Υπόθεση T-472/08
Companhia Muller de Bebidas
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση για την καταχώριση του εικονιστικού σήματος 61 A NOSSA ALEGRIA ως κοινοτικού σήματος – Προγενέστερο εθνικό λεκτικό σήμα CACHAÇA 51 και προγενέστερα εθνικά εικονιστικά σήματα Cachaça 51 και Pirassununga 51 – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Κίνδυνος συγχύσεως – Ομοιότητα των σημείων – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009]»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινοτικό σήμα – Ορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Ανακοπή από τον δικαιούχο προγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου σήματος που έχει καταχωρισθεί για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες – Κίνδυνος συγχύσεως με το προγενέστερο σήμα
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1, στοιχείο β΄)
2. Κοινοτικό σήμα – Ορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Ανακοπή από τον δικαιούχο προγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου σήματος που έχει καταχωρισθεί για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες – Κίνδυνος συγχύσεως με το προγενέστερο σήμα – Ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημάτων
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1, στοιχείο β΄)
3. Κοινοτικό σήμα – Ορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Ανακοπή από τον δικαιούχο προγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου σήματος που έχει καταχωρισθεί για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες – Ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημάτων – Κριτήρια εκτιμήσεως – Σύνθετο σήμα
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1, στοιχείο β΄)
4. Κοινοτικό σήμα – Ορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Ανακοπή από τον δικαιούχο προγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου σήματος που έχει καταχωρισθεί για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες – Ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημάτων
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1, στοιχείο β΄)
5. Κοινοτικό σήμα – Ορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Ανακοπή από τον δικαιούχο προγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου σήματος που έχει καταχωρισθεί για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες – Ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημάτων
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1, στοιχείο β΄)
1. Για τον μέσο καταναλωτή της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας ή της Δανίας, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, μεταξύ, αφενός, του εικονιστικού σημείου 61 A NOSSA ALEGRIA, του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ως κοινοτικού σήματος για «οινοπνευματώδη ποτά (εκτός ζύθου)» της κλάσεως 33 του Διακανονισμού της Νίκαιας και, αφετέρου, του λεκτικού σήματος CACHAÇA 51 και των εικονιστικών σημάτων Cachaça 51 και Pirassununga 51, που έχουν καταχωριστεί προγενέστερα στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Αυστρία και στη Δανία για πανομοιότυπα προϊόντα.
Τα συγκρουόμενα σήματα θα δημιουργήσουν στην αντίληψη των ενδιαφερόμενων καταναλωτών μία ελαφρώς όμοια οπτική και ακουστική εντύπωση και μία μετρίως ή ελαφρώς όμοια εντύπωση σε εννοιολογικό επίπεδο.
Τα επίμαχα προϊόντα αποτελούν συνήθως το αντικείμενο ευρύτερης διανομής και δεν πωλούνται μόνο σε εξειδικευμένα καταστήματα, αλλά και στα μεγάλα εμπορικά κέντρα. Πρέπει επομένως να δοθεί μία δευτερεύουσα μόνο βαρύτητα στην ακουστική αντίληψη των συγκρουομένων σημάτων όσον αφορά τη συνολική εντύπωση που δημιουργούν. Αντιθέτως, η οπτική και εννοιολογική αντίληψη κυριαρχούν στη συνολική εντύπωση.
Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα συγκρουόμενα σήματα βασίζονται, σε οπτικό και εννοιολογικό επίπεδο, στον συνδυασμό οινοπνευματωδών ποτών ή λικέρ με βάση το ζαχαροκάλαμο και, ειδικότερα, στην περίπτωση των προγενέστερων πορτογαλικών σημάτων, της cachaça, με έναν συγκεκριμένο αριθμό, το 51 στα προγενέστερα σήματα και το 61 στο σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, ο οποίος δεν θυμίζει ή δεν θυμίζει άμεσα, στο οικείο κοινό, ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του είδους των οικείων προϊόντων. Ο αριθμός αυτός είναι, πανομοιότυπα στα συγκρουόμενα σήματα, ένας μονός άρτιος διψήφιος φυσικός αριθμός, του οποίου το δεύτερο ψηφίο, δηλαδή το ψηφίο των μονάδων είναι το ψηφίο 1. Εξάλλου, οι οπτικές και εννοιολογικές διαφορές μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων που δημιουργούνται από τις γραφιστικές διαφορές και τη διαφορά αξίας που υφίσταται μεταξύ των αριθμών 50 και 60 εξασθενούν λόγω του ότι, αφενός, η γραφιστική αναπαράσταση του ψηφίου 5 είναι παραπλήσια τόσο σε αυτήν του ψηφίου 6 όσο και σε αυτήν των άλλων ψηφίων, και αντιστρόφως, και λόγω του ότι, αφετέρου, στην αύξουσα σειρά των δεκάδων, ο αριθμός 50 είναι ο αμέσως προηγούμενος του αριθμού 60, οπότε η αξία που προσδίδει στους αριθμούς αυτούς το ενδιαφερόμενο κοινό που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικό και ενημερωμένο θα είναι σχετικά παραπλήσια.
Περαιτέρω, τα προγενέστερα σήματα και το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση έχουν ή, όσον αφορά ειδικώς το προγενέστερο πορτογαλικό λεκτικό σήμα, μπορεί να έχουν όμοια, σε οπτικό επίπεδο, την απεικόνιση των αριθμών τους σε μεγάλο μέγεθος, σε κεντρική θέση στο σημείο, με απλούς χαρακτήρες λευκού χρώματος σε σκούρο φόντο.
Όσον αφορά τα εικονιστικά στοιχεία των συγκρουόμενων εικονιστικών σημάτων, αυτά δεν έχουν, αφ’ εαυτών, επαρκή διακριτική ισχύ για να διακρίνουν τα προγενέστερα εικονιστικά σήματα από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και να αποτρέψουν τον κίνδυνο συγχύσεως.
Ακόμη και αν το οικείο κοινό ήταν σε θέση να αντιληφθεί ορισμένες διαφορές μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων, ο κίνδυνος δημιουργίας συσχετισμού μεταξύ τους είναι υπαρκτός, κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, και λαμβανομένου υπόψη ότι τα προϊόντα που προσδιορίζουν τα εν λόγω σήματα είναι πανομοιότυπα. Τελικώς, οι διαφορές αυτές δεν μπορούν να αποτρέψουν επαρκώς τον κίνδυνο να σχηματίσει την πεποίθηση το κοινό ή, τουλάχιστον, ο μέσος Πορτογάλος καταναλωτής οινοπνευματωδών ποτών που επιδεικνύει μεσαίου βαθμού προσοχή, στηριζόμενο στην ατελή εικόνα συνόλου των εν λόγω σημάτων που συγκράτησε στη μνήμη του, ότι τα προϊόντα που προσδιορίζουν τα σήματα αυτά προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από επιχειρήσεις που συνδέονται οικονομικά.
(βλ. σκέψεις 39, 104, 106-110, 112)
2. Η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, πρέπει, όσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που αυτά προκαλούν, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και προεχόντων στοιχείων τους. Ο τρόπος με τον οποίο ο μέσος καταναλωτής των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών αντιλαμβάνεται τα οικεία σήματα έχει καθοριστική σημασία για τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως. Συναφώς, ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται συνήθως το σήμα ως σύνολο και δεν επιδίδεται στην εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του.
Προκειμένου να εκτιμηθεί ο διακριτικός χαρακτήρας ενός στοιχείου που συνθέτει ένα σήμα, πρέπει να εξετασθεί η κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη ικανότητα του στοιχείου αυτού να συμβάλλει στον προσδιορισμό των προϊόντων για τα οποία καταχωρίστηκε το σήμα ως προερχομένων από συγκεκριμένη επιχείρηση και συνεπώς να διακρίνει τα εν λόγω προϊόντα από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. Κατά την εκτίμηση αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, οι συμφυείς ιδιότητες του επίμαχου στοιχείου σε σχέση με το αν το στοιχείο αυτό στερείται ή όχι κάθε διακριτικού χαρακτήρα όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία καταχωρίστηκε το σήμα.
(βλ. σκέψεις 46-47)
3. Η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημάτων δεν σημαίνει ότι μόνον ένα από τα στοιχεία που συναποτελούν το σύνθετο σήμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να συγκρίνεται με το άλλο σήμα. Αντιθέτως, κατά τη σύγκριση αυτή, τα αντιπαρατιθέμενα σήματα πρέπει να εξετάζονται το καθένα ως ενιαίο σύνολο, πράγμα που δεν αποκλείει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το ενδεχόμενο να κυριαρχούν στη συνολική εντύπωση που δημιουργεί ένα σύνθετο σήμα στη μνήμη του οικείου κοινού ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που το συναποτελούν. Το προέχον στοιχείο μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της ομοιότητας μόνο στην περίπτωση που όλα τα άλλα στοιχεία που συναποτελούν το σήμα είναι αμελητέα. Τούτο συμβαίνει ιδίως οσάκις το επιμέρους στοιχείο και μόνον αυτό μπορεί να κυριαρχεί στην εικόνα του σήματος την οποία συγκρατεί στη μνήμη του το ενδιαφερόμενο κοινό και, επομένως, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που συναποτελούν το σήμα είναι αμελητέα στο πλαίσιο της συνολικής εντυπώσεως που προκαλεί το εν λόγω σήμα. Το γεγονός ότι ένα στοιχείο δεν είναι αμελητέο δεν σημαίνει ότι είναι προέχον, όπως και το γεγονός ότι ένα στοιχείο δεν είναι προέχον ουδόλως συνεπάγεται ότι είναι αμελητέο.
(βλ. σκέψη 48)
4. Εφόσον ορισμένα στοιχεία του σήματος έχουν περιγραφικό χαρακτήρα όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τα οποία το σήμα προστατεύεται ή τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσδιορίζει η αίτηση καταχωρίσεως, τα εν λόγω στοιχεία παρέχουν ασθενές διακριτικό χαρακτήρα ή και πολύ ασθενές. Ο διακριτικός αυτός χαρακτήρας αναγνωρίζεται, στις περισσότερες περιπτώσεις, μόνο σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία του σήματος. Λόγω του ασθενούς, ή και πολύ ασθενούς, διακριτικού χαρακτήρα τους, τα περιγραφικά στοιχεία ενός σήματος γενικώς δεν θεωρούνται από το κοινό ως προέχοντα στη συνολική εντύπωση την οποία προκαλεί το σήμα, εκτός αν, λόγω ιδίως της θέσεως ή του μεγέθους τους, είναι ικανά να επιβληθούν στην αντίληψη του κοινού και να διατηρηθούν στη μνήμη του. Τούτο εντούτοις δεν σημαίνει ότι τα περιγραφικά στοιχεία του σήματος είναι αναγκαστικά αμελητέα στο πλαίσιο της συνολικής εντυπώσεως την οποία δημιουργεί το σήμα. Συναφώς, πρέπει, ιδίως, να διερευνηθεί κατά πόσον άλλα στοιχεία του σήματος είναι ικανά αφ’ εαυτών να προέχουν στην εικόνα του σήματος την οποία συγκρατεί στη μνήμη του το ενδιαφερόμενο κοινό.
(βλ. σκέψη 49)
5. Στο πλαίσιο της εξετάσεως ανακοπής ασκηθείσας από τον δικαιούχο του προγενεστέρου σήματος, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, τίποτε δεν εμποδίζει την εξακρίβωση της υπάρξεως οπτικής ομοιότητας μεταξύ ενός λεκτικού και ενός εικονιστικού σήματος, δεδομένου ότι τα δύο αυτά είδη σημάτων έχουν την παρουσίαση γραφήματος που μπορεί να δημιουργήσει μιαν οπτική εντύπωση.
(βλ. σκέψη 50)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 3ης Σεπτεμβρίου 2010 (*)
«Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση για την καταχώριση του εικονιστικού σήματος 61 A NOSSA ALEGRIA ως κοινοτικού σήματος – Προγενέστερο εθνικό λεκτικό σήμα CACHAÇA 51 και προγενέστερα εθνικά εικονιστικά σήματα Cachaça 51 και Pirassununga 51 – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Κίνδυνος σύγχυσης – Ομοιότητα των σημείων – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009]»
Στην υπόθεση T‑472/08,
Companhia Muller de Bebidas, με έδρα την Pirassununga (Βραζιλία), εκπροσωπούμενη από τους G. Da Cunha Ferreira και I. Bairrão, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τον A. Folliard-Monguiral,
καθού,
έτερος διάδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ:
Missiato Industria e Comercio Ltda, με έδρα τη Santa Rita Do Passa Quatro (Βραζιλία),
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 4ης Ιουλίου 2008 (υπόθεση R 1687/2007-1), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Companhia Muller de Bebidas και της Missiato Industria e Comercio Ltda,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Pelikánová (εισηγήτρια), πρόεδρο, K. Jürimäe και S. Soldevila Fragoso, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου (νυν Γενικού Δικαστηρίου) στις 22 Οκτωβρίου 2008,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 9 Μαρτίου 2009,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα απαντήσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Μαΐου 2009,
έχοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν υπέβαλαν αίτημα περί καθορισμού ημερομηνίας για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός της μηνιαίας προθεσμίας από της κοινοποιήσεως της περατώσεως της έγγραφης διαδικασίας και κρίνοντας επομένως, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 135α του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ότι πρέπει να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία,
έχοντας υπόψη την επανάληψη της έγγραφης διαδικασίας,
έχοντας υπόψη τις γραπτές ερωτήσεις που το Γενικό Δικαστήριο έθεσε στους διαδίκους,
έχοντας υπόψη τις γραπτές ερωτήσεις που το Γενικό Δικαστήριο έθεσε στους διαδίκους στις 1 και 10 Μαρτίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Στις 2 Δεκεμβρίου 2003, η Missiato Industria e Comercio Ltda υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε [και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1)].
