Avis juridique important
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 30ης Απριλίου 2003. - Villiger Söhne GmbH κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. - Προσφυγή ακυρώσεως - .ρθρα 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2002/10/ΕΚ - Διάρθρωση και συντελεστές του ειδικού φόρου καταναλώσεως που επιβάλλεται στα βιομηχανοποιημένα καπνά - Προδήλως απαράδεκτο. - Υπόθεση T-154/02.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα II-01921
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
1. Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά - Οδηγία 2002/10 για την τροποποίηση των οδηγιών 92/79, 92/80 και 95/59 όσον αφορά τη διάρθρωση και τους συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα βιομηχανοποιημένα καπνά - Τροποποίηση του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος - Προσφυγή εταιρίας παρασκευής και εμπορίας προϊόντων που επηρεάζονται από την εν λόγω τροποποίηση - Απαράδεκτο
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ· οδηγία 2002/10 του Συμβουλίου, άρθρο 3, § 1, και 4 § 2, πρώτη περίπτωση)
2. Ευρωπαϊκές Κοινότητες - Δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων - Πράξεις γενικού περιεχομένου - Ανάγκη προβολής ενστάσεως απαραδέκτου ή υποβολής προδικαστικού ερωτήματος εκ μέρους των φυσικών ή νομικών προσώπων για την εκτίμηση του κύρους των εν λόγω πράξεων - Άσκηση προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή σε περίπτωση μη αποτελεσματικής αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως - Δεν επιτρέπεται
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ, 234 ΕΚ και 241 ΕΚ)
Περίληψη1. Για να μπορούν φυσικά ή νομικά πρόσωπα να ισχυριστούν ότι μια πράξη τα αφορά ατομικά, πρέπει να θίγονται λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη αποφάσεως.
Αφενός το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10, για την τροποποίηση των οδηγιών 92/79, 92/80 και 95/59 όσον αφορά τη διάρθρωση και τους συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα βιομηχανοποιημένα καπνά, το οποίο τροποποιεί τον προβλεπόμενο στο άρθρο 3 της οδηγίας 95/59 ορισμό για τα πούρα και τα σιγαρίλος, και αφετέρου το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2002/10, που έχει ως αντικείμενο παρέκκλιση υπέρ της Γερμανίας όσον αφορά την προθεσμία για τη μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 1, στην εσωτερική έννομη τάξη, δεν αφορούν ατομικά εταιρία που παρασκευάζει και εμπορεύεται σε κράτη μέλη, μεταξύ άλλων στη Γερμανία, και σε τρίτες χώρες, προϊόντα που, για τον καθορισμό του συντελεστή του επιβαλλόμενου ειδικού φόρου καταναλώσεως, στο παρελθόν θεωρούνταν ως πούρα ή σιγαρίλος σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό του άρθρου 3 της οδηγίας 95/59 και που στο εξής, κατ' εφαρμογή της νέας τροποποιητικής οδηγίας 2002/10, θα πρέπει να θεωρούνται ως τσιγάρα η πώληση των οποίων υπόκειται σε ελάχιστο ειδικό φόρο καταναλώσεως που είναι σαφώς ανώτερος από αυτόν που επιβάλλεται στα πούρα και στα σιγαρίλος.
Συγκεκριμένα, οι εν λόγω διατάξεις της οδηγίας 2002/10 αφορούν την προσφεύγουσα εταιρία μόνον ως προς την αντικειμενική ιδιότητά της ως επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται στον τομέα της παρασκευής των επίμαχων προϊόντων, όπως ακριβώς και κάθε άλλη επιχείρηση ευρισκόμενη στην ίδια κατάσταση. Η απορρέουσα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 τροποποίηση του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος δεν θα επηρεάσει αποκλειστικά τους παρασκευαστές των επίμαχων προϊόντων αλλά και το σύνολο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην εμπορία των προϊόντων αυτών καθώς και αυτούς που τα καταναλώνουν. Το γεγονός και μόνον ότι, για τη θέσπιση μιας πράξεως γενικού περιεχομένου, ο κοινοτικός νομοθέτης λαμβάνει υπόψη το ότι η πράξη αυτή ενδέχεται να έχει σημαντικότερες οικονομικές επιπτώσεις για ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων δεν αρκεί για να εξατομικευθούν οι επιχειρήσεις αυτές σε σχέση με άλλες, εφόσον έχει αποδειχθεί ότι η πράξη αυτή τις αφορά λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στην εν λόγω αγορά.
( βλ. σκέψεις 43-47, 51, 54 )
2. Το γεγονός ότι μια αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να εκτιμηθεί το κύρος μιας κοινοτικής πράξεως γενικού περιεχομένου κατ' εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, δεν είναι αποτελεσματική, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τροποποίηση, διά της δικαστικής οδού, του συστήματος των μέσων ένδικης προστασίας και των διαδικασιών που θεσπίζουν τα άρθρα 230 ΕΚ, 234 ΕΚ και 241 ΕΚ προκειμένου να αναθέσει στον κοινοτικό δικαστή τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων. Ένα τέτοιο γεγονός δεν επιτρέπει σε καμία περίπτωση να κριθεί παραδεκτή προσφυγή ακυρώσεως ασκούμενη από φυσικό ή νομιμό πρόσωπο που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
( βλ. σκέψη 61 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση T-154/02,
Villiger Söhne GmbH, με έδρα το Waldshut-Tiengen (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον B. Wägenbaur, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από τον F. Gijón και την Μ. Simm,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 92/79/ΕΟΚ, της οδηγίας 92/80/ΕΟΚ και της οδηγίας 95/59/ΕΚ όσον αφορά τη διάρθρωση και τους συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα βιομηχανοποιημένα καπνά (ΕΕ L 46, σ. 26), και, επικουρικώς, του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας αυτής,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, J. Azizi και Μ. Jaeger, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςΝομικό πλαίσιο
1 Η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με τον ειδικό φόρο καταναλώσεως για τα βιομηχανοποιημένα καπνά στηρίζεται κυρίως σε τρεις οδηγίες, ήτοι στην οδηγία 92/79/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την προσέγγιση των φόρων στα τσιγάρα (ΕΕ L 316, σ. 8), στην οδηγία 92/80/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την προσέγγιση των φόρων στα βιομηχανοποιημένα καπνά εκτός των τσιγάρων (ΕΕ L 316, σ. 10), και στην οδηγία 95/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1995, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών (ΕΕ L 291, σ. 40).
2 Για τον καθορισμό του συντελεστή του εφαρμοστέου ειδικού φόρου καταναλώσεως, η οδηγία 95/59 περιέχει συγκεκριμένους ορισμούς για τα διάφορα είδη βιομηχανοποιημένων καπνών, ήτοι για τα τσιγάρα, τα πούρα ή τα σιγαρίλος και τον καπνό που προορίζεται για κάπνισμα. Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«Θεωρούνται πούρα ή σιγαρίλος, αν είναι δυνατό να καπνίζονται ως έχουν:
1) οι κύλινδροι καπνού που αποτελούνται από φυσικό καπνό·
2) οι κύνλινδροι καπνού που είναι εφοδιασμένοι με εξωτερικό περιτύλιγμα από φυσικό καπνό·
3) οι κύλινδροι καπνού που φέρουν εξωτερικό περίβλημα στο κανονικό χρώμα των πούρων και ένα υποπερίβλημα, και τα δύο αποτελούμενα από ανακατεργασμένο καπνό, όταν τουλάχιστον το 60 % του βάρους των μορίων καπνού έχουν πλάτος και μήκος μεγαλύτερο των 1,75 χιλιοστόμετρων και όταν το περίβλημα έχει τοποθετηθεί ελικοειδώς με μια ελάχιστη οξεία γωνία 30 μοιρών εν σχέσει με τον κατά μήκος του πούρου άξονα·
4) οι κύλινδροι καπνού που φέρουν εξωτερικό περίβλημα στο κανονικό χρώμα των πούρων από ανακατεργασμένο καπνό, όταν η κατά μονάδα μάζα τους χωρίς φίλτρο ή απόληξη είναι ίση ή μεγαλύτερη των 2,3 γραμμαρίων και αν το 60 % τουλάχιστον του βάρους των μορίων καπνού έχουν πλάτος και μήκος μεγαλύτερο των 1,75 χιλιοστόμετρων και η περίμετρός τους επί τους ενός τρίτου τουλάχιστον του μήκους τους είναι ίση ή μεγαλύτερη των 34 χιλιοστόμετρων.»
3 Στις 12 Φεβρουαρίου 2002, το Συμβούλιο εξέδωσε την οδηγία 2002/10/ΕΚ για την τροποποίηση των οδηγιών 92/79, 92/80 και 95/59 όσον αφορά τη διάρθρωση και τους συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα βιομηχανοποιημένα καπνά (ΕΕ L 46, σ. 26). Βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 3 της οδηγίας 95/59, που περιέχουν τον ορισμό για τα πούρα και τα σιγαρίλος, αντικαταστάθηκαν από το ακόλουθο κείμενο:
«3) κύλινδροι καπνού με κοπανισμένο μείγμα καπνού και με εξωτερικό περιτύλιγμα στο σύνηθες χρώμα του πούρου που καλύπτει πλήρως το προϊόν και όπου χρειάζεται και το φίλτρο, εκτός από το ακροστόμιο καλαμάκι και το συνδετικό όσον αφορά τα πούρα με ακροστόμιο καλαμάκι, και τα δύο από ανασυσταθέντα καπνό, όπου το βάρος της μονάδας, μη περιλαμβανομένου του φίλτρου ή του τμήματος που εισέρχεται στο στόμα, δεν είναι μικρότερο από 1,2 gr και όπου το περιτύλιγμα προσαρμόζεται σε σπειροειδές σχήμα με οξεία γωνία τουλάχιστον 30 βαθμών στον άξονα κατά μήκος του πούρου·
4) κύλινδροι καπνού με κοπανισμένο μείγμα καπνού και με εξωτερικό περιτύλιγμα στο σύνηθες χρώμα του πούρου, από ανασυσταθέντα καπνό, που καλύπτει πλήρως το προϊόν και όπου χρειάζεται και το φίλτρο, εκτός από το ακροστόμιο καλαμάκι όσον αφορά τα πούρα με ακροστόμιο καλαμάκι, όπου το βάρος της μονάδας, μη περιλαμβανομένου του φίλτρου ή του τμήματος που εισέρχεται στο στόμα, δεν είναι μικρότερο από 2,3 γραμμάρια και όπου η περίμετρος σε πάνω από το ένα τρίτο τουλάχιστον του μήκους δεν είναι μικρότερη από 34 χιλιοστόμετρα».
4 Από την τροποποίηση αυτή προκύπτει ότι ορισμένα προϊόντα (στο εξής: επίμαχα προϊόντα) που, ως προς τον καθορισμό του συντελεστή του εφαρμοστέου ειδικού φόρου καταναλώσεως, θεωρούνταν στο παρελθόν ως πούρα ή σιγαρίλος, σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό του άρθρου 3 της οδηγίας 95/59, θα πρέπει, κατ' εφαρμογή της οδηγίας 2002/10, να θεωρούνται στο εξής ως τσιγάρα η πώληση των οποίων υπόκειται σε ελάχιστο ειδικό φόρο καταναλώσεως που είναι σαφώς ανώτερος από τον επιβαλλόμενο στα πούρα και τα σιγαρίλος.
5 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεταφέρουν την οδηγία αυτή στην εσωτερική έννομη τάξη (περιλαμβανομένης της τροποποιήσεως του ορισμού του άρθρου της 3, παράγραφος 1, για τα πούρα και τα σιγαρίλος) το αργότερο μέχρι την 1η Ιουλίου 2002. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας αυτής προβλέπει, εντούτοις, παρέκκλιση από την υποχρέωση αυτή υπέρ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στην οποία επιτρέπεται η μεταφορά της τροποποιήσεως του ορισμού του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τα πούρα και τα σιγαρίλος το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2008. Από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/10 προκύπτει ότι η αναβολή αυτή δικαιολογείται από τις «οικονομικές δυσκολίες που ενδέχεται να δημιουργήσει στους γερμανούς ενδιαφερόμενους φορείς η άμεση εφαρμογή του».
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
6 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 9 Μα_ου 2002, η προσφεύγουσα, γερμανική εταιρία που παρασκευάζει και εμπορεύεται επίμαχα προϊόντα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και σε άλλα κράτη μέλη καθώς και σε τρίτες χώρες, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
7 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 25 Ιουλίου 2002, το καθού προέβαλε ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Η προσφεύγουσα κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως αυτής στις 10 Σεπτεμβρίου 2002.
8 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Αυγούστου 2002, η Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία υπέρ του καθού. Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 20 Σεπτεμβρίου 2002, οι Cigar Coalition Europe eV και η Badische Tabakmanufaktur Roth-Händle GmbH ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα διαδικασία υπέρ της προσφεύγουσας.
9 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να ακυρώσει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10·
- επικουρικώς, να ακυρώσει το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2002/10, καθόσον η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή μόνο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και όχι στα λοιπά κράτη μέλη και προβλέπει, όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τη μεταφορά της επίδικης οδηγίας στο εσωτερικό της δίκαιο το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2008·
- να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδα.
10 Το καθού ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί του παραδεκτού
11 Κατά το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος το ζητήσει, το Πρωτοδικείο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως.
12 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας ώστε να αποφανθεί επί της αιτήσεως χωρίς να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
13 Το καθού προβάλλει τρεις διαφορετικούς λόγους προκειμένου να αποδείξει ότι η προσφεύγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά και, ως εκ τούτου, η προσφυγή είναι απαράδεκτη. Ισχυρίζεται κυρίως ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για τον λόγο ότι αφορά την ακύρωση οδηγίας. Ακολούθως, φρονεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, στο μέτρο που η απορρέουσα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 τροποποίηση του ορισμού για τα πούρα και τα σιγαρίλος δεν αφορά άμεσα την προσφεύγουσα. Τέλος, θεωρεί ότι το απαράδεκτο της προσφυγής απορρέει από το ότι η τροποποίηση αυτή δεν αφορά την προσφεύγουσα ατομικά.
Επί της νομιμοποιήσεως για την άσκηση προσφυγής περί ακυρώσεως οδηγίας
14 Το καθού ισχυρίζεται ότι η προσφεύγουσα δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωση οδηγίας όπως η επίδικη στην υπό κρίση υπόθεση.
15 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωση διατάξεως οδηγίας.
16 Συγκεκριμένα, τονίζει ότι το γεγονός και μόνον ότι η προσφυγή στρέφεται κατά οδηγίας και όχι κατά αποφάσεως δεν αρκεί για να κριθεί η προσφυγή απαράδεκτη, εφόσον, όπως προκύπτει από τη νομολογία, ο όρος «απόφαση» του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ πρέπει να λαμβάνεται υπόψη υπό την τεχνική και όχι υπό την κυριολεκτική του όρου έννοια (απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 16/62 και 17/62, Confédération nationale des producteurs de fruits et legumes κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 829). Επιπλέον, επισημαίνει ότι το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο έχουν επανειλημμένως διαπιστώσει ότι ένας ιδιώτης μπορεί, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, να ασκήσει προσφυγή περί ακυρώσεως διατάξεως οδηγίας, εφόσον η διάταξη αυτή τον αφορά άμεσα και ατομικά (βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 207, σκέψεις 11 έως 32, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 8ης Απριλίου 1987, 65/87, Pfizer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 1691, διάταξη του Δικαστηρίου της 27ης Απριλίου 1988, 352/87, Farzoo και Kortmann κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 2281, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1988, 160/88, Fédération européenne de la santé animale κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 4121, σκέψεις 25 έως 28, διάταξη του Δικαστηρίου της 7ης Δεκεμβρίου 1988, 138/88, Flourez κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 6393, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 26ης Ιουνίου 1990, C-152/88, Sofrimport κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2477, σκέψεις 11 έως 13, της 16ης Μα_ου 1991, C-358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1991, σ. Ι-2501, σκέψεις 13 έως 18, της 29ης Ιουνίου 1993, C-298/89, Gibraltar κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1993, σ. Ι-3605, και της 18ης Μα_ου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-1853, διάταξη του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1995, C-10/95, Asocarne κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. Ι-4149, του Πρωτοδικείο της 20ής Οκτωβρίου 1994, T-99/94, Asocarne κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-871, απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουνίου 2000, T-172/98, T-175/98 έως T-177/98, Salamander κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-2487, σκέψη 30, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 14ης Ιανουαρίου 2002, T-84/01, Association contre l'heure d'été κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-99, σκέψη 23).
17 Συναφώς, φρονεί ότι η επιχειρηματολογία του καθού στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση, ήτοι στο ότι η παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της οδηγίας 2002/10 στο σύνολό της. Τονίζει ότι, όπως προκύπτει σαφώς από το δικόγραφο της προσφυγής, ζητείται αποκλειστικά η ακύρωση του άρθρου 3, παράγραφος 1, και, επικουρικώς, του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2002/10. Επιπλέον, επισημαίνει ότι από την προπαρατεθείσα στη σκέψη 16 απόφαση Confédération nationale des producteurs de fruits et legumes κ.λπ. κατά Συμβουλίου προκύπτει ότι πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενο καθεμίας από τις διατάξεις της προσβαλλομένης πράξεως και όχι η πράξη στο σύνολό της. Ακολούθως, θεωρεί ότι η εκτίμηση της οδηγίας 2002/10/ΕΚ στο σύνολό της δεν είναι αναγκαία, στο μέτρο που το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, αφενός, και οι λοιπές διατάξεις της, αφετέρου, δεν αποτελούν ένα ενιαίο κανονιστικό σύνολο. Συγκεκριμένα, παρατηρεί ότι ο ορισμός των διαφόρων ειδών βιομηχανοποιημένων καπνών, που τροποποιήθηκε με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10, είναι ανεξάρτητος από τις λοιπές διατάξεις της που αφορούν τον συντελεστή και τη διάρθρωση του ειδικού φόρου καταναλώσεως. Κατά την άποψή της, αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, αρχικώς, οι ορισμοί των διαφόρων ειδών βιομηχανοποιημένων καπνών επαναλαμβάνονταν σε μια ειδική οδηγία, ήτοι στην οδηγία 79/32/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 106). Φρονεί, επίσης, ότι η εκτίμηση των οδηγιών 92/79, 92/80 και 95/59 ως συνόλου δεν είναι δυνατή στο πλαίσιο της οδηγίας 2002/10, δεδομένου ότι, σε αντίθεση προς τις οδηγίες 92/79 και 92/80 που προβλέπουν διαδικασία αναθεωρήσεως της διαρθρώσεως και του συντελεστή του ειδικού φόρου καταναλώσεως σε τακτά χρονικά διαστήματα, η οδηγία 95/59 δεν προβλέπει τέτοια διαδικασία για τους ορισμούς των διαφόρων ειδών βιομηχανοποιημένων καπνών τα οποία αφορά. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η λύση την οποία δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 18ης Ιανουαρίου 1979, 103/78 έως 109/78, Usines de Beaufort κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 13), και στην οποία παραπέμπει το καθού, δεν μπορεί να τύχει εν προκειμένω εφαρμογής, στο μέτρο που το ιστορικό εκείνης της υποθέσεως διαφέρει πολύ από αυτό της υπό κρίση διαφοράς.
18 Τέλος, η προσφεύγουσα απορρίπτει την άποψη του καθού ότι η παρούσα προσφυγή είναι απαράδεκτη, για τον λόγο ότι η προσφεύγουσα έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ζητήσει τον έλεγχο της νομιμότητας της οδηγίας 2002/10, μέσω της διαδικασίας για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ. Συγκεκριμένα, τονίζει ότι η διαδικασία αυτή δεν ισοδυναμεί με την προβλεπόμενη στο άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ άσκηση ευθείας προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, καθόσον πρόκειται για παρεμπίπτουσα διαδικασία στο πλαίσιο εθνικής δίκης. Ακολούθως, επισημαίνει ότι η ενδεχόμενη εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο διαφέρει αισθητά μεταξύ των κρατών μελών και, επιπλέον, συνεπάγεται σημαντική καθυστέρηση. Τέλος, φρονεί ότι ο θεωρητικός χαρακτήρας της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο, καθώς και η αδυναμία ασκήσως ευθείας προσφυγής ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων είναι αντίθετες προς την αρχή της δικαστικής προστασίας και την προβλεπόμενη στο στο άρθρο 6 ΕΕ αρχή του κράτους δικαίου.
Αφορούν οι προσβαλλόμενες διατάξεις άμεσα την προσφεύγουσα;
19 Το καθού ισχυρίζεται ότι δεν την αφορούν άμεσα. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία, για να αφορά έναν ιδιώτη άμεσα ορισμένο κοινοτικό μέτρο απαιτείται, αφενός, να επηρεάζει το αμφισβητούμενο μέτρο άμεσα τη νομική του κατάσταση και, αφετέρου, να μην αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του εν λόγω μέτρου που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, όταν αυτή έχει καθαρά αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την κοινοτική ρύθμιση χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλομένων κανόνων (απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μα_ου 1998, C-404/96 Ρ, Glencore Grain κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-2435, σκέψη 41). Κατά το καθού, καμία από τις προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούται εν προκειμένω.
20 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι δεν την αφορά άμεσα η τροποποίηση του ορισμού του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 για τα πούρα και τα σιγαρίλος.
21 Εκ προοιμίου παρατηρεί ότι, στα δικόγραφά του, το καθού δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 διαφέρει σημαντικά από τις διατάξεις των οδηγιών και των κανονισμών επί των οποίων έχουν αποφανθεί μέχρι σήμερα τα κοινοτικά δικαστήρια. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι, στο μέτρο που η διάταξη αυτή επιφέρει τόσο μεγάλη αύξηση των φόρων που επιβάλλονται στα επίμαχα προϊόντα ώστε δεν είναι πλέον ανταγωνιστικά σε σχέση με τα τσιγάρα και τα σιγαρίλος, έχει στην πράξη ως αποτέλεσμα να παρακωλύει την εμπορία των προϊόντων αυτών. Τονίζει ότι η πρακτική αυτή απαγόρευση ισχύει σε δεκατέσσερα κράτη μέλη της Κοινότητας από 1η Ιουλίου 2002 και θα ισχύει στη Γερμανία από 1η Ιανουαρίου 2008.
22 Ακολούθως, η προσφεύγουσα φρονεί ότι εν προκειμένω πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις που απαιτούνται για να διαπιστωθεί αν μια διάταξη αφορά άμεσα τον ιδιώτη, ήτοι, αφενός, η απουσία εξουσίας εκτιμήσεως εκ μέρους του αποδέκτη του μέτρου ο οποίος ευθύνεται για την εφαρμογή του και, αφετέρου, ο επηρεασμός της νομικής καταστάσεως του προσφεύγοντος (απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μα_ου 1998, C-386/96 P, Dreyfus κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-2309, σκέψη 43).
23 Όσον αφορά την απουσία εξουσίας εκτιμήσεως των αποδκετών του μέτρου, επισημαίνει κατ' αρχάς ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στα κράτη μέλη που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή της. Συγκεκριμένα, τονίζει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 περιέχει σαφή ορισμό των εννοιών «τσιγάρα» και «σιγαρίλος» και ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να επαναλάβουν τον ορισμό αυτό στην εθνική νομοθεσία προκειμένου να συμμορφωθούν με την υποχρέωσή τους να διασφαλίσουν την εφαρμογή της οδηγίας αυτής. Κατά την άποψή της, η απουσία περιθωρίου εκτιμήσεως των κρατών μελών όσον αφορά τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των προβλεπομένων με την οδηγία 2002/10 ορισμών για τα διάφορα είδη βιομηχανοποιημένων καπνών επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 95/59 και από την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2002, C-302/200, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2002, σ. Ι-2055), όλα τα προϊόντα καπνού της ίδιας κατηγορίας πρέπει να φορολογούνται ενιαίως. Τέλος, ισχυρίζεται ότι, λόγω της απουσίας περιθωρίου εκτιμήσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στην ουσία, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 συνιστά στην πραγματικότητα κανονιστική διάταξη θεσπισθείσα υπό τη μορφή οδηγίας. Συναφώς, τονίζει ότι το καθού εσφαλμένα ισχυρίζεται ότι, από τυπικής απόψεως, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 αποτελεί τμήμα της οδηγίας, εφόσον, κατά πάγια νομολογία, η εκτίμηση της νομικής φύσεως μιας πράξεως δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την επίσημη ονομασία της, αλλά πρέπει κατ' αρχάς να λαμβάνεται υπόψη το αντικείμενο και το περιεχόμενό της (προπαρατεθείσα στη σκέψη 16 απόφαση Confédération nationale des producteurs de fruits et legumes κ.λπ. κατά Συμβουλίου).
24 Εξάλλου, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η αρχή που τέθηκε με την απόφαση Salamander κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 16 (σκέψη 54), κατά την οποία οι ιδιώτες δεν μπορούν παραδεκτώς να ασκήσουν προσφυγή για την ακύρωση οδηγιών προτού αυτές μεταφερθούν στο εσωτερικό δίκαιο, καθόσον, πριν από την εν λόγω μεταφορά, οι οδηγίες δεν είναι ικανές να επηρεάσουν άμεσα τους ιδιώτες αυτούς, δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση του παραδεκτού της παρούσας προσφυγής. Συγκεκριμένα, παρατηρεί ότι η εφαρμογή μιας τέτοιας αρχής στην υπό κρίση υπόθεση δεν είναι δυνατή, καθότι, στην ουσία, η προσβαλλόμενη διάταξη είναι κανονιστικής φύσεως. Κατά την άποψή της, η εφαρμογή της αρχής αυτής θα ήταν εξάλλου αντίθετη προς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, κατά την οποία, για τον χαρακτηρισμό μιας πράξεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενό της και όχι η μορφή της. Επιπλέον, επισημαίνει ότι, κατά κανόνα, η προθεσμία για τη μεταφορά μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη δεν λήγει με την πάροδο της προθεσμίας των δύο μηνών που τάσσει το άρθρο 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ (πράγμα που συνέβη εν προκειμένω), οπότε η απουσία πράξεως για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη μπορεί πράγματι να διαπιστωθεί όταν ασκείται προσφυγή για την ακύρωση οδηγίας, πρέπει δε να σημειωθεί ότι, για την πλειονότητα των οδηγιών, η προθεσμία μεταφοράς τους στην εσωτερική έννομη τάξη είναι μεγαλύτερη απ' ό,τι εν προκειμένω. Φρονεί, ως εκ τούτου, ότι η τεθείσα με την προπαρατεθείσα απόφαση Salamander κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου αρχή συνεπάγεται ότι οι προσφυγές ιδιωτών για την ακύρωση οδηγιών ουδέποτε είναι παραδεκτές, πράγμα που είναι αντίθετο προς τη νομολογία. Τέλος, επισημαίνει ότι, σε αντίθεση προς την παρούσα υπόθεση, η ως άνω απόφαση αφορούσε διάταξη που περιεχόταν σε πράξη η οποία, τόσο λόγω της μορφής της όσο και λόγω του περιεχομένου της, αποτελούσε οδηγία.
25 Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με το κατά πόσο επηρεάζεται η νομική της κατάσταση, η προσφεύγουσα παρατηρεί, κατ' αρχάς, ότι, κατά τη νομολογία του Πρωτοδικείου, η νομική κατάσταση των ιδιωτών επηρεάζεται όταν η προσβαλλόμενη πράξη δεν αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στις εθνικές αρχές των κρατών μελών που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της (απόφαση του Πρωτοδικείου, της 17ης Ιανουαρίου 2002, T-47/00, Rica Foods κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-13, σκέψεις 32 έως 37). Ως εκ τούτου, φρονεί ότι, στο μέτρο που, όπως τόνισε ανωτέρω, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στις εθνικές αρχές, επηρεάζεται η νομική της κατάσταση.
26 Περαιτέρω, υπογραμμίζει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προϋπόθεση σχετικά με το κατά πόσο επηρεάζεται η νομική της κατάσταση πρέπει να εξεταστεί ανεξάρτητα από την προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη περιθωρίου εκτιμήσεως των εθνικών αρχών, εν προκειμένω πληρούται η προϋπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 επηρεάζει τη νομική της κατάσταση έναντι των αρμόδιων φορολογικών αρχών, καθόσον η απορρέουσα από αυτό τροποποίηση του ορισμού για τα πούρα και τα σιγαρίλος την υποχρεώνει να καταβάλει, προκειμένου να θέσει στο εμπόριο τα σχετικά προϊόντα που παρασκευάζει, τον ειδικό φόρο καταναλώσεως που επιβάλλεται στα τσιγάρα αντί του φόρου που επιβάλλεται στα πούρα και τα σιγαρίλος, τον οποίο κατέβαλλε προηγουμένως. Επιπλέον, αναφέρει ότι, μεταξύ άλλων, από τα άρθρα 5, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (ΕΕ L 76, σ. 1), καθώς και από τα άρθρα 9 επ. της οδηγίας 95/59 προκύπτει ότι υπόχρεος για την καταβολή του ειδικού φόρου καταναλώσεως για τα βιομηχανοποιημένα καπνά είναι ο παραγωγός. Κατά την άποψή της, το καθεστώς αυτό τροποποιείται με την οδηγία 2002/10, καθότι, όσον αφορά τα επίμαχα προϊόντα, δεν υπόκειται πλέον στο καθεστώς του οφειλέτη του ειδικού φόρου καταναλώσεως που επιβάλλεται στα πούρα και τα σιγαρίλος, αλλά στο καθεστώς του οφειλέτη του ειδικού φόρου καταναλώσεως για τα τσιγάρα. Θεωρεί, εξάλλου, ότι το καθού εσφαλμένα ισχυρίζεται ότι, τελικά, ο καταναλωτής θα πληρώσει τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που ισχύουν για τα επίμαχα προϊόντα, καθότι οι διάφορες οδηγίες που διέπουν τον τομέα των ειδικών φόρων καταναλώσεως για τον καπνό δεν αναφέρονται στη νομική κατάσταση του καταναλωτή.
27 Επιπλέον, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η νομική της κατάσταση επηρεάζεται, καθόσον η τροποποίηση του ορισμού για τα πούρα και τα σιγαρίλος συνεπάγεται πρόσθετη επιβολή φορολογίας εκ μέρους των εθνικών αρχών επί των αποθεμάτων των επίμαχων προϊόντων που είχε ήδη θέσει σε κυκλοφορία. Τονίζει, επίσης, ότι δεν θα μπορέσει να εισπράξει την πρόσθετη αυτή επιβάρυνση από τον καταναλωτή. Τέλος, θεωρεί ότι η νομική της κατάσταση επηρεάζεται στο μέτρο που, λόγω των σημαντικών οικονομικών συνεπειών που συνεπάγεται, η απορρέουσα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 τροποποίηση του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων της περί ιδιοκτησίας. Αναφέρεται ειδικότερα, πρώτον, στο ότι πρέπει να συστήσει αποθέματα για να αντιμετωπίσει την πρόσθετη επιβάρυνση που απορρέει από την τροποποίηση αυτή, δεύτερον, στο ότι η εκ των πραγμάτων παύση των εξαγωγών των επίμαχων προϊόντων προς δεκατέσσερα κράτη μέλη από 1ης Ιουλίου 2002 θα δημιουργήσει σημαντικά πλεονάσματα που θα αυξηθούν περαιτέρω μόλις η τροποποίηση του ορισμού τεθεί σε ισχύ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας την 1η Ιανουαρίου 2008 και, τρίτον, στο ότι οι ερευνητικές και αναπτυξιακές επενδύσεις στις οποίες προέβη σχετικά με τα επίμαχα προϊόντα κατέστησαν άχρηστες.
28 Συναφώς, αντιτάσσεται στο επιχείρημα του καθού ότι η τροποποίηση του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος συνεπάγεται γι' αυτή οικονομική και μόνο ζημία. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι, με το επιχείρημα αυτό το καθού δεν λαμβάνει υπόψη, αφενός, ότι η τροποποίηση του ορισμού αυτού συναπάγεται στην πράξη απαγόρευση πωλήσεως που, όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου, της 13ης Ιουλίου 1989, 5/88, Wachauf (Συλλογή 1989, σ. 2609), δεν συνάδει προς την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και, αφετέρου, ότι η τροποποίηση αυτή επιφέρει την εκ μέρους των φορολογικών αρχών αναδρομική επιβολή φορολογίας. Επίσης, αμφισβητεί τον ισχυρισμό του καθού ότι οι συνέπειες της τροποποιήσεως του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος δεν είχαν ακόμη εκδηλωθεί όταν ασκήθηκε η παρούσα προσφυγή. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι, όταν θεσπίστηκε η τροποποίηση αυτή, ήταν ήδη γνωστό, λόγω της ημερομηνίας που ορίζει η οδηγία 2002/10, ότι οι έννομες συνέπειες της εν λόγω τροποποιήσεως θα παράγονταν μετά από μικρό χρονικό διάστημα, ήτοι την 1η Ιουλίου 2002. Επιπλέον, τονίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, είναι αδιάφορο αν οι έννομες συνέπειες της τροποποιήσεως που απορρέουν από την οδηγία 2002/10 θα έχουν επέλθει κατά την ημερομηνία που έχει οριστεί για τη μεταφορά της στην εσωτερική έννομη τάξη ή αργότερα, εφόσον, εν προκειμένω, έχει αποδειχθεί ότι οι συνέπειες αυτές όντως θα επέλθουν (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση του Πρωτοδικείου, της 30ής Ιουνίου 1993, T-46/90, Devillez κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-699, σκέψεις 13 και 14).
Αφορούν οι προσβαλλόμενες διατάξεις ατομικώς την προσφεύγουσα;
29 Το καθού ισχυρίζεται ότι η οδηγία δεν αφορά ατομικά την προσφεύγουσα, λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας που έχει δοθεί στην έννοια αυτή από πάγια νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του Δικαστηρίου, της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937).
30 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι η απορρέουσα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 τροποποίηση του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος δεν την αφορά ατομικά.
31 Φρονεί, κατ' αρχάς, ότι η διάταξη αυτή την αφορά ατομικά λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας που έχει δοθεί στην έννοια αυτή από πάγια νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα στη σκέψη 29 απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής).
32 Πρώτον, επισημαίνει ότι συγκαταλέγεται μεταξύ των έξι επιχειρήσεων που παρασκευάζουν και εμπορεύονται τα επίμαχα προϊόντα εντός της Κοινότητας και ότι οι γερμανοί παρασκευαστές των επίμαχων προϊόντων κατέχουν συνολικά το 80 % των μεριδίων της εν λόγω αγοράς (εκ των οποίων 5 % κατέχει η προσφεύγουσα). Τονίζει ότι ο κύκλος των παρασκευαστών των επίμαχων προϊόντων ήταν ήδη καθορισμένος όταν εκδόθηκε η οδηγία 2002/10 και ότι πρόκειται να μειωθεί, καθόσον τα επίμαχα προϊόντα, λόγω της αυξήσεως των ειδικών φόρων καταναλώσεως με τους οποίους πλήττονται, δεν είναι πλέον ανταγωνιστικά. Συναφώς, αμφισβητεί τον ισχυρισμό του καθού ότι ο κύκλος αυτός δεν είναι καθορισμένος, στο μέτρο που ορισμένες επιχειρήσεις είναι δυνατόν να εγκαταλείψουν την παρασκευή των επίμαχων προϊόντων και άλλες να αναπτύξουν δραστηριότητες στον τομέα αυτό. Κατά την άποψή της, με τον ισχυρισμό του αυτόν το καθού δεν λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις της επίδικης τροποποιήσεως για την προσφεύγουσα, ήτοι ότι θέτει τέρμα στη δυνατότητά της να πωλήσει τα επίμαχα προϊόντα σε δεκατέσσερα κράτη μέλη από 1η Ιουλίου 2002 και στη Γερμανία από 1η Ιανουαρίου 2008.
33 Δεύτερον, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η πάγια νομολογία κατά την οποία μια κοινοτική πράξη διατηρεί τον κανονιστικό της χαρακτήρα ακόμη και αν μπορεί να καθοριστεί με περισσότερη ή λιγότερη ακρίβεια ο αριθμός ή ακόμη και η ταυτότητα των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται η πράξη αυτή σε μια δεδομένη χρονική στιγμή (βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Μαρτίου 1978, 123/77, UNICME κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1978, σ. 301) δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον αυτή διαφέρει ουσιωδώς από τις καταστάσεις στις οποίες έγινε επίκληση της νομολογίας αυτής. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, ο κοινοτικός νομοθέτης εξατομίκευσε σαφώς ορισμένες επιχειρήσεις σε σχέση με κάθε άλλο παραγωγό, καθόσον, με τις αιτιολογικές σκέψεις 10 και 11 της οδηγίας, δέχθηκε ότι η τροποποίηση του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος αφορούσε ιδιαιτέρως, από νομικής και οικονομικής απόψεως, τους γερμανούς παραγωγούς στους οποίους ανήκει και η προσφεύγουσα. