονική σύνθεση. Η έκθεση της έφερε τις υπογραφές τεσσάρων διακεκριμένων ιατρών, οι οποίοι γνωμάτευσαν μετά από ακρόαση του ασθενούς, οφθαλμολογική εξέταση, εξέταση του μετακινη-τήριου μηχανήματος, καθώς και μετά από εξέταση και συζήτηση του ιατρικού φακέλου, στον οποίο συμπεριελαμβάνοντο οι εκθέσεις των ιατρών Schmitt και Chaumont, οι οποίοι γνωμάτευσαν προσωπικά κατόπιν πρωτοβουλίας του προσφεύγοντος. Ο ιατρός που όρισε ο προσφεύγων μετέσχε σε όλες τις εργασίες της υγειονομικής επιτροπής και συμφώνησε με τα πορίσματα της. Δεν συντρέχει κανείς λόγος να τεθεί υπό αμφισβήτηση η σοβαρότητα των εργασιών αυτών και να αποδοθεί μεγαλύτερη πίστη στις εκθέσεις ιατρών που συμβουλεύθηκε προσωπικά ο προσφεύγων.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1984 η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Andersen, ανέπτυξε προφορικά τις παρατηρήσεις της και απάντησε στις προφορικές ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο στη συνεδρίαση αυτή δεν παρέστη εκπρόσωπος του προσφεύγοντος.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 25ης Οκτωβρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Νοεμβρίου 1983, ο Benoît Suss, συνταξιούχος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί στην ουσία την ακύρωση έκθεσης της υγειονομικής επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1982, και εγγράφου της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1983, περί του καθορισμού του ποσοστού μόνιμης μερικής αναπηρίας του προσφεύγοντος και περί του προσδιορισμού των παροχών που του οφείλονται, δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, λόγω της αναπηρίας αυτής.
2
Το 1977 ο προσφεύγων έπεσε θύμα επίθεσης και υπέστη σωματικές βλάβες με συνέπεια τη μόνιμη μερική αναπηρία, που τον περιήγαγε σε αδυναμία ασκήσεως των καθηκόντων του και της οποίας το ποσοστό αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας δίκης. Λόγω της αναπηρίας αυτής, χορηγείται στον προσφεύγοντα σύνταξη αναπηρίας. Το άρθρο 73 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων του παρέχει επίσης δικαίωμα αποζημίωσης υπό μορφήν καταβολής κεφαλαίου, που υπολογίζεται βάσει του ποσοστού αναπηρίας, καθώς και κάλυψη κατά 100 ο/ο των εξόδων ιατρικής περίθαλψης λόγω του ατυχήματος.
3
Σε έκθεση της 25ης Μαΐου 1979, ο ιατρός που όρισε η Επιτροπή για τον καθορισμό των παροχών που οφείλονται στον προσφεύγοντα δυνάμει του άρθρου 73 του Κανονισμού, υπολόγισε την αναπηρία σε 25 ο/ο για την όραση, σε 10 ο/ο για νευρολογική βλάβη και σε 2,25 ο/ο για τις βλάβες στο γόνατο, δηλαδή συνολικό ποσοστό αναπηρίας 34 ο/ο, σύμφωνα με αναλογικό υπολογισμό γνωστό ως «κανόνα του Balthazar». Βάσει αυτής, η Επιτροπή απέστειλε στον προσφεύγοντα στις 24 Ιουλίου 1979 σχέδιο απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 21 των κανόνων για την κάλυψη κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής «οι κανόνες»).