2 Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση (στο εξής: αιτούμενο σήμα) είναι το κατωτέρω εικονιστικό σημείο:
3 Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτουν στην κλάση 33 του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών για την καταχώριση των σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «οινοπνευματώδη ποτά (εκτός ζύθου)».
4 Η αίτηση δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 39/2004 Δελτίο κοινοτικών σημάτων της 27ης Σεπτεμβρίου 2004.
5 Στις 27 Δεκεμβρίου 2004, η προσφεύγουσα, Companhia Muller de Bebidas, άσκησε ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του αιτηθέντος κοινοτικού σήματος δυνάμει του άρθρου 42 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009) για το σύνολο των προϊόντων που αφορούσε η εν λόγω αίτηση. Η ανακοπή αυτή στηρίχθηκε, ιδίως, στα ακόλουθα προγενέστερα δικαιώματα (στο εξής: προγενέστερα σήματα):
– το πορτογαλικό εικονιστικό σήμα, που κατατέθηκε στις 19 Απριλίου 1991 και καταχωρίστηκε στις 30 Μαρτίου 1993, με αριθμό 273105, για τα «οινοπνευματώδη ποτά» που εμπίπτουν στην κλάση 33 του Διακανονισμού της Νίκαιας, το οποίο αναπαρίσταται κατωτέρω:
– το πορτογαλικό εικονιστικό σήμα, που κατατέθηκε στις 10 Αυγούστου 1998 και καταχωρίστηκε στις 21 Αυγούστου 2001, με αριθμό 331952, για τα «οινοπνευματώδη ποτά» που εμπίπτουν στην κλάση 33 του Διακανονισμού της Νίκαιας, το οποίο αναπαρίσταται κατωτέρω:
– το δανικό εικονιστικό σήμα, που κατατέθηκε στις 30 Ιουνίου 1995 και καταχωρίστηκε στις 10 Νοεμβρίου 1998, με αριθμό VR 199803649, για το «λικέρ με βάση το ζαχαροκάλαμο» που εμπίπτει στην κλάση 33 του Διακανονισμού της Νίκαιας, το οποίο αναπαρίσταται κατωτέρω:
– μία σειρά εικονιστικών σημάτων του Ηνωμένου Βασιλείου, που κατατέθηκαν και καταχωρίστηκαν στις 11 Οκτωβρίου 2000, με αριθμό 2248316, για τα «οινοπνευματώδη ποτά με βάση το ζαχαροκάλαμο» που εμπίπτουν στην κλάση 33 του Διακανονισμού της Νίκαιας, τα οποία αναπαρίστανται κατωτέρω:
– το ισπανικό εικονιστικό σήμα, που καταχωρίστηκε στις 22 Οκτωβρίου 2001, με αριθμό 2354943, για τα «οινοπνευματώδη ποτά (εκτός ζύθου)» που εμπίπτουν στην κλάση 33 του Διακανονισμού της Νίκαιας, το οποίο αναπαρίσταται κατωτέρω:
– το αυστριακό εικονιστικό σήμα, που κατατέθηκε στις 29 Ιουνίου 1995 και καταχωρίστηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1995, με αριθμό 161564, για τα «οινοπνευματώδη ποτά με βάση το ζαχαροκάλαμο» που εμπίπτουν στην κλάση 33 του Διακανονισμού της Νίκαιας, το οποίο αναπαρίσταται κατωτέρω:
– το παγκοίνως γνωστό στην Πορτογαλία εικονιστικό σήμα για τα «οινοπνευματώδη ποτά» που εμπίπτουν στην κλάση 33 του Διακανονισμού της Νίκαιας, το οποίο αναπαρίσταται κατωτέρω:
– το παγκοίνως γνωστό στην Πορτογαλία λεκτικό σήμα CACHAÇA 51 για τα «οινοπνευματώδη ποτά» που εμπίπτουν στην κλάση 33 του Διακανονισμού της Νίκαιας.
6 Η προσφεύγουσα προέβαλε ενώπιον του τμήματος ανακοπών ότι υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 [νυν άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 207/2009], μεταξύ των συγκρουόμενων σημάτων. Στηρίχθηκε επίσης στα δύο σήματά της που φέρονται ως παγκοίνως γνωστά, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 [νυν άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 207/2009], στην Πορτογαλία.
7 Με απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2007, το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της. Η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του ΓΕΕΑ στις 29 Οκτωβρίου 2007 βάσει των άρθρων 57 έως 62 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009).
8 Με απόφαση της 4ης Ιουλίου 2008 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το πρώτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ απέρριψε την εν λόγω προσφυγή. Δεχόμενο τα επιχειρήματα που ανέπτυξε το τμήμα ανακοπών, έκρινε ότι λόγω των διαφορών μεταξύ των συγκρουόμενων σημάτων, δεν υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
Αιτήματα των διαδίκων
9 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που επικυρώνει την απόφαση με την οποία επιτρέπεται η καταχώριση του αιτουμένου σήματος·
– να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
10 Με έγγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 10 Μαρτίου 2010, η προσφεύγουσα παραιτήθηκε από το αίτημά της περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και περί κηρύξεως της ακυρότητας της καταχωρίσεως του αιτουμένου σήματος.
11 Το ΓΕΕΑ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί του παραδεκτού των εγγράφων που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
12 Η προσφεύγουσα επισύναψε στο δικόγραφο της προσφυγής της τα έγγραφα με αριθμούς 9 έως 11 που περιέχουν ένορκες βεβαιώσεις προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι τα προγενέστερα λεκτικά και εικονιστικά σήματα CACHAÇA 51 και Cachaça 51 ήταν παγκοίνως γνωστά στην Πορτογαλία (βλ. σκέψη 5 ανωτέρω).
13 Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι τα έγγραφα αυτά, εάν ληφθούν υπόψη, τροποποιούν το αντικείμενο της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαφοράς.
14 Τα συνημμένα στο δικόγραφο της προσφυγής με αριθμούς 9 έως 11, τα οποία προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Συγκεκριμένα, η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ, κατά την έννοια του άρθρου 63 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 65 του κανονισμού 207/2009), και, επομένως, το δικαστήριο αυτό δεν είναι αρμόδιο να επανεξετάσει τα πραγματικά περιστατικά υπό το πρίσμα εγγράφων που προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιόν του. Συνεπώς, η συνεκτίμηση των ως άνω εγγράφων αποκλείεται, χωρίς να απαιτείται να εξετασθεί η αποδεικτική ισχύς τους [βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 24ης Νοεμβρίου 2005, T‑346/04, Sadas κατά ΓΕΕΑ – LTJ Diffusion (ARTHUR ET FELICIE), Συλλογή 2005, σ. II‑4891, σκέψη 19 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
Επί της ουσίας
15 Η προσφεύγουσα προβάλλει προς στήριξη του αιτήματός της περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ένα μοναδικό λόγο ακυρώσεως, ο οποίος έχει δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, ενώ το δεύτερο σκέλος αφορά παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94 [νυν άρθρο 53, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 207/2009].
1. Επί του δευτέρου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94
16 Όπως ορθώς παρατηρεί το ΓΕΕΑ, το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94, στερείται αντικειμένου. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη απαριθμεί τους σχετικούς λόγους ακυρότητας του κοινοτικού σήματος που έχει ήδη καταχωριστεί, γεγονός που δεν ισχύει στην περίπτωση του αιτουμένου σήματος.
17 Επομένως, το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
2. Επί του πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94
18 Με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι κακώς έκρινε ότι οι διαφορές μεταξύ των συγκρουόμενων σημείων αρκούσαν για να αποφευχθεί ο κίνδυνος σύγχυσης στο κοινό στα επίμαχα εδάφη, συμπεριλαμβανομένης της Πορτογαλίας, για την οποία η προσφεύγουσα επικαλέσθηκε τη φήμη του προγενέστερου λεκτικού ή εικονιστικού σήματος CACHAÇA 51 και Cachaça 51.
Επιχειρήματα των διαδίκων
19 Προς στήριξη του πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, επτά αιτιάσεις, από τις οποίες προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών ερμήνευσε εσφαλμένως τη διάταξη αυτή και την πάγια νομολογία κατά την οποία η σφαιρική εκτίμηση των συγκρουόμενων σημάτων πρέπει να πραγματοποιείται λαμβανομένων υπόψη των διακριτικών και προεχόντων στοιχείων τους και ότι, ως εκ τούτου, η ανάλυσή του ενέχει πολλά σφάλματα.
20 Με την πρώτη αιτίαση, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη διότι δεν εκτίμησε τον κίνδυνο συγχύσεως σε σχέση με το πραγματικά ενδιαφερόμενο κοινό και, ειδικότερα, κρίνοντας ότι ο ενδιαφερόμενος καταναλωτής ήταν το ευρύ κοινό.
21 Με τη δεύτερη αιτίαση, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι τα διακριτικά και προέχοντα στοιχεία των προγενέστερων σημάτων ήταν τα στοιχεία «cachaça» και «51».
22 Με την τρίτη αιτίαση, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι τα συγκρουόμενα σήματα δεν δημιουργούσαν παρόμοια οπτική εντύπωση.
23 Με την τέταρτη αιτίαση, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι τα συγκρουόμενα σήματα δεν δημιουργούσαν κατά πολύ παρόμοια ακουστική εντύπωση.
24 Στο πλαίσιο της πέμπτης αιτιάσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη συμπεραίνοντας ότι δεν υπήρχε εννοιολογική ομοιότητα μεταξύ των σημάτων.
25 Με την έκτη αιτίαση, η προσφεύγουσα παρατηρεί, κατ’ ουσίαν, ότι οι ανωτέρω πλάνες στις οποίες υπέπεσε το τμήμα προσφυγών είχαν επίπτωση στην προσβαλλόμενη απόφαση στον βαθμό που το οδήγησαν στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως στην αντίληψη του οικείου κοινού.
26 Τέλος, με την έβδομη αιτίαση, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι τα έγγραφα που προσκόμισε αποδείκνυαν επαρκώς τη φήμη του προγενέστερου λεκτικού και εικονιστικού σήματος CACHAÇA 51 και Cachaça 51 στην Πορτογαλία ή, έστω, τον αυξημένο συνολικά διακριτικό χαρακτήρα τους στη χώρα αυτή. Το τμήμα προσφυγών κακώς έκρινε ότι το σήμα του οποίου έπρεπε να αποδειχθεί η φήμη ήταν ο αριθμός «51» και ότι η φήμη του δεν αποδείχθηκε.
27 Το ΓΕΕΑ ζητεί την απόρριψη της προσφυγής, καθόσον το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε ότι δεν υπήρχε, εν προκειμένω, κίνδυνος συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
28 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το σήμα που αφορά η αίτηση δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος συγχύσεως περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχετίσεως με το προγενέστερο σήμα.
29 Κατά πάγια νομολογία, κίνδυνος συγχύσεως υφίσταται όταν το κοινό ενδέχεται να σχηματίσει την πεποίθηση ότι τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις. Κατά την ίδια νομολογία, ο κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, αναλόγως του τρόπου που το οικείο κοινό αντιλαμβάνεται τα σχετικά σήματα και προϊόντα ή υπηρεσίες και λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών παραγόντων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως δε της αμφίδρομης σχέσεως μεταξύ της ομοιότητας των επίμαχων σημείων και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που αυτά προσδιορίζουν [βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 2003, T‑162/01, Laboratorios RTB κατά ΓΕΕΑ – Giorgio Beverly Hills (GIORGIO BEVERLY HILLS), Συλλογή 2003, σ. II‑2821, σκέψεις 30 έως 33 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
30 Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, ο κίνδυνος συγχύσεως προϋποθέτει το πανομοιότυπο ή την ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων και το πανομοιότυπο ή την ομοιότητα των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές [βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Ιανουαρίου 2009, T‑316/07, Commercy κατά ΓΕΕΑ – easyGroup IP Licensing (easyHotel), Συλλογή 2009, σ. II‑43, σκέψη 42 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
31 Το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 πρέπει, εν προκειμένω, να εξεταστεί υπό το πρίσμα των αρχών που αναφέρονται στις ανωτέρω σκέψεις 28 έως 30.
