Arrêt de la Cour
Υπόθεση C-110/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Ενίσχυση της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως στους εκτροφείς χοίρων ? Ενίσχυση που σκοπεί να καταστήσει δυνατή την επιστροφή ενισχύσεων που είχαν κριθεί ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά ? Απόφαση του Συμβουλίου που κηρύσσει την ενίσχυση αυτή συμβατή με τη κοινή αγορά ? Έλλειψη νομιμότητας ? Άρθρο 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ»
Περίληψη της αποφάσεως
Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη ? Εξουσία του Συμβουλίου να επιτρέπει ενισχύσεις κατά παρέκκλιση λόγω εξαιρετικών περιστάσεων ? Προϋποθέσεις ασκήσεως ? Αίτηση του ενδιαφερομένου κράτους μέλους προς το Συμβούλιο, προ της εκδόσεως εκ μέρους της Επιτροπής αποφάσεως με την οποία η ενίσχυση κρίνεται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, και έκδοση αποφάσεως εντός τριών μηνών ? Όρια ? Εξουδετέρωση προηγουμένης αποφάσεως της Επιτροπής
(Άρθρα 87 ΕΚ, 88 ΕΚ και 89 ΕΚ)
H Συνθήκη EK, προβλέποντας με το άρθρο 88 ΕΚ τη διαρκή εξέταση και τον έλεγχο των ενισχύσεων από την Επιτροπή, έχει την έννοια ότι η διαπίστωση ενδεχομένου ασυμβιβάστου της ενίσχυσης με την κοινή αγορά γίνεται, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, με την προσήκουσα διαδικασία, η εφαρμογή της οποίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής. Τα άρθρα 87 ΕΚ και 88 ΕΚ επιφυλάσσουν δηλαδή στην Επιτροπή ένα κεντρικό έλεγχο για τη διαπίστωση του ενδεχομένως ασυμβίβαστου μιας ενίσχυσης.
1 Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, η διάταξη αυτή αναφέρεται σε εξαιρετική και ειδική περίπτωση. Πράγματι, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομοφώνως «κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους» μπορεί να αποφασίσει ότι μια ενίσχυση που έχει θεσπιστεί ή που πρόκειται να θεσπιστεί από το κράτος αυτό θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά «κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 87 ή των προβλεπομένων από το άρθρο 89 κανονισμών», αν «εξαιρετικές περιστάσεις» δικαιολογούν μια τέτοια απόφαση.
Δεδομένου ότι η εξουσία που αναθέτει στο Συμβούλιο το άρθρο 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο ΕΚ, είναι πρόδηλο ότι έχει εξαιρετικό χαρακτήρα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, ότι δηλαδή αφενός η αίτηση κράτους μέλους προς το Συμβούλιο αναστέλλει την εξέταση που διεξάγεται στο πλαίσιο της Επιτροπής επί διάστημα τριών μηνών και, αφετέρου, αν το Συμβούλιο δεν εκδώσει απόφαση εντός του διαστήματος αυτού, αποφασίζει η Επιτροπή, δείχνουν ότι, όταν η προθεσμία αυτή έχει παρέλθει, το Συμβούλιο δεν είναι πλέον αρμόδιο να εκδώσει απόφαση βάσει του τρίτου εδαφίου για τη συγκεκριμένη ενίσχυση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η έκδοση αποφάσεων με αντιφατικό διατακτικό.
Κατά συνέπεια, αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν απευθύνει αίτηση στο Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, πριν η Επιτροπή κηρύξει την επίδικη ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κλείνοντας τη διαδικασία του πρώτου εδαφίου της διάταξης αυτής, το Συμβούλιο δεν είναι πλέον αρμόδιο να ασκήσει την εξαιρετική εξουσία που του παρέχει το εν λόγω τρίτο εδάφιο και να κρίνει την ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά.
Το Συμβούλιο δεν μπορεί να εξουδετερώσει την αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας απόφασης ούτε κρίνοντας συμβατή με την κοινή αγορά, βάσει της διάταξης αυτής, μια ενίσχυση που σκοπεί να αντισταθμίσει, για τους λαβόντες την παράνομη ενίσχυση που είχε κριθεί ασυμβίβαστη από την Επιτροπή, τα ποσά που οφείλουν να επιστρέψουν κατ’ εφαρμογήν της απόφασης αυτής.