4
Ο προσφεύγων δεν αποδέχτηκε το σχέδιο αυτό και αμφισβήτησε τις ιατρικές κρίσεις του ιατρού και την εφαρμογή του «κανόνα του Balthazar». Ζήτησε να γνωματεύσει η υγειονομική επιτροπή του άρθρου 23 των κανόνων. Συγχρόνως ζήτησε να του χορηγηθεί προσωρινή αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 20 των κανόνων για το μη αμφισβητούμενο τμήμα του ποσοστού αναπηρίας η αίτηση του έγινε δεκτή από την Επιτροπή μόνο για ποσοστό αναπηρίας 25 ο/ο. Στη συνέχεια η Επιτροπή, με έγγραφο της 30ής Ιανουαρίου 1980, αναγνώρισε ότι οι κανόνες αποκλείουν οιαδήποτε μείωση σύμφωνα με τον «κανόνα του Balthazar» και ότι το συνολικό ποσοστό μόνιμης μερικής αναπηρίας προκύπτει από την πρόσθεση των διαφόρων επί μέρους ποσοστών.
5
Η σύνδεση της υγειονομικής επιτροπής και η χορήγηση πρόσθετης προσωρινής αποζημίωσης 12 ο/ο αποτέλεσαν αντικείμενο της προσφυγής 168/80 ενώπιον του Δικαστηρίου. Μετά την άσκηση της προσφυγής αυτής, η Επιτροπή κατέβαλε στον προσφεύγοντα, ως πρόσθετη προσωρινή αποζημίωση, ποσό αντιστοιχούν σε ποσοστό αναπηρίας 12 ο/ο, το οποίο προστέθηκε στο ποσό που είχε ήδη καταβληθεί για ποσοστό 25 ο/ο. Από τις σχετικές δηλώσεις της Επιτροπής προκύπτει ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε «αναμένοντας τα πορίσματα της υγειονομικής επιτροπής». Με την απόφαση του της 14ης Ιουλίου 1981 (Συλλογή σ. 2041), το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτός ο λόγος της προσφυγής είχε καταστεί άνευ αντικειμένου.
6
Η υγειονομική επιτροπή, συγκείμενη από τρεις ιατρούς, συνεδρίασε στις 13 Ιουλίου 1982 παρουσία τέταρτου ιατρού, του ιατρού Daro, χειρούργου στο Λουξεμβούργο, ο οποίος κλήθηκε ως σύμβουλος με ομόφωνη γνώμη των τριών μελών της υγειονομικής επιτροπής. Σύμφωνα με την έκθεση που συνέταξε η υγειονομική επιτροπή, αφού εξέτασε τον προσφεύγοντα και μελέτησε τα διάφορα πιστοποιητικά και εκθέσεις που περιέχονται στο φάκελο, το συνολικό ποσοστό αναπηρίας υπολογίστηκε σε 34 ο/ο, δηλαδή 25 ο/ο για την απώλεια της όρασης του αριστερού οφθαλμού, 8 ο/ο για τις βλάβες στο αριστερό γόνατο και 1 1% για την αισθητικής φύσεως βλάβη. Επιπλέον η επιτροπή όρισε την 1η Απριλίου ως ημέρα σταθεροποίησης των σωματικών βλαβών και έκρινε ότι δεν συνέτρεχε καμιά ανάγκη περαιτέρω θεραπείας. Σύμφωνα με την ιατρική έκθεση, στο πόρισμα αυτό κατέληξαν «ομόφωνα οι τέσσερις παρόντες ιατροί από τους οποίους συντίθεται εγκύρως η υγειονομική επιτροπή». Η έκθεση υπογράφεται από τα τρία μέλη της υγειονομικής επιτροπής και τον ιατρό Daro.
7
Στις 3 Φεβρουαρίου 1983, η Επιτροπή γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα ότι υιοθέτησε τα πορίσματα της έκθεσης αυτής και, συνεπώς, ο προσφεύγων όφειλε να επιστρέψει ποσό 281218 βελγικών φράγκων, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της προσωρινής αποζημίωσης που είχε εισπράξει βάσει ποσοστού αναπηρίας 37 ο/ο και του κεφαλαίου που προκύπτει από το ποσοστό που ορίστηκε σε 34 0/0. Η Επιτροπή έκρινε επιπλέον ότι αχρεωστήτως είχε αποδοθεί στον προσφεύγοντα το 100 ο/ο των ιατρικών εξόδων βάσει του άρθρου 73, παράγραφος 3, του κανονισμού, από 1ης Απριλίου 1979, δηλαδή ποσό 24 992 βελγικών φράγκων, το ποσό δε αυτό επομένως θα αφαιρούνταν από προσεχείς αποδόσεις ιατρικών εξόδων.
