Υπόθεση T-308/02
SGL Carbon AG
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Συμπράξεις – Πρόστιμο – Απόρριψη αιτήσεως για διευκολύνσεις πληρωμής – Προσφυγή ακυρώσεως – Απαράδεκτο»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (δεύτερο τμήμα) της 29ης Απριλίου 2004
Περίληψη της διατάξεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξεις δεκτικές προσφυγής – Έννοια – Πράξεις παράγουσες δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα – Επιστολή κοινοτικού οργάνου
(Άρθρο 230 ΕΚ)
2. Προσφυγή ακυρώσεως – Προσφυγή κατά αποφάσεως που επιβεβαιώνει προηγουμένη απόφαση η οποία δεν προσεβλήθη εμπροθέσμως – Απαράδεκτο – Έννοια της επιβεβαιωτικής αποφάσεως – Απόφαση που εκδίδεται κατόπιν επανεξετάσεως της προηγουμένης αποφάσεως και βάσει νέων στοιχείων – Αποκλείεται
(Άρθρο 230 ΕΚ)
3. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Διευκολύνσεις πληρωμής – Υποκατάσταση μιας διοικητικής διαδικασίας επανεξετάσεως των τρόπων πληρωμής ενός προστίμου στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων – Δεν επιτρέπεται
1. Μόνον οι πράξεις που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας αισθητά τη νομική του κατάσταση, μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 230 ΕΚ· για να διαπιστωθεί αν μια πράξη παράγει τέτοια αποτελέσματα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ουσιαστικό περιεχόμενό της. Συναφώς, δεν αρκεί να έχει αποστείλει κάποιο κοινοτικό όργανο μια επιστολή στον αποδέκτη της απαντώντας σε αίτησή του για να μπορεί η επιστολή αυτή να χαρακτηριστεί ως απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως.
(βλ. σκέψεις 39-40)
2. Η προσφυγή ακυρώσεως κατ’ αποφάσεως αμιγώς επιβεβαιωτικής μιας προγενέστερης απόφασης που κατέστη απρόσβλητη είναι απαράδεκτη. Μια πράξη θεωρείται αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης απόφασης αν δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με την προγενέστερη απόφαση και δεν προηγήθηκε της εκδόσεώς της επανεξέταση της καταστάσεως του αποδέκτη της απόφασης αυτής.
Πάντως, ο επιβεβαιωτικός ή όχι χαρακτήρας μιας πράξεως δεν μπορεί να εκτιμάται με αποκλειστικό γνώμονα το περιεχόμενό της σε σχέση με το περιεχόμενο της προγενέστερης απόφασης την οποία επιβεβαιώνει. Συγκεκριμένα, πρέπει επίσης να εκτιμάται ο χαρακτήρας της προσβαλλομένης πράξεως σε σχέση προς τη φύση της αιτήσεως της οποίας αυτή συνιστά απάντηση. Ειδικότερα, αν η πράξη συνιστά απάντηση σε αίτηση με την οποία προβάλλονται νέα και ουσιώδη περιστατικά και ζητείται από τη διοίκηση να προβεί σε επανεξέταση της προγενέστερης αποφάσεως, η πράξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί αμιγώς επιβεβαιωτική, καθόσον αποφαίνεται επί των περιστατικών αυτών και περιέχει δηλαδή ένα νέο στοιχείο σε σχέση με την προγενέστερη απόφαση. Πράγματι, η επέλευση νέων και ουσιωδών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως για επανεξέταση προγενέστερης απόφασης που κατέστη απρόσβλητη.
Το οικείο όργανο οφείλει να επανεξετάσει μια απόφαση που κατέστη απρόσβλητη αν η σχετική αίτηση στηρίζεται σε νέα και ουσιώδη περιστατικά και η προσφυγή που ασκείται κατ’ αποφάσεως η οποία απορρίπτει, υπό τις συνθήκες αυτές, το αίτημα επανεξετάσεως πρέπει να κριθεί παραδεκτή. Αντίθετα, αν μια αίτηση επανεξετάσεως δεν στηρίζεται σε νέα και ουσιώδη περιστατικά, η προσφυγή κατά της αποφάσεως που απορρίπτει τη ζητουμένη επανεξέταση θα κριθεί απαράδεκτη.
Η συλλογιστική αυτή καλύπτει και την παρούσα υπόθεση στην οποία το όργανο, αντί να αρνηθεί τη ζητουμένη επανεξέταση, απάντησε μεν στην αίτηση της προσφεύγουσας με την προσβαλλομένη πράξη, πλην όμως επισήμανε ότι η απάντηση αυτή δεν έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως διότι απλώς επιβεβαιώνει προγενέστερη απόφαση που κατέστη απρόσβλητη.
(βλ. σκέψεις 51-55)
3. Η διοικητική διαδικασία επανεξετάσεως μιας αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με τον τρόπο πληρωμής προστίμου δεν έχει ούτε παρόμοιο χαρακτήρα ούτε ισοδύναμη αξία με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Συγκεκριμένα, ενώ ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων θα εξέταζε τόσο το επείγον όσο και το fumus boni juris σε σχέση με την κύρια προσφυγή κατά της αποφάσεως για τον καθορισμό του προστίμου, η Επιτροπή στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας επανεξετάσεως έπρεπε να περιορίσει την εκτίμησή της στο ζήτημα του επείγοντος και στην οικονομική κατάσταση της προσφεύγουσας. Η επιλογή αντικατάστασης της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων με τη διοικητική διαδικασία οδηγεί σε παράκαμψη των διατάξεων που διέπουν την ένδικη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων που ακριβώς δεν αφορούν την εκτίμηση μόνον των οικονομικών πτυχών της υπόθεσης.
Όσον αφορά το άρθρο 7 των «διατάξεων εσωτερικής διαδικασίας σχετικά με την είσπραξη των προστίμων της Επιτροπής βάσει της Συνθήκης ΕΟΚ», κατά το οποίο το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής δύναται να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας πληρωμής ενδεχομένως τμηματικά κατόπιν έγγραφης αίτησης δεόντως αιτιολογημένης του αποδέκτη, η διάταξη αυτή καθιερώνει αυτοτελή διοικητική διαδικασία η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της κατά κυριολεξίας είσπραξης των προστίμων που καθορίζει η Επιτροπή. Η δέουσα δικαστική προστασία σχετικά με την άρνηση χορηγήσεως διευκολύνσεων πληρωμής που προβλέπει το άρθρο 7 παρέχεται στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων ή διαδικασίας με αντικείμενο την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 256, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ) της απόφασης περί επιβολής προστίμου.
(βλ. σκέψεις 65, 67)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 29ης Απριλίου 2004 (*)
«Συμπράξεις – Πρόστιμο – Απόρριψη αιτήσεως για διευκολύνσεις πληρωμής – Προσφυγή ακυρώσεως – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-308/02,
SGL Carbon AG, με έδρα το Wiesbaden (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον M. Klusmann, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους G. Wilms και W. Mölls, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της απόφασης της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 2002, στο μέτρο που απορρίπτει την αίτηση της προσφεύγουσας για τη χορήγηση διευκολύνσεων πληρωμής του προστίμου που της επεβλήθη στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ (COMP/E‑1/36.490 – Ηλεκτρόδια γραφίτη) και καθορίζει επιτόκιο άνω του 6,04 %,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Pirrung, πρόεδρο, A. W. H. Meij και Ν. Forwood, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Πραγματικά περιστατικά και ιστορικό της διαφοράς
1 Με την απόφαση 2002/271/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 2001, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση COMP/E – 1/36.490 – Ηλεκτρόδια γραφίτη) (ΕΕ 2002, L 100, σ. 1, στο εξής: απόφαση περί επιβολής προστίμου), επεβλήθη στην προσφεύγουσα, που είναι γερμανική εταιρία παραγωγής ηλεκτροδίων γραφίτη, πρόστιμο 80,2 εκατομμυρίων ευρώ για παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ.
