ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 29ης Μαρτίου 2012 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Περιβάλλον — Οδηγία 2003/87/ΕΚ — Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου — Εθνικό σχέδιο κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου της Δημοκρατίας της Πολωνίας για την περίοδο 2008-2012 — Άρθρα 9, παράγραφοι 1 και 3, και 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/87 — Αρμοδιότητες της Επιτροπής και των κρατών μελών αντιστοίχως — Ίση μεταχείριση»
Στην υπόθεση C-504/09 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2009,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις E. Kružíková και K. Herrmann καθώς και από τον E. White, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
υποστηριζόμενη από
το Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τον C. Vang,
παρεμβαίνον στη διαδικασία αναιρέσεως,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι
η Δημοκρατία της Πολωνίας, εκπροσωπούμενη από τους M. Szpunar, M. Nowacki και B. Majczyna,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
υποστηριζόμενη από
την Τσεχική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και D. Hadroušek,
τη Ρουμανία, εκπροσωπούμενη από τους V. Angelescu και A. Cazacioc, συμβούλους,
παρεμβαίνουσες στη διαδικασία αναιρέσεως,
την Ουγγαρία,
τη Δημοκρατία της Λιθουανίας,
τη Σλοβακική Δημοκρατία,
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από την H. Walker, επικουρούμενη από τον J. Maurici, barrister,
παρεμβαίνοντες πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο τμήματος, U. Lõhmus, A. Rosas (εισηγητή), A. Ó Caoimh και A. Arabadjiev, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 29ης Σεπτεμβρίου 2011,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 17ης Νοεμβρίου 2011,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης] στις 23 Σεπτεμβρίου 2009 στην υπόθεση T-183/07, Πολωνία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. II-3395, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση της Επιτροπής C(2007) 1295 τελικό, της 26ης Μαρτίου 2007, σχετικά με το εθνικό σχέδιο κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, το οποίο κοινοποίησε η Δημοκρατία της Πολωνίας για την περίοδο 2008 έως 2012, σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2
Το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 275, σ. 32), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 2004/101/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2004 (ΕΕ L 338, σ. 18, στο εξής: οδηγία 2003/87), ορίζει ότι:
«Η παρούσα οδηγία καθιερώνει ένα σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας […] προκειμένου να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό.»
3
Το άρθρο 9 της οδηγίας αυτής ορίζει ότι:
«1. Για κάθε περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, κάθε κράτος μέλος καταρτίζει εθνικό σχέδιο με τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που σκοπεύει να κατανείμει για την περίοδο αυτή και τον τρόπο κατανομής. Το σχέδιο βασίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των τυχόν παρατηρήσεων του κοινού. Με την επιφύλαξη της Συνθήκης [ΕΚ], η Επιτροπή διατυπώνει, το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2003, κατευθύνσεις για την εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ.
Για την περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, το σχέδιο δημοσιεύεται και κοινοποιείται στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη μέχρι τις 31 Μαρτίου 2004 το αργότερο. Για τις μετέπειτα περιόδους, το σχέδιο δημοσιεύεται και κοινοποιείται στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη δεκαοκτώ τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου.
2. Τα εθνικά σχέδια κατανομής εξετάζονται στα πλαίσια της επιτροπής του άρθρου 23, παράγραφος 1.
3. Εντός τριμήνου από την κοινοποίηση εθνικού σχεδίου κατανομής από κράτος μέλος βάσει της παραγράφου 1, η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει το σχέδιο αυτό ή οποιαδήποτε πτυχή του για λόγους μη συμβατότητας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ ή με το άρθρο 10. Το κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1 ή 2, μόνον εάν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις γίνουν αποδεκτές από την Επιτροπή. Κάθε απορριπτική απόφαση της Επιτροπής αιτιολογείται.»
4
Το άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι, «κατά την τριετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2005, τα κράτη μέλη κατανέμουν τουλάχιστον το 95 % των δικαιωμάτων δωρεάν. Κατά την πενταετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2008, τα κράτη μέλη κατανέμουν δωρεάν τουλάχιστον το 90 % των δικαιωμάτων».
5
Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/87:
«Κατά την πενταετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2008, και για κάθε μετέπειτα πενταετή περίοδο, κάθε κράτος μέλος αποφασίζει τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που θα κατανείμει για την εν λόγω περίοδο και αρχίζει τη διαδικασία κατανομής των δικαιωμάτων στον φορέα εκμετάλλευσης κάθε εγκατάστασης. Η απόφαση λαμβάνεται δώδεκα τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου και βασίζεται στο εθνικό του σχέδιο κατανομής που έχει καταρτιστεί βάσει του άρθρου 9 και σύμφωνα με το άρθρο 10, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του κοινού.»
6
Το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας αυτής απαριθμεί δώδεκα κριτήρια τα οποία εφαρμόζονται στα εθνικά σχέδια κατανομής. Τα υπό στοιχεία 1 έως 3, 5, 6, 10 και 12 κριτήρια του εν λόγω παραρτήματος ορίζουν αντιστοίχως τα εξής:
«1.
Η συνολική ποσότητα των κατανεμητέων δικαιωμάτων για τη σχετική περίοδο πρέπει να αντιστοιχεί προς την υποχρέωση του κράτους μέλους να περιορίσει τις εκπομπές του βάσει της αποφάσεως 2002/358/ΕΚ [του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 2002, για την έγκριση, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, του Πρωτοκόλλου του Κυότο στη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές και την από κοινού τήρηση των σχετικών δεσμεύσεων (ΕΕ L 130, σ. 1),] και του Πρωτοκόλλου του Κυότο, λαμβανομένης υπόψη, αφενός, της αναλογίας συνολικών εκπομπών που τα δικαιώματα αυτά αντιπροσωπεύουν σε σύγκριση με τις εκπομπές από πηγές που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και, αφετέρου, των εθνικών πολιτικών ενέργειας, και θα πρέπει να συμφωνεί με το εθνικό πρόγραμμα για τις κλιματικές μεταβολές. Η συνολική ποσότητα των κατανεμητέων δικαιωμάτων δεν πρέπει να υπερβαίνει την ενδεχομένως απαιτούμενη για την αυστηρή εφαρμογή των κριτηρίων του παρόντος παραρτήματος. Πριν από το 2008, η ποσότητα πρέπει να συμβαδίζει με την κατεύθυνση της επίτευξης ή της υπερ-επίτευξης του στόχου κάθε κράτους μέλους σύμφωνα με την απόφαση 2002/358/ΕΚ και το Πρωτόκολλο του Κυότο.
2.
Η συνολική ποσότητα των κατανεμητέων δικαιωμάτων πρέπει να αντιστοιχεί προς τις εκτιμήσεις της πραγματικής και της προβλεπόμενης προόδου προς εκπλήρωση των συνεισφορών των κρατών μελών στις δεσμεύσεις της Κοινότητας βάσει της αποφάσεως 93/389/ΕΟΚ [του Συμβουλίου], της 24ης Ιουνίου 1993, σχετικά με ένα μηχανισμό παρακολούθησης των εκπομπών CO2 και άλλων αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου μέσα στην Κοινότητα (ΕΕ L 167, σ. 31)].
3.
Οι ποσότητες των κατανεμητέων δικαιωμάτων πρέπει να αντιστοιχούν προς το δυναμικό, συμπεριλαμβανομένου του τεχνολογικού δυναμικού, δραστηριοτήτων που καλύπτονται από αυτό το σύστημα μείωσης των εκπομπών. Τα κράτη μέλη μπορούν να βασίζουν την κατανομή δικαιωμάτων στις μέσες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου ανά προϊόν σε κάθε τομέα δραστηριοτήτων και στην πρόοδο που είναι δυνατόν να επιτευχθεί σε κάθε δραστηριότητα.
[…]
5.
Το σχέδιο δεν πρέπει να εισάγει διακρίσεις μεταξύ επιχειρήσεων ή τομέων ώστε να ευνοούνται αθεμίτως κάποιες επιχειρήσεις ή δραστηριότητες, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Συνθήκης, και ιδίως των άρθρων 87 και 88 αυτής.
6.
Το σχέδιο πρέπει να περιέχει πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο οι νεοεισερχόμενοι θα μπορούν να αρχίζουν να συμμετέχουν στο κοινοτικό σύστημα στο οικείο κράτος μέλος.
[…]
10.
Το σχέδιο περιέχει πίνακα των εγκαταστάσεων που καλύπτει η παρούσα οδηγία, με τις ποσότητες δικαιωμάτων που πρόκειται να διατεθούν σε καθεμία.
[…]
12.
Το σχέδιο ορίζει το ανώτατο ποσό [των πιστοποιημένων μειώσεων εκπομπών] και [των μονάδων μειώσεως εκπομπών] που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από φορείς εκμεταλλεύσεως εντός του κοινοτικού συστήματος ως ποσοστό της κατανομής των δικαιωμάτων σε κάθε εγκατάσταση. Το ποσοστό συνάδει προς τις υποχρεώσεις συμπληρωματικότητας δυνάμει του Πρωτοκόλλου του Κυότο και των αποφάσεων που ελήφθησαν δυνάμει της [Συμβάσεως-Πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές, η οποία υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 9 Μαΐου 1992] και του Πρωτοκόλλου του Κυότο.»
Το ιστορικό της διαφοράς και η προσβαλλόμενη απόφαση
7
Το ιστορικό της διαφοράς και η προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται στις σκέψεις 9 έως 15 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως εξής:
«9
Με το από 30 Ιουνίου 2006 έγγραφο, η Δημοκρατία της Πολωνίας κοινοποίησε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας [2003/87], το εθνικό σχέδιο κατανομής για την περίοδο 2008 έως 2012 (στο εξής: [πολωνικό] ΕΣΚ). Κατά το [πολωνικό] ΕΣΚ, η Δημοκρατία της Πολωνίας σκόπευε να κατανείμει στην καλυπτόμενη από την οδηγία εθνική της βιομηχανία συνολική ετήσια μέση ποσότητα 284,648332 εκατομμυρίων τόνων ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα (στο εξής: MteCO2).
10
Το [πολωνικό] ΕΣΚ συνοδευόταν από το απευθυνόμενο προς την Επιτροπή έγγραφο, της 29ης Ιουνίου 2006, του πολωνικού Υπουργείου Περιβάλλοντος, όπου επισημαινόταν ότι “οι πίνακες με τα προηγούμενα δεδομένα καθώς και με τις προβλέψεις εκπομπών, για τις οποίες γίνεται λόγος στο παράρτημα 10 των προαναφερθεισών κατευθυντηρίων οδηγιών, θα διαβιβασθούν στην Επιτροπή ευθύς μετά τη λήψη των απαραίτητων ενημερωμένων δεδομένων” και ότι “η οριστική έκδοση του ονομαστικού καταλόγου των φορέων εκμεταλλεύσεως των εγκαταστάσεων και ο αριθμός των δικαιωμάτων που τους έχει κατανεμηθεί θα διαβιβαστεί στην Επιτροπή μετά την έκδοση αποφάσεως από το Συμβούλιο υπουργών”.