8
Στις 25 Απριλίου 1983, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού κατά της έκθεσης της υγειονομικής επιτροπής και κατά της απόφασης αυτής της Επιτροπής, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1983, οπότε ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με την οποία ζητεί:
—
να ακυρωθεί η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής και η απόφαση της Επιτροπής της 3ης Φεβρουαρίου 1983 ·
—
να καταβληθεί αποζημίωση για ποσοστό αναπηρίας 56 ο/ο*
—
να οριστεί ως ημέρα σταθεροποίησης των νευρολογικών και οφθαλμολογικών βλαβών η 1η Απριλίου 1979, των δε βλαβών του μηνίσκου η 4η Μαΐου 1982 και να κριθεί ότι συντρέχει ανάγκη λουτροθεραπείας·
—
εν πάση περιπτώσει, να αναγνωριστούν ως οριστικά τα ποσοστά ανικανότητας που έγιναν δεκτά κατά την καταβολή της προσωρινής αποζημίωσης και να διαταχτεί νέα πραγματογνωμοσύνη για τις αμφισβητούμενες βλάβες·
—
να καταβληθεί επιπλέον ποσό 50000 βελγικών φράγκων και τόκοι υπερημερίας επί του ποσού της αποζημίωσης, λόγω της καταχρηστικής βραδύτητας για την εκκαθάριση της.
Ως προς την υγειονομική επιτροπή
9
Προς υποστήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλειότι η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής πάσχει διαδικαστική πλημμέλεια, καθόσον ένας ιατρός που δεν μετείχε στη σύνθεση της επιτροπής έλαβε εντούτοις μέρος στις συσκέψεις της και υπέγραψε την έκθεση της. Η υγειονομική επιτροπή όφειλε να δεχτεί τουλάχιστον τα ποσοστά αναπηρίας που είχε προηγουμένως αναγνωρίσει ο ιατρός τον οποίο διόρισε η Επιτροπή καθώς και η ίδια η Επιτροπή κατά την καταβολή της προσωρινής αποζημίωσης. Επιπλέον, η υγειονομική επιτροπή, υποβάλλοντας τον προσφεύγοντα σε υπερβολικά συνοπτική εξέταση, υπολόγισε κακώς τις σωματικές βλάβες που υπέστη στα δυο γόνατα, οι οποίες έπρεπε να υπολογιστούν σε ποσοστό αναπηρίας 20 ο/ο, ποσοστό το οποίο αναγνώρισαν δυο διακεκριμένοι ιατροί τους οποίους συμβουλεύτηκε.
10
Η Επιτροπή φρονεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη κατά το μέτρο που ο προσφεύγων ζητεί να υποκαταστήσει το Δικαστήριο τη δική του κρίση με τις κρίσεις της υγειονομικής επιτροπής και της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής. Υποστηρίζει εξάλλου ότι η σύμφωνη γνώμη ενός τέταρτου ιατρού δεν συνιστά πλημμέλεια της έκθεσης της υγειονομικής επιτροπής. Η ελεύθερη ιατρική κρίση της υγειονομικής επιτροπής δεν μπορεί να περιοριστεί από προηγούμενες κρίσεις. Κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση η σοβαρότητα των εργασιών της υγειονομικής επιτροπής, η οποία έλαβε υπόψη στην έκθεση της ιατρικά πιστοποιητικά που προσκόμισε ο προσφεύγων.
