Υπόθεση C-396/03 P
Magnus Killinger
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κ.λπ.
«Αναίρεση — Γερμανοί πτυχιούχοι ανώτατων νομικών σχολών — Δυσμενής διάκριση»
Διάταξη του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 3ης Ιουνίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
1. Αναίρεση — Λόγοι — Αιτιολογία αποφάσεως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο — Διατακτικό βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους — Απόρριψη
2. Προσφυγή κατά παραλείψεως — Όχληση του θεσμικού οργάνου — Πρόσκληση του οργάνου να ενεργήσει — Διατύπωση της προσκλήσεως με την άσκηση της προσφυγής — Αποκλείεται
(Άρθρο 232, εδ. 2, EΚ)
3. Κοινοτικό δίκαιο — Αρχές — Δικαίωμα ασκήσεως αποτελεσματικής προσφυγής — Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από τις εθνικές αρχές κράτους μέλους — Προσφυγή της Επιτροπής ή άλλου κράτους μέλους ενώπιον του κοινοτικού δικαστή και προσφυγή κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων — Δεν θίγεται η αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας
1. Η εκ μέρους του Πρωτοδικείου παραβίαση του κοινοτικού δικαίου δεν συνεπάγεται την ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, όταν το διατακτικό της είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους.
(βλ. σκέψη 12)
2. Κατά το άρθρο 232, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, προϋπόθεση του παραδεκτού προσφυγής κατά παραλείψεως είναι να κληθεί προηγουμένως το οικείο καθού όργανο να ενεργήσει. Όταν πρόκειται για προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το δικόγραφο προσφυγής που κατατίθεται ενώπιον του Πρωτοδικείου μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσκληση κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
(βλ. σκέψη 16)
3. Στο πλαίσιο της οργανώσεως των ενδίκων μέσων, όπως αυτή προβλέπεται στη Συνθήκη, η εκ μέρους εθνικών αρχών παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, στην οποία περιλαμβάνεται και η παράβαση του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, μπορεί να αποτελέσει για την Επιτροπή ή για άλλο κράτος μέλος αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή ή να προβληθεί από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, στα εθνικά δικαστήρια απόκειται να εξασφαλίσουν την προστασία των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, οπότε ουδόλως προσβάλλεται η αποτελεσματική δικαστική προστασία.
(βλ. σκέψη 28)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 3ης Ιουνίου 2005(*)
«Αναίρεση – Γερμανοί πτυχιούχοι ανώτατων νομικών σχολών – Δυσμενής διάκριση»
Στην υπόθεση C-396/03 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003,
Magnus Killinger, κάτοικος Meiningen (Γερμανία), εκπροσωπούμενος από τον T. Scheuernstuhl, Rechtsanwalt,
προσφεύγων,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας,
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
καθών πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann (εισηγητή) και E. Juhász, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με την αίτησή του αναιρέσεως, ο M. Killinger ζητεί την ακύρωση της διατάξεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 8ης Ιουλίου 2003, T-186/03, M. Killinger κατά Γερμανίας κ.λπ. (που δεν δημοσιεύθηκε στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή του που περιελάμβανε τα εξής αιτήματα:
– να ακυρωθεί η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του ομόσπονδου κράτους του Thuringe (Γερμανία) καθώς και μια σειρά αποφάσεων γερμανικών δικαστηρίων επί προσφυγής την οποία είχε αρχικώς ασκήσει ο M. Killinger ενώπιον του Verwaltungsgericht Weimar (Γερμανία)·
– να υποχρεωθεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να του επιτρέψει να ασκεί ως πτυχιούχος νομικής, σε κοινοτική κλίμακα, ελεύθερη επαγγελματική και οικονομική δραστηριότητα υπό τις ίδιες συνθήκες με αυτές που ισχύουν για τους πτυχιούχους νομικής των άλλων κρατών μελών·
επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις ενώπιον άλλου τμήματος του Verwaltungsgericht Weimar και να αναγνωρίσει ότι τα γερμανικά δικαστήρια παραβίασαν τις απορρέουσες από το άρθρο 234, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΕΚ υποχρεώσεις·
– να υποχρεώσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να του καταβάλει αντισταθμιστική αποζημίωση για την υλική ζημία καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της ενέχουσας δυσμενή διάκριση πρακτικής που εφαρμόζει το εν λόγω κράτος μέλος·
– να διαπιστώσει την παράλειψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εκδώσουν τις νομοθετικές και εκτελεστικές πράξεις που απαιτούνται, σε κοινοτική κλίμακα, για την άνευ διακρίσεων άσκηση επαγγέλματος από τους Γερμανούς πτυχιούχους νομικής, και
– να υποχρεώσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Συμβούλιο και την Επιτροπή να μεταρρυθμίσουν ή να συμπληρώσουν τις νομοθετικές και εκτελεστικές πράξεις τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι η ελεύθερη άσκηση επαγγέλματος, σε κοινοτική κλίμακα, από τους πτυχιούχους νομικής στη Γερμανία δεν εξαρτάται από διαφορετικούς, από ποσοτικής απόψεως, όρους από εκείνους που ισχύουν για τους πτυχιούχους νομικής άλλων κρατών μελών.