11
Στο από 30 Αυγούστου 2006 απευθυνόμενο προς τη Δημοκρατία της Πολωνίας έγγραφο, η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατόπιν πρώτης εξετάσεως του [πολωνικού] ΕΣΚ, προέκυψε ότι αυτό ήταν ελλιπές και ότι, ως είχε, δεν ήταν συμβατό προς τα κριτήρια υπό στοιχεία 2 και 5 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας [2003/87]. Κάλεσε, κατόπιν αυτού, τη Δημοκρατία της Πολωνίας να απαντήσει, εντός προθεσμίας δέκα εργασίμων ημερών, σε ορισμένα ερωτήματα και αιτήματα για παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι θα ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επί του [πολωνικού] ΕΣΚ το αργότερο εντός προθεσμίας τριών μηνών από της πλήρους ενημερώσεώς της.
12
Με το από 30 Οκτωβρίου 2006 έγγραφο, ο Πολωνός Υφυπουργός Περιβάλλοντος ζήτησε από την Επιτροπή να μεταθέσει την ταχθείσα προθεσμία για την απάντησή του στο έγγραφο της 30ής Αυγούστου 2006 έως τα τέλη της τρίτης εβδομάδας του μηνός Νοεμβρίου του 2006, υποστηρίζοντας κυρίως ότι αυτός ο επιπρόσθετος χρόνος θα του επέτρεπε να προετοιμάσει ακριβή ενημέρωση και να διευκρινίσει βασικές πτυχές, ώστε η Επιτροπή να είναι ακολούθως σε θέση να προβεί σε ορθή και πραγματικά πλήρη εκτίμηση του υποβληθέντος εγγράφου.
13
Η Δημοκρατία της Πολωνίας απάντησε στο από 30 Αυγούστου 2006 έγγραφο με το έγγραφο της 29ης Δεκεμβρίου 2006. Με το από 9 Ιανουαρίου 2007 έγγραφο κοινοποίησε συμπληρωματικές πληροφορίες.
14
Στις 26 Μαρτίου 2007, η Επιτροπή, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας [2003/87], εξέδωσε την [προσβαλλόμενη] απόφαση. Στην απόφαση [αυτή] η Επιτροπή διαπιστώνει, στην ουσία, τη μη συμμόρφωση προς αρκετά από τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας [αυτής] και, ως εκ τούτου, μειώνει κατά 76,132937 MteCO2 τη συνολική ετήσια ποσότητα εκπομπών που προβλέπεται στο [πολωνικό] ΕΣΚ και καθορίζει το ανώτατο όριο σε 208,515395 MteCO2.
15
Το διατακτικό της [προσβαλλομένης] αποφάσεως ορίζει τα εξής:
“Άρθρο 1
Οι ακόλουθες πτυχές του [πολωνικού ΕΣΚ] για την πρώτη πενταετή περίοδο του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας [2003/87] είναι ασύμβατες, αντιστοίχως, προς:
1.
τα κριτήρια [υπό στοιχεία] 1 [έως] 3 του παραρτήματος III της οδηγίας [2003/87]: το τμήμα της συνολικής προς κατανομή ποσότητας δικαιωμάτων —που ισούται με τον ετήσιο όγκο εκπομπών των 76,132937 [MteCO2], το επίπεδο διαδοχικής προσαρμογής σε κάθε μείωση του αριθμού εγκαταστάσεων και με το ένα πέμπτο της συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων που κατανεμήθηκε από τη [Δημοκρατία της] Πολωνίας δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας [2003/87]— δεν είναι συμβατό με τις πραγματοποιηθείσες κατ’ εφαρμογή της αποφάσεως 280/2004/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για μηχανισμό παρακολούθησης των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου στην Κοινότητα και εφαρμογής του Πρωτοκόλλου του Κυότο (ΕΕ L 49, σ. 1)] εκτιμήσεις και με το δυναμικό, συμπεριλαμβανομένου του τεχνολογικού, δραστηριοτήτων που καλύπτονται από το κοινοτικό σύστημα μειώσεως των εκπομπών· αυτό το τμήμα μειώθηκε στο ύψος των δικαιωμάτων που κατανεμήθηκαν για τα προγράμματα που αφορούν τις καλυπτόμενες από την οδηγία [2003/87] εγκαταστάσεις, που πραγματοποιήθηκαν το 2005, και επιτρέποντας κατά τη διάρκεια του ιδίου έτους τη μείωση ή τον περιορισμό των εκπομπών τους, κατά το μέτρο που οι μειώσεις ή οι περιορισμοί στηρίζονται σε δικαιολογημένα και εξακριβωμένα δεδομένα· επίσης, το τμήμα της συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων, ανερχόμενο δυνητικώς σε 6,2884 [MteCO2] ανά έτος, το οποίο αντιστοιχεί στις πρόσθετες εκπομπές των εγκαταστάσεων καύσης, κατά το μέτρο που οι εν λόγω εκπομπές δεν συνδέονται αποκλειστικώς με την ανάπτυξη, από αυτές τις εγκαταστάσεις, νέων δραστηριοτήτων και δεν στηρίζονται σε αιτιολογημένα και εξακριβωμένα δεδομένα, σύμφωνα με τη γενική μεθοδολογική προσέγγιση του [πολωνικού ΕΣΚ]·
2.
το κριτήριο [υπό στοιχείο] 5 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας [2003/87]: η κατανομή σε ορισμένες εγκαταστάσεις δικαιωμάτων που υπερβαίνουν τις εκτιμηθείσες ανάγκες λόγω αναγνώρισης των μέτρων που λήφθηκαν σε πρώιμο στάδιο, της χρησιμοποιήσεως βιομάζας ή της συμπαραγωγής·
3.
το κριτήριο [υπό στοιχείο] 6 του παραρτήματος III της οδηγίας [2003/87]: οι πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο οι νεοεισερχόμενοι μπορούν να αρχίσουν να συμμετέχουν στο κοινοτικό καθεστώς·
4.
το κριτήριο [υπό στοιχείο] 10 του παραρτήματος III της οδηγίας [2003/87]: η πρόθεση της [Δημοκρατίας της] Πολωνίας να μεταφέρει τα δικαιώματα που αρχικώς κατανεμήθηκαν σε εγκαταστάσεις του τομέα παραγωγής οπτάνθρακα σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής σε περίπτωση που οι εγκαταστάσεις αυτές πωλούν αέρια οπτανθρακοποίησης στους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής·
5.
το κριτήριο [υπό στοιχείο] 12 του παραρτήματος III της οδηγίας [2003/87]: το ανώτατο ποσό μειώσεως των πιστοποιημένων εκπομπών και της μονάδας μειώσεως των εκπομπών που οι νεοεισερχόμενοι μπορούν να χρησιμοποιούν στο κοινοτικό σύστημα, υπό τη μορφή ποσοστού δικαιωμάτων που κατανέμονται σε κάθε εγκατάσταση, ύψους 25 %, δεν είναι συμβατό με τις υποχρεώσεις συμπληρωματικότητας της [Δημοκρατίας της] Πολωνίας που απορρέουν από το Πρωτόκολλο του Κυότο και προς τις εκδοθείσες αποφάσεις δυνάμει της [Συμβάσεως-Πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές, η οποία υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 9 Μαΐου 1992] ή του Πρωτοκόλλου του Κυότο, κατά το μέτρο που υπερβαίνει το όριο του 10 %.
Άρθρο 2
Δεν προβάλλονται αντιρρήσεις στο [πολωνικό ΕΣΚ] υπό την επιφύλαξη ότι οι κάτωθι τροποποιήσεις θα γίνουν κατά τρόπο μη εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις και θα κοινοποιηθούν στην Επιτροπή το συντομότερο δυνατόν, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτούμενες προθεσμίες για την εφαρμογή των εθνικών διαδικασιών, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση:
1.
η συνολική ποσότητα των προς κατανομή δικαιωμάτων στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος θα μειωθεί στο ύψος: του ετήσιου όγκου εκπομπών των 76,132937 [MteCO2], του επιπέδου διαδοχικών προσαρμογών σε κάθε μείωση του αριθμού των εγκαταστάσεων και του ενός πέμπτου της συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων που κατανεμήθηκε από τη [Δημοκρατία της] Πολωνίας δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας [2003/87]· τα πρόσθετα κατανεμηθέντα δικαιώματα στις εγκαταστάσεις καθώς καθορίζονται σύμφωνα με τη γενική μεθοδολογική προσέγγιση που ορίζεται στο [πολωνικό ΕΣΚ], βάσει των δεδομένων για τις αιτιολογημένες και εξακριβωμένες εκπομπές, που αφορούν αποκλειστικά τις νέες δραστηριότητές τους, ενώ η συνολική ποσότητα μειώνεται στο ύψος της διαφοράς μεταξύ των κατανεμηθέντων δικαιωμάτων στις προαναφερθείσες εγκαταστάσεις και των 6,2884 [MteCO2], που αντιστοιχεί στο ετήσιο αποθεματικό για τις εγκαταστάσεις αυτές· η συνολική ποσότητα αυξάνεται κατά τα κατανεμηθέντα δικαιώματα για τα προγράμματα που αφορούν τις καλυπτόμενες από την οδηγία [2003/87] εγκαταστάσεις, που πραγματοποιήθηκαν το 2005, και επιτρέποντας κατά τη διάρκεια του ιδίου έτους τη μείωση ή τον περιορισμό των εκπομπών τους, κατά το μέτρο που αυτές οι μειώσεις ή οι περιορισμοί στηρίζονται σε αιτιολογημένα και εξακριβωμένα δεδομένα·
2.
τα κατανεμηθέντα στις εγκαταστάσεις δικαιώματα δεν θα υπερβαίνουν τις εκτιμηθείσες ανάγκες, λόγω αναγνώρισης των ληφθέντων μέτρων σε πρώιμο στάδιο, της χρησιμοποιήσεως βιομάζας ή της συμπαραγωγής·
3.
οι πληροφορίες θα παρέχονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι νεοεισερχόμενοι να μπορούν να αρχίσουν να συμμετέχουν στο κοινοτικό σύστημα, κατά τρόπο συμβατό με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της [οδηγίας 2003/87] και τις διατάξεις του άρθρου 10 της τελευταίας·
4.
η ποσότητα των κατανεμηθέντων δικαιωμάτων σε μία από τις αναφερόμενες στο [πολωνικό ΕΣΚ] εγκαταστάσεις, ασκούσα δραστηριότητα στην εθνική επικράτεια, θα προσαρμόζεται λόγω του κλεισίματος άλλων εγκαταστάσεων της επικράτειας·
5.
το ανώτατο όριο μειώσεως των εξακριβωμένων εκπομπών και της μονάδας μειώσεως εκπομπών που οι φορείς εκμεταλλεύσεως μπορούν να χρησιμοποιούν στο κοινοτικό σύστημα, υπό τη μορφή ποσοστού κατανεμηθέντων δικαιωμάτων ανά εγκατάσταση, θα μειωθεί ώστε να μην υπερβαίνει το όριο του 10 %.