2 Σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης περί επιβολής προστίμου, η προσφεύγουσα όφειλε να καταβάλει το πρόστιμο εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης, δηλαδή από τις 24 Ιουλίου 2001. Με την εκπνοή της προθεσμίας, δηλαδή από τις 24 Οκτωβρίου 2001, θα καταλογίζονταν τόκοι με το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αυξημένο κατά 3,5 %, δηλαδή με επιτόκιο 8,04 %.
3 Η απόφαση περί επιβολής προστίμου διαβιβάστηκε στην προσφεύγουσα με επιστολή της 23ης Ιουλίου 2001 που επαναλαμβάνει το ποσό του επιβληθέντος προστίμου και τους όρους πληρωμής και μεταξύ άλλων το επιτόκιο 8,04 % για την περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας αποπληρωμής. Η επιστολή διευκρινίζει περαιτέρω ότι με την παρέλευση της προθεσμίας πληρωμής του προστίμου η Επιτροπή θα προέβαινε στην είσπραξη του εν λόγω ποσού· ωστόσο, διευκρίνισε επίσης ότι, σε περίπτωση προσφυγής στο Πρωτοδικείο, δεν θα ληφθούν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης υπό τον όρο ότι η προσφεύγουσα δέχεται να καταβάλει τόκους προς 6,04 % και να συστήσει τραπεζική εγγύηση.
4 Στις 2 Οκτωβρίου 2001 η προσφεύγουσα άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση της απόφασης περί επιβολής προστίμου (υπόθεση Τ-239/01). Με την προσφυγή αυτή αμφισβήτησε, μεταξύ άλλων, τη νομιμότητα του επιτοκίου 8,04 % που καθόρισε το άρθρο 4 της απόφασης αυτής καθώς και του προνομιακού επιτοκίου 6,04 % που καθόρισε η διαβιβαστική επιστολή της 23ης Ιουλίου 2001.
5 Με επιστολή της 24ης Οκτωβρίου 2001, η προσφεύγουσα απηύθυνε στην Επιτροπή αίτηση για τη χορήγηση διευκολύνσεων πληρωμής. Συναφώς, υποστήριξε ότι, λόγω της κάκιστης χρηματοοικονομικής κατάστασής της, η εκτέλεση της απόφασης περί επιβολής προστίμου θα απειλούσε την ίδια την ύπαρξη της επιχείρησης. Πρόσθεσε δε ότι, ακόμη και αν ήταν σε θέση να συστήσει πλείονες τραπεζικές εγγυήσεις, η εφαρμογή, δηλαδή η εκτέλεσή τους, θα αποστερούσε την επιχείρηση από τις αναγκαίες πιστώσεις για τη διατήρηση των τρεχουσών δραστηριοτήτων της. Από οικονομικής σκοπιάς όμως δεν ήταν σε θέση να υποστεί απώλεια ρευστών του ύψους των απαιτουμένων τραπεζικών εγγυήσεων. Για τον λόγο αυτό η προσφεύγουσα ζήτησε ρητά από την Επιτροπή να παραιτηθεί πλήρως ή έστω εν μέρει από τη σύσταση ασφάλειας μέχρις ότου εκδοθεί στην ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου. Η προσφεύγουσα παρατήρησε ότι σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους της Επιτροπής θα υπέβαλλε στο Πρωτοδικείο αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να της χορηγηθούν οι εν λόγω διευκολύνσεις πληρωμής και πρόσθεσε ότι ελπίζει ότι στο μεταξύ η Επιτροπή δεν θα προέβαινε στην αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης περί επιβολής προστίμου.
6 Με την από 26 Οκτωβρίου 2001 απάντησή της, η Επιτροπή πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι θα εξέταζε την αίτησή της στις 15 Νοεμβρίου 2001. Στις 5 Νοεμβρίου 2001, η προσφεύγουσα επανέλαβε την ευχή της να μην ληφθούν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης πριν από τις 15 Νοεμβρίου διευκρινίζοντας ότι δεν θα επιδίωκε δικαστική λύση πριν από την εξέταση της αιτήσεώς της.
7 Με επιστολή της 20ής Φεβρουαρίου 2002 και δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη αποφανθεί επί της αιτήσεώς της, η προσφεύγουσα την πληροφόρησε ότι η οικονομική της κατάσταση επιδεινώθηκε στο μεταξύ. Της ζήτησε να οργανώσει μια σύσκεψη προκειμένου να της εκθέσει προφορικά την κατάσταση αυτή.
8 Στις 15 Μαρτίου 2002, μετά από αίτημα της Επιτροπής, η προσφεύγουσα της διαβίβασε διάφορα έγγραφα σχετικά με την οικονομική της κατάσταση και μεταξύ άλλων την πλέον πρόσφατη έκθεση διαχείρισης για το οικονομικό έτος 2001, στα γερμανικά.
9 Λόγω μιας ανακοίνωσης που δημοσιεύθηκε σε γερμανική εφημερίδα στις 14 Μαρτίου 2002 σύμφωνα με την οποία η προσφεύγουσα είχε ξεπεράσει τη χρηματοοικονομική κρίση, η Επιτροπή απευθύνθηκε και πάλι στην προσφεύγουσα και της ζήτησε πληροφορίες. Η προσφεύγουσα της διαβίβασε στις 30 Απριλίου 2002 το αγγλικό κείμενο της έκθεσης διαχείρισης για το οικονομικό έτος 2001 και μετά από περαιτέρω τηλεφωνικές συνομιλίες της διαβίβασε στις 3 Ιουλίου 2002 το έντυπο 20‑F που είχε καταθέσει την 1η Ιουλίου στις Ηνωμένες Πολιτείες στην υπηρεσία United States Securities and Exchange Commission (ομοσπονδιακή αρχή διατυπώσεων χρηματιστηρίου).
10 Στη συνέχεια, ο λογιστής της Επιτροπής, κ. Taverne, με επιστολή της 24ης Ιουλίου 2002, που η προσφεύγουσα παρέλαβε στις 5 Αυγούστου 2002 (στο εξής: προσβαλλομένη επιστολή), τάχθηκε κατά της χορήγησης διευκολύνσεων πληρωμής. Αφού υπενθύμισε τα διάφορα στάδια των επαφών μεταξύ της προσφεύγουσας και της Επιτροπής επισήμανε ότι ο ισολογισμός της προσφεύγουσας της 31ης Δεκεμβρίου 2001 και η έκθεσή της που περιέχεται στο έντυπο 20‑F, καίτοι περιείχαν ορισμένα ανησυχητικά στοιχεία, δεν δίνουν την εντύπωση ότι η εταιρία –συνδυάζοντας τις προσπάθειές της με τις προσπάθειες των γνωστών βασικών μετόχων της και των τραπεζιτών– δεν θα ήταν σε θέση να παράσχει τις τραπεζικές εγγυήσεις χωρίς να βλάψει το επαγγελματικό της μέλλον. Για τον λόγο αυτό διατύπωσε τη γνώμη ότι δεν παρίσταται ανάγκη παρεκκλίσεως από τους ισχύοντες κανόνες. Κατά συνέπεια, συνέχισε, η προσφεύγουσα υποχρεούται να συμμορφωθεί προς τους όρους πληρωμής που καθορίζει η επιστολή της 23ης Ιουλίου 2001 και να καταβάλει τόκους προς 8,04 % ετησίως επί του ποσού του προστίμου από 24 Οκτωβρίου 2001, μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή θα λάβει τραπεζική εγγύηση και μετά την οποία θα εφαρμοστεί επιτόκιο 6,04 %.