11
Πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 21ης Μαΐου 1981 (Morbelli κατά Επιτροπής, 156/80, Συλλογή σ. 1357), ότι τα άρθρα 19 έως 20 των κανόνων αποβλέπουν στο να ανατίθεται σε ιατρικούς πραγματογνώμονες η κρίση του συνόλου των ιατρικών ζητημάτων που αναφέρονται στη λειτουργία του συστήματος ασφάλισης που θεσπίζεται από τους κανόνες. Η πρόθεση να διευθετούνται οριστικά όλα τα ζητήματα ιατρικής φύσης στο στάδιο αυτό, σε περίπτωση διαφωνίας, υλοποιείται με την οργάνωση της διαδικασίας αυτής για υποβολή ενστάσεων και τη μέριμνα των διατάξεων αυτών για να εξασφαλίσουν την ισορροπία και την αντικειμενικότητα των υγειονομικών επιτροπών. Υπό τις συνθήκες αυτές, τα ένδικα μέσα που προβλέπει ο κανονισμός δεν μπορούν κατ' αρχήν να ασκηθούν παρά μόνο για να επιτευχθεί περιορισμένος έλεγχος του Δικαστηρίου επί των ζητημάτων που αναφέρονται στη συγκρότηση και την κανονική λειτουργία των υγειονομικών επιτροπών. Ο έλεγχος του Δικαστηρίου δεν μπορεί να επεκταθεί στις καθαυτό ιατρικές κρίσεις.
12
Υπό το φως των σκέψεων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι εν προκειμένω η σύνθεση της υγειονομικής επιτροπής ήταν η προσήκουσα, σύμφωνα με το άρθρο 23 των κανόνων, με τη συμμετοχή δυο ιατρών που όρισαν τα δυο ενδιαφερόμενα μέρη και τρίτου ιατρού που όρισαν με κοινή συμφωνία αυτοί οι δυο. Δεν απαγορεύεται στην υγειονομική επιτροπή να συμβουλεύεται, με κοινή συμφωνία, άλλους ιατρούς αν το κρίνει ενδεδειγμένο, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση η φύση των κρινόμενων σωματικών βλαβών απαιτεί τη γνωμάτευση ειδικού. Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ως διαδικαστική πλημμέλεια το γεγονός ότι ο ιατρός που κλήθηκε κατά τον τρόπο αυτό ως σύμβουλος ήταν παρών, υπό την ιδιότητά του αυτή, στη σύσκεψη της υγειονομικής επιτροπής και υπέγραψε την έκθεση της.
13
Καμιά διάταξη των κανόνων δεν επιβάλλει στην υγειονομική επιτροπή να θεωρήσει ως οριστικό το περιεχόμενο των ιατρικών εκθέσεων ή άλλων προηγούμενων γνωματεύσεων. Πράγματι, η αποστολή με την οποία είναι επιφορτισμένη η επιτροπή αυτή, δηλαδή να εκφέρει την κρίση της επί ιατρικών ζητημάτων με κάθε αντικειμενικότητα και ανεξαρτησία, επιβάλλει να διαθέτει πλήρη ελευθερία κρίσης. Δεν είναι συνεπώς δυνατό να προσαφθεί στην υγειονομική επιτροπή ότι, όσον αφορά ορισμένες σωματικές βλάβες του προσφεύγοντος, κατέληξε σε πορίσματα διαφορετικά από εκείνα του ιατρού που είχε ορίσει προηγουμένως η Επιτροπή, της ίδιας της Επιτροπής στο σχέδιο αποφάσεως της η άλλων ιατρών που συμβουλεύτηκε ο προσφεύγων.
14
Όσον αφορά τις βλάβες στα γόνατα, από την έκθεση της υγειονομικής επιτροπής προκύπτει ότι αυτή εξέτασε τις σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις που προσκόμισε ο προσφεύγων. Κανένα στοιχείο εξάλλου δεν επιτρέπει να υποτεθεί ότι τα σχετικά πορίσματα στα οποία κατέληξε η υγειονομική επιτροπή επί του σημείου αυτού είναι αποτέλεσμα παρατυπίας που μπορεί να θίξει το κύρος των εργασιών της.