Άρθρο 3
1. Η μέση συνολική ετήσια ποσότητα εκπομπών που πρέπει να κατανεμηθεί από τη [Δημοκρατία της Πολωνίας] κατ’ εφαρμογή [του πολωνικού ΕΣΚ] στις αναφερόμενες στο εν λόγω σχέδιο εγκαταστάσεις και στους νεοεισερχόμενους —μειούμενη, αφενός, στο επίπεδο των διαδοχικών προσαρμογών σε κάθε μείωση του αριθμού των εγκαταστάσεων και στο ένα πέμπτο της συνολικής ποσότητας των κατανεμηθέντων από τη [Δημοκρατία της] Πολωνίας δικαιωμάτων δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας [2003/87], και, αφετέρου, στο ύψος της διαφοράς μεταξύ των πρόσθετων κατανεμηθέντων δικαιωμάτων στις εγκαταστάσεις καύσης και των 6,2884 εκατομμυρίων τόνων που αντιστοιχεί στο ετήσιο αποθεματικό για τις εγκαταστάσεις αυτές, στη συνέχεια αυξανόμενη κατά τα κατανεμηθέντα δικαιώματα για τα προγράμματα που αφορούν τις καλυπτόμενες από την οδηγία [2003/87] εγκαταστάσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2005 και επιτρέποντας κατά τη διάρκεια του ιδίου έτους τη μείωση ή τον περιορισμό των εκπομπών τους, κατά το μέτρο που αυτές οι μειώσεις ή οι περιορισμοί προέρχονται αποκλειστικώς από την επέκταση των δραστηριοτήτων τους και στηρίζονται σε αιτιολογημένα και εξακριβωμένα δεδομένα— θα είναι ίση με και όχι ανώτερη των 208,515395 [MteCO2].
2. Το [πολωνικό ΕΣΚ] δύναται να τροποποιηθεί χωρίς προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής, αν η τροποποίηση αφορά τα κατανεμηθέντα σε ορισμένες εγκαταστάσεις δικαιώματα, εντός των ορίων της συνολικής ποσότητας προς κατανομή δικαιωμάτων στις εγκαταστάσεις που αναφέρονται στο σχέδιο, σε συνέχεια βελτιώσεων της ποιότητας των δεδομένων, ή αν αφορά στη μείωση του ποσοστού των δωρεάν προς κατανομή δικαιωμάτων εντός των ορίων του άρθρου 10 της οδηγίας [2003/87].
3. Κάθε αναγκαία τροποποίηση του [πολωνικού ΕΣΚ] για τη διόρθωση των ασυμβατοτήτων που επισημαίνονται στο άρθρο 1 της παρούσας αποφάσεως, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 2, πρέπει να κοινοποιείται το συντομότερο δυνατόν, λαμβάνοντας υπόψη τις αναγκαίες προθεσμίες για την εφαρμογή των εθνικών διαδικασιών χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και απαιτεί την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας [2003/87]. Κάθε άλλη τροποποίηση του [πολωνικού ΕΣΚ], εξαιρουμένων των αναφερομένων στο άρθρο 2 της παρούσας αποφάσεως, δεν είναι αποδεκτή.
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Δημοκρατία της Πολωνίας.”»
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
8
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του τότε Πρωτοδικείου στις 28 Μαΐου 2007, η Δημοκρατία της Πολωνίας άσκησε προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
9
Με διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 2007, ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος του Πρωτοδικείου επέτρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής. Με διατάξεις, αντιστοίχως, της 19ης Νοεμβρίου 2007 και της 10ης Απριλίου 2008, έγιναν δεκτές οι αιτήσεις παρεμβάσεως της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, αφενός, και της Σλοβακικής Δημοκρατίας καθώς και της Ουγγαρίας, αφετέρου, προς στήριξη των αιτημάτων της Δημοκρατίας της Πολωνίας κατά την προφορική διαδικασία.
10
Προς στήριξη της προσφυγής του, το εν λόγω κράτος μέλος προέβαλε εννέα λόγους ακυρώσεως. Οι λόγοι αυτοί αφορούσαν, κατ’ ουσία, αφενός, παράβαση των διατάξεων της οδηγίας 2003/87, ήτοι του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 3, αυτής, των υπό στοιχεία 1 έως 3 και 12 κριτηρίων του παραρτήματος ΙΙΙ αυτής καθώς και του άρθρου 13, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας και, αφετέρου, προσβολή του δικαιώματος λήψεως γνώσεως, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και διακύβευση της εθνικής ενεργειακής ασφάλειας.
11
Η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την προσφυγή.
12
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
13
Κατ' αρχάς, στις σκέψεις 32 έως 46 της εν λόγω αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, αντλούμενο από την παράνομη έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως μετά τη λήξη της κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 τρίμηνης προθεσμίας. Έκρινε ότι η προθεσμία αυτή είχε αρχίσει από της κοινοποιήσεως του πολωνικού ΕΣΚ, ήτοι στις 30 Ιουνίου 2006, παρά τον ελλιπή χαρακτήρα του σχεδίου αυτού. Το Πρωτοδικείο έκρινε, πάντως, ότι οι αντιρρήσεις που προέβαλε η Επιτροπή, με έγγραφο της 30ής Αυγούστου 2006, έναντι ορισμένων πτυχών του είχαν ως αποτέλεσμα την αναστολή της εν λόγω προθεσμίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, απέρριψε ως αβάσιμο, στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τον λόγο αυτόν ακυρώσεως.
14
Ακολούθως, στις σκέψεις 70 έως 162 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, αντλούμενο από αθέτηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και παράβαση του άρθρου 9 της οδηγίας 2003/87.
15
Στις σκέψεις 70 έως 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε το βάσιμο του επιχειρήματος της Επιτροπής κατά το οποίο η Δημοκρατία της Πολωνίας είχε προβάλει κατά το στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως νέο ισχυρισμό, αντλούμενο από παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87. Κατά την Επιτροπή, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αφορούσε μόνο τον τρόπο με τον οποίο αυτή αξιοποίησε τα περιεχόμενα στο πολωνικό ΕΣΚ δεδομένα κατά το στάδιο αξιολογήσεώς του. Το Πρωτοδικείο απέρριψε, στη σκέψη 79 της εν λόγω αποφάσεως, την ύπαρξη τέτοιου νέου ισχυρισμού.
16
Στις σκέψεις 80 έως 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκτίθενται προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την εκτίμηση του βασίμου του δεύτερου λόγου ακυρώσεως. Στις εν λόγω σκέψεις το Πρωτοδικείο υπενθύμισε τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 2003/87, ήτοι την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής και, τέλος, την έκταση του δικαστικού ελέγχου εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή επί αποφάσεως όπως η προσβαλλόμενη.
17
Στις σκέψεις 99 έως 133 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο η Δημοκρατία της Πολωνίας προσήψε στην Επιτροπή ότι παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2003/87. Σύμφωνα με το Πρωτοδικείο, η Επιτροπή ενήργησε καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της, ως προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής. Πρώτον, προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν περιορίσθηκε απλώς σε έλεγχο της συμμορφώσεως του πολωνικού ΕΣΚ και υποκατέστησε τα δεδομένα που χρησιμοποίησε η Δημοκρατία της Πολωνίας με τα δικά της δεδομένα, τα οποία συγκέντρωσε με δική της μέθοδο αξιολογήσεως. Δεύτερον, έκρινε ότι η Επιτροπή ενήργησε καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που της απονέμονται δυνάμει της ίδιας διατάξεως, καθορίζοντας η ίδια το ανώτατο όριο της συνολικής ποσότητας των προς κατανομή δικαιωμάτων στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
18
Το Πρωτοδικείο εξέτασε, ως εκ περισσού, στις σκέψεις 134 έως 152 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το βάσιμο του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, αντλούμενου από αθέτηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Δεδομένου του βάρους αποδείξεως που έφερε, η Επιτροπή δεν περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση στοιχεία επιτρέποντα να κατανοηθούν οι λόγοι για τους οποίους η επιλογή της μεθόδου οικονομικής αναλύσεως και τα επιλεγέντα από τη Δημοκρατία της Πολωνίας δεδομένα αντέκειντο προς το δίκαιο της Ένωσης. Κατόπιν τούτου, το Πρωτοδικείο έκρινε ως βάσιμο, στη σκέψη 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το σκέλος αυτό του δεύτερου λόγου ακυρώσεως.
19
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο δέχθηκε, στη σκέψη 154 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αμφότερα τα σκέλη του δεύτερου λόγου ακυρώσεως και ακύρωσε τα άρθρα 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως.
20
Τέλος, στις σκέψεις 155 έως 162 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε επί των συνεπειών της ακυρώσεως των ως άνω διατάξεων της προσβαλλομένης αποφάσεως επί των λοιπών διατάξεων αυτής. Εκτιμώντας ότι οι ακυρωθείσες διατάξεις δεν μπορούσαν να αποσπαστούν από την υπόλοιπη πράξη, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε, στη σκέψη 163 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπέρ της ακυρώσεως της εν λόγω αποφάσεως στο σύνολό της, χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους που προβλήθηκαν προς στήριξη της προσφυγής.
Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
21
Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2010 επετράπη στο μεν Βασίλειο της Δανίας να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής, στη δε Τσεχική Δημοκρατία, καθώς και στη Ρουμανία να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων της Δημοκρατίας της Πολωνίας.
22
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και
—
να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας στα δικαστικά έξοδα.
23
Το Βασίλειο της Δανίας ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
24
Το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί από το Δικαστήριο να δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως και να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αλλά να απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως.
25
Η Δημοκρατία της Πολωνίας ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου·
—
εφόσον δεν απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να εξετάσει και να κρίνει το σύνολο των αιτημάτων τα οποία η ίδια είχε υποβάλει πρωτοδίκως και ιδίως να εξετάσει και να κρίνει τον πρώτο λόγο ακυρώσεως του εισαγωγικού δικογράφου, σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου·
—
εφόσον δεν απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και δεν αποφανθεί επί των αιτημάτων που διατυπώνονται στην ευθύς ανωτέρω περίπτωση, να κρίνει τα αιτήματα που είχε υποβάλει πρωτοδίκως με τον τρίτο έως τον ένατο λόγο ακυρώσεως, κατόπιν νέας εκδικάσεως της υποθέσεως, στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας, από το ίδιο ή από το Γενικό Δικαστήριο, και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
26
Η Τσεχική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
27
Η Ρουμανία συντάσσεται με τα αιτήματα της Δημοκρατίας της Πολωνίας.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
28
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει τέσσερις λόγους. Πρώτον, το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού του Διαδικασίας, αποφάνθηκε επί μη υποβληθέντος αιτήματος (ultra petita) και υπερέβη τις αρμοδιότητές του ελέγχου. Δεύτερον, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87. Τρίτον, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως σύμφωνα με το άρθρο 253 ΕΚ και το άρθρο 9, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας. Τέλος, τέταρτον, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε σφάλμα κατά τον νομικό χαρακτηρισμό των άρθρων 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως, κρίνοντας ότι οι διατάξεις αυτές δεν μπορούσαν να αποσπασθούν από τις λοιπές διατάξεις της επίδικης αποφάσεως.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παράβαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού του Διαδικασίας, από απαγόρευση εκδόσεως αποφάσεως ultra petita και από υπέρβαση των ορίων των αρμοδιοτήτων του ελέγχου
Επιχειρήματα των διαδίκων
29
Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού του Διαδικασίας και την απαγόρευση εκδόσεως αποφάσεως ultra petita. Υπερέβη, επίσης, τα όρια των αρμοδιοτήτων του ελέγχου, στο μέτρο που εξέτασε, ως δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, τη φερόμενη παράβαση του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2003/87. Ο λόγος αυτός ήταν απαράδεκτος καθόσον δεν προέκυπτε από την προβληθείσα από τη Δημοκρατία της Πολωνίας με την προσφυγή της επιχειρηματολογία. Υπό την έννοια αυτή, το Πρωτοδικείο προσδιόρισε, αυτοβούλως, την έννοια του εν λόγω δεύτερου λόγου ακυρώσεως και τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης τις οποίες φέρεται ότι παρέβη η Επιτροπή. Τα επιχειρήματα που προέβαλε η Δημοκρατία της Πολωνίας με το υπόμνημά της απαντήσεως δεν θα μπορούσαν επίσης να θεωρηθούν ότι αποτελούσαν ανάπτυξη λόγου ήδη προβληθέντος με το δικόγραφο της προσφυγής.