11 Όσον αφορά τον καθορισμό του επιτοκίου, η Επιτροπή επικαλέστηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου τις «διατάξεις εσωτερικής διαδικασίας σχετικά με την είσπραξη των προστίμων της Επιτροπής βάσει της Συνθήκης ΕΟΚ» [SEC (86) 1748] της 29ης Οκτωβρίου 1986 (στο εξής: διατάξεις περί εισπράξεως).
12 Κατά το άρθρο 6 των διατάξεων περί εισπράξεως, όσο η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν λαμβάνεται κανένα μέτρο είσπραξης, υπό τον όρο πάντως ότι ο αποδέκτης της απόφασης έχει δεχθεί ότι η οφειλή του θα παράγει τόκους από την εκπνοή της προθεσμίας πληρωμής και ότι έχει παράσχει τραπεζική εγγύηση στην Επιτροπή. Αν δεν γίνει η πληρωμή εντός της σχετικής προθεσμίας ή αν δεν συσταθεί τραπεζική εγγύηση το ποσό του προστίμου παράγει τόκους αυτοδικαίως. Το σχετικό επιτόκιο είναι αυτό που εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας αυξημένο κατά 3,5 μονάδες.
13 Κατά το άρθρο 7 των διατάξεων περί εισπράξεως, κατόπιν έγγραφης αίτησης δεόντως αιτιολογημένης του αποδέκτη, το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής σε συνεργασία με το αρμόδιο για τον προϋπολογισμό μέλος της Επιτροπής μπορεί να χορηγήσει περαιτέρω προθεσμία πληρωμής, ενδεχομένως κατά τμήματα, υπό τον όρο ότι ο αποδέκτης της απόφασης έχει δεχθεί ότι η οφειλή του θα παράγει τόκους από την ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας πληρωμής μέχρι πλήρους εξοφλήσεως με επιτόκιο παρόμοιο με το εφαρμοζόμενο από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας αυξημένο κατά 1,5 μονάδες και ότι έχει παράσχει τραπεζική εγγύηση.
14 Το άρθρο 8 των διατάξεων περί εισπράξεως που αναφέρεται στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης προβλέπει ότι κάθε αίτηση για όρους πληρωμής που υποβάλλεται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης εξετάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7.
15 Αφού έλαβε την προσβαλλομένη επιστολή, η προσφεύγουσα, με επιστολή της 29ης Αυγούστου 2002, παρέσχε στην Επιτροπή τρεις τραπεζικές εγγυήσεις για την κάλυψη του προστίμου των 80,2 εκατομμυρίων ευρώ εντόκως προς 6,04 % από 24 Οκτωβρίου 2001 και μέχρι αποπληρωμής του προστίμου. Οι εγγυήσεις φέρουν χρονολογία 11, 12 και 22 Οκτωβρίου 2001. Η προσφεύγουσα δήλωσε ότι πρόκειται για τραπεζικές εγγυήσεις που προμηθεύτηκε για λόγους πρόνοιας πριν από την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής που έταξε η απόφαση περί καθορισμού του προστίμου που δεν είχαν όμως τότε επικυρωθεί ακόμη, αλλά επικυρώθηκαν τον Αύγουστο του 2002.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
16 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 7 Οκτωβρίου 2002, η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή.
17 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την απόφαση της 24ης Ιουλίου 2002 καθόσον απορρίπτει το αίτημα χορηγήσεως διευκολύνσεων πληρωμής·
– να ακυρώσει την απόφαση αυτή καθόσον οι τόκοι υπερημερίας που ζητούνται για την περίοδο από 24 Οκτωβρίου 2001 μέχρι την ημερομηνία παραλαβής της δήλωσης εγγύησης καθορίζονται σε επιτόκιο άνω του 6,04 %·
– επικουρικώς, να μειώσει κατάλληλα τους τόκους υπερημερίας που καθόρισε η απόφαση·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
18 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
19 Με την προσφυγή της η προσφεύγουσα προβάλλει διάφορες αιτιάσεις. Προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την προσβαλλομένη επιστολή, ότι έσφαλε κατά την εκτίμηση των δυνατοτήτων πληρωμής της προσφεύγουσας και την αντιμετώπισε με δυσμενή διάκριση σε σύγκριση με την αμερικανική εταιρία UCAR, στην οποία επίσης επέβαλε πρόστιμο η απόφαση, δεδομένου ότι οι αιτήσεις της εταιρίας αυτής για τη χορήγηση διευκολύνσεων πληρωμής δεν απορρίφθηκαν, καίτοι η UCAR δεν παρέσχε τραπεζική εγγύηση για την κάλυψη του προστίμου που της επεβλήθη.
20 Η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή επιπλέον ότι καθόρισε παράνομους τόκους υπερημερίας διότι και το επιτόκιο 8,04 % και το επιτόκιο 6,04 % είναι υπερβολικά και ότι δεν έλαβε υπόψη τη δική της συμπεριφορά κατά τη διάρκεια των μακρών διαπραγματεύσεων όσον αφορά το ζήτημα των διευκολύνσεων πληρωμής, συμπεριφορά με την οποία της χορήγησε de facto αναστολή πληρωμής. Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει επικουρικώς ότι οι τόκοι υπερημερίας πρέπει τουλάχιστον να μειωθούν αισθητά λόγω του ότι υπήρξε εξαιρετικά μεγάλης διάρκειας η διαδικασία που προηγήθηκε της αποστολής της προσβαλλομένης επιστολής.
Επί του παραδεκτού
21 Κατά το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο αποφαινόμενο σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 114, παράγραφοι 3 και 4, μπορεί οποτεδήποτε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως, όπως είναι κατά πάγια νομολογία οι προϋποθέσεις παραδεκτού των προσφυγών που καθορίζει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου της 15ης Οκτωβρίου 2003, T‑372/02, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 33, και την παρατιθέμενη νομολογία).
22 Εν προκειμένω το Πρωτοδικείο κρίνει ότι διαθέτει επαρκή στοιχεία από τη δικογραφία και για τον λόγο αυτό αποφασίζει να αποφανθεί χωρίς να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
23 Κατά την προσφεύγουσα, η προσβαλλομένη επιστολή δεν αποτελεί απλή επιβεβαίωση της απόφασης περί καθορισμού του προστίμου της 18ης Ιουλίου 2001 και της διαβιβαστικής επιστολής της 23ης Ιουλίου 2001 αλλά περιέχει ουσιαστικά και νομικά στοιχεία ικανά να παραγάγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα που μπορούν να θίξουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας, μεταβάλλοντας αισθητά τη νομική κατάστασή της.
24 Συγκεκριμένα, η προσβαλλομένη επιστολή περιέχει δύο διακριτά κανονιστικά στοιχεία που υπερακοντίζουν το περιεχόμενο της απόφασης περί καθορισμού του προστίμου. Αφενός, απορρίπτει το αίτημα, σε ημερομηνία που τοποθετείται πολύ μετά τις 18 Ιουλίου 2001 για μια ακόμη φορά και βάσει διαφορετικής από την προηγούμενη εξέτασης των πραγματικών περιστατικών, της χορήγησης διευκολύνσεων πληρωμής. Αφετέρου, οι απαιτήσεις όσον αφορά τους τόκους αυξήθηκαν και υπερβαίνουν τις βασικές απαιτήσεις της απόφασης περί καθορισμού του προστίμου.