2 Ο M. Killinger ζητεί, επίσης, από το Δικαστήριο να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς και να δεχθεί τα αιτήματα που προέβαλε ενώπιον του.
3 Το κύριο επιχείρημα που προέβαλε πρωτοδίκως ο M. Killinger είναι ότι το κριτήριο περί δεύτερης κρατικής εξετάσεως για την κατάρτιση των νομικών στη Γερμανία περιάγει σε μειονεκτική θέση τους Γερμανούς υπηκόους έναντι των πτυχιούχων νομικής που καταρτίστηκαν επαγγελματικώς σε άλλα κράτη μέλη. Το κριτήριο αυτό είναι δυσαναλόγως αυστηρότερο. Αφενός, περιάγει τους Γερμανούς πτυχιούχους νομικής σε μειονεκτική θέση όσον αφορά την πρόσβασή τους στο επάγγελμα του δικηγόρου στη Γερμανία, λαμβανομένου υπόψη ότι στους πτυχιούχους άλλων κρατών μελών μπορεί να αναγνωρισθεί ισοδυναμία των τίτλων που απέκτησαν ευκολότερα. Αφετέρου, πολλά διεθνή θεσμικά όργανα, όπως το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εφαρμόζουν πρακτικές οι οποίες εισάγουν δυσμενή διάκριση, καθόσον εξαρτούν την πρόσβαση πτυχιούχων νομικής στη Γερμανία σε ορισμένα σχετικά επαγγέλματα από την επιτυχία σε δεύτερη κρατική εξέταση, ενώ οι πτυχιούχοι νομικής άλλων κρατών μελών πρέπει απλώς να πληρούν λιγότερο αυστηρά, από ποσοτικής απόψεως, κριτήρια τα οποία εφαρμόζονται στα κράτη προελεύσεώς τους όσον αφορά την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου.
Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
4 Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Πρωτοδικείο κήρυξε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του, την προσφυγή του M. Killinger προδήλως απαράδεκτη.
5 Συναφώς, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, πρώτον, ότι δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών φυσικού προσώπου κατά κράτους μέλους. Δεύτερον, με τη σκέψη 4 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε τα εξής:
«Με την υπό κρίση προσφυγή, ο προσφεύγων ζήτησε την ακύρωση μιας αποφάσεως της εθνικής διοικήσεως και διαφόρων αποφάσεων εθνικών δικαστηρίων. Επομένως, η προσφυγή δεν βάλλει κατά πράξεως θεσμικού οργάνου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, κατά συνέπεια, είναι προδήλως απαράδεκτη. Επιπλέον, δεδομένου ότι η προσφυγή βάλλει κατά κράτους μέλους, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη, χωρίς να είναι αναγκαία η κοινοποίησή της στους καθών.»
Η αίτηση αναιρέσεως
6 Βάσει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να την απορρίψει με αιτιολογημένη διάταξη.
7 Από την αίτηση αναιρέσεως μπορούν να αντληθούν τέσσερις χωριστοί λόγοι αναιρέσεως. Ο M. Killinger προσάπτει στο Πρωτοδικείο:
– ότι εφάρμοσε αδικαιολόγητα το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου·
– ότι δεν έλαβε υπόψη ότι η προσφυγή του δεν στρεφόταν μόνον κατά των θεσμικών οργάνων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αλλά και κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής και ότι με την προσφυγή αυτή δεν έβαλε μόνον κατά πράξεων, αλλά και κατά παραλείψεων, στοιχεία που το Πρωτοδικείο κακώς δεν συνεκτίμησε·
– ότι δεν έλαβε υπόψη ότι τα θεσμικά όργανα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας πρέπει να θεωρηθούν ως όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από λειτουργικής απόψεως και ότι το Πρωτοδικείο είναι, ως εκ τούτου, αρμόδιο να αποφανθεί επί προσφυγής κατά των εν λόγω οργάνων, και
– ότι δεν έλαβε υπόψη ότι είναι αναγκαίο για την προάσπιση του κοινοτικού δικαίου τα δικαιώματα των πολιτών να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
8 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο M. Killinger υποστηρίζει ότι η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εφαρμογή του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του δεν δικαιολογείται και προσβάλλει το δικαίωμά του σε προσήκουσα και αποτελεσματική ένδικη διαδικασία, κατά την έννοια των άρθρων 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), καθώς και του άρθρου 47 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος υιοθετήθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ C 364, σ. 1), σε συνδυασμό με το άρθρο 6 ΕE.
9 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι η εφαρμογή της προβλεπόμενης στο άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου διαδικασίας δεν προσβάλλει, αφ’ εαυτής, το δικαίωμα σε προσήκουσα και αποτελεσματική ένδικη διαδικασία, καθόσον η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται μόνο στις υποθέσεις στις οποίες το Πρωτοδικείο είναι προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί προσφυγής ή η προσφυγή προδήλως στερείται παντελώς νομικής βάσεως. Αν το Πρωτοδικείο είχε κρίνει, κακώς, ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, θα έπρεπε μάλλον να αμφισβητηθεί η εν λόγω εκτίμηση, όπως εξάλλου πράττει ο M. Killinger με τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγο αναιρέσεως, και όχι η ίδια η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
10 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο M. Killinger προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη ότι η προσφυγή του δεν στρεφόταν μόνον κατά των θεσμικών οργάνων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αλλά και κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής και ότι με την προσφυγή αυτή δεν έβαλε μόνον κατά πράξεων, αλλά και κατά παραλείψεων, στοιχεία τα οποία το Πρωτοδικείο κακώς δεν εξέτασε καθόλου.
11 Από τη διατύπωση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο πράγματι δεν εξέτασε το τέταρτο και το πέμπτο αίτημα που προέβαλε ο M. Killinger πρωτοδίκως. Είναι προφανές ότι η παράλειψη αυτή αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο.
12 Ωστόσο, η εκ μέρους του Πρωτοδικείου παραβίαση του κοινοτικού δικαίου δεν συνεπάγεται την ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όταν το διατακτικό της αποφάσεως είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 1992, C-30/91 P, Lestelle κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι‑3755, σκέψη 28, της 30ής Σεπτεμβρίου 2000, C-93/02 P, Biret International κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. I‑10497, σκέψη 60, και της 2ας Δεκεμβρίου 2004, C-226/03 Ρ, José Martí Peix κατά Επιτροπής, που δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στη Συλλογή 2002, σκέψη 29).
13 Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε το τέταρτο και πέμπτο αίτημα του M. Killinger στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας δίκης θίγει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
Επί του τετάρτου αιτήματος που προβλήθηκε πρωτοδίκως
14 Με το τέταρτο αίτημα που προέβαλε ο M. Killinger πρωτοδίκως ζήτησε από το Πρωτοδικείο να διαπιστώσει την παράλειψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εκδώσουν τις νομοθετικές και εκτελεστικές πράξεις που απαιτούνται, σε κοινοτική κλίμακα, για την άνευ διακρίσεων άσκηση επαγγέλματος από τους Γερμανούς πτυχιούχους νομικής.
15 Όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το εν λόγω αίτημα ήταν προδήλως απαράδεκτο, καθόσον ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να αποφανθεί επί διαφοράς μεταξύ φυσικού προσώπου και κράτους μέλους, όπως θα διευκρινιστεί στη σκέψη 26 της παρούσας διατάξεως.