15
Από το παραπάνω προκύπτει ότι η προσφυγή δεν είναι βάσιμη κατά το μέτρο που ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει τις ιατρικές κρίσεις της υγειονομικής επιτροπής ή να αποφανθεί επί ζητημάτων ιατρικής φύσης που έχει εξετάσει η υγειονομική επιτροπή ή να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη.
Ως προς την απόφαση της Επιτροπής για το ποσοστό αναπηρίας και την ημέρα σταθεροποίησης των βλαβών
16
Ο προσφεύγων υποστηρίζει επιπλέον ότι η Επιτροπή δεσμεύεται από το ποσοστό αναπηρίας που αναγνώρισε αρχικά ο ιατρός τον οποίο όρισε η Επιτροπή, καθώς και η ίδια η Επιτροπή με το σχέδιο απόφασης της της 24ης Ιουλίου 1979 και κατά την καταβολή της πρόσθετης προσωρινής αποζημίωσης 12 %. Η Επιτροπή δεν δικαιούται να μεταβάλει εις 6άρος του προσφεύγοντος την αρχική της κρίση μετά τη διοικητική ένσταση και αφότου επελήφθη του θέματος η υγειονομική επιτροπή. Αυτό δεν ισχύει μόνο για το συνολικό ποσοστό, αλλά και για καθένα από τα διάφορα στοιχεία που το αποτελούν. Προσθέτοντας τα ευνοϊκότερα επιμέρους ποσοστά που έγιναν δεκτά αφενός από ιατρική έκθεση της 25ης Μαΐου 1979 και αφετέρου από την υγειονομική επιτροπή, ο προσφεύγων δικαιούται τουλάχιστον ποσοστό 44 %. Σε καμιά περίπτωση η Επιτροπή δεν δικαιούται να ζητήσει την απόδοση του ποσού που κατέβαλε ως προσωρινή αποζημίωση.
17
Η Επιτροπή αντιτάσσει τον ισχυρισμό ότι στην απόφαση της ουδόλως δεσμεύεται από προηγούμενες κρίσεις. Το σχέδιο απόφασης της το οποίο ο προσφεύγων δεν αποδέχτηκε, καθώς και η καταβολή προσωρινής αποζημίωσης, υπό την επιφύλαξη μεταγενέστερων αποφάσεων δεν έχουν κανένα οριστικό χαρακτήρα. Το περιεχόμενό τους επομένως δεν μπορεί να δεσμεύει την τελική απόφαση της Επιτροπής.
18
Σχετικά πρέπει να γίνει δεκτό ότι, δυνάμει των κανόνων και ιδίως των άρθρων 16 έως 18, στη διοίκηση εναπόκειται σε πρώτη φάση να διεξαγάγει έρευνα και ιδίως να ζητήσει οποιαδήποτε ιατρική πραγματογνωμοσύνη αναγκαία για την εφαρμογή των κανόνων. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, η διοίκηση δεν δεσμεύεται από τα πορίσματα ιατρού που όρισε η ίδια- είναι ελεύθερη να υιοθετήσει ή όχι τα πορίσματα αυτά ή να ζητήσει περαιτέρω πραγματογνωμοσύνη. Ο υπάλληλος ή οι έλκοντες εξ αυτού δικαιώματα δεν μπορούν να επηρεάσουν τη διεξαγωγή της έρευνας αυτής και να επιβάλουν ιατρικές πραγματογνωμοσύνες. Κατά τη λήξη της πρώτης αυτής φάσης της διαδικασίας, η διοίκηση καθορίζει τη στάση που κρίνει αντικειμενικά εύλογη και εκθέτει τα πορίσματά της σε σχέδιο απόφασης που κοινοποιεί στον υπάλληλο ή τους έλκοντες εξ αυτού δικαιώματα, σύμφωνα με το άρθρο 21 των κανόνων.