25 Συναφώς, η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι η Επιτροπή επέβαλε πλέον, παρά τη σύσταση τραπεζικών εγγυήσεων, επιτόκιο 8,04 αντί 6,04 % που είχε προβλεφθεί αρχικά σε περίπτωση συστάσεως τραπεζικών εγγυήσεων. Δεδομένου ότι το νέο αυτό επιτόκιο καθορίστηκε μετά από ξεχωριστή και νέα διαδικασία λήψεως αποφάσεως, σχεδόν ένα έτος μετά την έκδοση της απόφασης για τον καθορισμό του προστίμου, συνιστά διακριτό κανονιστικό στοιχείο. Η Επιτροπή δηλαδή προέβη σε νέα και πλήρη ουσιαστική εξέταση. Η συνεχής επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης και της ικανότητας πληρωμών της προσφεύγουσας συνιστά επίσης νέο στοιχείο σε σχέση με την κατάσταση που είχε ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης για τον καθορισμό του προστίμου.
26 Σε σύγκριση δηλαδή με την απόφαση για τον καθορισμό του προστίμου, η προσβαλλομένη επιστολή θίγει την προσφεύγουσα διότι απαιτεί την πληρωμή τόκων υπερημερίας με επιτόκιο 8,04 % για την περίοδο από 24 Οκτωβρίου 2001 μέχρι την ημερομηνία παραλαβής της δήλωσης εγγύησης, τον Αύγουστο 2002, και μάλιστα παρόλο που η Επιτροπή συμφώνησε με την προσφεύγουσα, κατά την άποψη της τελευταίας, ότι θα παρέλειπε να λάβει οποιοδήποτε μέτρο είσπραξης του προστίμου ή ισοδύναμης ασφάλειας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έκδοσης της απόφασης επί της αιτήσεως για τη χορήγηση διευκολύνσεων πληρωμής.
27 Όσον αφορά την απόρριψη της αιτήσεώς της για απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγύησης, η προσφεύγουσα αμφισβητεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εξετάσει το ζήτημα της ενδεχόμενης χορήγησης διευκολύνσεων πληρωμής μετά την έκδοση της απόφασης για τον καθορισμό του προστίμου. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή θεώρησε πράγματι ότι έπρεπε να μελετήσει προσεκτικά το ζήτημα της φερεγγυότητας της προσφεύγουσας και της ικανότητάς της προς πληρωμή. Η αρμοδιότητα της Επιτροπής για τη χορήγηση διευκολύνσεων πληρωμής εμπεριέχει τη δυνατότητά της να εξετάζει τη χορήγηση τέτοιων διευκολύνσεων στο πλαίσιο οργανωμένης διοικητικής διαδικασίας.
28 Κατά την προσφεύγουσα, το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς δεν είναι να κριθεί αν η Επιτροπή όφειλε ή δεν όφειλε να προβεί σε εξέταση της ικανότητας πληρωμής της προσφεύγουσας και να αποφανθεί όσον αφορά τη χορήγηση διευκολύνσεων πληρωμής, αλλά μόνο να εξεταστεί αν, λόγω του ότι προέβη πράγματι σε αυτή την εξέταση, η εκδοθείσα απόφαση είναι νόμιμη ή όχι. Πράγματι, όταν η Επιτροπή ενεργεί, οφείλει να τηρεί, κατά την ακολουθούμενη διαδικασία και κατά την έκδοση της απόφασης, τους νομικούς κανόνες που διέπουν τη δράση της. Εν προκειμένω όμως δεν το έπραξε.
29 Η προσφεύγουσα απορεί πώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν συντρέχει λόγος να εξεταστεί το επίπεδο των επιτοκίων διότι η προσφεύγουσα δεν τα αμφισβήτησε. Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι ήδη στις 2 Οκτωβρίου 2001 άσκησε προσφυγή αμφισβητώντας τη νομιμότητα του ύψους των επιβληθέντων επιτοκίων. Επιπλέον, η αίτηση για τη χορήγηση διευκολύνσεων πληρωμής που σκοπούσε την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης για τον καθορισμό του προστίμου καθώς και την ακύρωση του αιτήματος για σύσταση εγγυήσεων, εμπεριέχει επίσης αίτημα εξετάσεως της νομιμότητας των βασικών διαπιστώσεων. Τέλος, η νομιμότητα του καθορισμού των επιτοκίων από την Επιτροπή δεν εξαρτάται από το ζήτημα αν τον αμφισβητούν οι αποδέκτες της απόφασης. Η Επιτροπή οφείλει να ελέγχει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα των βλαπτικών μέτρων που λαμβάνει και να αίρει ανά πάσα στιγμή τα παράνομα στοιχεία.
30 Η προσφεύγουσα αντικρούει την άποψη ότι μπορούσε και όφειλε να υποβάλει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Η άποψη αυτή είναι κυνική δεδομένου ότι, λόγω των αυστηρών απαιτήσεων που διατυπώνει η νομολογία του Πρωτοδικείου, μόνον η απόδειξη του ότι η επιχείρηση βρίσκεται σε κατάσταση παραπλήσια της πτώχευσης θα έδινε τη δυνατότητα χορηγήσεως δικαστικής αναστολής της εκτέλεσης μιας αποφάσεως της Επιτροπής. Η δαπανηρή προετοιμασία μιας τέτοιας ένδικης διαδικασίας δεν θα ήταν εύλογη για μια επιχείρηση που βρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση. Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι θα ήταν αδύνατον να υποστεί την αρνητική δημοσιότητα που θα συνεπαγόταν οπωσδήποτε η κίνηση ένδικης διαδικασίας από μια επιχείρηση που βρίσκεται στα πρόθυρα της πτώχευσης, δεδομένου ότι η σχετική αναγγελία θα είχε αναπόφευκτα καταστροφικές συνέπειες στη χρηματαγορά, ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται για ανώνυμες εταιρίες που έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο όπως η προσφεύγουσα.
31 Τέλος, αντίθετα με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι ο μόνος αρμόδιος για να αποφανθεί ως προς τις δυνατότητες οικονομικής επιβίωσης μιας επιχείρησης σε συνδυασμό με τις κυρώσεις που της επέβαλε η Επιτροπή. Ο δικαστής αυτός δεν είναι σε καμία περίπτωση αρμόδιος να αποφανθεί όσον αφορά την εφαρμογή διοικητικών αποφάσεων. Όταν πρόκειται για αποφάσεις που ανάγονται στην εξουσία εκτιμήσεως της διοίκησης, η μεταβίβαση αρμοδιότητας δικαιοδοτικού οργάνου αντιβαίνει στην «αρχή του κράτους δικαίου».
32 Η Επιτροπή φρονεί ότι το αίτημα ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο διότι αφορά το τμήμα της προσβαλλομένης επιστολής που διατυπώνει την άρνηση απαλλαγής της προσφεύγουσας από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγύησης. Η δήλωση της Επιτροπής στο χωρίο αυτό της προσβαλλομένης επιστολής δεν επηρεάζει την έννομη κατάσταση της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, οι ισχύουσες διατάξεις δεν παρέχουν στους οφειλέτες της Επιτροπής νομικώς προστατευομένη θέση όσον αφορά το συμφέρον τους να απαλλαγούν από την υποχρέωση συστάσεως εγγύησης και το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει καμία διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής για να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να ζητούν την απαλλαγή αυτή.