30
Η Δημοκρατία της Πολωνίας ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού. Το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως είχε αναπτυχθεί, κατά τρόπο σύμφωνο προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, ήδη κατά το στάδιο της προσφυγής. Ακόμη και αν το σκέλος αυτό είχε διατυπωθεί γενικά, εντούτοις ήταν αρκούντως σαφές. Τα επιχειρήματα που προέβαλε το οικείο κράτος μέλος κατά το στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως αποτελούν απλώς ανάπτυξη και αποσαφήνιση προηγουμένως προβληθέντος λόγου ακυρώσεως.
31
Επιπλέον, η οδηγία 2003/87 δεν αποτελεί ιδιαίτερα εκτενή νομική πράξη. Το σύνολο της διαδικασίας κοινοποιήσεως των εθνικών σχεδίων κατανομής από τα κράτη μέλη προς την Επιτροπή και η ανάλυσή τους από την Επιτροπή ρυθμίζεται σε ένα μόνο άρθρο της εν λόγω οδηγίας, ήτοι στο άρθρο 9, το οποίο αποτελείται από τις παραγράφους 1 έως 3. Δεδομένου ότι οι λόγοι που προβλήθηκαν με την προσφυγή αφορούσαν συγκεκριμένες παραβάσεις διαπραχθείσες από την Επιτροπή κατά την ανάλυση αυτή, δυσχερώς θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι δεν γίνεται αντιληπτή η σύνδεση με τις διατάξεις αυτές.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
32
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αφορά τις σκέψεις 70 έως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στη σκέψη 70 αυτής, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως διακρινόταν σε δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορούσε αθέτηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και το δεύτερο εσφαλμένη ερμηνεία καθώς και εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2003/87. Ακολούθως, στις σκέψεις 71 έως 78 της εν λόγω αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε την αιτίαση της Επιτροπής κατά την οποία το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως αποτελούσε νεοπροβαλλόμενο από τη Δημοκρατία της Πολωνίας κατά το στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως λόγο ακυρώσεως και έπρεπε, ως εκ τούτου, να κηρυχθεί απαράδεκτος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 44, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, και 48, παράγραφος 2, του τότε Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Διαπίστωσε ότι η επιχειρηματολογία σχετικά με την εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας είχε ήδη προβληθεί κατά το στάδιο της προσφυγής και ότι τα πρόσθετα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Πολωνίας κατά το στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως αποτελούσαν απλώς ανάπτυξη του σκέλους αυτού. Κατόπιν τούτου, στη σκέψη 79 της εν λόγω αποφάσεως, απέρριψε την αιτίαση αυτή.
33
Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, δυνάμει του άρθρου 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος έχει εφαρμογή στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του ιδίου Οργανισμού, και του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να αναφέρει, ειδικότερα, το αντικείμενο της διαφοράς, τα αιτήματα και συνοπτική έκθεση των επικαλουμένων λόγων.
34
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της δίκης η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Κατά πάγια νομολογία, ισχυρισμός που αποτελεί ανάπτυξη λόγου που προβλήθηκε προηγουμένως, άμεσα ή έμμεσα, με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να θεωρείται παραδεκτός (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1983, 306/81, Βέρρος κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 1755, σκέψη 9· της 13ης Νοεμβρίου 2001, C-430/00 P, Dürbeck κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I-8547, σκέψη 17· της 26ης Απριλίου 2007, C-412/05 P, Alcon κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2007, σ. I-3569, σκέψεις 38 έως 40· της 17ης Ιουλίου 2008, C-71/07 P, Campoli κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. I-5887, σκέψη 63, και της 15ης Απριλίου 2010, C-485/08 P, Gualtieri κατά Επιτροπής, Συλλογή 2010, σ. I-3009, σκέψη 37).
35
Σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο έκρινε ορθώς ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας είχε προσάψει στην Επιτροπή, και τούτο ήδη από το στάδιο της προσφυγής, ότι είχε ενεργήσει καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που της απονέμει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 σχετικά με την εξουσία αξιολογήσεως των εθνικών σχεδίων κατανομής. Πράγματι, ο λόγος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως αυτής από την Επιτροπή απαντούσε ήδη, έστω και υπό εμβρυακή μορφή, στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο. Ο λόγος αυτός περιλαμβανόταν συγκεκριμένα στις αναπτύξεις σχετικά με το επιχείρημα κατά το οποίο, παραλείποντας να εξετάσει τα δεδομένα τα οποία παρέθεσε η Δημοκρατία της Πολωνίας στο εθνικό σχέδιό της κατανομής και περιοριζόμενη στην εισαγωγή των δικών της δεδομένων, η Επιτροπή ενήργησε καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της.
36
Δεν αμφισβητείται ότι, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Δημοκρατία της Πολωνίας, στο σημείο 54 της προσφυγής της και στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, αναφέρθηκε στο άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87. Καίτοι το εν λόγω κράτος μέλος εξέθεσε το επιχείρημα αυτό λεπτομερέστερα και σαφέστερα στο υπόμνημά του απαντήσεως, γεγονός παραμένει ότι είχε το δικαίωμα να αναπτύξει συναφώς την επιχειρηματολογία του.
37
Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 αποτελούσε τη νομική βάση για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι υπάρχει στενή σύνδεση μεταξύ των παραγράφων 3 και 1 του εν λόγω άρθρου. Όπως ανέφερε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 29 των προτάσεών της, στο μέτρο που η Επιτροπή υπερβαίνει τις αρμοδιότητές της ελέγχου ενός εθνικού σχεδίου κατανομής τις οποίες της απονέμει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, σφετερίζεται τις αρμοδιότητες των κρατών μελών σχετικά με την κατάρτιση του δικού τους εθνικού σχεδίου κατανομής σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού.
38
Εκ των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο, δεχόμενο ως παραδεκτό το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87
39
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87. Μετά τη διατύπωση επικρίσεων ως προς τις γενικές παρατηρήσεις του Πρωτοδικείου, ειδικώς ως προς τη φύση του ελέγχου που ασκεί η ίδια δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, η Επιτροπή προβάλλει επιχειρήματα δυνάμενα να περιληφθούν σε δύο σκέλη και αντλούμενα, αντιστοίχως, από προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και από προβαλλόμενη μη συνεκτίμηση του σκοπού της οδηγίας αυτής.
Επί της φύσεως του ελέγχου της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87
– Επιχειρήματα των διαδίκων
40
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά το Πρωτοδικείο, υποκαθιστώντας τα περιληφθέντα στο πολωνικό ΕΣΚ δεδομένα με τα «δικά της δεδομένα», τα οποία προέκυψαν από την εφαρμογή της δικής της μεθόδου αξιολογήσεως των εθνικών σχεδίων κατανομής των κρατών μελών, και καθορίζοντας το ανώτατο όριο της συνολικής ποσότητας των προς κατανομή δικαιωμάτων από τη Δημοκρατία της Πολωνίας, μετέβαλε την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, ως προβλέπεται στα άρθρα 9 και 11 της οδηγίας 2003/87, και ενήργησε καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της.
41
Με τον τρόπο αυτό, όμως, το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένως την έκταση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής όσον αφορά την ανάλυση των εθνικών σχεδίων κατανομής, όπως απορρέουν από το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87. Χαρακτηρίζοντας ως «σαφώς οριοθετημένη» την εξουσία ελέγχου της Επιτροπής, περιορίστηκε στο γράμμα της πρώτης περιόδου της διατάξεως αυτής, χωρίς να λάβει υπόψη την εν λόγω διάταξη στο σύνολό της, τον σκοπό της εν λόγω οδηγίας ή την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
42
Οι εξουσίες ελέγχου της Επιτροπής, όπως προβλέπονται στο άρθρο 9 της οδηγίας 2003/87, δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως ελεγκτικές των πράξεων μεταφοράς οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Συγκεκριμένα, ο ex ante έλεγχος των εθνικών σχεδίων κατανομής διαφέρει από τον ex post έλεγχο του άρθρου 226 ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή οφείλει να σέβεται την επιλογή των κρατών μελών όσον αφορά τον τύπο και τα μέσα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την οδηγία αυτή αποτελέσματος. Το εν λόγω άρθρο 9 έχει κανονιστικό χαρακτήρα και δεσμεύει άμεσα τα κράτη μέλη. Η ελευθερία των εν λόγω κρατών μελών κατά την κατάρτιση των εθνικών σχεδίων κατανομής περιορίζεται σημαντικά από την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, καθώς και από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα III της οδηγίας 2003/87 κριτήρια. Περαιτέρω, για την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κατευθύνσεις οι οποίες διατυπώνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, καθώς και οι συζητήσεις που διεξάγονται στο πλαίσιο της επιτροπής του άρθρου 23, παράγραφος 1, αυτής.
43
Η Δημοκρατία της Πολωνίας εκτιμά ότι το σύνολο των επιχειρημάτων της Επιτροπής τείνει να επιβεβαιώσει ότι η Επιτροπή υπερέβη την έκταση των αρμοδιοτήτων της, όπως αυτές καθορίζονται στην οδηγία 2003/87. Αναγνωρίζοντας μεν ότι ένα εθνικό σχέδιο κατανομής δεν αποτελεί κλασική περίπτωση εθνικού μέτρου με το οποίο μεταφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη μια οδηγία, το εν λόγω κράτος μέλος αναφέρει πάντως ότι δεν γνωρίζει περιπτώσεις άμεσης εφαρμογής του άρθρου 9 αυτής. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη πρέπει να εκδίδουν, προηγουμένως, τα αναγκαία εθνικά μέτρα. Εξάλλου, η Επιτροπή δύναται να κάνει χρήση ex ante μέτρων ελέγχου και σε άλλους τομείς, μολονότι πρόκειται για κλασικές μορφές μεταφοράς οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη. Τούτο ισχύει ιδίως όσον αφορά τα σχέδια μέτρων που προτίθενται να θεσπίσουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της οδηγίας 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ L 365, σ. 10).
44
Ακόμη και αν γίνει δεκτό το βάσιμο της συλλογιστικής της Επιτροπής κατά την οποία, από απόψεως αποτελεσματικότητας ολόκληρου του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, θα ήταν σκόπιμη μία ερμηνεία διαφορετική από εκείνη την οποία δέχθηκε το Πρωτοδικείο, το οικείο θεσμικό όργανο δεν μπορεί να αναλάβει αρμοδιότητες τις οποίες ο νομοθέτης της Ένωσης δεν του έχει απονείμει, προκειμένου να βελτιώσει το περιεχόμενο ορισμένων διατάξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
45
Τα επιχειρήματα της Επιτροπής αφορούν τις σκέψεις 82 έως 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, ως προβλέπεται στα άρθρα 9 και 11 της οδηγίας 2003/87.