(βλ. σκέψεις 29-33, 45)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ολομέλεια )
της 29ης Ιουνίου 2004(1)
Ενίσχυση της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως στους εκτροφείς χοίρων – Ενίσχυση που σκοπεί να καταστήσει δυνατή την επιστροφή ενισχύσεων που είχαν κριθεί ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά – Απόφαση του Συμβουλίου που κηρύσσει την ενίσχυση αυτή συμβατή με τη κοινή αγορά – Έλλειψη νομιμότητας – Άρθρο 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ
Στην υπόθεση C-110/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους F. Santaolalla Gadea, Δ. Τριανταφύλλου και V. Di Bucci, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου από τους J. Carbery και F. Florindo Gijón,
καθού,
υποστηριζόμενου από τηνΠορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον L. Fernandes και την I. Palma, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και από τη
και από τηκαι από τηΓαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους G. de Bergues και F. Million,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης 2002/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 2002, σχετικά με την άδεια χορήγησης ενίσχυσης από την Κυβέρνηση της Πορτογαλίας στους Πορτογάλους εκτροφείς χοίρων, δικαιούχους των μέτρων που εγκρίθηκαν το 1994 και το 1198 (ΕΕ L 43, σ. 18),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ολομέλεια ),,
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, P. Jann, C. W. A. Timmermans, A. Rosas, C. Gulmann, J.-P. Puissochet και J. N. Cunha Rodrigues, προέδρους τμήματος, A. La Pergola, R. Schintgen, F. Macken, N. Colneric, S. von Bahr και K. Lenaerts (εισηγητή) δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Δεκεμβρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Μαρτίου 2002, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζήτησε βάσει του άρθρου 230 ΕΚ την ακύρωση της απόφασης 2002/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 2002, σχετικά με την άδεια χορήγησης ενίσχυσης από την Κυβέρνηση της Πορτογαλίας στους Πορτογάλους εκτροφείς χοίρων, δικαιούχους των μέτρων που εγκρίθηκαν το 1994 και 1998 (ΕΕ L 43, σ. 18, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση).
2 Με διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 16ης και της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, επετράπη στην Πορτογαλική Δημοκρατία και στη Γαλλική Δημοκρατία να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου, πλην όμως στη Γαλλική Δημοκρατία επετράπη να υποβάλει παρατηρήσεις μόνο κατά την προφορική διαδικασία.
Νομοθετικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 88, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ ορίζει:
«2. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 87, ότι η ενίσχυση αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς, αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει.
Αν το εν λόγω κράτος δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή εντός της ταχθείσης προθεσμίας, η Επιτροπή ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο κράτος δύναται να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο, κατά παρέκκλιση των άρθρων 226 και 227.
Κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει ομοφώνως ότι ενίσχυση που έχει θεσπισθεί ή που πρόκειται να θεσπισθεί από το κράτος αυτό θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 87 ή των προβλεπομένων από το άρθρο 89 κανονισμών, αν εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογούν μια τέτοια απόφαση. Αν η Επιτροπή έχει κινήσει, ως προς την ενίσχυση αυτή, τη διαδικασία που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η αίτηση του ενδιαφερομένου κράτους προς το Συμβούλιο έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της σχετικής διαδικασίας μέχρις ότου αποφανθεί το Συμβούλιο.
Αν το Συμβούλιο δεν αποφανθεί εντός τριών μηνών από την υποβολή της αιτήσεως, αποφασίζει η Επιτροπή.
3. Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κατά το άρθρο 87, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση.»
Η προσβαλλομένη απόφαση και το οικείο πλαίσιο
4 Με το decreto-lei 146/94, της 24ης Μαΐου 1994 (Diário da República I, série A, n° 120, της 24ης Μαΐου 1994, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα του 1994»), η Πορτογαλική Δημοκρατία θέσπισε ένα σύστημα ενισχύσεων που περιελάμβανε τη διάθεση πιστώσεων αφενός για τη διευθέτηση των χρεών των επιχειρήσεων του τομέα εντατικής εκτροφής και αφετέρου για την τόνωση της δραστηριότητας εκτροφής χοίρων. Αυτό το σύστημα ενισχύσεων δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή.
5 Ενεργώντας βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2000/200/ΕΚ, της 25ης Νοεμβρίου 1999, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων το οποίο εφαρμόζει η Πορτογαλία για την ελάφρυνση των χρεών των επιχειρήσεων του τομέα της εντατικής κτηνοτροφίας και για την τόνωση της δραστηριότητας της χοιροτροφίας (ΕΕ 2000, L 66, σ. 20). Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης αυτής, η πίστωση για την ελάφρυνση των χρεών των επιχειρήσεων εντατικής κτηνοτροφίας κρίνεται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά στην περίπτωση όπου το άθροισμα του αντίστοιχου ισοδύναμου επιχορήγησης και των ενισχύσεων για επενδύσεις που έχουν χορηγηθεί υπερβαίνει το 35 % στις αγροτικές περιοχές που δεν είναι μειονεκτικές. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού κρίνει ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά την πίστωση για την τόνωση της δραστηριότητας της χοιροτροφίας. Το άρθρο 3 της απόφασης αυτής διατάσσει την ανάκτηση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν ήδη παράνομα στους δικαιούχους και δη εντόκως.
6 Η Πορτογαλική Δημοκρατία θέσπισε εξάλλου με το decreto-lei αριθ. 4/99, της 4ης Ιανουαρίου 1999 (Diário da República I, série A, αριθ. 2, της 4ης Ιανουαρίου 1999, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα του 1999), περίοδο αναστολής πληρωμής που παρατείνει κατά ένα έτος την προθεσμία αποπληρωμής ορισμένων δανείων που είχαν συνάψει οι κάτοχοι εκμεταλλεύσεων του τομέα της χοιροτροφίας που ασχολούνται με την παραγωγή, την πάχυνση και την τελική επεξεργασία σε κλειστό κύκλωμα καθώς και τη βραχυχρόνια χρηματοδότηση των εκμεταλλεύσεων αυτών με δάνεια επιδοτούμενου επιτοκίου. Τα μέτρα αυτά κοινοποιήθηκαν μεν στην Επιτροπή πλην όμως τέθηκαν σε εφαρμογή πριν αυτή αποφανθεί συναφώς.
7 Οι ενισχύσεις αυτές κρίθηκαν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και διατάχθηκε η ανάκτησή τους με την απόφαση 2001/86/ΕΚ της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 2000, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων που η Πορτογαλία έχει θέσει σε εφαρμογή στον τομέα της χοιροτροφίας (ΕΕ 2001, L 29, σ. 49).
8 Στις 23 Νοεμβρίου 2001, η Πορτογαλική Δημοκρατία κάλεσε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εκδώσει βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ «απόφαση που θα της επιτρέπει να χορηγήσει ενίσχυση στους Πορτογάλους χοιροτρόφους που οφείλουν να επιστρέψουν τις ενισχύσεις που έλαβαν στο 1994 και 1998 και που θα κρίνει την ενίσχυση αυτή συμβατή με την κοινή αγορά».
9 Ικανοποιώντας το αίτημα αυτό, το Συμβούλιο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το άρθρο 1 της οποίας ορίζει τα ακόλουθα:
«Θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά έκτακτη ενίσχυση της πορτογαλικής κυβέρνησης στον τομέα χοιρείου κρέατος της Πορτογαλίας, η οποία συνίσταται στη χορήγηση ενίσχυσης στους δικαιούχους που αφορούν οι αποφάσεις της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1999 και της 4ης Οκτωβρίου 2000, μεγίστου ύψους 16,3 εκατομμυρίων ευρώ, ίσου με τα ποσά τα οποία οι εν λόγω δικαιούχοι οφείλουν να επιστρέψουν δυνάμει των αποφάσεων αυτών.»
10 Αφού παραθέτουν τις ιδιαίτερες περιστάσεις και τα χαρακτηριστικά του πορτογαλικού τομέα της χοιροτροφίας που οδήγησαν την Πορτογαλική Δημοκρατία στην έκδοση των νομοθετικών διαταγμάτων του 1994 και του 1999, οι αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης απόφασης επισημαίνουν στο σημείο 9 ότι οι ενισχύσεις που θεσπίστηκαν με τα εν λόγω νομοθετικά διατάγματα «[…] όπως αποδεικνύεται από την εξέλιξη των συναλλαγών δεν είχαν ιδιαίτερες επιπτώσεις στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και συνεπώς δεν επέφεραν στρέβλωση του ανταγωνισμού.»
11 Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 12 έως 14 της προσβαλλομένης απόφασης:
«(12)Στις αποφάσεις της 25ης Δεκεμβρίου 1999 και της 4ης Οκτωβρίου 2000, η Επιτροπή εκτιμούσε ότι τα εν λόγω μέτρα δεν ήταν συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά. Κατ’ εφαρμογή των αποφάσεων αυτών, οι πορτογαλικές αρχές άρχισαν διαδικασία ανάκτησης των ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί.
(13) Ωστόσο, η επιστροφή των ενισχύσεων θέτει σε κίνδυνο την οικονομική βιωσιμότητα πολλών δικαιούχων και θα έχει πολύ αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις σε ορισμένες περιοχές, δεδομένου ότι το 50 % των χοιροειδών είναι συγκεντρωμένο σε λιγότερο από το 5 % της επικράτειας.
(14) Υπάρχουν, επομένως, έκτακτες περιστάσεις οι οποίες επιτρέπουν να θεωρηθεί η ενίσχυση αυτή, κατά παρέκκλιση και καθ’ όσον κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την αποκατάσταση της διαπιστωθείσας ανισορροπίας, συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά, με τους όρους που προβλέπει η παρούσα απόφαση,
Επί της προσφυγής
12 Η Επιτροπή προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως με την προσφυγή της που είναι αναρμοδιότητα του Συμβουλίου, κατάχρηση εξουσίας και καταστρατήγηση διαδικασίας, παραβίαση της Συνθήκης ΕΚ και διαφόρων γενικών αρχών, πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και ελλιπής αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
13 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν ήταν αρμόδιο να εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση. Η συλλογιστική που αναπτύσσει συναφώς περιλαμβάνει δύο στάδια.
14 Πρώτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει ίδια αποτελέσματα με αυτά που θα συνεπαγόταν η ανάκληση ή η ακύρωση των αποφάσεων 2000/200 και 2001/86, με τις οποίες έκρινε ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά τις ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει των νομοθετικών διαταγμάτων του 1994 και του 1999 και διέταξε την ανάκτησή τους.
15 Η προσβαλλομένη απόφαση, επιτρέποντας την καταβολή στους ενδιαφερομένους Πορτογάλους κτηνοτρόφους μιας ενίσχυσης ισοδύναμης με αυτήν που οφείλουν να επιστρέψουν βάσει των εν λόγω αποφάσεων της Επιτροπής, εκμηδένισε τα αποτελέσματα των αποφάσεων αυτών. Συγκεκριμένα, εμπόδισε την αποτελεσματική κατάργηση ενισχύσεων που η Επιτροπή έκρινε ασυμβίβαστες, και την επιστροφή στην προτέρα κατάσταση που επιβάλλει το άρθρο 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο ΕΚ, προκειμένου να προστατευθεί η αγορά από τη στρέβλωση του ανταγωνισμού.
16 Κατά την Επιτροπή, η προσβαλλομένη απόφαση στην πραγματικότητα επιτρέπει τις αρχικές ενισχύσεις που η ίδια είχε κρίνει προηγουμένως ασυμβίβαστες.
17 Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 88 ΕΚ, η Συνθήκη σκοπεί να της αναθέσει μονοπωλιακώς τις αποστολές ελέγχου και διαχείρισης των κρατικών ενισχύσεων. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι μόνο ένα όργανο εντελώς ανεξάρτητο από τα κράτη μέλη είναι σε θέση να εξετάζει τα μέτρα ενισχύσεων που λαμβάνουν αυτά με την απαιτούμενη αντικειμενικότητα και αμεροληψία και να εξασφαλίσει ότι ο ανταγωνισμός δεν θα νοθευτεί σε μέτρο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον.
18 Η εξουσία που αναθέτει στο Συμβούλιο το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, έχει χαρακτήρα εξαιρέσεως που εξέρχεται του κοινού δικαίου. Υπέρ της άποψης αυτής μαρτυρούν τόσο η διατύπωση του τρίτου εδαφίου του άρθρου αυτού που κάνει λόγο για «εξαιρετικές περιστάσεις» όσο και η διατύπωση του τετάρτου εδαφίου που προβλέπει προθεσμία κατά την οποία η αίτηση του κράτους μέλους αναστέλλει τη διαδικασία που έχει κινηθεί ενώπιον της Επιτροπής και με την πάροδο της οποίας η Επιτροπή ανακτά την εξουσία της να αποφανθεί, δηλαδή να αποφασίσει οριστικά όσον αφορά τις συγκεκριμένες ενισχύσεις. Η ανάθεση αυτής της εξουσίας λήψεως αποφάσεως στο Συμβούλιο, η οποία εξουσία, για περιορισμένη χρονική περίοδο, υπερτερεί της εξουσίας της Επιτροπής, δεν θα είχε νόημα αν η απόφαση του Συμβουλίου μπορούσε σε όλες τις περιστάσεις να υπερισχύσει της απόφασης της Επιτροπής.
19 Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτού ότι το Συμβούλιο δεν έχει αρμοδιότητα να εκδώσει απόφαση βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, όταν η ενίσχυση έχει κριθεί ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά με απόφαση της Επιτροπής. Ομοίως, το Συμβούλιο δεν είναι αρμόδιο να εκμηδενίσει τα αποτελέσματα μιας τέτοιας απόφασης επιτρέποντας τη χορήγηση ενισχύσεων που σκοπούν να αντισταθμίσουν, για όσους έλαβαν την ασυμβίβαστη ενίσχυση, την επιστροφή που οφείλουν βάσει της απόφασης αυτής.
20 Το Συμβούλιο υποστηρίζει, πρώτον, ότι ο συλλογισμός της Επιτροπής στηρίζεται ολόκληρος στην αρχή ότι η προσβαλλομένη απόφαση ακύρωσε ή ανακάλεσε τις αποφάσεις 2000/200 και 2001/86. Η προσβαλλομένη απόφαση όμως δεν θέτει εν αμφιβόλω τις υποχρεώσεις επιστροφής που θεσπίζουν οι αποφάσεις αυτές διότι, αντιθέτως, ακριβώς στο πλαίσιο της πλήρους εκτέλεσης των αποφάσεων αυτών και λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που προκαλεί αυτή η εκτέλεση το Συμβούλιο αποφάσισε να επιτρέψει τη νέα ενίσχυση που η Πορτογαλική Δημοκρατία σχεδίαζε να χορηγήσει.
21 Ο χαρακτηρισμός μιας ενίσχυσης ως νέας εξαρτάται από θεωρήσεις τυπικές και αντικειμενικές. Η ενίσχυση την οποία επέτρεψε η προσβαλλομένη απόφαση συνίσταται σε νέα χρηματική καταβολή κατ’ εφαρμογήν εθνικής διάταξης διαφορετικής από τα νομοθετικά διατάγματα του 1994 και του 1999 που ανταποκρίνεται σε προϋποθέσεις επιλεξιμότητας και όρους πληρωμής διαφορετικούς από τις ισχύοντες για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει των εν λόγω νομοθετικών διαταγμάτων.
22 Κατά το Συμβούλιο, το γεγονός ότι η ενίσχυση την οποία επέτρεψε η προσβαλλομένη απόφαση συνιστά νέα ενίσχυση προκύπτει και από τον ορισμό της «νέας ενίσχυσης» που δίνει το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 83 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1), διάταξη η οποία αναφέρεται σε «κάθε ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι ατομικές ενισχύσεις, οι οποίες δεν αποτελούν υφιστάμενη ενίσχυση, καθώς και οι μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων». Πράγματι, ο όρος «υφιστάμενη» ενίσχυση σημαίνει ότι η συγκεκριμένη ενίσχυση έχει ήδη επιτραπεί πράγμα που δεν ισχύει για την ενίσχυση την οποία αφορά η προσβαλλομένη απόφαση.
23 Εξάλλου, το άρθρο 11, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 659/1999 που προβλέπει τη δυνατότητα να επιτραπεί στο κράτος μέλος να προβλέψει, παράλληλα με την επιστροφή της παράνομης ενίσχυσης, την καταβολή ενίσχυσης για τη διάσωση της συγκεκριμένης επιχείρησης, επιβεβαιώνει τη δυνατότητα εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται διαδοχικά στους ίδιους επιχειρηματίες. Το ίδιο προκύπτει και από την κοινοτική νομολογία που δέχεται σιωπηρά ότι η Επιτροπή μπορεί να εξαρτήσει την καταβολή νέων ενισχύσεων που κρίθηκαν συμβατές από την ανάκτηση ενισχύσεων που είχαν προηγουμένως κριθεί ασυμβίβαστες (απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Σεπτεμβρίου 1995, T-244/93 και T-486/93, TWD κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2265, και απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαΐου 1997, C-355/95, TWD κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-2549).
24 Τέλος, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ούτε οι αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή κηρύσσει μια ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά ούτε κάποιο άλλο κείμενο συνεπάγεται έναντι των δικαιούχων τέτοιας ενίσχυσης την απαγόρευση να λάβουν άλλες ενισχύσει στο εγγύς κατά το μάλλον ή ήττον μέλλον. Η αρχή της ατομικής εξέτασης κάθε διαδοχικής ενίσχυσης πρέπει να τηρείται σε όλες τις περιπτώσεις (απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2000, C-441/97 P, Wirtschaftsvereinigung Stahl κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑10293, σκέψη 55). Αν δεν είχε εκδοθεί η προσβαλλομένη απόφαση, η ενίσχυση την οποία επέτρεψε, και η οποία κατά τα λοιπά κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή από την Πορτογαλική Δημοκρατία, θα έπρεπε να εξεταστεί από την Επιτροπή που θα εξέδιδε απόφαση επ’ αυτής.
25 Όσον αφορά δεύτερον, το περιεχόμενο του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, το Συμβούλιο φρονεί ότι η τρίμηνη προθεσμία του τετάρτου εδαφίου της διάταξης αυτής προβλέπεται απλώς και μόνο ως αναστολή. Συνεπώς, το Συμβούλιο παραμένει ελεύθερο να επιτρέψει τη συγκεκριμένη ενίσχυση παρά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής.
26 Όσον αφορά τη σύγκρουση που μπορεί να προκύψει μεταξύ μιας προγενέστερης απόφαση της Επιτροπής που διαπιστώνει το ασυμβίβαστο μιας ενίσχυσης με την κοινή αγορά και μιας μεταγενέστερης απόφασης του Συμβουλίου που την επιτρέπει, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η αρχή που εφαρμόζεται στην περίπτωση αντιφατικών κανόνων είναι, αν δεν υπάρχει η σχέση ιεραρχίας μεταξύ αυτών, η αρχή ότι ο μεταγενέστερος κανόνας υπερισχύει του προγενεστέρου.
27 Η Πορτογαλική Δημοκρατία συμφωνεί, κατά τα ουσιώδη, με την ανάλυση του Συμβουλίου. Η ενίσχυση την οποία επέτρεψε η προσβαλλομένη απόφαση είναι μια ενίσχυση διαφορετική των ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τα νομοθετικά διατάγματα του 1994 και του 1999, και για αυτό το λόγο κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή. Το εν λόγω κράτος μέλος προσθέτει ότι το γεγονός ότι το άρθρο 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ παρέχει στο Συμβούλιο την αρμοδιότητα να αποφαίνεται όχι μόνο επί ενισχύσεως που «πρόκειται να θεσπιστεί» αλλά και επί ενισχύσεως «που έχει θεσπιστεί» επιβεβαιώνει ότι το Συμβούλιο έχει την εξουσία να επιτρέψει μια ενίσχυση έστω και αν η Επιτροπή έχει ήδη αποφανθεί επ’ αυτής. Πράγματι από την παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου προκύπτει ότι για τη χορήγηση ή για τη «θέσπιση» ενίσχυσης απαιτείται προηγουμένη εξέταση της από την Επιτροπή, οπότε η ενίσχυση δεν μπορεί να θεσπιστεί παρά μόνο αν η Επιτροπή εκδώσει συναφώς ευνοϊκή απόφαση.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
28 Για να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που επικαλείται η Επιτροπή με την προσφυγή της πρέπει πρώτα να εξεταστεί αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ έχει την έννοια ότι, άπαξ η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση που κηρύσσει μια κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, το Συμβούλιο δεν έχει πλέον την εξουσία να αποφασίσει, βάσει του τρίτου εδαφίου της διάταξης αυτής, ότι η ενίσχυση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
29 Συναφώς, υπενθυμίζεται πρώτον ότι η Συνθήκη, προβλέποντας με το άρθρο 88 ΕΚ τη διαρκή εξέταση και τον έλεγχο των ενισχύσεων από την Επιτροπή έχει την έννοια ότι η διαπίστωση ενδεχομένου ασυμβιβάστου της ενίσχυσης με την κοινή αγορά γίνεται, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, με την προσήκουσα διαδικασία η εφαρμογή της οποίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής. Τα άρθρα 87 ΕΚ και 88 ΕΚ επιφυλάσσουν δηλαδή στην Επιτροπή ένα κεντρικό έλεγχο για τη διαπίστωση του ενδεχομένως ασυμβίβαστου μιας ενίσχυσης (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Fédération nationale du commerce extérieur des produits alimentaires et Syndicat national des négociants et transformateurs de saumon, Συλλογή 1991, σ. I-5505, σκέψεις 9 και 14).
30 Σημειωτέον, εν συνεχεία, ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, η διάταξη αυτή αναφέρεται σε εξαιρετική και ειδική περίπτωση (απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1978, 156/77, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1978, σ. 1881, σκέψη 16). Πράγματι, κατά τη διάταξη αυτή, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομοφώνως «κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους» μπορεί να αποφασίσει ότι μια ενίσχυση που έχει θεσπιστεί ή που πρόκειται να θεσπιστεί από το κράτος αυτό θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά «κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 87 ή των προβλεπομένων από το άρθρο 89 κανονισμών», αν «εξαιρετικές περιστάσεις» δικαιολογούν μια τέτοια απόφαση.
31 Συνεπώς, η εξουσία που αναθέτει στο Συμβούλιο το άρθρο 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ είναι πρόδηλο, όπως ορθά υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι έχει εξαιρετικό χαρακτήρα.
32 Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, ότι δηλαδή αφενός η αίτηση κράτους μέλους προς το Συμβούλιο αναστέλλει την εξέταση που διεξάγεται στο πλαίσιο της Επιτροπής επί διάστημα τριών μηνών και, αφετέρου, αν το Συμβούλιο δεν εκδώσει απόφαση εντός του διαστήματος αυτού, αποφασίζει η Επιτροπή, δείχνουν ότι όταν η προθεσμία αυτή έχει παρέλθει το Συμβούλιο δεν είναι πλέον αρμόδιο να εκδώσει απόφαση βάσει του τρίτου εδαφίου για τη συγκεκριμένη ενίσχυση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η έκδοση αποφάσεων με αντιφατικό διατακτικό.
33 Η επιβολή αυτού του χρονικού περιορισμού στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου οσάκις η Επιτροπή έχει ήδη κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, χωρίς ωστόσο να έχει εκδώσει απόφαση κηρύσσουσα την ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, και το γεγονός ότι η Επιτροπή διατηρεί, μόνη, με την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας του τετάρτου εδαφίου της διάταξης αυτής, την αρμοδιότητα να αποφασίσει για τη συγκεκριμένη ενίσχυση δείχνουν επίσης ότι, αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν απευθύνει αίτηση στο Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, πριν η Επιτροπή κηρύξει την επίδικη ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κλείνοντας τη διαδικασία του πρώτου εδαφίου της διάταξης αυτής, το Συμβούλιο δεν είναι πλέον αρμόδιο να ασκήσει την εξαιρετική εξουσία που του παρέχει το εν λόγω τρίτο εδάφιο και να κρίνει την ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά.
34 Ως προς αυτό το τελευταίο σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. I‑881), η επίδικη απόφαση του Συμβουλίου δεν ακολούθησε απόφαση της Επιτροπής που έκρινε κάποια ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά αλλά η Επιτροπή, στην περίπτωση εκείνη, έκρινε απλώς βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 3 ΕΚ ότι το επίδικο σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά και κίνησε τη διαδικασία της παραγράφου 2, πρώτο εδάφιο, του άρθρου αυτού.
35 Τέλος, σημειωτέον ότι η ερμηνεία που γίνεται δεκτή στις σκέψεις 32 και 33 της παρούσας απόφασης που δίνει τη δυνατότητα να αποφεύγεται το ενδεχόμενο η ίδια κρατική ενίσχυση να αποτελέσει το αντικείμενο αντιφατικών αποφάσεων της Επιτροπής και στη συνέχεια του Συμβουλίου, συμβάλλει όπως ορθά υποστήριξε η Επιτροπή στην ασφάλεια δικαίου. Πράγματι υπενθυμίζεται συναφώς ότι ο οριστικός χαρακτήρας μας διοικητικής απόφασης που γεννάται με την πάροδο εύλογης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ή με την εξάντληση των μέσων παροχής εννόμου προστασίας συμβάλλει στην ασφάλεια δικαίου (απόφαση της 13ης Ιανουαρίου janvier 2004, C-453/00, Kühne & Heitz, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 24).
36 Όσον αφορά το επιχείρημα της Πορτογαλικής Κυβέρνησης ότι το άρθρο 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ εξουσιοδοτεί επίσης το Συμβούλιο να αποφαίνεται και για ενισχύσεις «που έχουν θεσπιστεί», ενώ από την παράγραφος 3 του άρθρου αυτού προκύπτει ότι κάθε «θέσπιση» ενίσχυσης απαιτεί ακριβώς ότι η Επιτροπή έχει προηγουμένως αποφανθεί επ’ αυτής έτσι ώστε το Συμβούλιο έχει την εξουσία να αποφαίνεται σχετικά με ενισχύσεις που έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο προηγουμένης αποφάσεως της Επιτροπής, διαπιστώνεται ότι στηρίζεται σε μια αντιλογία. Συγκεκριμένα δεν μπορεί να υποστηρίζεται συγχρόνως ότι μια ενίσχυση «που έχει θεσπιστεί» κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ είναι μια ενίσχυση που πρέπει οπωσδήποτε να έχει προηγουμένως κριθεί συμβατή με την κοινή αγορά από την Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 87 ΕΚ και ότι το Συμβούλιο έχει την εξουσία να κρίνει εκ των υστέρων συμβατή με την κοινή αγορά μια τέτοια ενίσχυση, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις αυτές.
37 Δεύτερον, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί του συμβιβαστού με την κοινή αγορά μιας ενίσχυσης σχετικά με την οποία η Επιτροπή έχει οριστικά αποφανθεί σημαίνει, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι το Συμβούλιο είναι επίσης αναρμόδιο να αποφανθεί επί ενισχύσεως που έχει ως αντικείμενο τη χορήγηση στους δικαιούχους της παράνομης ενίσχυσης που είχε κριθεί παλαιότερα ασυμβίβαστη με απόφαση της Επιτροπής, ενός ποσού που προορίζεται να αντισταθμίσει τα ποσά που οι εν λόγω δικαιούχοι οφείλουν να επιστρέψουν κατ’ εφαρμογήν της απόφασης αυτής.
38 Συναφώς, διαπιστώνεται πρώτον ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζει το Συμβούλιο, δεν συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι, όταν πρόκειται για τέτοια ενίσχυση, τα κοινοτικά όργανα διατηρούν κάθε εξουσία να αποφανθούν χωρίς να υποχρεούνται να λάβουν υπόψη την προγενέστερη απόφαση της Επιτροπής με την οποία κρίνονται ασυμβίβαστες οι ενισχύσεις που είχαν αρχικά χορηγηθεί στους ενδιαφερομένους.
39 Το Δικαστήριο έχει κρίνει αντιθέτως ότι, όταν η Επιτροπή εξετάζει αν μια κρατική ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή και ενδεχομένως μεταξύ άλλων το πλαίσιο που ήδη εκτιμήθηκε με προηγούμενη απόφαση καθώς και τις υποχρεώσεις που η απόφαση αυτή επέβαλε ενδεχομένως σε ένα κράτος μέλος (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 1991, C-261/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I‑4437, σκέψη 20, και TWD κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 26). Κατόπιν αυτού το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν δεν προσκομίζεται κανένα νέο στοιχείο στην Επιτροπή βάσει του οποίου να μπορεί να κρίνει ότι οι επίδικες ενισχύσεις μπορούσαν να υπαχθούν σε κάποια παρέκκλιση που προβλέπει η Συνθήκη, η Επιτροπή ευλόγως στηρίζει την απόφασή της στις εκτιμήσεις που είχε ήδη διατυπώσει με την προηγουμένη απόφαση και στη μη τήρηση του όρου τον οποίο είχε επιβάλει με αυτή (απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 23).
40 Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι ένα μεταβατικό καθεστώς που διατηρεί τα αποτελέσματα ενός συστήματος κρατικών ενισχύσεων που δεν είχε κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και είχε κριθεί ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο με απόφαση της Επιτροπής –χωρίς πάντως η Επιτροπή να έχει ζητήσει την ανάκτηση των συγκεκριμένων ενισχύσεων– πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμβιβάζεται με την απόφαση αυτή, δηλαδή κατά την έννοια ότι αυτό το μεταβατικό καθεστώς δεν επιτρέπει τη χορήγηση νέων κρατικών ενισχύσεων μετά την κατάργηση του συστήματος ενισχύσεων που είχε κριθεί ασυμβίβαστο με την εν λόγω απόφαση της Επιτροπής (διάταξη της 24ης Ιουλίου 2003, C-297/01, Sicilcassa κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. Ι-7849, σκέψη 44).
41 Εν συνεχεία υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η κατάργηση μιας κρατικής ενίσχυσης που χορηγήθηκε παράνομα, μέσω ανακτήσεώς της αποτελεί τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παρανόμου χαρακτήρα της (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, γνωστή ως Tubemeuse, Συλλογή 1990, σ. Ι-959, σκέψη 66 και της 7ης Μαρτίου 2002, C-310/99, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι-2289, σκέψη 98).
42 Πράγματι υποχρέωση του κράτους μέλους να καταργήσει την ενίσχυση την οποία η Επιτροπή έκρινε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά σκοπεί, κατά παγία νομολογία, στην επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται εφόσον οι επίμαχες ενισχύσεις, αυξημένες ενδεχομένως με τόκους υπερημερίας, επιστραφούν από τον λαβόντα. Με την επιστροφή αυτή, ο λαβών χάνει το πλεονέκτημα του οποίου απολάμβανε στην αγορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές του και επανέρχονται τα πράγματα στην προ της καταβολής κατάσταση (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 4ης Απριλίου 1995, C-350/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1995, σ. Ι-699, σκέψεις 21 και 22, και της 7ης Μαρτίου 2002, Ιταλία κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψεις 98 και 99).
43 Υπό τις συνθήκες αυτές, το να γίνει δεκτό ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να χορηγήσει στους λαβόντες παράνομη ενίσχυση, η οποία είχε προηγουμένως κριθεί ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά με απόφαση της Επιτροπής, μια ενίσχυση ισοδυνάμου ποσού με την παράνομη, που σκοπεί να εξουδετερώσει τις συνέπειες των επιστροφών που οφείλουν να πραγματοποιήσουν οι τελευταίοι κατ’ εφαρμογήν της απόφαση αυτής, είναι φανερό ότι θα ισοδυναμούσε με εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας των αποφάσεων που λαμβάνει η Επιτροπή βάσει των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1990, σ. I‑3437, σκέψη 17, και της 7ης Μαρτίου 2002, Ιταλία κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 104).
44 Τέλος, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 33 και 35 της παρούσας απόφασης, άπαξ η Επιτροπή εκδώσει απόφαση με την οποία διαπιστώνει το ασυμβίβαστο μιας ενίσχυσης με την κοινή αγορά, το Συμβούλιο δεν μπορεί να παραλύσει την αποτελεσματικότητα της απόφασης αυτής κρίνοντας το ίδιο την ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
45 Συνεπώς το Συμβούλιο δεν μπορεί να εξουδετερώσει την αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας απόφασης ούτε κρίνοντας συμβατή με την κοινή αγορά, βάσει της διάταξης αυτής, μια ενίσχυση που σκοπεί να αντισταθμίσει, για τους λαβόντες την παράνομη ενίσχυση που είχε κριθεί ασυμβίβαστη από την Επιτροπή, τα ποσά που οφείλουν να επιστρέψουν κατ’ εφαρμογήν της απόφασης αυτής.
46 Κατά τα λοιπά διαπιστώνεται ότι υπό τις συνθήκες αυτές, η ενίσχυση που χορηγείται στη συνέχεια συνδέεται τόσο άρρηκτα με αυτήν που κρίθηκε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά προηγουμένως από την Επιτροπή ώστε η διάκριση μεταξύ αυτών των ενισχύσεων στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ παρίσταται τελείως τεχνητή.
47 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ έχει την έννοια ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί βάσει της διάταξης αυτής να κρίνει εγκύρως συμβατή με την κοινή αγορά μια ενίσχυση που έχει ως αντικείμενο τη χορήγηση στους λαβόντες παράνομη ενίσχυση, η οποία είχε προηγουμένως κριθεί ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά με απόφαση της Επιτροπής, ενός ποσού που προορίζεται να αντισταθμίσει τα ποσά που οφείλουν να επιστρέψουν αυτοί κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω απόφασης.
48 Στην παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν υπέβαλε στο Συμβούλιο αίτηση βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ προκειμένου να κριθούν συμβατές με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις που θεσπίστηκαν με τα νομοθετικά διατάγματα του 1994 και του 1999. Δεν αμφισβητείται εξάλλου ότι οι ενισχύσεις αυτές κρίθηκαν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και διατάχθηκε η ανάκτησή τους με τις αποφάσεις 2000/200 και 2001/86.
49 Όσον αφορά την προσβαλλομένη απόφαση, διαπιστώνεται ότι από τον τίτλο της καθώς και από το άρθρο 1 προκύπτει ότι η ενίσχυση την οποία κρίνει συμβατή με την κοινή αγορά η απόφαση αυτή είχε ως συγκεκριμένο αντικείμενο τη χορήγηση στους δικαιούχους των ενισχύσεων, που είχαν κριθεί προηγουμένως ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά με τις αποφάσεις 2000/200 και 20001/86, ενός ποσού που θα τους έδινε τη δυνατότητα να επιστρέψουν τα ποσά που οφείλουν κατ’ εφαρμογήν των δύο αυτών αποφάσεων.
50 Όπως προκύπτει από τη σκέψη 47 της παρούσας απόφασης το Συμβούλιο δεν μπορούσε εγκύρως να εκδώσει απόφαση όπως η προσβαλλομένη.
51 Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Επιτροπή με την προσφυγή της, δηλαδή η έλλειψη αρμοδιότητας του Συμβουλίου να εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση είναι βάσιμος και η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί
Επί του δευτέρου, του τρίτου, του τετάρτου και του πέμπτου λόγου ακυρώσεως
52 Δεδομένου ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Επιτροπής έγινε δεκτός και η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί για τον λόγο αυτό, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προβάλλει η Επιτροπή με την προσφυγή της.
Επί των δικαστικών εξόδων
53 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτηση να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, το Συμβούλιο, το οποίο και ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, η Πορτογαλική Δημοκρατία, και η Γαλλική Δημοκρατία φέρουν τα δικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ολομέλεια)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση 2002/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 2002, σχετικά με την άδεια χορήγησης ενίσχυσης από την Κυβέρνηση της Πορτογαλίας στους Πορτογάλους εκτροφείς χοίρων, δικαιούχους των μέτρων που εγκρίθηκαν το 1994 και το 1998.
2) Καταδικάζει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Πορτογαλική Δημοκρατία και η Γαλλική Δημοκρατία φέρουν τα δικά τους έξοδα.
Σκουρής
Jann
Timmermans
Rosas
Gulmann
Puissochet
Cunha Rodrigues
La Pergola
Schintgen
Macken
Colneric
von Bahr
Lenaerts
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Ιουνίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
R. Grass
Β. Σκουρής
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική. Top
Full & Egal Universal Law Academy