33 Παρ’ όλ’ αυτά η Επιτροπή μπορεί, κατά την άποψή της, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, να μην απαιτήσει τη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως διότι έχει ορισμένα περιθώρια ενέργειας προκειμένου να λάβει υπόψη ενδεχόμενο σημαντικό δημόσιο συμφέρον που θα την ωθούσε ίσως να δεχτεί τέτοια εξαίρεση. Αυτό το σημαντικό δημόσιο συμφέρον θα μπορούσε λόγου χάρη να συντρέχει οσάκις οι προοπτικές είσπραξης του προστίμου είναι μεγαλύτερες στις συγκεκριμένες περιστάσεις μιας υπόθεσης, σε περίπτωση απαλλαγής από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγύησης παρά αν επιβληθεί τέτοια απαίτηση. Ωστόσο, η εξουσία της Επιτροπής να χορηγεί αυτή την απαλλαγή ουδόλως παρέχει στις οφειλέτιδες επιχειρήσεις υποκειμενικό δικαίωμα που θα μπορούσαν να επικαλεστούν ενώπιον των δικαστηρίων και που θα υποχρέωνε την Επιτροπή να ενεργήσει προς το συμφέρον τους. Επιπλέον, το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή εξέτασε την παρούσα υπόθεση όπως είχε την εξουσία, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ερμηνευθεί ως αναγνώριση τέτοιου υποκειμενικού δικαιώματος.
34 Η περίπτωση της προσφεύγουσας ομοιάζει με την περίπτωση του ιδιώτη που ζητεί από την Επιτροπή να παρέμβει κατά κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ. Και σε αυτή την περίπτωση, η Επιτροπή ασκεί την εξουσία της μόνον προς το γενικό συμφέρον, ενώ οι ιδιώτες δεν έχουν δικαστικώς προστατευόμενο συμφέρον για επέμβαση της Επιτροπής. Η νομική τους κατάσταση, συνεπώς, δεν επηρεάζεται όταν η Επιτροπή απορρίπτει το αίτημά τους.
35 Αυτό ουδόλως σημαίνει ότι η προσφεύγουσα στερείται κάθε δικαιώματος. Συγκεκριμένα, θα μπορούσε να ζητήσει από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να την απαλλάξει από την υποχρέωση παροχής τραπεζικής εγγύησης. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστής θα εξέταζε ενδελεχώς αν το συμφέρον της να λάβει την απαλλαγή αυτή υπερισχύει κατ’ εξαίρεση από το δημόσιο συμφέρον που συνίσταται στη σύσταση τραπεζικής εγγύησης. Κατά την εξέταση αυτή θα ελάμβανε υπόψη μεταξύ άλλων τις προοπτικές επιτυχίας της κύριας προσφυγής (fumus boni juris).
36 Κατά την Επιτροπή, η εξισορρόπηση των ειδικών συμφερόντων των οφειλετών προστίμου και του συμφέροντος της Επιτροπής να εφαρμόσει την πολιτική ανταγωνισμού και να επιτύχει την εκτέλεση των οικονομικών πιστώσεών της απαιτεί να εξασφαλίζεται η δικαστική προστασία σχετικά με την απόφαση περί επιβολής προστίμου με την προσφυγή ακυρώσεως, ενώ η δικαστική προστασία σχετικά με την εκτέλεσή της κατά την εξέλιξη της κύριας δίκης ανατίθεται στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων.
37 Όσον αφορά το αίτημα σχετικά με τα επιτόκια για τους τόκους υπερημερίας που οφείλει η προσφεύγουσα, η Επιτροπή το θεωρεί απαράδεκτο διότι η προσβαλλομένη επιστολή απλώς επαναλαμβάνει τους κανόνες που διατυπώνει το άρθρο 4 της απόφασης για τον καθορισμό του προστίμου που περιέχονται επίσης και στη διαβιβαστική επιστολή της 23ης Ιουλίου 2001. Η προσβαλλομένη επιστολή δεν έχει δηλαδή ως προς αυτό το σημείο κανονιστικό περιεχόμενο. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ουδέποτε κατά τη σχετική διαδικασία αμφισβήτησε το επιτόκιο, η Επιτροπή δεν είχε κανένα λόγο να το εξετάσει.
38 Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να προβεί σε συνολική εξέταση της νομιμότητας των αποφάσεων περί επιβολής προστίμου όταν της υποβάλλεται αίτηση που αναφέρεται ρητά μόνο στη χορήγηση διευκολύνσεων πληρωμής. Ακριβώς όμως με την από 24 Οκτωβρίου 2001 αίτησή της, η προσφεύγουσα αρκείται ρητά στο να διατυπώσει αίτημα απαλλαγής από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικών εγγυήσεων. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αν υποχρεούτο να προβαίνει αυτεπαγγέλτως και συστηματικά στην εξέταση που προβάλλει η προσφεύγουσα αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την de facto αμφισβήτηση του οριστικού χαρακτήρα διοικητικών αποφάσεων που δεν προσβλήθηκαν εμπροθέσμως, δεδομένου ότι η Επιτροπή θα είχε την υποχρέωση να επανεξετάζει συνεχώς όλες τις αποφάσεις της.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Όσον αφορά τον χαρακτήρα αποφάσεως της προσβαλλομένης επιστολής σχετικά με το επιτόκιο για τους τόκους υπερημερίας
39 Στο μέτρο που η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης επιστολής καθόσον η Επιτροπή αρνείται να μειώσει το υπερβολικά υψηλό επιτόκιο υπενθυμίζεται ότι μόνον οι πράξεις που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας αισθητά τη νομική του κατάσταση μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 230 ΕΚ· για να διαπιστωθεί αν μια πράξη παράγει τέτοια αποτελέσματα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ουσιαστικό περιεχόμενό της (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 9).
40 Επιπλέον, δεν αρκεί να έχει αποστείλει κάποιο κοινοτικό όργανο μια επιστολή στον αποδέκτη της απαντώντας σε αίτησή του για να μπορεί η επιστολή αυτή να χαρακτηριστεί ως απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Μαΐου 1996, T‑277/94, AITEC κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II‑351, σκέψη 50· διάταξη του Πρωτοδικείου της 4ης Οκτωβρίου 1996, , T‑5/96, Sveriges Betodlares και Henrikson κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-1299, σκέψη 26).
41 Εν προκειμένω, η αρχική αίτηση της προσφεύγουσας της 24ης Οκτωβρίου 2001 και η εν συνεχεία αλληλογραφία της με την Επιτροπή ουδόλως σκοπούν να αμφισβητήσουν τα επιτόκια για τους τόκους υπερημερίας που καθόρισε η απόφαση για την επιβολή του προστίμου (8,04 %) και η διαβιβαστική επιστολή της 23ης Ιουλίου 2001 (6,04 % υπό ορισμένους όρους). Όσον αφορά τα χρηματοοικονομικού χαρακτήρα έγγραφα που προσκόμισε η προσφεύγουσα, τα διαβίβασε στην Επιτροπή με μόνο σκοπό να επιτύχει την απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγύησης. Εξάλλου, το ζήτημα της νομιμότητας των επιτοκίων, δηλαδή του συνήθους επιτοκίου 8,04 % και του ευνοϊκού επιτοκίου 6,04 %, αποτελεί το αντικείμενο της υπόθεσης T‑239/01, που εκκρεμεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων.
42 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσβαλλομένη επιστολή δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι η Επιτροπή, βάσει νέων στοιχείων, απέρριψε αίτημα μειώσεως των επιτοκίων. Με την προσβαλλομένη επιστολή η Επιτροπή απλώς δηλώνει ότι δεν υπάρχει λόγος να αποστεί από τους ισχύοντες κανόνες διότι η προσφεύγουσα είναι σε θέση να παράσχει τραπεζικές εγγυήσεις χωρίς βλαπτικές συνέπειες για τη μέλλουσα οικονομική δραστηριότητά της. Η Επιτροπή μνημόνευσε μεν τα επιτόκια 8,04 και 6,04 %, πλην όμως επισημαίνοντας ότι η προσφεύγουσα υποχρεούται να συμμορφωθεί προς τους όρους πληρωμής που καθορίζει η διαβιβαστική επιστολή της 23ης Ιουλίου 2001, με την οποία της κοινοποιήθηκε η απόφαση για τον καθορισμό του προστίμου. Από κανένα στοιχείο και ειδικότερα από το κείμενο της προσβαλλομένης επιστολής δεν συνάγεται ότι η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό εξέτασε αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα των εν λόγω επιτοκίων.