46
Στις εν λόγω σκέψεις, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα κράτη μέλη είναι τα μόνα αρμόδια, αφενός, να καταρτίζουν τα δικά τους εθνικά σχέδια κατανομής και, αφετέρου, να λαμβάνουν τις τελικές αποφάσεις για τον καθορισμό, ειδικότερα, της συνολικής ποσότητας των προς κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, τα κράτη μέλη διαθέτουν ορισμένη διακριτική ευχέρεια. Η Επιτροπή είναι αρμόδια, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, αφενός, να εξακριβώνει αν τα εθνικά σχέδια κατανομής συμμορφώνονται προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ και τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας αυτής και, αφετέρου, να απορρίπτει σχέδια λόγω μη συμβατότητας προς συγκεκριμένα κριτήρια και τις εν λόγω διατάξεις. Η εξουσία ελέγχου της Επιτροπής περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας.
47
Εν προκειμένω, όπως ορθώς επισήμανε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 84 και 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οδηγία 2003/87 καθορίζει σαφώς και ρητώς, στο άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 3, καθώς και στο άρθρο 11, παράγραφος 2, αυτής την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών σχετικά με την κατάρτιση, τον έλεγχο και τη θέση σε εφαρμογή των εθνικών σχεδίων κατανομής, στο πλαίσιο της εφαρμογής του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου. Όσον αφορά τους ουσιαστικούς περιορισμούς της εξουσίας ελέγχου και απορρίψεως των σχεδίων αυτών, η Επιτροπή είναι αποκλειστικώς αρμόδια να εξακριβώνει τη συμμόρφωση των ληφθέντων από το κράτος μέλος μέτρων προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας και τις διατάξεις του άρθρου 10 αυτής.
48
Σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι στηρίχθηκε, στη σκέψη 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ για να εξετάσει το ζήτημα της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, ως προβλέπεται στα άρθρα 9 και 11 της οδηγίας 2003/87. Η αρχή κατά την οποία μια οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών για την επίτευξη του εν λόγω αποτελέσματος, ισχύει, κατ’ αρχήν, ως προς όλες τις οδηγίες.
49
Είναι αληθές ότι ενδέχεται να υπάρχουν μεγάλες διαφορές ως προς το είδος των υποχρεώσεων που οι οδηγίες επιβάλλουν στα κράτη μέλη και ως προς τα αποτελέσματα που πρέπει να επιτυγχάνονται. Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι οι διατάξεις των οδηγιών οι οποίες αφορούν μόνο τις σχέσεις μεταξύ ενός κράτους μέλους και της Επιτροπής ενδέχεται να μην απαιτούν τη λήψη μέτρων μεταφοράς (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2006, C-32/05, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2006, σ. I-11323, σκέψεις 35 και 36). Το γεγονός αυτό ουδόλως όμως επηρεάζει την επίλυση της παρούσας διαφοράς. Δεν μπορεί να αμφισβητείται ότι τα άρθρα 9 και 11 της οδηγίας 2003/87 διέπουν τους αντίστοιχους ρόλους της Επιτροπής και των κρατών μελών, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως των εθνικών σχεδίων κατανομής, και δη όσον αφορά το ζήτημα της μεταξύ τους κατανομής των αρμοδιοτήτων. Οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν να διαπιστωθεί αν τα κράτη μέλη διαθέτουν ή όχι διακριτική ευχέρεια κατά την κατάρτιση του σχεδίου τους και, κατά περίπτωση, ποια είναι η έκτασή της.
50
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η οδηγία 2003/87 δεν προβλέπει συγκεκριμένη μέθοδο καταρτίσεως των εθνικών σχεδίων κατανομής και καθορισμού της συνολικής ποσότητας των προς κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου. Αντιθέτως, το παράρτημα III, σημείο 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ρητώς ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να ορίζουν τη συνολική ποσότητα των προς κατανομή δικαιωμάτων λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την εθνική πολιτική ενέργειας και το εθνικό πρόγραμμα για τις κλιματικές μεταβολές.
51
Επομένως, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα κράτη μέλη διαθέτουν ορισμένη διακριτική ευχέρεια ως προς τη μεταφορά της οδηγίας 2003/87 και, συνεπώς, και ως προς την επιλογή των μέτρων που κρίνουν ως πλέον κατάλληλα για την επίτευξη, στο συγκεκριμένο πλαίσιο της εθνικής αγοράς ενέργειας, του επιδιωκόμενου με την εν λόγω οδηγία σκοπού.
52
Ως προς το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 2003/87, τα εθνικά σχέδια κατανομής αξιολογούνται από την Επιτροπή στο πλαίσιο ex ante ελέγχου, η εξουσία αυτή ελέγχου διαφέρει, ασφαλώς, από πολλές απόψεις από τον ex post έλεγχο του άρθρου 226 ΕΚ. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει, πάντως, ότι ο ex ante έλεγχος πρέπει να βαίνει πέραν του ελέγχου νομιμότητας.
53
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθούν οι επικρίσεις που διατύπωσε η Επιτροπή κατά των γενικών διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου όσον αφορά την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, ως προβλέπεται στην οδηγία 2003/87.
Επί του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως το οποίο αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
54
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, καθορίζοντας το περιεχόμενο και την έκταση της εξουσίας ελέγχου και της ασκήσεως αυτής, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ως εκ του ότι, κατ’ ουσία, παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
55
Το Πρωτοδικείο απέρριψε, ειδικότερα, το επιχείρημα κατά το οποίο η αρχή αυτή συνεπάγεται ότι το συμβατό των εθνικών σχεδίων κατανομής προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2003/87 εξετάζεται βάσει της μεθόδου αξιολογήσεως που διαμορφώνει η Επιτροπή και των ενημερωμένων δεδομένων τα οποία προέρχονται, για όλα τα κράτη μέλη, από την ίδια πηγή. Το ενδεχόμενο η Επιτροπή να υπερέβη, όπως προβάλλεται, τις αρμοδιότητές της προκύπτει από το ότι η Επιτροπή δεν είχε ελέγξει αρχικώς το συμβατό των δεδομένων που περιλαμβάνονταν στο πολωνικό ΕΣΚ προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας αυτής.
56
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επικρίσεις αυτές θα έπρεπε μάλλον να ενταχθούν στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης αθετήσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και όχι στο πλαίσιο παραβάσεως του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2003/87. Εν πάση περιπτώσει, οι επικρίσεις αυτές στερούνται βάσεως.
57
Κατ' αρχάς, στερείται βάσεως το επιχείρημα ότι η Επιτροπή υποκατέστησε τα «δεδομένα» που χρησιμοποιήθηκαν στο πολωνικό ΕΣΚ με τα «δικά της δεδομένα». Στην περίπτωση των δεδομένων που αφορούσαν τις πραγματικές εκπομπές CO2, χρησιμοποίησε, κατά τον έλεγχο του πολωνικού ΕΣΚ, δεδομένα απευθείας προερχόμενα από φορείς εκμεταλλεύσεως των εγκαταστάσεων, όπως προβλέπει η οδηγία 2003/87, τα οποία επιβεβαιώθηκαν σύμφωνα με την απόφαση 280/2004 και δημοσιεύθηκαν στο ανεξάρτητο σύστημα καταγραφής συναλλαγών της Κοινότητας (Community Independent Transaction Log, CITL). Ως προς τις προβλέψεις περί την εξέλιξη του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) για την περίοδο 2005-2010, οι προβλέψεις αυτές στηρίχθηκαν σε εθνικά στατιστικά στοιχεία τα οποία καταρτίσθηκαν σε συνεργασία με εθνικούς εμπειρογνώμονες.
58
Ακολούθως, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, έχοντας υπόψη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η παραδοχή ότι κάθε κράτος μέλος χρησιμοποιεί τα δικά του δεδομένα, τα οποία αναπτύσσονται βάσει των δικών του κριτηρίων ενδέχεται να εισάγει άνιση μεταχείριση μεταξύ των κρατών μελών. Το αντικείμενο και ο σκοπός της οδηγίας αυτής, όπως και της επιταγής να κοινοποιούνται προς την Επιτροπή όλα τα εθνικά σχέδια κατανομής κατά την ίδια περίοδο κατά το μάλλον και ήττον, επιβεβαιώνουν ότι τα σχέδια αυτά «τελούν σε όμοιες καταστάσεις» και ότι πρέπει να ελέγχονται βάσει των πλέων πρόσφατων δεδομένων για την ίδια αυτή περίοδο, όσον αφορά τις εκπομπές CO2 και τις προβλέψεις περί την εξέλιξη του ΑΕΠ, τα οποία είναι διαθέσιμα κατά τον ίδιο χρόνο για όλα τα κράτη μέλη. Η συντονισμένη μέθοδος ελέγχου η οποία στηρίζεται στη χρησιμοποίηση δεδομένων και/ή παραμέτρων που προέρχονται από την ίδια πηγή και αφορούν την ίδια περίοδο δικαιολογείται ειδικότερα από τους σκοπούς της οδηγίας 2003/87, ήτοι τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, τη συμβολή στη διατήρηση της ακεραιότητας της εσωτερικής αγοράς και την αποτροπή των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.
59
Τέλος, η συλλογιστική του Πρωτοδικείου έρχεται σε αντίθεση προς αυτή που υιοθέτησε το ίδιο στη διάταξη της 20ής Οκτωβρίου 2008, T-208/07, BΟΤ Elektrownia Bełchatów κ.λπ. κατά Επιτροπής. Στη διάταξη εκείνη το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την κατά χρόνο πλαισίωση των τροποποιήσεων τις οποίες επιφέρουν τα κράτη μέλη στα εθνικά σχέδιά τους κατανομής, κρίνοντας ότι, από το γράμμα της οδηγίας 2003/87, καθώς και από τη γενική οικονομία και τους σκοπούς του συστήματος που αυτή καθιερώνει, προκύπτει ότι το κράτος μέλος δικαιούται ανά πάσα στιγμή να προτείνει τροποποιήσεις του σχεδίου του μετά την κοινοποίησή του προς την Επιτροπή και έως την έκδοση της αποφάσεως την οποία το εν λόγω κράτος μέλος καλείται να λάβει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας. Αν αναγνωριζόταν στο οικείο κράτος μέλος ένα άνευ χρονικών περιορισμών δικαίωμα να εισάγει τροποποιήσεις στο εθνικό σχέδιό του κατανομής το οποίο θα συνεπαγόταν αύξηση της συνολικής ποσότητας των προς κατανομή δικαιωμάτων εφόσον ανέκυπταν περισσότερο ενημερωμένα οικονομικά δεδομένα και/ή προβλέψεις, τότε ο σκοπός της οδηγίας αυτής και η λειτουργία του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου θα καταδικάζονταν σε αποτυχία.