19
Μετά την κοινοποίηση αυτή, το άρθρο 21, δεύτερο εδάφιο, των κανόνων παρέχει στον υπάλληλο ή στους έλκοντες εξ αυτού δικαιώματα τη δυνατότητα υποβολής ένστασης κατά των πορισμάτων στα οποία κατέληξε η διοίκηση με το σχέδιο απόφασης της, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να απευθυνθούν στην υγειονομική επιτροπή που προβλέπεται στο άρθρου 23 των κανόνων. Η διαδικασία αυτή αποβλέπει να διασφαλίζει τα συμφέροντα του υπαλλήλου και των ελκόντων εξ αυτού δικαιώματα και να τους παρέχει τη δυνατότητα προβολής της άποψης τους επί των ιατρικών κρίσεων. Η διοίκηση δεν μπορεί να απευθυνθεί στην υγειονομική επιτροπή.
20
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, σύμφωνα με μια αρχή που γίνεται ευρέως δεκτή στα νομικά συστήματα των κρατών μελών για διαδικασίες ένστασης ή έφεσης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, εκδίδοντας την οριστική της απόφαση δεν μπορεί να παρεκκλίνει εις βάρος του υπαλλήλου ή των εξ αυτού ελκόντων δικαίωμα από τα πορίσματα στα οποία είχε καταλήξει με το σχέδιο απόφασης της που κοινοποίησε σύμφωνα με το άρθρο 21, εδάφιο 1, των κανόνων. Η αρχή αυτή βέβαια έχει εφαρμογή μόνο ως προς το ίδιο το σχέδιο απόφασης, που αφορά το συνολικό ποσοστό αναπηρίας και την αποζημίωση που έχει υπολογιστεί με τη βάση αυτή και όχι ως προς τα διάφορα στοιχεία της έκθεσης του ιατρού τον οποίο όρισε το θεσμικό όργανο. Η έκθεση αυτή έχει στην πραγματικότητα ισχύ απλής γνωμάτευσης, η οποία δεν δεσμεύει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και δεν ενσωματώνεται στην απόφαση που εκδίδει.
21
Εν προκειμένω, η έκθεση του ιατρού που όρισε η Επιτροπή και το σχέδιο απόφασης της κατέληξαν σε συνολικό ποσοστό 34 ο/ο, το οποίο, λαμβανομένης υπόψη της εφαρμογής του αναλογικού υπολογισμού του «κανόνα του Balthazar», απαρτίζεται από διάφορα επιμέρους ποσοστά τα οποία συμποσούνται σε 37,25 ο/ο. Η Επιτροπή, με το έγγραφό της της 30ής Ιανουαρίου 1980, αναγνώρισε ρητά ότι το σύνολο των επιμέρους ποσοστών δεν μπορούσε να μειωθεί σύμφωνα με τον «κανόνα του Balthazar», διότι ο κανόνας αυτός δεν έχει εφαρμογή δυνάμει των σχετικών κοινοτικών διατάξεων. Κατ' αυτόν τον τρόπο, επομένως, η Επιτροπή όρισε σε 37,25 ο/ο το συνολικό ποσοστό μόνιμης μερικής αναπηρίας, το οποίο δέχτηκε με το σχέδιο απόφασης της. Για το λόγο αυτό άλλωστε η Επιτροπή, ενόσω εκκρεμούσε η υπόθεση 186/80, κατέβαλε πρόσθετη προσωρινή αποζημίωση, αναγνωρίζοντας έτσι ότι το εν λόγω ποσοστό αποτελούσε «το μη αμφισβητούμενο τμήμα του ποσοστού μόνιμης αναπηρίας» υπό την έννοια του άρθρου 20, παράγραφος 3. Η οριστική απόφαση της Επιτροπής επομένως δεν μπορούσε να παρεκκλίνει, εις βάρος του προσφεύγοντος, από το εν λόγω ποσοστό 37,25 ο/ο που είχε προηγουμένως η ίδια αναγνωρίσει.