43 Κατά συνέπεια, η προσβαλλομένη επιστολή δεν εμφανίζει χαρακτήρα απόφασης όσον αφορά τον καθορισμό του επιτοκίου για τους τόκους υπερημερίας.
44 Όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του ευνοϊκού επιτοκίου του 6,04 %, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι αντικατέστησε το επιτόκιο αυτό με το σύνηθες επιτόκιο 8,04 % για την περίοδο από 24 Οκτωβρίου 2001, ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας πληρωμής, μέχρι τη διαβίβαση, στα τέλη Αυγούστου 2002, των τριών τραπεζικών εγγυήσεων (βλ. σκέψη 15 ανωτέρω), καίτοι είχε στη διάθεσή της ασφάλειες με το ίδιο αποτέλεσμα ως αν τις είχε λάβει από τον Οκτώβριο του 2001. Για τον λόγο αυτό η προσφεύγουσα ζητεί την εφαρμογή του ευνοϊκού επιτοκίου του 6,04 % από 24 Οκτωβρίου 2001.
45 Συναφώς, πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι οι τραπεζικές εγγυήσεις που επικαλείται η προσφεύγουσα διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή μόλις στα τέλη Αυγούστου 2002, δηλαδή μετά την ημερομηνία αποστολής της προσβαλλομένης επιστολής. Συνεπώς, αποκλείεται, με την επιστολή αυτή, να αποφάνθηκε η Επιτροπή σχετικά με τη διαβίβαση των εν λόγω εγγυήσεων και, συνεπώς, σχετικά με τις έννομες συνέπειες της διαβίβασης αυτής όσον αφορά το ύψος των τόκων υπερημερίας. Η προσβαλλομένη επιστολή, δηλαδή, δεν μπορούσε να βλάψει την προσφεύγουσα ως προς αυτό το σημείο.
46 Αν η προσβαλλομένη επιστολή επισημαίνει στην προσφεύγουσα την υποχρέωσή της να καταβάλει τόκους 8,04 % επί του ποσού του προστίμου από 24 Οκτωβρίου 2001 και μέχρι την ημερομηνία παραλαβής τραπεζικής εγγύησης από την Επιτροπή, μετά την οποία ημερομηνία το επιτόκιο είναι 6,04 %, το κείμενο αυτό απλώς επαναλαμβάνει κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο τους όρους πληρωμής που καθόρισε το άρθρο 4 της απόφασης για τον καθορισμό του προστίμου και η διαβιβαστική επιστολή της 23ης Ιουλίου 2001. Ιδίως δεν αποφαίνεται ως προς το ζήτημα αν η μετά την παρέλευση της προθεσμίας πληρωμής διαβίβαση τραπεζικών εγγυήσεων μπορεί να έχει αναδρομικά αποτελέσματα επί του επιτοκίου για τους τόκους υπερημερίας. Η προσβαλλομένη επιστολή δεν εμφανίζει δηλαδή χαρακτήρα αποφάσεως ούτε ως προς αυτό το σημείο.
47 Όσον αφορά το επικουρικό αίτημα της μειώσεως των τόκων υπερημερίας που καθόρισε η Επιτροπή, αρκεί να σημειωθεί ότι αφορά μόνον έναν από τους όρους εφαρμογής της απόφασης για τον καθορισμό του προστίμου. Συνεπώς, η ζητουμένη μείωση θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων βάσει του άρθρου 243 ΕΚ και του άρθρου 104 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Η προσφεύγουσα όμως δεν υπέβαλε τέτοια αίτηση. Στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής ακυρώσεως το αίτημα αυτό πρέπει εν πάση περιπτώσει να κηρυχθεί απαράδεκτο.
48 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθόσον αφορά τους τόκους υπερημερίας που καθόρισε η απόφαση για τον καθορισμό του προστίμου και η διαβιβαστική επιστολή της 23ης Ιουλίου 2001.
Ως προς το ζήτημα αν η προσβαλλομένη επιστολή έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως σε συνάρτηση με τη μη χορήγηση διευκολύνσεων πληρωμής
49 Στο μέτρο που η προσφεύγουσα βάλλει κατά της αρνήσεως της Επιτροπής, η οποία διατυπώθηκε με την προσβαλλομένη επιστολή, να παραιτηθεί από τη σύσταση τραπεζικής εγγύησης, πρέπει να σημειωθεί ότι η απαίτηση της εγγύησης αυτής καθώς και οι όροι πληρωμής που συνδέονται με τη σύστασή της διατυπώθηκαν με την από 23 Ιουλίου 2001 διαβιβαστική επιστολή και μάλιστα καίτοι, κατά τη διοικητική διαδικασία που προηγήθηκε της εκδόσεως της απόφασης για τον καθορισμό του προστίμου, η προσφεύγουσα επέστησε την προσοχή της Επιτροπής στην λίαν δυσχερή οικονομική της κατάσταση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι η Επιτροπή απαίτησε από την προσφεύγουσα να συστήσει τραπεζική εγγύηση αν ήθελε να αποφύγει την είσπραξη του προστίμου πρέπει να θεωρηθεί ότι παράγει δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντά της μεταβάλλοντας αισθητά τη νομική της κατάσταση (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση IBM κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 9).
50 Δεδομένου ότι η απαίτηση για τη σύσταση τραπεζικής εγγύησης που διατυπώθηκε με την επιστολή της 23ης Ιουλίου 2001 δεν προσβλήθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ, κατέστη απρόσβλητη έναντι της προσφεύγουσας (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Φεβρουαρίου 2001, T‑186/98, Inpesca κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑557, στο εξής: απόφαση Inpesca, σκέψη 40, και την παρατιθέμενη νομολογία).
51 Αλλά κατά πάγια νομολογία, η προσφυγή ακυρώσεως κατ’ αποφάσεως αμιγώς επιβεβαιωτικής μιας προγενέστερης απόφασης που κατέστη απρόσβλητη είναι απαράδεκτη. Μια πράξη θεωρείται αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης απόφασης αν δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με την προγενέστερη απόφαση και δεν προηγήθηκε της εκδόσεώς της επανεξέταση της καταστάσεως του αποδέκτη της απόφασης αυτής (απόφαση Impesca, σκέψη 44, και παρατιθέμενη νομολογία).
52 Πάντως, ο επιβεβαιωτικός ή όχι χαρακτήρας μιας πράξεως δεν μπορεί να εκτιμάται με αποκλειστικό γνώμονα το περιεχόμενό της σε σχέση με το περιεχόμενο της προγενέστερης απόφασης την οποία επιβεβαιώνει. Συγκεκριμένα, πρέπει επίσης να εκτιμάται ο χαρακτήρας της προσβαλλομένης πράξεως σε σχέση προς τη φύση της αιτήσεως της οποίας αυτή συνιστά απάντηση (απόφαση Impesca, σκέψη 45, και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
53 Ειδικότερα, αν η πράξη συνιστά απάντηση σε αίτηση με την οποία προβάλλονται νέα και ουσιώδη περιστατικά και ζητείται από τη διοίκηση να προβεί σε επανεξέταση της προγενέστερης αποφάσεως, η πράξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί αμιγώς επιβεβαιωτική, καθόσον αποφαίνεται επί των περιστατικών αυτών και περιέχει δηλαδή ένα νέο στοιχείο σε σχέση με την προγενέστερη απόφαση (απόφαση Impesca, σκέψη 46). Πράγματι, η επέλευση νέων και ουσιωδών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως για επανεξέταση προγενέστερης απόφασης που κατέστη απρόσβλητη (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 22ας Μαρτίου 1961, 42/59 και 49/59, Snupat κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 599· της 15ης Μαΐου 1985, 127/84, Esly κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 1437, σκέψη 10· απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Φεβρουαρίου 1991, Τ‑58/89, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ‑77, σκέψη 24, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 1997, Τ‑16/97, Chauvin κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. Ι‑Α‑237 και ΙΙ‑681, σκέψη 37).
54 Βάσει αυτής της νομολογίας, το Πρωτοδικείο έκρινε, με την απόφαση Impesca (σκέψεις 48 και 49, και παρατιθέμενη νομολογία), ότι το οικείο όργανο οφείλει να επανεξετάσει μια απόφαση που κατέστη απρόσβλητη αν η σχετική αίτηση στηρίζεται σε νέα και ουσιώδη περιστατικά και η προσφυγή που ασκείται κατ’ αποφάσεως η οποία απορρίπτει υπό τις συνθήκες αυτές το αίτημα επανεξετάσεως πρέπει να κριθεί παραδεκτή. Αντίθετα, αν μια αίτηση επανεξετάσεως δεν στηρίζεται σε νέα και ουσιώδη περιστατικά, η προσφυγή κατά της αποφάσεως που απορρίπτει τη ζητουμένη επανεξέταση θα κριθεί απαράδεκτη.
55 Η συλλογιστική αυτή καλύπτει και την παρούσα υπόθεση στην οποία η Επιτροπή, αντί να αρνηθεί τη ζητουμένη επανεξέταση, απάντησε μεν στην αίτηση της προσφεύγουσας με την προσβαλλομένη επιστολή, πλην όμως επισήμανε ότι η απάντηση αυτή δεν έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως διότι απλώς επιβεβαιώνει προγενέστερη απόφαση που κατέστη απρόσβλητη, δηλαδή τη διαβιβαστική επιστολή της 23ης Ιουλίου 2001.
56 Στο πλαίσιο της εξέτασης του παραδεκτού αυτού του μέρους της προσφυγής, πρέπει συνεπώς να εξεταστεί αν τα στοιχεία που επικαλείται η προσφεύγουσα με την αίτησή της για επανεξέταση αποτελούν πράγματι νέα και ουσιώδη περιστατικά.
57 Συναφώς, οι πληροφορίες που παρέσχε η προσφεύγουσα όσον αφορά τη συνεχή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασής της εμφάνιζαν τον χαρακτήρα νέου περιστατικού διότι η επιδείνωση αυτή εκδηλώθηκε μετά την αποστολή της διαβιβαστικής επιστολής της 23ης Ιουλίου 2001 που ούτε η προσφεύγουσα ούτε η Επιτροπή ήταν σε θέση να γνωρίζουν προηγουμένως (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση Impesca, σκέψη 50, και παρατιθέμενη νομολογία).
58 Για να θεωρούνται ουσιώδεις οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να είναι ικανές να μεταβάλουν ουσιωδώς τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας, όπως αυτή χαρακτηρίστηκε κατά την ημερομηνία εκδόσεως της προγενέστερης απόφασης που κατέστη απρόσβλητη, δηλαδή στις 23 Ιουλίου 2001 (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση Impesca, σκέψη 51, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
59 Συναφώς, υπενθυμίζεται προπάντων ότι η προσφεύγουσα παρέλειψε να ασκήσει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων βάσει του άρθρου 104 του Κανονισμού Διαδικασίας σχετικά με την απόφαση για τον καθορισμό του προστίμου, στο πλαίσιο της υπόθεσης T-239/01. Με την αίτησή της για επανεξέταση της 24ης Οκτωβρίου 2001, αφενός, έκανε λόγο για κίνηση διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων στην περίπτωση που απορριφθεί η αίτηση αυτή και αφετέρου ζήτησε από την Επιτροπή να μην προβεί στην εκτέλεση της απόφασης για τον καθορισμό του προστίμου πριν αποφανθεί επί της αιτήσεώς της για επανεξέταση. Με την από 5 Νοεμβρίου 2001 επιστολή, η προσφεύγουσα επανέλαβε τα δύο αυτά σημεία. Ενώπιον του Πρωτοδικείου δήλωσε ρητά ότι η δαπανηρή προετοιμασία μιας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων δεν ήταν εύλογη για μια επιχείρηση που βρίσκεται, όπως αυτή, σε δύσκολη οικονομική κατάσταση.
60 Εν συνεχεία, δεν αμφισβητείται ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για επανεξέταση και της αποστολής της προσβαλλομένης επιστολής, μάλιστα δε και κατά την ημερομηνία ασκήσεως της παρούσας προσφυγής, η Επιτροπή δεν είχε προβεί ακόμη στην είσπραξη του προστίμου που επέβαλε στην προσφεύγουσα ούτε στην αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης για τον καθορισμό του προστίμου βάσει του άρθρου 256 ΕΚ και των άρθρων 104 έως 110 του Κανονισμού Διαδικασίας.
61 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αίτηση που υπέβαλε η προσφεύγουσα εκτός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει υπόψη την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασής της και να της χορηγήσει διευκολύνσεις πληρωμής πρέπει να θεωρηθεί ως πρώιμη, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να γνωρίζει στις διάφορες προαναφερθείσες ημερομηνίες ποια θα ήταν η οικονομική κατάσταση της προσφεύγουσας στην περίπτωση και στη χρονική στιγμή της εφαρμογής μέτρων εισπράξεως ή αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique diffusion française κ.λπ.. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 135). Ειδικότερα, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα, ενώπιον του κινδύνου επικείμενης είσπραξης, δεν άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να κληθεί στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας να αποφανθεί επί του ζητήματος μήπως η εξισορρόπηση των εμπλεκομένων συμφερόντων δεν επιτρέπει την εφαρμογή των όρων πληρωμής που αμφισβητεί η προσφεύγουσα πριν από την έκδοση της απόφασης στην κύρια δίκη που θα κρίνει το ζήτημα αν είναι νόμιμο το πρόστιμο που επεβλήθη στην προσφεύγουσα, λόγω του ότι η εν λόγω εφαρμογή θα έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξη της επιχείρησης.
62 Σημειωτέον επίσης ότι η Επιτροπή αρνήθηκε ήδη με την απόφαση για τον καθορισμό του προστίμου (βλ αιτιολογικές σκέψεις 184 και 185) να λάβει υπόψη το επιχείρημα ότι η επιβολή προστίμου ενδέχεται να οδηγήσει σε πτώχευση την προσφεύγουσα. Η αντιμετώπιση αυτή συνάδει προς την πάγια νομολογία κατά την οποία η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη την ελλειμματική οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης όταν προσδιορίζει το ποσό του προστίμου που προτίθεται να της επιβάλλει (απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Νοεμβρίου 1983, 96/82 έως 102/82, 104/82, 105/82, 108/82 και 110/82, IAZ κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3369, σκέψη 55· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1999, T‑141/94, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑347, σκέψη 630, και της 19ης Μαΐου 1999, T‑175/95, BASF κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑1581, σκέψη 158). Εξάλλου, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει το ενδεχόμενο ένα μέτρο της κοινοτικής αρχής να προκαλέσει την πτώχευση ή την εκκαθάριση μιας συγκεκριμένης επιχείρησης, δεδομένου ότι η εκκαθάριση μιας επιχείρησης υπό τη συγκεκριμένη νομική μορφή δεν σημαίνει ότι τα προσωπικά υλικά και άυλα στοιχεία που αντιπροσωπεύει η επιχείρηση θα έχαναν και αυτά την αξία τους (βλ., κατ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 1986, 52/84, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1986, σ. 89, σκέψη 14, και της 2ας Ιουλίου 2002, C‑499/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2002, σ. I‑6031, σκέψη 38).
63 Συνεπώς, οι οικονομικής φύσεως πληροφορίες που προσκόμισε η προσφεύγουσα με την αίτηση για επανεξέταση δεν ήταν ικανές να επηρεάσουν τη νομική της κατάσταση όπως αυτή χαρακτηρίστηκε στις 23 Ιουλίου 2001. Δεδομένου ότι καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να εξετάζει διαρκώς και αυτεπαγγέλτως την οικονομική κατάσταση των οφειλετών της, οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ουσιώδεις στο πλαίσιο της παρούσας δίκης.
64 Κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα σ’ αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
65 Στο μέτρο που η προσφεύγουσα επιθυμεί να αντικαταστήσει την ένδικη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με τη διοικητική διαδικασία της επανεξέτασης, την οποία και επέλεξε εν προκειμένω, αρκεί να σημειωθεί ότι αυτή η διοικητική διαδικασία δεν έχει ούτε παρόμοιο χαρακτήρα ούτε ισοδύναμη αξία με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Συγκεκριμένα, ενώ ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων θα εξέταζε στην παρούσα περίπτωση τόσο το επείγον όσο και το fumus boni juris σε σχέση με την κύρια προσφυγή κατά της αποφάσεως για τον καθορισμό του προστίμου, η Επιτροπή στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που επέλεξε η προσφεύγουσα θα έπρεπε να περιορίσει την εκτίμησή της στο ζήτημα του επείγοντος και στην οικονομική κατάσταση της προσφεύγουσας. Η επιλογή αντικατάστασης της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων με τη διοικητική διαδικασία οδηγεί σε παράκαμψη των διατάξεων που διέπουν την ένδικη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων που ακριβώς δεν αφορούν την εκτίμηση μόνον των οικονομικών πτυχών της υπόθεσης.
66 Εξάλλου, όσον αφορά το γεγονός ότι η προσφεύγουσα διατύπωσε τους φόβους της σχετικά με τις συνέπειες των μέτρων δημοσιότητας για την κακή οικονομική της κατάσταση που κατά την άποψή της θα ήταν αναπόφευκτα σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, αρκεί να σημειωθεί ότι το άρθρο 17, παράγραφος 4, των οδηγιών προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου επιτρέπει να εξαιρούνται τα απόρρητα στοιχεία στις δημοσιεύσεις σχετικά με τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του Πρωτοδικείου. Εξάλλου, ο φόβος αυτός δεν εμπόδισε την προσφεύγουσα να ασκήσει την παρούσα προσφυγή και δη παρά τις δημοσιεύσεις που αυτό συνεπάγεται.
67 Όσον αφορά το άρθρο 7 των διατάξεων περί εισπράξεως, κατά το οποίο το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής «δύναται να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας πληρωμής ενδεχομένως τμηματικά», και «κατόπιν έγγραφης αίτησης δεόντων αιτιολογημένης του αποδέκτη» (βλ. σκέψεις 11 και 14 ανωτέρω), πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη αυτή καθιερώνει αυτοτελή διοικητική διαδικασία η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της κατά κυριολεξίας είσπραξης των προστίμων που καθορίζει η Επιτροπή. Η δέουσα δικαστική προστασία σχετικά με την άρνηση χορηγήσεως διευκολύνσεων πληρωμής που προβλέπει το άρθρο 7 παρέχεται στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 242 ΕΚ) ή διαδικασίας με αντικείμενο την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 256, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ) της απόφασης περί επιβολής προστίμου.
68 Όσον αφορά την αιτίαση της προσφεύγουσας περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχείρισης καθότι η αμερικανική εταιρία UCAR έλαβε διευκολύνσεις πληρωμής, ενώ η ίδια δεν έλαβε, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η προβαλλομένη διάκριση εις βάρος της προσφεύγουσας δεν υλοποιήθηκε πριν από τη αποστολή της προσβαλλομένης επιστολής, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη προβεί στην είσπραξη ή στην αναγκαστική εκτέλεση του προστίμου που επέβαλε στην προσφεύγουσα. Συνεπώς, αρκεί ότι η προσφεύγουσα, αν θεωρεί ότι το αίτημά της είναι βάσιμο, μπορεί να επικαλεστεί την προβαλλομένη αυτή διάκριση σε σύγκριση με τη UCAR στο πλαίσιο της διαδικασίας που θα κινήσει ενδεχομένως αργότερα στον κατάλληλο χρόνο κατά των μέτρων εισπράξεως ή αναγκαστικής εκτέλεσης που θα ληφθούν εναντίον της.
69 Εν πάση περιπτώσει, η αιτίαση αυτή στερείται βάσεως. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή απέρριψε ήδη τον Αύγουστο 2001 μια αίτηση της UCAR για απαλλαγή από την υποχρέωση παροχής τραπεζικής εγγύησης. Εξάλλου, η UCAR, με τη νέα ονομασία της GrafTech International Ltd, υπέβαλε, στις 26 Σεπτεμβρίου 2003, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της απόφασης με την οποία η Επιτροπή της επέβαλε πρόστιμο, με την οποία ζητεί να της χορηγηθούν διευκολύνσεις πληρωμής (υπόθεση T‑246/01 R).
70 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι συντρέχουν ουσιώδη περιστατικά λόγω των οποίων η Επιτροπή όφειλε να προβεί σε επανεξέταση της από 23 Ιουλίου 2001 διαβιβαστικής επιστολής της και να λάβει νέα απόφαση κατά της οποίας θα μπορούσε να ασκηθεί αυτοτελής προσφυγή ακυρώσεως.
71 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο μέτρο που αφορά τη διατυπωθείσα με την προσβαλλομένη επιστολή άρνηση χορηγήσεως διευκολύνσεων πληρωμής που ζήτησε η προσφεύγουσα.
72 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή, με την προσβαλλομένη επιστολή, απάντησε επί της ουσίας σχετικά με τα νέα αλλά όχι ουσιώδη περιστατικά που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα με την αίτηση για τη χορήγηση διευκολύνσεων πληρωμής. Συγκεκριμένα, αν αυτός ο τρόπος εξέτασης της αιτήσεως της προσφεύγουσας μπορεί να εξηγηθεί ως μια επίδειξη αβροφροσύνης, ουδόλως μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να εισαγάγει παρέκκλιση από τις δεσμευτικές προϋποθέσεις του παραδεκτού μιας προσφυγής ούτε να στερήσει από την Επιτροπή τη δυνατότητα να επικαλεστεί, στο στάδιο της ένδικης διαδικασίας, το απαράδεκτο της προσφυγής και πολύ περισσότερο να απαλλάξει το Πρωτοδικείο από την υποχρέωση που έχει να εξετάσει τις εν λόγω προϋποθέσεις παραδεκτού (βλ., κατ’ αναλογία, την πάγια νομολογία στο τομέα των υπαλληλικών υποθέσεων και μεταξύ άλλων τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1984, 227/83, Μούση κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3133, σκέψη 13, και του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1999, T‑257/97, Herold κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. Ι‑A‑49 και II‑251, σκέψη 43).
73 Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
74 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, αν υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος αντιδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, όπως ζήτησε η Επιτροπή.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Η προσφεύγουσα θα φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και τα έξοδα της Επιτροπής.
Λουξεμβούργο, 29 Απριλίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
J. Pirrung
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top