60
Η Δημοκρατία της Πολωνίας ζητεί την απόρριψη αυτού του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Η οδηγία 2003/87 υποχρεώνει την Επιτροπή να προβεί σε κατ’ ιδίαν ανάλυση κάθε εθνικού σχεδίου κατανομής. Η εν λόγω οδηγία δεν αποβλέπει στη μείωση «πάση θυσία» εκ μέρους κάθε κράτους μέλους των εκπομπών αερίου θερμοκηπίου, αλλά στην επίτευξη των δεσμεύσεων που προβλέπει το Πρωτόκολλο του Κυότο, περιορίζοντας, κατά το δυνατόν, τις αρνητικές συνέπειες στην οικονομική ανάπτυξη. Η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη, κατά την ανάλυση των εθνικών σχεδίων κατανομής, την πραγματική κατάσταση κάθε κράτους μέλους, και δη τον βαθμό εκπληρώσεως των προβλεπόμενων με το εν λόγω Πρωτόκολλο σκοπών, των κατ’ ιδίαν αναγκών κάθε κράτους μέλους οι οποίες συνδέονται με την ιδιομορφία της οικονομίας τους ή τον βαθμό αναπτύξεως της εθνικής οικονομίας. Η διαφορετική μεταχείριση των κρατών μελών στηρίζεται αντικειμενικώς υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της αγοράς ενέργειας κάθε κράτους μέλους και του βαθμού εκπληρώσεως των δεσμεύσεων που προβλέπει το Πρωτόκολλο αυτό.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
61
Το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αφορά τις σκέψεις 100 έως 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στις σκέψεις αυτές, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η εξουσία ελέγχου που απονέμεται στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 περιορίζεται σε έλεγχο συμμορφώσεως των δεδομένων που περιλαμβάνονται σε κάθε εθνικό σχέδιο κατανομής προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας αυτής και ότι η Επιτροπή δεν δικαιούται να υποκαθιστά τα δεδομένα που περιλαμβάνουν στα σχέδια τα κράτη μέλη με δικά της δεδομένα. Τα κράτη μέλη είναι αποκλειστικώς αρμόδια να καταρτίζουν το εθνικό σχέδιό τους κατανομής και να λαμβάνουν την τελική απόφαση επί της συνολικής ποσότητας των προς κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου. Το Πρωτοδικείο επισήμανε, στη σκέψη 104 της εν λόγω αποφάσεως, «ότι η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των κρατών μελών δεν συνεπάγεται τροποποίηση της κατά την [εν λόγω] οδηγία κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής».
62
Επιβάλλεται, ευθύς εξαρχής, η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ισότητας επιτάσσει να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις ούτε καθ’ όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικά (βλ., ιδίως, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-127/07, Arcelor Atlantique και Lorraine κ.λπ., Συλλογή 2008, σ. I-9895, σκέψη 23).
63
Η αναγκαιότητα σεβασμού της αρχής αυτής δεν μπορεί, όμως, να μεταβάλει την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, όπως αυτή προβλέπεται βάσει διατάξεως της Ένωσης. Έτσι, όπως επιβεβαιώθηκε στη σκέψη 47 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 απονέμει στην Επιτροπή αποκλειστικώς εξουσία ελέγχου της νομιμότητας των εθνικών σχεδίων κατανομής, παρέχοντάς της την ευχέρεια να απορρίπτει ένα σχέδιο εφόσον δεν συμμορφώνεται προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2003/87 ή προς τις διατάξεις του άρθρου 10 αυτής.
64
Ως προς την έκταση του ελέγχου αυτού, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ορθώς, στη σκέψη 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εν λόγω εξουσία ελέγχου αφορά κατ’ ανάγκη τα περιληφθέντα στο πολωνικό ΕΣΚ δεδομένα. Εναπόκειται στην Επιτροπή να ελέγχει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους επιλογή των δεδομένων για τους σκοπούς της καταρτίσεως του σχεδίου του.
65
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο το ότι έκρινε ότι η Επιτροπή έφερε την υποχρέωση να εξετάσει τα δεδομένα που είχε περιλάβει η Δημοκρατία της Πολωνίας στο σχέδιό της. Εφόσον η Επιτροπή αμφισβητούσε τα εν λόγω δεδομένα, όφειλε όχι απλώς να ζητήσει διευκρινίσεις από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, αλλά και να αποδείξει τη μη συμμόρφωση των δεδομένων αυτών προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2003/87.
66
Τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή όσον αφορά τη χρονική σύμπτωση του ελέγχου των εθνικών σχεδίων κατανομής δεν είναι ικανά να αναιρέσουν το συμπέρασμα αυτό. Συγκεκριμένα, τα επιχειρήματα αυτά εδράζονται σε εσφαλμένη αντίληψη περί την εξουσία ελέγχου της Επιτροπής, ως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87. Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 68 των προτάσεών της, οι ενδεχόμενες διαφορές σε σχέση με τα δεδομένα και τις μεθόδους αξιολογήσεως που επιλέγουν τα κράτη μέλη απηχούν το περιθώριο ελιγμών τους το οποίο η Επιτροπή υποχρεούται να σέβεται στο πλαίσιο του ασκούμενου από την ίδια ελέγχου συμμορφώσεως.
67
Στη συγκεκριμένη αλληλουχία, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η Επιτροπή είναι σε θέση να διασφαλίζει καταλλήλως την ίση μεταχείριση των κρατών μελών εξετάζοντας τα υποβαλλόμενα από κάθε κράτος μέλος σχέδια με τον ίδιο βαθμό επιμέλειας. Επιβάλλεται, επίσης, η υπόμνηση ότι είναι θεμιτό η Επιτροπή να επιλέγει ένα κοινό σημείο αναφοράς για τα καταρτισθέντα από κάθε κράτος μέλος σχέδια. Όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προς τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή μπορεί ειδικότερα να εφαρμόσει «δική της μέθοδο αξιολογήσεως των εθνικών σχεδίων κατανομής» βασιζόμενη σε δεδομένα τα οποία θεωρεί η ίδια ως πλέον κατάλληλα και να τα χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς για να αξιολογεί αν τα περιεχόμενα στα εθνικά σχέδια κατανομής δεδομένα είναι συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2003/87.
68
Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το Πρωτοδικείο, εκτιμώντας ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να υποκαταστήσει τα δεδομένα που χρησιμοποίησε η Δημοκρατία της Πολωνίας στο σχέδιό της με εκείνα που συνέλεξε με τη δική της μέθοδο αξιολογήσεως, έκρινε εσφαλμένως ότι τα δεδομένα αυτά αποτελούσαν «δικά της δεδομένα», το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των σκέψεων 100 έως 103 και 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 76 των προτάσεών της, το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι η Επιτροπή υποκαθιστώντας με τα δικά της δεδομένα τα δεδομένα που χρησιμοποίησε η Δημοκρατία της Πολωνίας, δεν αναφέρθηκε στην επιλογή ή την πηγή των χρησιμοποιηθέντων από την Επιτροπή δεδομένων, αλλά στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ήλεγξε το συμβατό των περιληφθέντων στο πολωνικό ΕΣΚ δεδομένων με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2003/87.
69
Βάσει των στοιχείων αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως.
Επί του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως το οποίο αντλείται από το ότι δεν ελήφθη υπόψη ο σκοπός της οδηγίας 2003/87
– Επιχειρήματα των διαδίκων
70
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, ως εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τον επιδιωκόμενο με αυτήν σκοπό.
71
Οι εξουσίες ελέγχου τις οποίες έχει η Επιτροπή δυνάμει της διατάξεως αυτής πρέπει να εξετάζονται και να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των σκοπών της οδηγίας 2003/87. Η εν λόγω οδηγία καθιερώνει, κατά το άρθρο 1 αυτής, κοινοτικό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου προκειμένου να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, στην προπαρατεθείσα απόφαση Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., ότι τελικός σκοπός του συστήματος αυτού είναι η προστασία του περιβάλλοντος και ότι το εν λόγω σύστημα ενθαρρύνει και ευνοεί την έρευνα του χαμηλότερου κόστους προκειμένου να επιτευχθεί μείωση των εν λόγω εκπομπών. Από την απόφαση εκείνη προκύπτει ότι ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν η ζήτηση σε δικαιώματα εκπομπής υπερβαίνει την προσφορά στο πλαίσιο της κοινοτικής αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής. Περαιτέρω, κατά την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/87, η εφαρμογή του ίδιου αυτού συστήματος οφείλει να συμβάλει στην προστασία της ακεραιότητας της εσωτερικής αγοράς και στην αποφυγή στρεβλώσεων στον ανταγωνισμό.
72
Σε αντίθεση προς όσα έκρινε το Πρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο έλεγχος που ασκεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9 της οδηγίας 2003/87 δεν αποτελεί έλεγχο «σαφώς οριοθετημένο», περιοριζόμενο σε απλή εξακρίβωση των δεδομένων που χρησιμοποίησαν τα κράτη μέλη στα εθνικά σχέδιά τους κατανομής. Εξάλλου, θα ήταν δυνατό να αποδειχθεί ex post ότι η ανεπιφύλακτη αποδοχή των δεδομένων σχετικά με τις εκπομπές CO2 που περιελήφθησαν στο πολωνικό ΕΣΚ, όπως και η προταθείσα συνολική ποσότητα των προς κατανομή δικαιωμάτων, θα επάγονταν αντίθετο αποτέλεσμα όχι μόνο προς τα υπό στοιχεία 1 έως 3 κριτήρια του παραρτήματος III της οδηγίας 2003/87, ενώ θα επέφεραν και περαιτέρω αύξηση των δικαιωμάτων εκπομπής CO2 στην αγορά.
73
Η Επιτροπή αμφισβητεί, επίσης, τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση μετέβαλε την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της ιδίας και των κρατών μελών, ως η κατανομή αυτή προβλέπεται στα άρθρα 9 και 11 της οδηγίας 2003/87.
74
Η Δημοκρατία της Πολωνίας φρονεί ότι πρέπει να απορριφθεί αυτό το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Καίτοι αναγνωρίζει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 στερείται ακρίβειας, υπογραμμίζει, εντούτοις, ότι η προσφυγή σε τελολογική ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να προσδοθεί στη διάταξη αυτή έννοια αντίθετη από εκείνη που προκύπτει από την γραμματική ερμηνεία της.
75
Επιπλέον, η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου δεν συνιστά αυτοτελή σκοπό της οδηγίας 2003/87. Ούτε οι διατάξεις αυτής ούτε η λειτουργία του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου ούτε η προώθηση της μειώσεως των εκπομπών από τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρηθούν ως λόγοι ικανοί να υποχρεώσουν τα κράτη μέλη σε μείωση των εκπομπών τους μεγαλύτερη από την επιβαλλόμενη βάσει των διεθνών δεσμεύσεων της Ένωσης. Εξάλλου, η εν λόγω οδηγία έχει ως σκοπό όχι τη μείωση «πάση θυσία» των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, αλλά τη μείωσή τους «[περιορίζοντας], κατά το δυνατόν, τις αρνητικές επιπτώσεις της στην οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση». Η οδηγία αποβλέπει στην καθιέρωση ενός κοινοτικού συστήματος εμπορίας τέτοιου είδους δικαιωμάτων εκπομπής καθιστώντας εφικτή την επίτευξη των σκοπών αυτών «κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό».