Επί του οικείου κοινού
32 Στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο μέσος καταναλωτής της οικείας κατηγορίας προϊόντων ή υπηρεσιών, ο οποίος θεωρείται ότι έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ότι ο βαθμός προσοχής του μέσου καταναλωτή είναι δυνατόν να μεταβάλλεται αναλόγως της κατηγορίας των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών [βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Φεβρουαρίου 2007, T‑256/04, Mundipharma κατά ΓΕΕΑ – Altana Pharma (RESPICUR), Συλλογή 2007, σ. II‑449, σκέψη 42 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
33 Στη σκέψη 20 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι οικείο κοινό ήταν το ευρύ κοινό, αποτελούμενο από τον μέσο καταναλωτή της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας ή της Δανίας, το οποίο θεωρείται ότι έχει τη συνήθη πληροφόρηση και επιδεικνύει εύλογη προσοχή και σύνεση.
34 Πρώτον, όσον αφορά τις εδαφικές περιφέρειες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως ορθώς επισήμανε το τμήμα προσφυγών, στη σκέψη 20 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς να αντικρουσθεί επ’ αυτού, εφόσον τα προγενέστερα σήματα ήσαν εθνικά σήματα, οι εν λόγω εδαφικές περιφέρειες είναι αυτές των κρατών μελών στα οποία τα σήματα αυτά προστατεύονται, δηλαδή η Πορτογαλία, η Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αυστρία και η Δανία.
35 Δεύτερον, όσον αφορά τους καταναλωτές που αποτελούν το οικείο κοινό, η προσφεύγουσα προβάλλει, με την πρώτη αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, στον βαθμό που οι εν λόγω καταναλωτές δεν αποτελούν μέρος του «κοινού στο σύνολό του», αλλά είναι αποκλειστικά καταναλωτές νεαρής και μέσης ηλικίας. Συναφώς, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι απέδειξε, κατά τη διαδικασία ενώπιον του ΓΕΕΑ, ότι το ποτό cachaça καταναλώνεται από το εν λόγω κοινό, εξαιρουμένων των παιδιών και των ηλικιωμένων.
36 Εν προκειμένω, τα προϊόντα που προσδιορίζει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση υπάγονται στην κλάση 33, η οποία περιλαμβάνει, κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, τα «οινοπνευματώδη ποτά (εκτός ζύθου)». Τα προγενέστερα σήματα της Δανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ισπανίας και της Αυστρίας είχαν καταχωριστεί αποκλειστικά για το «λικέρ με βάση το ζαχαροκάλαμο», τα «οινοπνευματώδη ποτά με βάση απόσταγμα ζαχαροκάλαμου» ή τα «οινοπνευματώδη ποτά με βάση το ζαχαροκάλαμο».
37 Βεβαίως, η προσφεύγουσα παρατηρεί, κατ’ ουσίαν, ότι χρησιμοποιεί αποκλειστικά τα προγενέστερα σήματα για την εμπορία ενός συγκεκριμένου είδους οινοπνευματωδών ποτών ή λικέρ με βάση το ζαχαροκάλαμο, που παράγεται στη Βραζιλία, την cachaça, και ότι μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι η Missiato Industria e Comercio θα διαθέσει επίσης στο εμπόριο cachaça υπό το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, δεδομένου ότι διαθέτει ήδη στο εμπόριο το είδος αυτό προϊόντων υπό το εν λόγω σήμα.
38 Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι τα δικαιώματα που παρέχουν ή ενδέχεται να παρέχουν τα συγκρουόμενα σήματα καλύπτουν κάθε κατηγορία προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες τα σήματα αυτά προστατεύονται και κάθε κατηγορία προϊόντων που προσδιορίζονται από την αίτηση καταχωρίσεως. Οι εμπορικές επιλογές στις οποίες προβαίνουν ή ενδέχεται να προβούν οι δικαιούχοι των συγκρουόμενων σημάτων είναι παράγοντες που πρέπει να διακρίνονται από τα δικαιώματα που αντλούνται από τα σήματα αυτά και, στον βαθμό που εξαρτώνται μόνον από τη βούληση των δικαιούχων των εν λόγω εμπορικών σημάτων, ενδέχεται να αλλάξουν. Καθόσον χρόνο ο κατάλογος των προϊόντων που καλύπτονται από τα σήματα δεν έχει τροποποιηθεί, οι παράγοντες αυτοί δεν μπορούν να έχουν καμία επίπτωση στο οικείο κοινό που πρέπει να ληφθεί υπόψη στο στάδιο της εκτιμήσεως για την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 [βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Απριλίου 2005, T‑286/03, Gillette κατά ΓΕΕΑ – Wilkinson Sword (RIGHT GUARD XTREME sport), που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 33].
39 Δεδομένου ότι τα προϊόντα για τα οποία προστατεύονται τα προγενέστερα σήματα και τα προϊόντα που προσδιορίζονται από την αίτηση καταχωρίσεως του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση είναι προϊόντα ευρείας καταναλώσεως, δηλαδή δεν προορίζονται για ειδικό κοινό, ορθώς το τμήμα προσφυγών επισήμανε, στη σκέψη 20 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το οικείο κοινό είναι ο μέσος καταναλωτής της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας ή της Δανίας, ο οποίος θεωρείται ότι έχει τη συνήθη πληροφόρηση και επιδεικνύει εύλογη προσοχή και σύνεση.
40 Μολονότι τα οινοπνευματώδη ποτά, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν ως βάση το ζαχαροκάλαμο, πωλούνται στα εστιατόρια ή στα μπαρ, ιδίως υπό τη μορφή κοκτέιλ, όπως η caipirinha, και μολονότι ορισμένες διαφημιστικές εκστρατείες στοχεύουν ειδικότερα στους ενήλικες νεαρής και μέσης ηλικίας, παρ’ όλ’ αυτά δεν αμφισβητείται ότι αποτελούν συνήθως το αντικείμενο ευρύτερης διανομής και δεν πωλούνται μόνο σε εξειδικευμένα καταστήματα, αλλά και στα μεγάλα εμπορικά κέντρα, οπότε είναι προσιτά στο ευρύ κοινό [βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Δεκεμβρίου 2006, T‑81/03, T‑82/03 και T‑103/03, Mast-Jägermeister κατά ΓΕΕΑ – Licorera Zacapaneca (VENADO με πλαίσιο κ.λπ.), Συλλογή 2006, σ. II‑5409, σκέψη 82]. Κατά τα λοιπά, όπως προκύπτει από τα στοιχεία υπ’ αριθ. 1 και 2 που προσκόμισε η προσφεύγουσα ενώπιον του ΓΕΕΑ, τα οποία αναφέρονται στη σκέψη 41 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα προϊόντα που φέρουν τα προγενέστερα πορτογαλικά σήματα διατίθενται στο εμπόριο λιανικής πωλήσεως τροφίμων, ιδίως δε σε πολυκαταστήματα.
41 Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το τμήμα προσφυγών δεν ανέφερε ρητώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το οικείο κοινό αποτελούνταν αποκλειστικά από ενήλικες καταναλωτές, αρκεί η παρατήρηση ότι, για λόγους γενικού συμφέροντος, τα οινοπνευματώδη ποτά απαγορεύεται γενικώς να πωλούνται σε παιδιά και ότι έτσι, αποκλειστικά και μόνον εκ του νόμου, το οικείο για τα προϊόντα αυτά κοινό περιορίζεται στους ενήλικες καταναλωτές. Από κανένα στοιχείο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν συνάγεται ότι το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη τους νόμιμους περιορισμούς που αφορούν την ηλικία του μέσου καταναλωτή κάθε κράτους μέλους σε σχέση με τον οποίο εκτίμησε τον κίνδυνο συγχύσεως και ότι η εκτίμησή του επηρεάστηκε.
42 Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η πρώτη αιτίαση της προσφεύγουσας, που αντλείται από πλάνη στην οποία υπέπεσε το τμήμα προσφυγών όσον αφορά τον καθορισμό του οικείου κοινού, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 20 της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επί της ομοιότητας των προϊόντων
43 Κατά πάγια νομολογία, για την εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών, επιβάλλεται να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι ασκούντες επιρροή παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη σχέση μεταξύ των προϊόντων ή υπηρεσιών. Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνονται, ειδικότερα, η φύση τους, ο προορισμός τους, η χρήση τους, καθώς και ο ανταγωνιστικός ή συμπληρωματικός χαρακτήρας τους. Άλλοι παράγοντες μπορούν επίσης να λαμβάνονται υπόψη όπως τα δίκτυα διανομής των οικείων προϊόντων [βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2007, T‑443/05, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ – Bolaños Sabri (PiraÑAM diseño original Juan Bolaños), Συλλογή 2007, σ. II‑2579, σκέψη 37 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
44 Όταν τα προϊόντα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα περιλαμβάνουν τα προϊόντα που προσδιορίζονται από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, τότε τα προϊόντα αυτά θεωρούνται πανομοιότυπα. (βλ. απόφαση ARTHUR ET FELICIE, σκέψη 14 ανωτέρω, σκέψη 34 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
45 Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών, στις σκέψεις 22 και 36 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά την οποία τα προϊόντα για τα οποία προστατεύονται τα προγενέστερα σήματα είναι πανομοιότυπα με τα προϊόντα που προσδιορίζονται από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, δεδομένου ότι τα προϊόντα αυτά «περιλαμβάνουν (ή περιλαμβάνονται σε) αυτά που προστατεύονται από τα προγενέστερα σήματα». Σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 44 ανωτέρω, η εκτίμηση του τμήματος προσφυγών πρέπει να γίνει δεκτή.
Επί της ομοιότητας των σημείων
– Όσον αφορά τα διακριτικά και προέχοντα στοιχεία
46 Η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει, όσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που αυτά προκαλούν, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και προεχόντων στοιχείων τους. Ο τρόπος με τον οποίο ο μέσος καταναλωτής των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών αντιλαμβάνεται τα οικεία σήματα έχει καθοριστική σημασία για τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως. Συναφώς, ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται συνήθως το σήμα ως σύνολο και δεν επιδίδεται στην εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 2007, C‑334/05 P, ΓΕΕΑ/Shaker, Συλλογή 2007, σ. I‑4529, σκέψη 35 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
47 Προκειμένου να εκτιμηθεί ο διακριτικός χαρακτήρας ενός στοιχείου που συνθέτει ένα σήμα, πρέπει να εξετασθεί η κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη ικανότητα του στοιχείου αυτού να συμβάλλει στον προσδιορισμό των προϊόντων για τα οποία καταχωρίστηκε το σήμα ως προερχομένων από συγκεκριμένη επιχείρηση και συνεπώς να διακρίνει τα εν λόγω προϊόντα από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. Κατά την εκτίμηση αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, οι συμφυείς ιδιότητες του επίμαχου στοιχείου σε σχέση με το αν το στοιχείο αυτό στερείται ή όχι κάθε διακριτικού χαρακτήρα όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία καταχωρίστηκε το σήμα [βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 13ης Ιουνίου 2006, T‑153/03, Inex κατά ΓΕΕΑ – Wiseman (Παράσταση δέρματος αγελάδας), Συλλογή 2006, σ. II‑1677, σκέψη 35 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 13ης Δεκεμβρίου 2007, T‑242/06, Cabrera Sánchez κατά ΓΕΕΑ – Industrias Cárnicas Valle (el charcutero artesano), που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 51].
48 Η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημάτων δεν σημαίνει ότι μόνον ένα από τα στοιχεία που συναποτελούν το σύνθετο σήμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να συγκρίνεται με το άλλο σήμα. Αντιθέτως, κατά τη σύγκριση αυτή, τα αντιπαρατιθέμενα σήματα πρέπει να εξετάζονται το καθένα ως ενιαίο σύνολο, πράγμα που δεν αποκλείει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το ενδεχόμενο να κυριαρχούν στη συνολική εντύπωση που δημιουργεί ένα σύνθετο σήμα στη μνήμη του οικείου κοινού ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που το συναποτελούν (βλ. απόφαση ΓΕΕΑ κατά Shaker, σκέψη 46 ανωτέρω, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Το προέχον στοιχείο μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της ομοιότητας μόνο στην περίπτωση που όλα τα άλλα στοιχεία που συναποτελούν το σήμα είναι αμελητέα (αποφάσεις του Δικαστηρίου ΓΕΕΑ κατά Shaker, σκέψη 46 ανωτέρω, σκέψη 42, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C‑193/06 P, Nestlé κατά ΓΕΕΑ, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 42). Τούτο συμβαίνει ιδίως οσάκις το επιμέρους στοιχείο και μόνον αυτό μπορεί να κυριαρχεί στην εικόνα του σήματος την οποία συγκρατεί στη μνήμη του το ενδιαφερόμενο κοινό και, επομένως, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που συναποτελούν το σήμα είναι αμελητέα στο πλαίσιο της συνολικής εντυπώσεως που προκαλεί το εν λόγω σήμα (απόφαση Nestlé κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα, σκέψη 43). Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι το γεγονός ότι ένα στοιχείο δεν είναι αμελητέο δεν σημαίνει ότι είναι προέχον, όπως και το γεγονός ότι ένα στοιχείο δεν είναι προέχον ουδόλως συνεπάγεται ότι είναι αμελητέο (απόφαση Nestlé κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα, σκέψη 44).