16 Όσον αφορά το Συμβούλιο και την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο είναι καταρχήν αρμόδιο να αποφανθεί επί προσφυγής λόγω παραλείψεως ασκηθείσας από φυσικά πρόσωπα δυνάμει του άρθρου 232, τρίτο εδάφιο, ΕΚ. Ωστόσο, κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού, προϋπόθεση του παραδεκτού της εν λόγω προσφυγής είναι να κληθεί προηγουμένως το καθού όργανο να ενεργήσει. Ο M. Killinger όμως αναγνώρισε ρητώς, στη σελίδα 11 του δικογράφου της προσφυγής που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου, ότι δεν απηύθυνε καμία προηγούμενη σχετική πρόσκληση στο Συμβούλιο ή στην Επιτροπή. Επιβάλλεται η επισήμανση ότι, όσον αφορά προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής, δεν πρέπει να γίνει δεκτό, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του M. Killinger, ότι το δικόγραφό της προσφυγής που κατέθεσε μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσκληση κατά την έννοια του άρθρου 232, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
17 Υπό τις συνθήκες αυτές, το τέταρτο αίτημα που προέβαλε ο M. Killinger πρωτοδίκως ήταν προδήλως απαράδεκτο και το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως δεν θίγεται από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε το εν λόγω αίτημα.
Επί του πέμπτου αιτήματος
18 Με το πέμπτο αίτημα που προέβαλε ο M. Killinger πρωτοδίκως, ζήτησε να υποχρεωθεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Συμβούλιο και η Επιτροπή να τροποποιήσουν ή να συμπληρώσουν τις νομοθετικές και εκτελεστικές πράξεις τους, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι η ελεύθερη άσκηση επαγγέλματος, σε κοινοτική κλίμακα, από τους πτυχιούχους νομικής στη Γερμανία δεν εξαρτάται από διαφορετικούς ποσοτικούς και ποιοτικούς όρους από εκείνους που ισχύουν για τους πτυχιούχους νομικής άλλων κρατών μελών, ήτοι από την υποχρέωση να επιτύχουν σε δεύτερη κρατική εξέταση. Ο M. Killinger προσάπτει ιδίως στην Επιτροπή ότι θέτει ως όρο για τη συμμετοχή των Γερμανών πτυχιούχων νομικής στους διαγωνισμούς προσλήψεως του εν λόγω οργάνου την επιτυχία τους στη δεύτερη αυτή εξέταση, διακρίνοντάς τους με τον τρόπο αυτό δυσμενώς έναντι των πτυχιούχων νομικής άλλων κρατών μελών για τους οποίους ισχύουν λιγότερο επαχθείς όροι. Ο M. Killinger είχε κοινοποιήσει, με τη σελίδα 62 του συνημμένου στο δικόγραφο της προσφυγής παραρτήματος που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου, επιστολή της υπηρεσίας προσωπικού του Δικαστηρίου της 11ης Μαρτίου 1991 με την οποία η υποψηφιότητά του για θέση γλωσσομαθούς νομικού στη γερμανική μεταφραστική υπηρεσία, στο πλαίσιο του διαγωνισμού CJ 5/90, που δημοσιεύθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1990 (ΕΕ C 262, σ. 8), απορρίφθηκε με μοναδική αιτιολογία ότι δεν είχε επιτύχει στην εν λόγω δεύτερη κρατική εξέταση, η επιτυχία στην οποία αποτελεί, κατά τον τίτλο ΙΙΙ, σημείο 2, στοιχείο α΄, τα προκηρύξεως του διαγωνισμού, απαραίτητη προϋπόθεση συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό.
19 Όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το πέμπτο αίτημα που προέβαλε ο M. Killinger πρωτοδίκως ήταν προδήλως απαράδεκτο, όπως αναφέρεται στη σκέψη 15 της παρούσας διατάξεως, καθόσον ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να αποφανθεί επί διαφοράς μεταξύ φυσικού προσώπου και κράτους μέλους.
20 Όσον αφορά το Συμβούλιο και την Επιτροπή, ισχύουν οι εκτιμήσεις που περιλαμβάνει η σκέψη 16 της παρούσας διατάξεως και το εν λόγω πέμπτο αίτημα είναι επίσης προδήλως απαράδεκτο, καθόσον δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 232, δεύτερο εδάφιο, EΚ.
21 Επιβάλλεται να διευκρινιστεί επίσης ότι, κατά το εν λόγω άρθρο, ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί προσφυγή προς διαπίστωση παραλείψεως των οργάνων, αλλά το Δικαστήριο είναι προφανώς αναρμόδιο να τους απευθύνει διαταγές.
22 Όσον αφορά τα κριτήρια προσλήψεως προσωπικού στα κοινοτικά όργανα, τα οποία ο M. Killinger επικαλέστηκε υποστηρίζοντας ότι ενέχουν δυσμενή διάκριση, αρκεί η διαπίστωση ότι ο M. Killinger δεν άσκησε προσφυγή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 236 ΕΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 90 και 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά συγκεκριμένης προκηρύξεως διαγωνισμού ή κατά της απορρίψεως της υποψηφιότητάς του. Όσον αφορά την από 11 Μαρτίου 1991 απόρριψη της υποψηφιότητας του M. Killinger από τις υπηρεσίες του Δικαστηρίου, επιβάλλεται, εν πάση περιπτώσει, η επισήμανση ότι δεν έπρεπε να ασκηθεί προσφυγή κατά της Επιτροπής, αλλά κατά του Δικαστηρίου, και ότι η τρίμηνη προθεσμία που προβλέπει προς τούτο το άρθρο 91, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού έχει προ πολλού παρέλθει. Όσον αφορά την από 30 Απριλίου 2003 ανακοίνωση κενής θέσεως στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αντίγραφο της οποίας περιλαμβάνεται στις σελίδες 310 και 311 του συνημμένου στο δικόγραφο της προσφυγής παραρτήματος που κατατέθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, επιβάλλεται η επισήμανση ότι το εν λόγω δικαστήριο δεν αποτελεί τμήμα του θεσμικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι, συνεπώς, ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, αρμόδιος να επιληφθεί προσφυγών κατά του εν λόγω δικαστηρίου.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, το πέμπτο αίτημα που προέβαλε ο M. Killinger πρωτοδίκως ήταν προδήλως απαράδεκτο και το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν θίγεται από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε το εν λόγω αίτημα.
24 Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του M. Killinger είναι προδήλως αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
25 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο M. Killinger προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι κήρυξε απαράδεκτη την προσφυγή του κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Το Πρωτοδικείο έπρεπε, συγκεκριμένα, να θεωρήσει τα θεσμικά όργανα του εν λόγω κράτους μέλους ως όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε λειτουργικό επίπεδο, και, κατά συνέπεια, να κηρυχθεί αρμόδιο.
26 Κατ’ εφαρμογήν της αρχής που θέτει το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, ο κοινοτικός δικαστής είναι αρμόδιος να επιληφθεί υποθέσεων μόνο στους τομείς στους οποίους του έχει απονείμει αρμοδιότητα η Συνθήκη ΕΚ ή οι πράξεις παραγώγου δικαίου. Η Συνθήκη διακρίνει σαφώς μεταξύ των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων και δεν καθιστά δυνατή μια ανάλυση «σε λειτουργικό επίπεδο» όπως αυτή που προτείνει ο M. Killinger. Συνεπώς, ορθώς το Πρωτοδικείο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί επί διαφοράς μεταξύ φυσικού προσώπου και κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
27 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο M. Killinger υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι θα ήταν σκόπιμο για την προάσπιση του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, το Πρωτοδικείο να δέχεται την αρμοδιότητά του ακόμη και επί διαφοράς στρεφομένης κατά κράτους μέλους και παρά το γεγονός ότι η Συνθήκη δεν προβλέπει επ’ αυτού καμία ειδική δωσιδικία, εφόσον προβάλλεται παράβαση του άρθρου 234, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΕΚ. Σε διαφορετική περίπτωση, οι εθνικές αρχές θα μπορούσαν να παρακάμψουν το κοινοτικό δίκαιο χωρίς να είναι δυνατό να τους επιβληθούν κυρώσεις.
28 Συναφώς, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι μόνον ο κοινοτικός δικαστής είναι αρμόδιος να επιληφθεί ζητημάτων που εμπίπτουν σε τομείς στους οποίους του έχει ρητώς απονεμηθεί αρμοδιότητα, όπως κρίθηκε με τη σκέψη 26 της παρούσας διατάξεως. Στο πλαίσιο της οργανώσεως των ενδίκων μέσων, όπως αυτή προβλέπεται στη Συνθήκη, η εκ μέρους των εθνικών αρχών παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, στην οποία περιλαμβάνεται και η παράβαση του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, μπορεί να αποτελέσει για την Επιτροπή ή για άλλο κράτος μέλος αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή ή να προβληθεί από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, στα εθνικά δικαστήρια απόκειται να εξασφαλίσουν την προστασία των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, οπότε ουδόλως προσβάλλεται η αποτελεσματική δικαστική προστασία. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
29 Υπό τις συνθήκες αυτές, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, απόφαση για τα δικαστικά έξοδα λαμβάνεται με τη διάταξη που περατώνει τη δίκη. Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε, ο M. Killinger φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Ο M. Killinger φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top