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
76
Το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αφορά τις σκέψεις 121 έως 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στις εν λόγω σκέψεις, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή, καθορίζοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένη ποσότητα δικαιωμάτων, κάθε υπέρβαση της οποίας εθεωρείτο μη συμβατή με τα κριτήρια που τάσσει η οδηγία 2003/87, και απορρίπτοντας το πολωνικό ΕΣΚ, στο μέτρο που η με αυτό προταθείσα συνολική ποσότητα δικαιωμάτων εξικνείτο πέραν του εν λόγω ορίου, υπερέβη τα όρια εξουσίας ελέγχου που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής.
77
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι ο κύριος δεδηλωμένος σκοπός της οδηγίας 2003/87 έγκειται στην ουσιώδη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου προκειμένου να καταστεί δυνατή η τήρηση των δεσμεύσεων της Ένωσης και των κρατών μελών βάσει του Πρωτοκόλλου του Κυότο. Ο σκοπός αυτός πρέπει να πραγματωθεί τηρουμένων ορισμένων επιμέρους σκοπών και με τη χρήση ορισμένων μηχανισμών. Κύριος προς τούτο μηχανισμός είναι το κοινοτικό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/87 και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη αυτής. Το εν λόγω άρθρο 1 προβλέπει ότι το σύστημα αυτό προωθεί τη μείωση των εκπομπών κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό. Οι λοιποί επιμέρους σκοποί τους οποίους πρέπει να επιτύχει το εν λόγω σύστημα έγκεινται, μεταξύ άλλων, όπως μνημονεύουν η πέμπτη και η έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, στη διασφάλιση της οικονομικής αναπτύξεως και της απασχολήσεως, καθώς και στην προστασία της ακεραιότητας της εσωτερικής αγοράς και των όρων ανταγωνισμού.
78
Εν προκειμένω, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσέγγιση υπέρ της οποίας τάσσεται η Επιτροπή είναι ικανή να βελτιώσει τη λειτουργία του συστήματος εμπορίας των δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου της Ένωσης και καθιστά δυνατή έτσι την επίτευξη, κατά τρόπο αποτελεσματικότερο, του σκοπού της σημαντικής μειώσεως των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να μεταβάλει την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, όπως αυτή προβλέπεται στα άρθρα 9 και 11 της οδηγίας 2003/87.
79
Συγκεκριμένα, σε τομείς συντρέχουσας αρμοδιότητας, όπως είναι ο τομέας της προστασίας του περιβάλλοντος, εναπόκειται στον νομοθέτη της Ένωσης να καθορίσει τα μέτρα τα οποία θεωρεί αναγκαία για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, τηρώντας παράλληλα τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, όπως καθιερώνονται στο άρθρο 5 ΕΚ.
80
Η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να απονείμει στην Επιτροπή αποκλειστικώς εξουσία ελέγχου της συμμορφώσεως των εθνικών σχεδίων κατανομής προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2003/87 και όχι εξουσία υποκαταστάσεως ή τυποποιήσεως που εμπεριέχεται στην εξουσία καθορισμού της μέγιστης συνολικής ποσότητας των προς κατανομή δικαιωμάτων, απορρέει τόσο από το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 όσο και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας αυτής. Έτσι, το να μπορεί η Επιτροπή να καθορίσει μια τέτοια μέγιστη ποσότητα υπερβαίνει τα όρια της τελολογικής ερμηνείας της οδηγίας αυτής και έχει ως αποτέλεσμα την απονομή στο θεσμικό αυτό όργανο εξουσιών στερούμενων παντελώς νομικής βάσεως.
81
Όπως προκύπτει ήδη από τη σκέψη 47 της παρούσας αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε, στη σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι όπως προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο από το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 ο ρόλος της Επιτροπής περιορίζεται σε έλεγχο συμμορφώσεως του εθνικού σχεδίου κατανομής ενός κράτους μέλους προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας και τις διατάξεις του άρθρου 10 αυτής. Έκρινε ορθώς ότι η Επιτροπή νομιμοποιείται να εξετάσει τη συμμόρφωση αυτή και να απορρίψει εθνικό σχέδιο κατανομής λόγω ασυμβατότητας προς τα συγκεκριμένα κριτήρια ή τις εν λόγω διατάξεις.
82
Επιβάλλεται συναφώς η επισήμανση ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, μόνος αρμόδιος να επιφέρει τροποποιήσεις στην οδηγία 2003/87, έκρινε αναγκαίο να τροποποιήσει το άρθρο 9 της οδηγίας 2009/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, για τροποποίηση της οδηγίας 2003/87/ΕΚ με στόχο τη βελτίωση και την επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου της Κοινότητας (ΕΕ L 140, σ. 63). Η τροποποιητική αυτή οδηγία προβλέπει τη θέση σε εφαρμογή ενός περισσότερο εναρμονισμένου συστήματος ούτως ώστε να αξιοποιούνται καλύτερα τα οφέλη της εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής, να αποφεύγονται οι στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά και να διευκολύνεται η διασύνδεση των συστημάτων εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής.
83
Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι είναι δυνατό να αποδειχθεί ex post ότι η ανεπιφύλακτη αποδοχή των δεδομένων σχετικά με τις εκπομπές CO2 και της συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, που περιελήφθησαν στο πολωνικό ΕΣΚ, θα επάγονταν αποτέλεσμα αντίθετο προς τα υπό στοιχεία 1 έως 3 κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2003/87, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 85 των προτάσεών της, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει εθνικό σχέδιο κατανομής το οποίο δεν συμμορφώνεται προς τα κριτήρια του παραρτήματος αυτού και δεν έκρινε, επομένως, ότι η Επιτροπή όφειλε να εγκρίνει ανεπιφύλακτα τα περιληφθέντα στο πολωνικό ΕΣΚ δεδομένα.
84
Ως προς το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, προς το συμφέρον της οικονομίας της διαδικασίας, πρέπει να της αναγνωριστεί η εξουσία να καθορίζει το ανώτατο όριο των προς κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, είναι βεβαίως αληθές ότι η προσέγγιση αυτή θα μείωνε τον κίνδυνο εκδόσεως διαδοχικών απορριπτικών αποφάσεων των εθνικών σχεδίων κατανομής λόγω ασυμβατότητας προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2003/87. Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει, πάντως, να τονιστεί ότι η Επιτροπή δεν υπερβαίνει τις αρμοδιότητές της εξαγγέλλοντας, στο διατακτικό αποφάσεως περί απορρίψεως ενός σχεδίου, χωρίς να καθορίζει δεσμευτικώς το ανώτατο όριο των εκπομπών αυτών, ότι δεν θα απορρίψει τις επί του σχεδίου αυτού τροποποιήσεις εφόσον συμμορφώνονται προς τις προτάσεις και συστάσεις της απορριπτικής αποφάσεως. Μία διαδικασία αυτού του είδους είναι σύμφωνη προς την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, ενώ ανταποκρίνεται και στους σκοπούς της οικονομίας της διαδικασίας.
85
Επομένως, η Επιτροπή υποστηρίζει αβασίμως ότι το Πρωτοδικείο, κατά την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, δεν έλαβε υπόψη τους επιδιωκόμενους με αυτήν σκοπούς. Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
86
Δεδομένου ότι οι επικρίσεις που διατύπωσε η Επιτροπή κατά των γενικών διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου όσον αφορά την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, όπως αυτή προβλέπεται στην οδηγία 2003/87, απορρίφθηκαν και τα δύο σκέλη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως δεν έγιναν δεκτά, επιβάλλεται η απόρριψη ως αβάσιμου του παρόντος λόγου αναιρέσεως.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως κατά το άρθρο 253 ΕΚ και το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87
Επιχειρήματα των διαδίκων
87
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που καθιερώνει το άρθρο 253 ΕΚ. Συγκεκριμένα, έκρινε εσφαλμένως ότι η Επιτροπή είχε απορρίψει, άνευ λόγου και «χωρίς επαρκή αιτιολόγηση», τη μέθοδο οικονομικής αναλύσεως που επέλεξε η Δημοκρατία της Πολωνίας, καθώς και τα περιληφθέντα στο εθνικό της σχέδιο κατανομής δεδομένα. Κατ' αυτήν, δεν απαιτείται η αιτιολόγηση μιας πράξεως να περιλαμβάνει όλα τα καίρια πραγματικά και νομικά στοιχεία. Η αιτιολόγηση αυτή πρέπει να απορρέει από τη συγκυρία στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η πράξη αυτή, καθώς και από το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα. Εν πάση περιπτώσει, η αιτιολόγηση της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν επαρκής ώστε η Δημοκρατία της Πολωνίας να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους τα επίμαχα δεδομένα δεν ελήφθησαν υπόψη και απορρίφθηκε η επιλεγείσα μέθοδος αναλύσεως. Περαιτέρω, το οικείο κράτος μέλος είχε στη διάθεσή του πρόσθετα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία καθιστούσαν δυνατή την κατανόηση των συγκεκριμένων λόγων.
88
Η Δημοκρατία της Πολωνίας ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού αναιρέσεως. Κατ' αυτήν, η Επιτροπή υποστηρίζει εσφαλμένως ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως της αποφάσεως περί απορρίψεως του πολωνικού ΕΣΚ ήταν «περιορισμένης φύσεως» και ότι δεν όφειλε να επεξηγήσει τους συγκεκριμένους λόγους απορρίψεως των δεδομένων και των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν στο επίδικο σχέδιο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
89
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορά τις σκέψεις 135 έως 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Πρωτοδικείο εξέτασε, ως εκ περισσού, το βάσιμο του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, αντλούμενου από αθέτηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Στις σκέψεις 136 έως 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε αρχικώς επί του εύρους της εν λόγω υποχρεώσεως. Αφού υπενθύμισε τη σχετική με το άρθρο 253 ΕΚ νομολογία, έκρινε, στη σκέψη 143 της αποφάσεώς του, ότι «απόκειται στην Επιτροπή, στο πλαίσιο ασκήσεως της εξουσίας της ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας [2003/87], να αιτιολογήσει για ποιο λόγο τα μέσα που χρησιμοποίησε η Δημοκρατία της Πολωνίας για την κατάρτιση του [πολωνικού] ΕΣΚ ήταν ασύμβατα προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ και τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας [αυτής]». Ακολούθως, στις σκέψεις 144 έως 152 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή είχε αθετήσει την εν λόγω υποχρέωση. Έτσι, έκρινε ως βάσιμο, στη σκέψη 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αυτό το πρώτο σκέλος.
90
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όπως απορρέει από τη σκέψη 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στρέφεται κατά εκ περισσού σκεπτικού της εν λόγω αποφάσεως και, ως εκ τούτου, ακόμα και αν υποτεθεί ότι είναι βάσιμος, δεν είναι ικανός να επαχθεί την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 28ης Οκτωβρίου 2004, C-164/01 P, van den Berg κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-10225, σκέψη 60, καθώς και της 28ης Ιουνίου 2005, C-189/02 P, C-202/02 P, C-205/02 P έως C-208/02 P και C-213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-5425, σκέψη 148).