49 Εφόσον ορισμένα στοιχεία του σήματος έχουν περιγραφικό χαρακτήρα όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τα οποία το σήμα προστατεύεται ή τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσδιορίζει η αίτηση καταχωρίσεως, τα εν λόγω στοιχεία παρέχουν ασθενές διακριτικό χαρακτήρα ή και πολύ ασθενές [βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, T‑363/04, Koipe κατά ΓΕΕΑ – Aceites del Sur (La Española), Συλλογή 2007, σ. II‑3355, σκέψη 92, και el charcutero artesano, σκέψη 47 ανωτέρω, σκέψη 52 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Ο διακριτικός αυτός χαρακτήρας αναγνωρίζεται, στις περισσότερες περιπτώσεις, μόνο σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία του σήματος. Λόγω του ασθενούς, ή και πολύ ασθενούς, διακριτικού χαρακτήρα τους, τα περιγραφικά στοιχεία ενός σήματος γενικώς δεν θεωρούνται από το κοινό ως προέχοντα στη συνολική εντύπωση την οποία προκαλεί το σήμα, εκτός αν, λόγω ιδίως της θέσεως ή του μεγέθους τους, είναι ικανά να επιβληθούν στην αντίληψη του κοινού και να διατηρηθούν στη μνήμη του [βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου el charcutero artesano, σκέψη 47 ανωτέρω, σκέψη 53 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 12ης Νοεμβρίου 2008, T‑7/04, Shaker κατά ΓΕΕΑ – Limiñana y Botella (Limoncello della Costiera Amalfitana shaker), Συλλογή 2008, σ. II‑3085, σκέψη 44 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Τούτο εντούτοις δεν σημαίνει ότι τα περιγραφικά στοιχεία του σήματος είναι αναγκαστικά αμελητέα στο πλαίσιο της συνολικής εντυπώσεως την οποία δημιουργεί το σήμα. Συναφώς, πρέπει, ιδίως, να διερευνηθεί κατά πόσον άλλα στοιχεία του σήματος είναι ικανά αφ’ εαυτών να προέχουν στην εικόνα του σήματος την οποία συγκρατεί στη μνήμη του το ενδιαφερόμενο κοινό (βλ. σκέψη 48 ανωτέρω).
50 Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι τίποτε δεν εμποδίζει την εξακρίβωση της υπάρξεως οπτικής ομοιότητας μεταξύ ενός λεκτικού και ενός εικονιστικού σήματος, δεδομένου ότι τα δύο αυτά είδη σημάτων έχουν την παρουσίαση γραφήματος που μπορεί να δημιουργήσει μιαν οπτική εντύπωση [βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 4ης Μαΐου 2005, T‑359/02, Chum κατά ΓΕΕΑ – Star TV (STAR TV), Συλλογή 2005, σ. II‑1515, σκέψη 43 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
51 Στη σκέψη 24 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το προέχον στοιχείο του προγενέστερου λεκτικού πορτογαλικού σήματος ήταν η λέξη «cachaça», καθόσον ήταν το πρώτο στοιχείο και καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία, το αρχικό τμήμα ενός σημείου δημιουργεί συνήθως μεγαλύτερη εντύπωση στον καταναλωτή από το τελευταίο.
52 Στη σκέψη 25 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι τα προέχοντα στοιχεία των προγενέστερων εικονιστικών σημάτων ήταν το κεντρικό εικονιστικό στοιχείο, αποτελούμενο από τον αριθμό 51, γραμμένο με λευκούς χαρακτήρες σε ένα ημικύκλιο τοποθετημένο σε μια πλατειά ζώνη που διασχίζει το σημείο από τη μία πλευρά έως την άλλη, και η λέξη πάνω από το εν λόγω εικονιστικό στοιχείο, που είναι η λέξη «cachaça» σε όλα τα σήματα εκτός από την υπ’ αριθ. 273105 αίτηση καταχωρίσεως, όπου υπάρχει η λέξη «pirassununga». Ο προέχων χαρακτήρας των στοιχείων αυτών απορρέει από τη θέση τους και από το μεγαλύτερο μέγεθος των στοιχείων αυτών σε σχέση με τα λοιπά στοιχεία των επίμαχων σημάτων.
53 Στις σκέψεις 26 και 27 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η λέξη «cachaça» αποτελούσε διακριτικό στοιχείο των προγενέστερων σημάτων της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και της Δανίας διότι οι Ισπανοί, Άγγλοι, Αυστριακοί και Δανοί καταναλωτές θα αντιληφθούν τη λέξη αυτή ως επινοημένη. Στις εν λόγω εδαφικές περιφέρειες, η λέξη αυτή αποτελεί το διακριτικότερο στοιχείο των επίμαχων σημείων στον βαθμό που, αφενός, ως λεκτικό στοιχείο, δημιουργεί μεγαλύτερη εντύπωση στον καταναλωτή από ότι το εικονιστικό στοιχείο που τη συνοδεύει –δεδομένου ότι το κοινό δύσκολα αναλύει τα σήματα και ευκολότερα ανακαλεί ένα σημείο από το λεκτικό στοιχείο του–, και, αφετέρου, οι αριθμοί έχουν από τη φύση τους περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι «αφορούν γενικώς ποσότητες, περιόδους, παραγγελία, κ.λπ., προϊόντων και, ως εκ τούτου, οι καταναλωτές δεν τους αντιλαμβάνονται, συνήθως, ως σήματα». Περαιτέρω, οι αριθμοί με δύο ψηφία χρησιμοποιούνται συνήθως για τη δήλωση ορισμένων χαρακτηριστικών των «οινοπνευματωδών ποτών», όπως της περιεκτικότητας σε οινόπνευμα κατ’ όγκο ή του απαραίτητου χρόνου παλαίωσης.
54 Εξάλλου, στις σκέψεις 26 έως 28 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι οι λέξεις «cachaça» και «pirassununga» δεν διέθεταν διακριτικό χαρακτήρα στην Πορτογαλία, όπου ο μέσος καταναλωτής τις αντιλαμβάνεται, αντιστοίχως, ως χαρακτηριστικές του είδους των προϊόντων που προσδιορίζουν τα συγκρουόμενα σήματα και ενός «τόπου στη Βραζιλία» που είναι ο τόπος παραγωγής τους.
55 Στις σκέψεις 28 και 29 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών συμπέρανε ότι το προέχον και πλέον διακριτικό στοιχείο των προγενέστερων σημάτων της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και της Δανίας ήταν το στοιχείο «cachaça», ενώ, λαμβανομένων υπόψη, συγχρόνως, της περιγραφικής έννοιας των λέξεων «cachaça» ή «pirassununga» για τον Πορτογάλο καταναλωτή και του περιορισμένου διακριτικού χαρακτήρα των διψήφιων αριθμών όσον αφορά τα οινοπνευματώδη ποτά, ο διακριτικός χαρακτήρας των προγενέστερων λεκτικών και εικονιστικών πορτογαλικών σημάτων βασιζόταν στον συνδυασμό «των στοιχείων τους», ή των «πλέον προεχόντων στοιχείων τους», δηλαδή το «cachaça 51» ή το «Pirassununga 51».
56 Με τη δεύτερη αιτίαση, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι το στοιχείο «cachaça» αποτελούσε προέχον και διακριτικό στοιχείο στα προγενέστερα σήματα. Η λέξη «cachaça» δεν διέθετε εγγενή διακριτικό χαρακτήρα λόγω του περιγραφικού χαρακτήρα της, τόσο για τους Πορτογάλους καταναλωτές όσο και για τους καταναλωτές της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και της Δανίας. Ο κίνδυνος συγχύσεως έπρεπε να εκτιμηθεί μόνο σε σχέση με τα στοιχεία «51» και «61», που συνδέονται ή που μπορούν να συνδεθούν με την cachaça.
57 Επομένως, η σύγκριση των συγκρουόμενων σημάτων πρέπει να γίνει προσδιορίζοντας κατ’ αρχάς για κάθε ένα από τα προγενέστερα σήματα, και στη συνέχεια για το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, τα πιθανά παρέχοντα ή αμελητέα στοιχεία τους.
58 Όσον αφορά το προγενέστερο πορτογαλικό λεκτικό σήμα, πρέπει να τονιστεί ότι αυτό σχηματίζεται από τον συνδυασμό των δύο στοιχείων, της λέξης «cachaça» και του αριθμού 51.
59 Δεν αμφισβητείται ότι η λέξη «cachaça» γίνεται αντιληπτή από τον μέσο Πορτογάλο καταναλωτή ως λεκτικό στοιχείο καθαρά περιγραφικό ενός οινοπνευματώδους ποτού, δηλαδή ενός αποστάγματος με βάση το ζαχαροκάλαμο.
60 Ο αριθμός 51 εμφανίζεται ως ένα αυθαίρετο αριθμητικό στοιχείο του προγενέστερου πορτογαλικού λεκτικού σήματος. Βεβαίως, στη σκέψη 27 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι οι αριθμοί έχουν από τη φύση τους περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα, ειδικότερα οι διψήφιοι αριθμοί, στον βαθμό που χρησιμοποιούνται συνήθως για τον προσδιορισμό ορισμένων χαρακτηριστικών των προϊόντων, ιδίως των οινοπνευματωδών ποτών, και στον βαθμό που οι καταναλωτές δεν τους αντιλαμβάνονται συνήθως ως σήματα. Ωστόσο, το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, όπως ορθώς επισήμανε η προσφεύγουσα, ο αριθμός 51 ενδέχεται να μη γίνεται άμεσα αντιληπτός από το οικείο κοινό ως περιγραφικός συγκεκριμένου χαρακτηριστικού του οικείου προϊόντος, όταν δεν συνδέεται, στο προγενέστερο πορτογαλικό λεκτικό σήμα, με καμία από τις μονάδες που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη μέτρηση συγκεκριμένου χαρακτηριστικού των οινοπνευματωδών ποτών, όπως η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα κατ’ όγκο, ο όγκος ή ο απαραίτητος χρόνος παλαίωσης. Το ΓΕΕΑ επισημαίνει εξάλλου, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι «η μονάδα στην οποία αναφέρονται οι αριθμοί [51 και 61] είναι άγνωστη».
61 Μολονότι είναι αληθές ότι, στη σκέψη 24 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών χαρακτήρισε τη λέξη «cachaça» ως προέχον στοιχείο του προγενέστερου πορτογαλικού λεκτικού σήματος, επισημαίνοντας, στις σκέψεις 26 έως 28 της ίδιας αποφάσεως, ότι η λέξη αυτή στερείται εγγενούς διακριτικού χαρακτήρα στην Πορτογαλία, όπου γίνεται αντιληπτή ως διακριτική του είδους των οικείων προϊόντων, έκρινε ωστόσο, στις σκέψεις 28 και 29 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το στοιχείο «51» δεν ήταν αμελητέο στη συνολική εντύπωση που δημιουργούσε το εν λόγω σήμα, δεδομένου ότι ο διακριτικός χαρακτήρας του ενέκειτο στον συνδυασμό των στοιχείων «cachaça» και «51».
62 Συνεπώς, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το τμήμα προσφυγών δεν εξέτασε το στοιχείο «51» του προγενέστερου πορτογαλικού λεκτικού σήματος κατά την ανάλυση της ύπαρξης κινδύνου συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94. Εξάλλου, δεν μπορεί να προσαφθεί στο τμήμα προσφυγών ότι, στο πλαίσιο της ίδιας εν λόγω ανάλυσης, έλαβε επίσης υπόψη το στοιχείο «cachaça». Μολονότι το στοιχείο αυτό γίνεται αντιληπτό από τον μέσο Πορτογάλο καταναλωτή ως διακριτικό του είδους των οικείων προϊόντων, διατηρεί ωστόσο, στο προγενέστερο πορτογαλικό λεκτικό σήμα, έναν αυτοτελή χαρακτήρα σε σχέση με το στοιχείο «51», καθώς και έναν επικουρικό διακριτικό χαρακτήρα, που απορρέει από τον συνδυασμό του με το στοιχείο «51» και από το γεγονός ότι, ως αρχικό τμήμα του προγενέστερου πορτογαλικού λεκτικού σήματος, δημιουργεί συνήθως, από οπτικής και ακουστικής απόψεως, μεγαλύτερη εντύπωση στον καταναλωτή από ότι το τελευταίο [βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Μαρτίου 2004, T‑183/02 και T‑184/02, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ – González Cabello και Iberia Líneas Aéreas de España (MUNDICOR), Συλλογή 2004, σ. II‑965, σκέψεις 81 και 83].
63 Κατά συνέπεια, στην περίπτωση του προγενέστερου πορτογαλικού λεκτικού σήματος, το τμήμα προσφυγών δεν υπέπεσε σε πλάνη λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία «cachaça» και «51» κατά την ανάλυση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
64 Όσον αφορά τα προγενέστερα εικονιστικά σήματα, πρέπει να τονιστεί ότι αυτά σχηματίζονται από τον συνδυασμό πολλών εικονιστικών και λεκτικών στοιχείων.
65 Δεν αμφισβητείται ότι τα λοιπά στοιχεία που συνθέτουν τα σήματα αυτά, εκτός από το στοιχείο «cachaça» ή «pirassununga» και το στοιχείο «51», γραμμένο με λευκούς χαρακτήρες σε ημικύκλιο τοποθετημένο σε μία πλατειά ζώνη που διασχίζει το σημείο από τη μία πλευρά έως την άλλη, είναι αμελητέα στη συνολική εντύπωση που δημιουργούν τα εν λόγω σήματα και μπορούν επομένως να μην ληφθούν υπόψη κατά την ανάλυση της ύπαρξης κινδύνου συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
66 Όσον αφορά τα προγενέστερα πορτογαλικά εικονιστικά σήματα, δεν αμφισβητείται ότι, σε αυτά, οι λέξεις «cachaça» και «pirassununga» γίνονται αντιληπτές από τον Πορτογάλο μέσο καταναλωτή ως στοιχεία καθαρώς περιγραφικά του είδους των προϊόντων που προσδιορίζονται από τα επίμαχα σήματα, δηλαδή το απόσταγμα με βάση το ζαχαροκάλαμο, και του τόπου παραγωγής τους, δηλαδή μιας τοποθεσίας της Βραζιλίας.
67 Για τους ίδιους λόγους με αυτούς που παρατίθενται στη σκέψη 60 ανωτέρω, ο αριθμός 51 πρέπει να θεωρηθεί ως αυθαίρετο στοιχείο στα προγενέστερα πορτογαλικά εικονιστικά σήματα.
68 Το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε, στις σκέψεις 25 και 29 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι στη συνολική εντύπωση που δημιουργούν τα σήματα αυτά προέχουν τα στοιχεία «cachaça» ή «pirassununga» και «51» και ότι ο διακριτικός τους χαρακτήρας ενέκειτο στον συνδυασμό των στοιχείων αυτών.
69 Δεν μπορεί επομένως να προβληθεί βασίμως ότι το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη του το στοιχείο «51», γραμμένο με λευκούς χαρακτήρες σε ημικύκλιο τοποθετημένο σε μία πλατειά ζώνη που διασχίζει το σημείο από τη μία πλευρά έως την άλλη, που περιλαμβάνεται στα προγενέστερα πορτογαλικά εικονιστικά σήματα κατά την ανάλυση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94. Εξάλλου, δεν μπορεί να προσαφθεί στο τμήμα προσφυγών ότι έλαβε υπόψη, στο πλαίσιο της εν λόγω αναλύσεως, το στοιχείο «cachaça» ή «pirassununga». Μολονότι το στοιχείο αυτό γίνεται αντιληπτό από τον Πορτογάλο μέσο καταναλωτή ως περιγραφικό του είδους των επίμαχων προϊόντων ή του τόπου επεξεργασίας τους, διατηρεί ωστόσο, στο προγενέστερο πορτογαλικό λεκτικό σήμα, έναν αυτοτελή χαρακτήρα σε σχέση με το στοιχείο «51», καθώς και έναν επικουρικό διακριτικό χαρακτήρα, που απορρέει από τον συνδυασμό του με το στοιχείο «51» και από το γεγονός ότι η λέξη «cachaça» ή «pirassununga», έχει στα εν λόγω σημεία θέση τουλάχιστον ισοδύναμη με αυτήν του στοιχείου «51». Επομένως, δεν μπορεί, τουλάχιστον σε οπτικό επίπεδο, να θεωρηθεί ως αμελητέα σε σχέση με το στοιχείο αυτό.
70 Κατά συνέπεια, στην περίπτωση των προγενέστερων πορτογαλικών εικονιστικών σημάτων, το τμήμα προσφυγών δεν υπέπεσε σε πλάνη λαμβάνοντας υπόψη τόσο το στοιχείο «cachaça» ή «pirassununga» όσο και το στοιχείο «51», γραμμένο με λευκούς χαρακτήρες σε ημικύκλιο τοποθετημένο σε μία πλατειά ζώνη που διασχίζει το σημείο από τη μία πλευρά έως την άλλη, καθώς και την εντύπωση που δημιουργεί ο συνδυασμός τους, για να προβεί στην ανάλυση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
71 Όσον αφορά τα προγενέστερα σήματα της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και της Δανίας, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε, στις σκέψεις 27 και 29 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η λέξη «cachaça» αποτελούσε το πλέον προέχον στοιχείο, λαμβανομένης υπόψη της λεκτικής και επινοημένης φύσεώς της σε σχέση με τους καταναλωτές της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και της Δανίας, καθώς και του περιορισμένου διακριτικού χαρακτήρα των διψήφιων αριθμών σε σχέση με τα οινοπνευματώδη ποτά. Όμως, ουδόλως έκρινε, στη συνέχεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το στοιχείο «51» ήταν αμελητέο στη συνολική εντύπωση που δημιουργούσαν τα εν λόγω σήματα, αλλά έλαβε δεόντως υπόψη το στοιχείο αυτό κατά την ανάλυση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94. Στη σκέψη 31 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπογράμμισε ιδίως ότι, «[σ]ε ακουστικό επίπεδο, οι καταναλωτές θα αναφέρονται στα προγενέστερα σήματα αποκαλώντας τα “cachaça” ή “cachaça 51” στην Ισπανία, στη Δανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Αυστρία, δεδομένου ότι πρόκειται για τα προέχοντα και διακριτικά στοιχεία τους».
72 Συνεπώς, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το τμήμα προσφυγών δεν εξέτασε το στοιχείο «51», γραμμένο με λευκούς χαρακτήρες σε ημικύκλιο τοποθετημένο σε μία πλατειά ζώνη που διασχίζει το σημείο από τη μία πλευρά έως την άλλη, των προγενέστερων σημάτων της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και της Δανίας κατά την ανάλυση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94. Εξάλλου, δεν μπορεί να προσαφθεί στο τμήμα προσφυγών ότι έλαβε επίσης υπόψη, στο πλαίσιο της εν λόγω αναλύσεως, το στοιχείο «cachaça». Ακόμη και αν υποτεθεί, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ότι το στοιχείο αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό από το σύνολο του οικείου κοινού στην Ισπανία, στη Δανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Αυστρία, ή από σημαντικό μέρος του κοινού αυτού, ως κοινή ονομασία ή ως ονομασία που προσδιορίζει το είδος των προϊόντων που καλύπτονται από τα οικεία σήματα, διατηρεί ωστόσο, σε καθένα από τα εν λόγω σήματα, έναν αυτοτελή χαρακτήρα σε σχέση με το στοιχείο «51», καθώς και ένα επικουρικό διακριτικό χαρακτήρα, που απορρέει από τον συνδυασμό του με το στοιχείο «51» και από το γεγονός ότι η λέξη «cachaça», η οποία κατέχει στα εν λόγω σημεία θέση τουλάχιστον ισοδύναμη με αυτήν του στοιχείου «51», δεν μπορεί, τουλάχιστον σε οπτικό επίπεδο, να θεωρηθεί ως αμελητέα σε σχέση με το στοιχείο αυτό.
73 Η προσφεύγουσα αβασίμως επομένως ισχυρίζεται ότι, στην περίπτωση των προγενέστερων σημάτων της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και της Δανίας, το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη λαμβάνοντας υπόψη τόσο το στοιχείο «cachaça» όσο και το στοιχείο «51», γραμμένο με λευκούς χαρακτήρες σε ημικύκλιο τοποθετημένο σε μία πλατειά ζώνη που διασχίζει το σημείο από τη μία πλευρά έως την άλλη, καθώς και την εντύπωση που δημιουργεί ο συνδυασμός τους, κατά την ανάλυση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
74 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, η προσφεύγουσα αβασίμως ισχυρίζεται ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε οποιαδήποτε πλάνη λαμβάνοντας υπόψη, για το σύνολο των προγενέστερων σημάτων, τόσο το στοιχείο «cachaça» ή «pirassununga» όσο και το στοιχείο «51» κατά την ανάλυση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, οπότε η δεύτερη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
75 Όσον αφορά το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε, στη σκέψη 30 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το προέχον και διακριτικό στοιχείο του ήταν το κεντρικό εικονιστικό αριθμητικό στοιχείο «61», λαμβανομένης υπόψη, πρώτον, της κεντρικής θέσεώς του που τονίζεται από τα δύο φυτά ζαχαροκάλαμου που το πλαισιώνουν εκατέρωθεν και, στη συνέχεια, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα λοιπά στοιχεία γίνονται αντιληπτά ως δευτερεύοντα και διακοσμητικά, είτε λόγω του περιγραφικού χαρακτήρα τους (το βαρέλι ή τα δύο φυτά του ζαχαροκάλαμου) είτε λόγω του μικρού μεγέθους τους (δεδομένου ότι η φράση «a nossa alegria» στην ταινία γίνεται αντιληπτή ως «διακοσμητική λεζάντα»). Εντούτοις, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών δεν θεώρησε ότι τα εικονιστικά στοιχεία που αντιστοιχούν στο βαρέλι και στα δύο φυτά ζαχαροκάλαμου και το λεκτικό στοιχείο που αποτελείται από τη φράση «a nossa alegria» συνιστούσαν αμελητέα στοιχεία στη συνολική εντύπωση που δημιουργούσαν τα εν λόγω σήματα. Συγκεκριμένα, κατά την ανάλυση για την ύπαρξη μιας πιθανής ακουστικής ομοιότητας μεταξύ των σημάτων, το τμήμα προσφυγών υπογράμμισε, στη σκέψη 31 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι «δεν [μπορούσε] να αποκλειστεί το ενδεχόμενο [το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση] να ονομάζεται “[a nossa alegria]” δεδομένου ότι […] πρόκειται για το μόνο λεκτικό στοιχείο του σημείου». Ομοίως, στη σκέψη 34 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έλαβε υπόψη το γεγονός ότι «ο αριθμός 61 του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση προσδιορίζει ένα βαρέλι, που είναι στοιχείο το οποίο δεν εμφανίζεται σε κανένα από τα προγενέστερα σήματα» στο πλαίσιο της ανάλυσης για την ύπαρξη μιας πιθανής εννοιολογικής ομοιότητας μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων.
76 Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η ανάλυση της ύπαρξης κινδύνου συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 πρέπει να γίνει σε σχέση μόνο με το στοιχείο «61», το οποίο προέχει στη συνολική εντύπωση που δημιουργεί το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση. Το ΓΕΕΑ, παράλληλα με το αίτημά του περί απορρίψεως της προσφυγής, εκτιμά ότι η ανάλυση αυτή πρέπει να λάβει υπόψη τόσο το στοιχείο «61» όσο και τα εικονιστικά στοιχεία που αντιστοιχούν στο βαρέλι και στα δύο φυτά ζαχαροκάλαμου, καθώς και το λεκτικό στοιχείο που αποτελείται από τη φράση «a nossa alegria», τα οποία δεν είναι αμελητέα στη συνολική εντύπωση που δημιουργεί το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση.
77 Δεν μπορεί να προσαφθεί στο τμήμα προσφυγών ότι έλαβε υπόψη τη φράση «a nossa alegria» του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση κατά την ανάλυση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94. Η φράση αυτή, ως η μόνη που υπάρχει στο σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, έχει σημασία για την προφορά του εν λόγω σήματος και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αμελητέα στη συνολική εντύπωση που δημιουργεί. Ομοίως, ορθώς το τμήμα προσφυγών έλαβε υπόψη ορισμένα εικονιστικά στοιχεία του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, όπως το σχέδιο ενός βαρελιού. Το βαρέλι και τα δύο φυτά ζαχαροκάλαμου, αν και υποδηλώνουν έντονα ένα οινοπνευματώδες ποτό με βάση το ζαχαροκάλαμο που μπορεί να παλαιωθεί σε δρύινα βαρέλια, και ως τέτοια έχουν πολύ χαμηλό διακριτικό χαρακτήρα σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα, διατηρούν μία αυτοτέλεια στο σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, καθώς και ένα επικουρικό διακριτικό χαρακτήρα που προκύπτει από τον συνδυασμό τους με το στοιχείο «61» και από το γεγονός ότι κατέχουν, στο σήμα αυτό, μία θέση τουλάχιστον ισοδύναμη με εκείνη που καταλαμβάνει το στοιχείο «61». Επομένως, ορθώς το ΓΕΕΑ προβάλλει, στην υπό κρίση διαφορά, ότι τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν, τουλάχιστον οπτικά, ως αμελητέα σε σύγκριση με το στοιχείο «61».
78 Κατόπιν των ανωτέρω, και λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 46 ανωτέρω, η εκτίμηση της ομοιότητας πρέπει επομένως να γίνει, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του πορτογαλικού προγενέστερου λεκτικού σήματος και του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, βάσει της συνολικής εντυπώσεως που δημιουργεί, αφενός, ο συνδυασμός του στοιχείου «cachaça» και του στοιχείου «51», και, αφετέρου, ο συνδυασμός του στοιχείου «61», γραμμένου με λευκούς χαρακτήρες σε κεντρική θέση, των στοιχείων που αποτελούνται από το σχέδιο ενός βαρελιού πλαισιωμένου εκατέρωθεν από δύο φυτά ζαχαροκάλαμου και του στοιχείου που αντιστοιχεί στην ταινία με τη φράση «a nossa alegria». Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των προγενέστερων εικονιστικών σημάτων και του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, η ίδια εκτίμηση πρέπει να γίνει βάσει της συνολικής εντυπώσεως που δημιουργεί, αφενός, ο συνδυασμός του στοιχείου «cachaça» ή «pirassununga» και του στοιχείου «51», και, αφετέρου, ο συνδυασμός του στοιχείου «61», γραμμένου με λευκούς χαρακτήρες στο κέντρο, των στοιχείων που αποτελούνται από το σχέδιο ενός βαρελιού πλαισιωμένου εκατέρωθεν από δύο φυτά ζαχαροκάλαμου και του στοιχείου που αντιστοιχεί στην ταινία με τη φράση «a nossa alegria».
– Επί της οπτικής ομοιότητας
79 Όσον αφορά την οπτική ομοιότητα μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων, το τμήμα προσφυγών κατέληξε, στις σκέψεις 32 και 33 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αυτά συμπίπτουν μόνον όσον αφορά την αναπαράσταση του αριθμού 1. Οι «σχετικές οπτικές ομοιότητες» μεταξύ των αριθμών 5 και 6, για τους οποίους χρησιμοποιήθηκε μία συνηθισμένη γραμματοσειρά, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στον βαθμό που το ενδιαφερόμενο κοινό έχει συνηθίσει να βλέπει τους αριθμούς αυτούς και διακρίνει συνήθως τις λεπτομέρειες που τους διαφοροποιούν. Η υπάρχουσα σύμπτωση μεταξύ των συγκρουόμενων σημάτων όσον αφορά την αναπαράσταση του αριθμού 1 δεν επαρκεί για να δημιουργηθεί παρόμοια συνολική οπτική εντύπωση, λαμβανομένης υπόψη της διαφορετικής φύσης, δομής και σύνθεσής τους.
80 Με την τρίτη αιτίαση, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη εκτιμώντας ότι τα συγκρουόμενα σήματα δεν δημιουργούν παρόμοια οπτική εντύπωση. Τα στοιχεία «51» και «61» παρουσιάζουν οπτική ομοιότητα στον βαθμό που είναι διψήφια, το ένα ψηφίο τους είναι πανομοιότυπο, έχουν το ίδιο μήκος, είναι αμφότερα με λευκούς χαρακτήρες σε μαύρο φόντο, έχουν κυκλική μορφή και οι αριθμοί 5 και 6 παρουσιάζουν επίσης μεγάλες ομοιότητες ως προς τη γραφιστική τους απεικόνιση. Περαιτέρω, τα λεκτικά στοιχεία του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, στα πορτογαλικά, υποδηλώνουν ότι το είδος των προϊόντων που προσδιορίζονται από αυτό το σήμα προέρχεται από πορτογαλόφωνες χώρες, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο συγχύσεως.
81 Το ΓΕΕΑ ζητεί, κατ’ ουσίαν, την απόρριψη της τρίτης αιτιάσεως. Προβάλλει ότι τα συγκρουόμενα σήματα είναι συνολικώς διαφορετικά σε οπτικό επίπεδο. Ακόμη και οι αριθμοί 51 και 61 είναι διαφορετικοί οπτικώς, λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών συνδυασμών των αριθμών 5 και 6.
82 Στη συνολική οπτική εντύπωση που δημιουργεί το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, τα πλέον διακριτικά στοιχεία είναι το στοιχείο «61» και τα διακοσμητικά εικονιστικά στοιχεία που αντιστοιχούν στο βαρέλι και στα δύο φυτά ζαχαροκάλαμου. Το στοιχείο «a nossa alegria», στο οποίο αναφέρεται η προσφεύγουσα, δημιουργεί ασθενή μόνον οπτική εντύπωση, δεδομένου του μικρού μεγέθους του, της υποδεέστερης θέσης του μέσα στο σημείο και της κοινότυπης γραφιστικής απεικόνισής του. Στα προγενέστερα σήματα, στη συνολική οπτική εντύπωση προέχουν ή, όσον αφορά το προγενέστερο πορτογαλικό λεκτικό σήμα, ενδέχεται να προέχουν, αναλόγως της γραφιστικής αναπαράστασής του, τα στοιχεία «cachaça» ή «pirassununga» και «51» καθώς και, στα προγενέστερα εικονιστικά σήματα, το διακοσμητικό εικονιστικό στοιχείο που αποτελείται από μία πλατειά ζώνη που διασχίζει το σημείο από τη μία πλευρά έως την άλλη.
83 Τα συγκρουόμενα σήματα διαφοροποιούνται οπτικώς από τα λεκτικά στοιχεία τους «a nossa alegria», «cachaça» και «pirassununga», καθώς και, ενδεχομένως, από τα διακοσμητικά εικονιστικά στοιχεία τους, τα οποία αναπαρίστανται με απλό και σχετικά κοινότυπο τρόπο. Αντιθέτως, τα σήματα αυτά συμπίπτουν οπτικώς όσον αφορά την αναπαράσταση ενός διψήφιου αριθμού, το δεύτερο ψηφίο του οποίου, δηλαδή ο αριθμός 1, είναι πανομοιότυπο. Εξάλλου, μολονότι η γραφιστική απεικόνιση του ψηφίου 5 διαφοροποιείται σε ορισμένες λεπτομέρειες από το ψηφίο 6, οι διαφορές στη γραφιστική απεικόνιση που υπάρχουν μεταξύ των δύο αυτών ψηφίων είναι λιγότερο έντονες από εκείνες που διακρίνουν κάθε ένα από τα ψηφία αυτά από τα λοιπά ψηφία. Περαιτέρω, στα συγκρουόμενα εικονιστικά σήματα, ο διψήφιος αριθμός, δηλαδή το 51 στα προγενέστερα εικονιστικά σήματα και το 61 στο σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, αναπαρίσταται με όμοιο τρόπο με μεγάλου μεγέθους γραμματοσειρές, τοποθετημένος στο κέντρο και με λευκό χρώμα που έρχεται σε αντίθεση με το σκούρο φόντο. Επιπλέον, το σχήμα του φόντου αυτού είναι σχετικά παραπλήσιο, δηλαδή κυκλικό σχήμα στα προγενέστερα εικονιστικά σήματα και ελλειπτικό σχήμα, που αντιστοιχεί στο περίγραμμα του βαρελιού, στο σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση.
84 Η οπτική ομοιότητα που υπάρχει μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων, ακόμη κι αν φαίνεται ασθενής σε σχέση με τη συνολική εντύπωση που δημιουργούν, είναι αρκετά σημαντική ώστε να γίνει αντιληπτή από το σύνολο του ενδιαφερόμενου κοινού. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη συμπεραίνοντας, κατ’ ουσίαν, ότι δεν υπήρξε οπτική ομοιότητα μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων και πρέπει, κατά τούτο, να γίνει δεκτή η τρίτη αιτίαση της προσφεύγουσας.
– Επί της ακουστικής ομοιότητας
85 Όσον αφορά την ακουστική ομοιότητα μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων, το τμήμα προσφυγών έκρινε, στη σκέψη 31 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα προγενέστερα σήματα ονομάζονταν, κατά περίπτωση, «cachaça», «cachaça 51» ή «pirassununga 51», ενώ το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση ονομάζεται «61», χωρίς να αποκλείεται η ονομασία «a nossa alegria». Η πανομοιότυπη προφορά μόνον του ψηφίου «1» δεν επαρκεί για να θεωρηθούν τα συγκρουόμενα σήματα ως παρόμοια σε ακουστικό επίπεδο.
86 Με την τέταρτη αιτίαση, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη εκτιμώντας ότι τα συγκρουόμενα σήματα δεν δημιουργούν εντόνως παρόμοια ακουστική εντύπωση. Δεδομένου ότι το οικείο κοινό είναι συνηθισμένο να παραγγέλλει προφορικά στα μπαρ και στα εστιατόρια το προϊόν που προσδιορίζουν τα προγενέστερα σήματα και δεδομένου ότι η πρώτη λέξη «cachaça» χρησιμοποιείται και μπορεί να εξακολουθήσει στο μέλλον να χρησιμοποιείται από τη Missiato Industria e Comercio για τον προσδιορισμό των προϊόντων της, τα συγκρουόμενα σήματα θα παραγγέλλονται με το όνομα «cachaça 51» ή «cachaça 61». Η ακουστική ομοιότητα μεταξύ των σημάτων είναι μεγαλύτερη σε γλώσσες, όπως η πορτογαλική ή η ισπανική, στις οποίες οι αριθμοί 5 και 6 προφέρονται με τα ίδια γράμματα στην αρχή και στο τέλος («s» και «enta», αντίστοιχα). Οι Πορτογάλοι και Ισπανοί καταναλωτές προφέρουν τους αριθμούς 51 και 61 σχεδόν με τον ίδιο τρόπο: «sin-cu-enta y um» και «se-senta y um» οι Πορτογάλοι και, στην πράξη πανομοιότυπα, «sin-cuenta e uno» και «se-senta e uno» οι Ισπανοί καταναλωτές. Η διαφορά μεταξύ των σημείων βασίζεται, αντιστοίχως, όσον αφορά τους Ισπανούς και Πορτογάλους καταναλωτές, μόνο στην ύπαρξη των γραμμάτων «incu» και «ess» στο μέσο των αριθμών, όπως αυτοί προφέρονται από το εν λόγω κοινό. Η ακουστική διαφορά που υπάρχει μεταξύ ορισμένων στοιχείων των συγκρουομένων σημάτων έχει μικρότερη σημασία, λαμβανομένης υπόψη της διακοσμητικής ή περιγραφικής λειτουργίας των στοιχείων αυτών εντός των επίμαχων σημείων.
87 Το ΓΕΕΑ ζητεί, κατ’ ουσίαν, την απόρριψη της τέταρτης αιτιάσεως. Ακόμη και αν δεν ληφθούν υπόψη οι αριθμοί 51 και 61 στα συγκρουόμενα σήματα, οι ακουστικές διαφορές μεταξύ τους είναι υπαρκτές. Στην Ισπανία, οι ακουστικές διαφορές μεταξύ του «cincuenta y uno» και του «sesenta y uno» είναι ευδιάκριτες. Οι διαφορές είναι ακόμη περισσότερο φανερές, στα αγγλικά, μεταξύ του «fifty one» και του «sixty one», στα γερμανικά, μεταξύ του «einundfünfzig» και του «einundsechzig», και στα δανικά, μεταξύ του «enoghalvtreds» και του «enogtres», όπου η αρχή των λέξεων «50» και «60» προφέρεται με τελείως διαφορετικό τρόπο. Οι ακουστικές διαφορές μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων είναι ακόμη εντονότερες εάν, όπως θεωρεί αναγκαίο το ΓΕΕΑ, ληφθεί υπόψη, στην Ισπανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Αυστρία και στη Δανία, η λέξη «cachaça», η σημασία της οποίας δεν γίνεται αντιληπτή από το οικείο κοινό, καθώς και, στην Ισπανία, η φράση «a nossa alegria», η σημασία της οποίας μπορεί να γίνει κατανοητή από το οικείο κοινό. Στην καλύτερη περίπτωση, η ακουστική ομοιότητα μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων είναι ασθενής έως ελάχιστη στην Ισπανία και ακόμη ασθενέστερη στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Αυστρία και στη Δανία. Στην Πορτογαλία η ακουστική ομοιότητα μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων είναι ασθενής έως ελάχιστη, στον βαθμό που οι ακουστικές διαφορές μεταξύ του «sincuenta y um» και του «sesenta y um» είναι ευδιάκριτες και η φράση «a nossa alegria» είναι επίσης πιθανό να προφέρεται.
88 Το οικείο κοινό θα αναφέρεται προφορικά στα συγκρουόμενα σήματα, προφέροντας, κατά πάσα πιθανότητα, τον συνδυασμό που αποτελείται από εκείνα τα λεκτικά στοιχεία τους που δεν είναι αμελητέα στη συνολική εντύπωση που δημιουργούν. Έτσι, τα προγενέστερα σήματα θα αποκαλούνται «cachaça 51» ή «pirassununga 51», ενώ το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση θα αποκαλείται «61» ή, ενδεχομένως, «61 a nossa alegria».
89 Τα συγκρουόμενα σήματα διαφοροποιούνται ακουστικά από τα λεκτικά στοιχεία τους «a nossa alegria», «cachaça» και «pirassununga». Αντιθέτως, τα εν λόγω σήματα συμπίπτουν εν μέρει στην προφορά του αριθμητικού στοιχείου τους. Είναι σημαντικό κατ’ αρχάς να επισημανθεί ότι σε όλες τις οικείες γλώσσες, οι λέξεις που αντιστοιχούν στους αριθμούς 51 και 61 σχηματίζονται με την προσθήκη μιας μονάδας στους αριθμούς 50 και 60. Τα φωνήματα που εκφράζουν την προσθήκη της εν λόγω μονάδας στις δεκάδες είναι, σε κάθε μία από τις γλώσσες αυτές, χωριστά φωνήματα και προφέρονται με τον ίδιο τρόπο στο 51 και 61. Τα φωνήματα που αντιστοιχούν στο «einund» και στο «enog» είναι τα πρώτα που προφέρονται στα γερμανικά και στα δανικά, στις λέξεις «einundfünfzig» και «einundsechzig» ή «enoghalvtreds» και «enogtres», αντιστοίχως. Ωστόσο, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, τα συγκρουόμενα σήματα διαφοροποιούνται ακουστικά από την προφορά των φωνημάτων που αντιστοιχούν στον αριθμό των δεκάδων, 50 ή 60. Στα πορτογαλικά και στα ισπανικά, οι αντίστοιχες διαφορές στην προφορά που υπάρχουν μεταξύ των φωνημάτων που αντιστοιχούν στο «sincuenta» και στο «sesenta», αφενός, και στο «cincuenta» και «sesenta», αφετέρου, είναι σημαντικές και ευδιάκριτες για το ενδιαφερόμενο κοινό. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ακόμη και τα φωνήματα που αντιστοιχούν στα γράμματα «s», στα πορτογαλικά, ή στα γράμματα «c» και «s» στο μεγαλύτερο μέρος της Ισπανίας, δεν συμπίπτουν με τις επίμαχες λέξεις. Όπως ορθώς επισημαίνει το ΓΕΕΑ, οι ακουστικές διαφορές είναι ακόμη περισσότερο έντονες στα αγγλικά («fifty» και «sixty»), στα γερμανικά («fünfzig» και «sechzig») και στα δανικά («halvtreds» και «tres»), όπου η αρχή των αριθμών 50 και 60 προφέρεται με τελείως διαφορετικό τρόπο.
90 Κατά συνέπεια η ακουστική ομοιότητα που υπάρχει μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων, ακόμα κι αν φαίνεται ασθενής σε σχέση με τη συνολική ακουστική εντύπωση που δημιουργούν, είναι εν πάση περιπτώσει αρκετά σημαντική ώστε να γίνει αντιληπτή από το σύνολο του ενδιαφερόμενου κοινού. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη συμπεραίνοντας, κατ’ ουσίαν, ότι δεν υπήρξε ακουστική ομοιότητα μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων και πρέπει, κατά τούτο, να γίνει δεκτή η τέταρτη αιτίαση της προσφεύγουσας.
– Επί της εννοιολογικής ομοιότητας
91 Όσον αφορά την εννοιολογική ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων, το τμήμα προσφυγών επισήμανε, στη σκέψη 34 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η ομοιότητα αυτή μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να προκύψει μόνον από την αναπαράσταση, σε καθένα από τα εν λόγω σήματα, του διψήφιου αριθμού. Ωστόσο, στον βαθμό που οι αριθμοί αυτοί είναι εντελώς διαφορετικοί, λόγω της απόλυτης εγγενούς αξίας τους, η οποία είναι διαφορετική, καθώς και στον βαθμό που ο αριθμός 61, στο σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, προσδιορίζει ένα βαρέλι, τα συγκρουόμενα σήματα είναι διαφορετικά από εννοιολογικής απόψεως.
92 Με την πέμπτη αιτίαση, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη συμπεραίνοντας ότι δεν υπάρχει εννοιολογική ομοιότητα μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων. Το διακριτικό στοιχείο αυτών των σημάτων είναι ένας διψήφιος αριθμός, που έχει όμοιο το δεύτερο ψηφίο, ο οποίος συνδέεται με το ίδιο είδος προϊόντων, δηλαδή ένα απόσταγμα με βάση το ζαχαροκάλαμο που παράγεται στη Βραζιλία, και με λεκτικά στοιχεία στην ίδια γλώσσα, δηλαδή στα πορτογαλικά. Περαιτέρω, των επίμαχων αριθμών προηγείται ή μπορεί να προηγείται η λέξη «cachaça». Έτσι, από εννοιολογική άποψη, τα συγκρουόμενα σήματα δεν διαφέρουν ουσιωδώς.
93 Το ΓΕΕΑ ζητεί, κατ’ ουσίαν, την απόρριψη της πέμπτης αιτιάσεως. Ισχυρίζεται ότι τα συγκρουόμενα σήματα είναι συνολικώς διαφορετικά σε εννοιολογικό επίπεδο. Στο μέτρο που η αξία στην οποία αναφέρονται οι αριθμοί 51 και 61 είναι άγνωστη, οι αριθμοί αυτοί δύσκολα μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ομοιότητας ή εννοιολογικής διαφοράς μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων. Αντιθέτως, το εικονιστικό στοιχείο του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, δηλαδή το βαρέλι που πλαισιώνεται από δύο φυτά ζαχαροκάλαμου, είναι εννοιολογικά πλούσιο, τούτο δε, κατά μείζονα λόγο, διότι δεν προκύπτει από τον φάκελο ότι υπάρχουν πολλές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν αυτό το είδος γραφιστικών στοιχείων, υπό οποιαδήποτε στυλιζαρισμένη μορφή, στο εμπόριο των οινοπνευματωδών ποτών. Το εικονιστικό στοιχείο του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση συμβάλλει επομένως στη διάκριση των συγκρουομένων σημάτων σε εννοιολογικό επίπεδο. Η φράση «a nossa alegria» προσθέτει ένα στοιχείο εννοιολογικής διαφοροποίησης μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων, κυρίως στην Ισπανία. Το εννοιολογικό περιεχόμενο της φράσης αυτής είναι πιθανό να εντυπωθεί στη μνήμη, τούτο δε, κατά μείζονα λόγο, διότι πρόκειται για το μόνο στοιχείο του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση που διαθέτει σαφές εννοιολογικό περιεχόμενο. Στην Πορτογαλία, η φράση «a nossa alegria» και οι λέξεις «cachaça» και «pirassununga» εισάγουν πρόσθετα στοιχεία εννοιολογικής διαφοροποίησης.
94 Στη συνολική εννοιολογική εντύπωση που δημιουργεί το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, το πλέον διακριτικό στοιχείο είναι το στοιχείο «61», λόγω του αυθαίρετου χαρακτήρα του σε σχέση με το είδος των επίμαχων προϊόντων. Τα διακοσμητικά εικονιστικά στοιχεία που αντιστοιχούν στο βαρέλι και στα δύο φυτά ζαχαροκάλαμου, καθώς και η φράση «a nossa alegria», έχουν ασθενή μόνο διακριτικό χαρακτήρα σε εννοιολογικό επίπεδο εφόσον υποδεικνύουν έντονα το είδος των οικείων προϊόντων, τον τόπο καταγωγής τους (δηλαδή χώρα στην οποία ομιλούνται τα πορτογαλικά) ή ορισμένα χαρακτηριστικά ή ιδιότητες τους και οι μόνες παραστάσεις που δημιουργούν επομένως στο οικείο κοινό είναι παραστάσεις για το είδος των προϊόντων, τον τόπο καταγωγής, τα χαρακτηριστικά ή τις ιδιότητες τους και τα πλέον διακριτικά στοιχεία του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση. Στα προγενέστερα σήματα, το στοιχείο «51» αποτελεί το πλέον διακριτικό στοιχείο λόγω του αυθαίρετου χαρακτήρα του σε σχέση με το είδος των οικείων προϊόντων (βλ. σκέψεις 60 και 67 ανωτέρω). Το διακοσμητικό εικονιστικό στοιχείο που αποτελείται από μία πλατειά ζώνη που διασχίζει το σημείο από τη μία πλευρά έως την άλλη στα προγενέστερα εικονιστικά σήματα υπογραμμίζει, σε εννοιολογικό επίπεδο, τη σχέση του αριθμού 51 με το είδος των προϊόντων που προσδιορίζουν τα εν λόγω σήματα. Αποτελεί επομένως δευτερεύον στοιχείο στη συνολική εννοιολογική εντύπωση που δημιουργούν. Τα στοιχεία «cachaça» ή «pirassununga» στα προγενέστερα πορτογαλικά σήματα έχουν ασθενή μόνο διακριτικό χαρακτήρα σε εννοιολογικό επίπεδο, εφόσον υποδεικνύουν έντονα το είδος των οικείων προϊόντων ή τον τόπο παραγωγής τους και δημιουργούν, επομένως, στην αντίληψη του οικείου κοινού, μόνο συσχετίσεις που αφορούν το είδος των προϊόντων ή τον τόπο καταγωγής τους και τα πλέον διακριτικά στοιχεία των οικείων σημάτων. Αντιθέτως και αν υποτεθεί, όπως εκτίμησε το τμήμα προσφυγών στη σκέψη 26 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η λέξη «cachaça» γίνεται πράγματι αντιληπτή ως επινοημένη από το μεγαλύτερο μέρος του οικείου κοινού στην Ισπανία, στη Δανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Αυστρία, γεγονός που αμφισβητεί η προσφεύγουσα (σκέψη 72 ανωτέρω), το στοιχείο «cachaça» μπορεί να θεωρηθεί, μαζί με το στοιχείο «51», ως ένα από τα πλέον διακριτικά στοιχεία των προγενέστερων εικονιστικών σημάτων της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και της Δανίας.
95 Τα συγκρουόμενα σήματα διαφοροποιούνται εννοιολογικώς από τα λεκτικά στοιχεία τους «a nossa alegria», «cachaça» και «pirassununga» και, ενδεχομένως, από τα διακοσμητικά εικονιστικά στοιχεία τους. Αντιθέτως, τα εν λόγω σήματα συμπίπτουν εν μέρει ως προς τα αριθμητικά στοιχεία τους «51» και «61». Είναι σχεδόν βέβαιο ότι, στο οικείο κοινό, τα στοιχεία αυτά γίνονται αμέσως αντιληπτά ως αριθμοί, που παρέχουν τη δυνατότητα εκτιμήσεως και συγκρίσεως ποσοτήτων ή σχέσεως μεγεθών ή ακόμη αριθμητικής κατατάξεως των στοιχείων. Για τους λόγους που παρατίθενται στη σκέψη 60 ανωτέρω, δεν μπορεί ωστόσο να θεωρηθεί, υπό τις προκείμενες περιστάσεις, ότι οι εν λόγω αριθμοί γίνονται αμέσως αντιληπτοί από το οικείο κοινό ως αναφερόμενοι σε ορισμένα σαφώς καθορισμένα χαρακτηριστικά του είδους των προϊόντων που προσδιορίζουν τα συγκρουόμενα σήματα, όπως η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα κατ’ όγκο, ο όγκος ή ο απαραίτητος χρόνος παλαίωσης. Κατά συνέπεια, το οικείο κοινό θα αντιληφθεί τους αριθμούς αυτούς ως αυτοτελείς έννοιες, χωρίς να είναι σε θέση να τους προσδώσει μία συγκεκριμένη, σαφή και καθορισμένη σημασία σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα, όπως άλλωστε δέχθηκε και το ΓΕΕΑ (βλ. σκέψεις 60 και 93 ανωτέρω).
96 Ως αριθμοί, τα στοιχεία «51» και «61» παρουσιάζουν ορισμένες ομοιότητες σε εννοιολογικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, είναι και οι δύο φυσικοί αριθμοί, μονοί, διψήφιοι, και έχουν όμοιο το δεύτερο ψηφίο τους, δηλαδή τον αριθμό 1. Αντιθέτως, οι εν λόγω αριθμοί διαφοροποιούνται μεταξύ τους από τον αριθμό των δεκάδων, δηλαδή το 50 στα προγενέστερα σήματα και το 60 στο σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση. Εν πάση περιπτώσει, η εννοιολογική διαφορά μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων που δημιουργείται από τη διαφορά του ψηφίου που δηλώνει τις δεκάδες μετριάζεται από το γεγονός ότι, στην αύξουσα σειρά των δεκάδων, ο αριθμός 50, που αντιστοιχεί σε «5» δεκάδες, είναι ο αμέσως κατώτερος του αριθμού 60, που αντιστοιχεί σε «6» δεκάδες, και ότι, ως εκ τούτου, η αξία του «50» γίνεται αντιληπτή ως σχετικώς παραπλήσια της αξίας του «60».
97 Μεταξύ των προγενέστερων εικονιστικών σημάτων της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και της Δανίας, αφενός, και του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, αφετέρου, ο βαθμός της εννοιολογικής ομοιότητας που απορρέει από τα στοιχεία «51» και «61» μπορεί ωστόσο να μετριαστεί λίγο εάν, όπως υποστηρίζει το ΓΕΕΑ, το στοιχείο «cachaça» γίνεται πράγματι αντιληπτό από το μεγαλύτερο μέρος του οικείου κοινού στην Ισπανία, στη Δανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Αυστρία ως επινοημένο και εάν, ως εκ τούτου, αποτελεί, μαζί με τον αριθμό 51, ένα από τα πλέον διακριτικά στοιχεία στα προγενέστερα εικονιστικά σήματα της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και της Δανίας.
98 Κατόπιν των προεκτεθέντων, υφίσταται ένας βαθμός εννοιολογικής ομοιότητας που μπορεί να χαρακτηρισθεί συνολικώς ως μετρίου μεγέθους όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των προγενέστερων πορτογαλικών σημάτων και του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση και, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, μετρίου έως ασθενούς μεγέθους όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των προγενέστερων εικονιστικών σημάτων της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και της Δανίας, αφενός, και του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, αφετέρου. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη συμπεραίνοντας, κατ’ ουσίαν, ότι δεν υπήρχε εννοιολογική ομοιότητα μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων και πρέπει να γίνει δεκτή, κατά τούτο, η πέμπτη αιτίαση της προσφεύγουσας.
Επί του κινδύνου συγχύσεως
99 Η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως γίνεται με δεδομένο ότι υπάρχει αμφίδρομη σχέση μεταξύ των συνεκτιμωμένων παραγόντων και, ιδίως, μεταξύ της ομοιότητας των σημάτων και της ομοιότητας των προσδιοριζομένων προϊόντων ή υπηρεσιών (βλ. σκέψη 29 ανωτέρω). Ειδικότερα, τυχόν μικρή ομοιότητα μεταξύ των προσδιοριζομένων προϊόντων ή υπηρεσιών μπορεί να αντισταθμίζεται από την έντονη ομοιότητα μεταξύ των σημάτων και αντιστρόφως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑39/97, Canon, Συλλογή 1998, σ. I‑5507, σκέψη 17, και της 22ας Ιουνίου 1999, C‑342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer, Συλλογή 1999, σ. I‑3819, σκέψη 19· απόφαση του Πρωτοδικείου VENADO με πλαίσιο κ.λπ., σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 74).
100 Στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως, πρέπει, επίσης, να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο μέσος καταναλωτής της οικείας κατηγορίας προϊόντων σπανίως έχει τη δυνατότητα να συγκρίνει απευθείας τα διάφορα σήματα, αλλά επαφίεται στην ατελή εικόνα τους που συγκρατεί στη μνήμη του (απόφαση Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 26).
101 Κατά την εν λόγω σφαιρική εκτίμηση, η οπτική, η ακουστική και η εννοιολογική πτυχή των επίμαχων σημείων δεν έχουν πάντοτε την ίδια βαρύτητα και πρέπει να εξετάζονται οι αντικειμενικές συνθήκες υπό τις οποίες τα σήματα μπορούν να εμφανίζονται στην αγορά. [βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 3ης Ιουλίου 2003, T‑129/01, Alejandro κατά ΓΕΕΑ – Anheuser-Busch (BUDMEN), Συλλογή 2003, σ. II‑2251, σκέψη 57, και της 6ης Οκτωβρίου 2004, T‑117/03 έως T‑119/03 και T‑171/03, New Look κατά ΓΕΕΑ – Naulover (NLSPORT, NLJEANS, NLACTIVE και NLCollection), Συλλογή 2004, σ. II‑3471, σκέψη 49].
102 Ειδικότερα, ο βαθμός φωνητικής ομοιότητας μεταξύ δύο σημάτων έχει μικρή σημασία στην περίπτωση προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο κατά τέτοιο τρόπο ώστε, συνήθως, το οικείο κοινό, κατά την αγορά, να αντιλαμβάνεται οπτικά το σήμα που τα προσδιορίζει [αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Οκτωβρίου 2003, T‑292/01, Phillips-Van Heusen κατά ΓΕΕΑ – Pash Textilvertrieb und Einzelhandel (BASS), Συλλογή 2003, σ. II‑4335, σκέψη 55, και της 28ης Ιουνίου 2005, T‑301/03, Canali Ireland κατά ΓΕΕΑ – Canal Jean (CANAL JEAN CO. NEW YORK), Συλλογή 2005, σ. II‑2479, σκέψη 55].
103 Το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων, στο οποίο κατέληξε το τμήμα προσφυγών με την προσβαλλόμενη απόφαση, στηρίχθηκε στο γεγονός ότι αυτά ήταν συνολικώς διαφορετικά σε οπτικό, ακουστικό και εννοιολογικό επίπεδο.
104 Όμως, όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 84, 90 και 98 ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει σφάλματα όσον αφορά τη μη ύπαρξη ομοιοτήτων μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων σε οπτικό, ακουστικό και εννοιολογικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, τα συγκρουόμενα σήματα θα δημιουργήσουν στην αντίληψη των ενδιαφερόμενων καταναλωτών μία ελαφρώς όμοια οπτική και ακουστική εντύπωση και μία μετρίως ή ελαφρώς όμοια εντύπωση σε εννοιολογικό επίπεδο.
105 Με την έκτη αιτίαση, η προσφεύγουσα παρατηρεί, κατ’ ουσίαν, ότι οι εν λόγω πλάνες στις οποίες υπέπεσε το τμήμα προσφυγών είχαν επίπτωση στην προσβαλλόμενη απόφαση στον βαθμό που το οδήγησαν στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως στην αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού. Οι ενήλικες νεαρής και μέσης ηλικίας που καταναλώνουν συνήθως κοκτέιλ σε μπαρ, εστιατόρια ή κατ’ οίκον θα συγκρατήσουν στη μνήμη τους την ακουστική ομοιότητα των στοιχείων «61» και «51», των οποίων προηγείται η λέξη «cachaça», ενώ το εικονιστικό στοιχείο του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν θα υπάρχει στην ατελή εικόνα των σημάτων που συγκρατούν στη μνήμη τους. Ακόμη και αν το οικείο κοινό ήταν σε θέση να διακρίνει τα συγκρουόμενα σήματα, η ομοιότητα μεταξύ τους, σε ακουστικό, οπτικό και εννοιολογικό επίπεδο, θα του δημιουργούσε ίσως την πεποίθηση ότι τα προσδιοριζόμενα από τα εν λόγω σήματα προϊόντα προέρχονται από την ίδια επιχείρηση.
106 Μολονότι, όπως επισημαίνει το ΓΕΕΑ, έχει ορισμένες φορές δοθεί προέχουσα θέση στην ακουστική αντίληψη των σημάτων όσον αφορά ποτά [απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Ιανουαρίου 2003, T‑99/01, Mystery Drinks κατά ΓΕΕΑ – Karlsberg Brauerei (MYSTERY), Συλλογή 2003, σ. II‑43, σκέψη 48], τούτο δεν μπορεί να εφαρμοσθεί εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 40 ανωτέρω, τα επίμαχα προϊόντα αποτελούν συνήθως το αντικείμενο ευρύτερης διανομής και δεν πωλούνται μόνο σε εξειδικευμένα καταστήματα, αλλά και στα μεγάλα εμπορικά κέντρα. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα προβάλλει, και το ΓΕΕΑ δεν το αμφισβητεί, ότι, όταν τα οινοπνευματώδη ποτά ή λικέρ με βάση το ζαχαροκάλαμο που προσδιορίζονται από τα συγκρουόμενα σήματα καταναλώνονται σε μπαρ ή εστιατόρια, καταναλώνονται συνήθως αναμεμειγμένα σε κοκτέιλ, όπως η caipirinha. Κατά συνέπεια τα ποτά αυτά συνήθως παραγγέλλονται προφορικά με το όνομα των κοκτέιλ και όχι με το δικό τους όνομα.
107 Υπό τις προκείμενες περιστάσεις, πρέπει επομένως να δοθεί μία δευτερεύουσα μόνο βαρύτητα στην ακουστική αντίληψη των συγκρουομένων σημάτων όσον αφορά τη συνολική εντύπωση που δημιουργούν. Αντιθέτως, η οπτική και εννοιολογική αντίληψη κυριαρχούν στη συνολική εντύπωση.
108 Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα συγκρουόμενα σήματα βασίζονται, σε οπτικό και εννοιολογικό επίπεδο, στον συνδυασμό οινοπνευματωδών ποτών ή λικέρ με βάση το ζαχαροκάλαμο και, ειδικότερα, στην περίπτωση των προγενέστερων πορτογαλικών σημάτων, της cachaça, με έναν συγκεκριμένο αριθμό, το 51 στα προγενέστερα σήματα και το 61 στο σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, ο οποίος δεν θυμίζει ή δεν θυμίζει άμεσα, στο οικείο κοινό, ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του είδους των οικείων προϊόντων. Ο αριθμός αυτός είναι, πανομοιότυπα στα συγκρουόμενα σήματα, ένας μονός άρτιος διψήφιος φυσικός αριθμός, του οποίου το δεύτερο ψηφίο, δηλαδή το ψηφίο των μονάδων είναι το ψηφίο 1. Εξάλλου, οι οπτικές και εννοιολογικές διαφορές μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων που δημιουργούνται από τις γραφιστικές διαφορές και τη διαφορά αξίας που υφίσταται μεταξύ των αριθμών 50 και 60 εξασθενούν λόγω του ότι, αφενός, η γραφιστική αναπαράσταση του ψηφίου 5 είναι παραπλήσια τόσο σε αυτήν του ψηφίου 6 όσο και σε αυτήν των άλλων ψηφίων, και αντιστρόφως, και λόγω του ότι, αφετέρου, στην αύξουσα σειρά των δεκάδων, ο αριθμός 50 είναι ο αμέσως προηγούμενος του αριθμού 60, οπότε η αξία που προσδίδει στους αριθμούς αυτούς το ενδιαφερόμενο κοινό που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικό και ενημερωμένο θα είναι σχετικά παραπλήσια.
109 Περαιτέρω, τα προγενέστερα σήματα και το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση έχουν ή, όσον αφορά ειδικώς το προγενέστερο πορτογαλικό λεκτικό σήμα, μπορεί να έχουν όμοια, σε οπτικό επίπεδο, την απεικόνιση των αριθμών τους σε μεγάλο μέγεθος, σε κεντρική θέση στο σημείο, με απλούς χαρακτήρες λευκού χρώματος σε σκούρο φόντο.
110 Όσον αφορά τα εικονιστικά στοιχεία των συγκρουόμενων εικονιστικών σημάτων, τα στοιχεία αυτά δεν έχουν συγκεκριμένο εννοιολογικό περιεχόμενο και, σε οπτικό επίπεδο, εμφανίζονται, όπως και τα λεκτικά στοιχεία «cachaça», «pirassununga» ή «a nossa alegria» για τους Πορτογάλους καταναλωτές, ως στοιχεία που αποσκοπούν στην ενίσχυση της εντύπωσης του αριθμητικού στοιχείου, δηλαδή του αριθμού 51 ή του αριθμού 61, σε σχέση με το είδος των επίμαχων προϊόντων, δηλαδή των οινοπνευματωδών ποτών ή των λικέρ με βάση το ζαχαροκάλαμο που παράγεται σε χώρα στην οποία ομιλούνται τα πορτογαλικά, εν προκειμένω στην Βραζιλία. Εξάλλου, τα συγκρουόμενα εικονιστικά σήματα συμπίπτουν όσον αφορά ορισμένα από τα εικονιστικά στοιχεία τους, ειδικότερα το στρογγυλό ή ελλειπτικό τμήμα τους, που αντιστοιχεί στο περίγραμμα του βαρελιού, επί του οποίου έχουν τοποθετηθεί ο αριθμός 51 ή ο αριθμός 61 των προγενέστερων εικονιστικών σημάτων ή του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση. Επομένως, τα εικονιστικά αυτά στοιχεία, όπως και τα λεκτικά στοιχεία για το κοινό της Πορτογαλίας, δεν έχουν, αφ’ εαυτών, επαρκή διακριτική ισχύ για να διακρίνουν τα προγενέστερα εικονιστικά σήματα από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και να αποτρέψουν τον κίνδυνο συγχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
111 Τέλος, οι ακουστικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων, όσο σημαντικές και αν είναι, παρουσιάζονται, εν προκειμένω, σχετικά δευτερεύουσες, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 106 και 107 ανωτέρω.
112 Ακόμη και αν το οικείο κοινό ήταν σε θέση να αντιληφθεί ορισμένες διαφορές μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων, ο κίνδυνος δημιουργίας συσχετισμού μεταξύ τους είναι υπαρκτός, κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, και λαμβανομένου υπόψη ότι τα προϊόντα που προσδιορίζουν τα εν λόγω σήματα είναι πανομοιότυπα. Τελικώς, οι διαφορές αυτές δεν μπορούν, εν προκειμένω, να αποτρέψουν επαρκώς τον κίνδυνο να σχηματίσει την πεποίθηση το κοινό ή, τουλάχιστον, ο μέσος Πορτογάλος καταναλωτής οινοπνευματωδών ποτών που επιδεικνύει μεσαίου βαθμού προσοχή, στηριζόμενο στην ατελή εικόνα συνόλου των εν λόγω σημάτων που συγκράτησε στη μνήμη του, ότι τα προϊόντα που προσδιορίζουν τα σήματα αυτά προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από επιχειρήσεις που συνδέονται οικονομικά.
113 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη συμπεραίνοντας ότι δεν υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως, υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων και πρέπει να γίνει δεκτή, κατά τούτο, η έκτη αιτίαση της προσφεύγουσας.
114 Ως εκ τούτου, και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί το βάσιμο της έβδομης αιτιάσεως, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία για τη φήμη του προγενέστερου λεκτικού και εικονιστικού σήματος CACHAÇA 51 και Cachaça 51 στην Πορτογαλία ή, έστω, τον αυξημένο συνολικά διακριτικό χαρακτήρα τους στη χώρα αυτή, πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 και, κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
115 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι το ΓΕΕΑ ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της προσφεύγουσας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) της 4ης Ιουλίου 2008 (υπόθεση R 1687/2007-1).
2) Καταδικάζει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
Pelikánová
Jürimäe
Soldevila Fragoso
(υπογραφές)
Πίνακας περιεχομένων
Ιστορικό της διαφοράς
Αιτήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού των εγγράφων που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
Επί της ουσίας
1. Επί του δευτέρου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94
2. Επί του πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί του οικείου κοινού
Επί της ομοιότητας των προϊόντων
Επί της ομοιότητας των σημείων
– Όσον αφορά τα διακριτικά και προέχοντα στοιχεία
– Επί της οπτικής ομοιότητας
– Επί της ακουστικής ομοιότητας
– Επί της εννοιολογικής ομοιότητας
Επί του κινδύνου συγχύσεως
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top