22
Όσον αφορά τον καθορισμό της 1ης Απριλίου 1979 ως ημέρας σταθεροποίησης των βλαβών του ατυχήματος, τον οποίο προσβάλλει επίσης ο προσφεύγων, παρατηρείται ότι στο σχέδιο απόφασης της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 1979 ορίστηκε, βάσει της πραγματογνωμοσύνης του ιατρού που όρισε η ίδια, ως ημέρα σταθεροποίησης των βλαβών η ημέρα που διενεργήθηκε η πραγματογνωμοσύνη αυτή, δηλαδή η 18η Μαΐου 1979. Για τους προεκτιθέμενους λόγους, η Επιτροπή δεν μπορούσε με την οριστική της απόφαση να ορίσει προγενέστερη ημερομηνία για τη σταθεροποίηση των 6λα6ών.
23
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Επιτροπή, ορίζοντας ποσοστό μόνιμης μερικής αναπηρίας κατώτερο του 37,25 ο/ο και ημέρα σταθεροποίησης των σωματικών βλαβών λόγω του ατυχήματος προγενέστερη της 18ης Μαΐου 1979, υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που της επιβάλλουν οι κανόνες, λαμδανομένων υπόψη των πορισμάτων στα οποία είχε καταλήξει με το σχέδιο απόφασης της. Η απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1983 πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέτρο που δεν έλαβε υπόψη τα όρια αυτά.
Επί των αιτημάτων για πρόσθετη αποζημίωση και τόκους υπερημερίας
24
Προς υποστήριξη του αιτήματος του να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του καταβάλλει πρόσθετη αποζημίωση 50000 βελγικών φράγκων, ο προσφεύγων παραπέμπει μόνο στο άρθρο 73 του κανονισμού διαδικασίας και δεν επικαλείται κανέναν άλλο πραγματικό ή νομικό ισχυρισμό που να μπορεί να στηρίξει τέτοιο αίτημα. Σχετικά, αρκεί η παρατήρηση ότι η διάταξη αυτή αφορά τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν και ότι αυτά αποτελούν αντικείμενο της κρίσης του Δικαστηρίου επί των δικαστικών εξόδων.
25
'Οσον αφορά την καταβολή τόκων υπερημερίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το αίτημα αυτό δεν έχει πλέον αντικείμενο, εφόσον η αποζημίωση που αναγνωρίστηκε οριστικά δεν διαφέρει καθόλου από την αποζημίωση που καταβλήθηκε προσωρινά και ότι με την προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981 έχει ήδη απορριφθεί αίτημα περί τόκων υπερημερίας προς αποκατάσταση της ζημίας.
26
Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή είναι βάσιμη κατά το μέτρο που η Επιτροπή, με την απόφαση της της 3ης Φεβρουαρίου 1983, καθόρισε το συνολικό ποσοστό μόνιμης μερικής αναπηρίας κάτω του 37,25 ο/ο, ως ημέρα δε σταθεροποίησης των σωματικών βλαβών λόγω του ατυχήματος ημερομηνία προγενέστερη της 18ης Μαΐου 1979 και αξίωσε την επιστροφή των σχετικών παροχών κατά τα λοιπά, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
27
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
28
Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε κατά τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής της 3ης Φεβρουαρίου 1983 κατά το μέτρο που η απόφαση αφενός μεν ορίζει το συνολικό ποσοστό μόνιμης μερικής αναπηρίας κάτω του 37,25 ο/ο και ως ημέρα σταθεροποίησης των σωματικών βλαβών λόγω του ατυχήματος ημερομηνία προγενέστερη της 18ης Μαΐου 1979, αφετέρου δε ζητεί την επιστροφή των σχετικών παροχών.
2)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Κακούρης
Everling
Galmot
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Νοεμβρίου 1984. Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühl
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Κ. Κακούρης
Top