91
Πράγματι, το ζήτημα αν η Επιτροπή αθέτησε την υποχρέωσή της περί αιτιολογήσεως με την απόρριψη της μεθόδου οικονομικής αναλύσεως που επέλεξε η Δημοκρατία της Πολωνίας, καθώς και των δεδομένων που περιελήφθησαν στο πολωνικό ΕΣΚ, δεν ασκεί επιρροή στην εκτίμηση του Πρωτοδικείου καθώς, στη σκέψη 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ορθώς ότι η Επιτροπή παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2003/87, αφενός, υποκαθιστώντας τα περιληφθέντα στο πολωνικό ΕΣΚ δεδομένα με τα δικά της όπως αυτά προέκυψαν από την εφαρμογή της δικής της μεθόδου αξιολογήσεως των εθνικών σχεδίων κατανομής και, αφετέρου, καθορίζοντας το ανώτατο όριο της συνολικής ποσότητας των προς κατανομή δικαιωμάτων από τη Δημοκρατία της Πολωνίας για την περίοδο 2008-2012.
92
Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής ο παρών λόγος αναιρέσεως.
Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την ανάλυση του χαρακτήρα των άρθρων 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως ως μη δυνάμενων να αποσπασθούν
Επιχειρήματα των διαδίκων
93
Η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι έκρινε ότι τα άρθρα 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, καθώς και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορούσαν να αποσπασθούν από τις λοιπές διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι ακύρωσε συνακόλουθα την απόφαση στο σύνολό της.
94
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εδράζεται σε παρανόηση του χαρακτήρα των διατάξεων των πράξεων της Ένωσης ως μη δυνάμενων να αποσπασθούν, καθώς και σε εσφαλμένη ερμηνεία της παρατιθέμενης από το Πρωτοδικείο νομολογίας στη σκέψη 156 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά την Επιτροπή, σύμφωνα με πάγια νομολογία, δεν πληρούται η προϋπόθεση της δυνατότητας διαχωρισμού οσάκις η μερική ακύρωση πράξεως έχει ως αποτέλεσμα ότι τη μεταβάλλει κατ’ ουσίαν. Πάντως, τούτο δεν ισχύει για κάθε τροποποίηση του περιεχομένου της πράξεως. Συγκεκριμένα, η κατ’ ουσίαν τροποποίηση μιας πράξεως θα έπρεπε να συνεπάγεται μετατροπή αυτής σε πράξη την οποία ο εκδότης της δεν είχε πρόθεση να εκδώσει ή δεν θα εξέδιδε.
95
Η Επιτροπή φρονεί ότι οι παράγραφοι 1 των άρθρων 1 έως 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως συνδέονται μεταξύ τους, ενώ οι λοιπές παράγραφοι τόσο του άρθρου 1 όσο και του άρθρου 2 της αποφάσεως αυτής μπορούν να αποσπασθούν από την παράγραφο 1 εκάστου των άρθρων αυτών. Εξάλλου, τα υπό στοιχεία 1 έως 3 κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2003/87, αφενός, μπορούν να αποσπασθούν από τα υπό στοιχεία 5, 6, 10 και 12 κριτήρια του εν λόγω παραρτήματος, αφετέρου, ενώ υφίσταται παρόμοια δυνατότητα ρήξεως του δεσμού μεταξύ της συνολικής ποσότητας προς κατανομή δικαιωμάτων και άλλων μεθόδων που αφορούν ενδεχόμενες μελλοντικές τροποποιήσεις του εθνικού σχεδίου κατανομής του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, της εν λόγω αποφάσεως.
96
Η Δημοκρατία της Πολωνίας ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει τον λόγο αυτό. Οι διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, η ακυρότητα των οποίων διαπιστώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν ουσιώδες στοιχείο της αποφάσεως αυτής. Χωρίς τις διατάξεις αυτές, η εν λόγω απόφαση θα στερούνταν σημασίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
97
Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αφορά τις σκέψεις 155 έως 162 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως οι οποίες άπτονται του ζητήματος αν τα άρθρα 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, καθώς και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορούν να αποσπασθούν ή όχι από την υπόλοιπη απόφαση και αν, ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο ορθώς ακύρωσε την εν λόγω απόφαση στο σύνολό της.
98
Όπως υπενθύμισε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 156 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η μερική ακύρωση μιας πράξεως της Ένωσης είναι δυνατή μόνον όταν τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση μπορούν να αποσπαστούν από την υπόλοιπη πράξη (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-29/99, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I-11221, σκέψη 45, και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-239/01, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-10333, σκέψη 33· βλ. επίσης, επ’ αυτού, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2003, C-378/00, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I-937, σκέψη 30). Το Δικαστήριο έχει, επίσης, κρίνει κατ’ επανάληψη ότι η ανωτέρω επιταγή περί δυνατότητας διαχωρισμού δεν πληρούται όταν η μερική ακύρωση μιας πράξεως θα είχε ως αποτέλεσμα να μεταβληθεί η ουσία της πράξεως αυτής (απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Μαΐου 2005, C-244/03, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2005, σ. I-4021, σκέψη 13· βλ. επίσης, επ’ αυτού, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1998, C-68/94 και C-30/95, Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-1375, σκέψη 257, και προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 46).
99
Εν προκειμένω, η εξέταση της δυνατότητας διαχωρισμού ή μη των άρθρων 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως από την υπόλοιπη απόφαση προϋποθέτει την εξέταση του περιεχομένου των εν λόγω διατάξεων, προκειμένου το Δικαστήριο να μπορέσει να εκτιμήσει αν η ακύρωσή τους μεταβάλλει το πνεύμα και την ουσία της εν λόγω αποφάσεως.
100
Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι οι διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως συνιστούν το αποτέλεσμα αρνητικής εκτιμήσεως εκ μέρους της Επιτροπής επί του πολωνικού ΕΣΚ, όπως αυτό κοινοποιήθηκε από τη Δημοκρατία της Πολωνίας. Το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως απαριθμεί διάφορες ασυμβατότητες του σχεδίου αυτού προς ένα ή περισσότερα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2003/87. Το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως περιέχει τη δέσμευση της Επιτροπής να μην εγείρει αντιρρήσεις στο σχέδιο που πρόκειται να εκδοθεί μετά από την απορριπτική αυτήν απόφαση υπό την επιφύλαξη ότι το οικείο κράτος μέλος θα επιφέρει τις μνημονευόμενες στις παραγράφους 1 έως 5 του εν λόγω άρθρου τροποποιήσεις. Όσον αφορά το άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η παράγραφος 1 αυτής αφορά τη συνολική ποσότητα των προς κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου και οι παράγραφοι 2 και 3 αυτού περιέχουν διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή άλλων διατάξεων της εν λόγω αποφάσεως.
101
Όσον αφορά ειδικότερα τον συσχετισμό μεταξύ, αφενός, των άρθρων 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, καθώς και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως και, αφετέρου, των λοιπών διατάξεων αυτής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, καίτοι αναφέρονται σε διαφορετικές πτυχές του πολωνικού ΕΣΚ και σε διαφορετικά κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2003/87, οι διατάξεις αυτές συνιστούν αδιάσπαστη ενότητα.
102
Αφενός, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο καθορισμός της συνολικής ποσότητας των προς κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (υπό στοιχεία 1 έως 3 κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 2003/87) κατά τα άρθρα 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως συνιστά το ουσιώδες στοιχείο των εθνικών σχεδίων κατανομής και συνδέεται ευθέως με τα λοιπά στοιχεία των εν λόγω σχεδίων.
103
Αφετέρου, όπως ορθώς διαπίστωσε το Πρωτοδικείο αντιστοίχως στις σκέψεις 157 και 158 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, λαμβανομένης υπόψη της διαρθρώσεως του άρθρου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η ενδεχόμενη ακύρωση ορισμένων από τις παραγράφους του άρθρου αυτού «θα είχε ως συνέπεια τη μείωση του αριθμού των σημείων, τα οποία κρίθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση ως μη συμβατά προς την οδηγία [2003/87]». Ως προς την ακύρωση ορισμένων παραγράφων του άρθρου 2 της αποφάσεως αυτής, «τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα τη διατήρηση σε ισχύ της δέσμευσης της Επιτροπής να μην προβάλει αντιρρήσεις ως προς το [πολωνικό] ΕΣΚ, μειώνοντας τον αριθμό των τροποποιήσεων υπό την επιφύλαξη των οποίων η δέσμευση αυτή είχε αρχικώς αναληφθεί».
104
Πάντως, ουδαμώς προκύπτει από την εν λόγω απόφαση ότι το πολωνικό ΕΣΚ θα μπορούσε να θεωρηθεί συμβατό με την οδηγία 2003/87, χωρίς όλες οι τροποποιήσεις που απαριθμούνται στην τελευταία αυτή διάταξη να περιληφθούν στο συγκεκριμένο σχέδιο.
105
Πράγματι, όπως ορθώς επισήμανε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 161 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η ενδεχόμενη ακύρωση μιας εκ των παραγράφων του άρθρου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως επίσης και της αντίστοιχης παραγράφου του άρθρου 2 αυτής, «θα υποκαθιστούσε [αυτήν] την απόφαση, κατά την οποία το [πολωνικό] ΕΣΚ θα μπορούσε να εγκριθεί υπό την επιφύλαξη των πέντε συγκεκριμένων τροποποιήσεων που θα επέτρεπαν την άρση των πέντε ασυμβατοτήτων προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας [2003/87], με μία διαφορετική απόφαση κατά τους όρους της οποίας το σχέδιο αυτό θα μπορούσε να εγκριθεί υπό την επιφύλαξη ενός λιγότερο σημαντικού αριθμού τροποποιήσεων».
106
Έχοντας υπόψη τα εν λόγω στοιχεία, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ορθώς, στη σκέψη 160 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ενδεχόμενη ακύρωση μιας από τις παραγράφους του άρθρου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και της αντίστοιχης παραγράφου του άρθρου 2 της αποφάσεως αυτής, θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της ίδιας της ουσίας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
107
Όσον αφορά το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, της προσβαλλομένης αποφάσεως, αρκεί να επισημανθεί ότι οι διατάξεις αυτές εμπεριέχουν διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή των λοιπών διατάξεων της προσβαλλομένης αποφάσεως. Έτσι, στο μέτρο που τα άρθρα 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, καθώς και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως ακυρώθηκαν, το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, αυτής στερείται πλέον αντικειμένου.
108
Τις διαπιστώσεις αυτές δεν αναιρεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η μεταβολή της ουσίας μιας πράξεως της Ένωσης σημαίνει αποκλειστικώς τη μετατροπή αυτής σε πράξη την οποία ο εκδότης της δεν θα είχε την πρόθεση να εκδώσει ή δεν θα εξέδιδε. Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί ότι το ζήτημα αν η μερική ακύρωση θα μετέβαλε την ουσία της πράξεως της Ένωσης αποτελεί αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό κριτήριο συνδεόμενο με την πολιτική βούληση της αρχής που εξέδωσε την επίμαχη πράξη (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 37, καθώς και Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 14).
109
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι τα άρθρα 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, καθώς και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορούν να αποσπασθούν από άλλες διατάξεις της αποφάσεως αυτής και ακυρώνοντας συνακόλουθα την εν λόγω απόφαση στο σύνολό της. Συνεπώς, δεν είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως.
110
Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους που προέβαλε η Επιτροπή δεν έγινε δεκτός, η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
111
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε και η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέβαλε σχετικό αίτημα, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα
112
Κατά την παράγραφο 4, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω άρθρου 69, η Δημοκρατία της Τσεχίας, το Βασίλειο της Δανίας, η Ρουμανία, καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
3)
Η Τσεχική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Δανίας, η Ρουμανία, καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.
Top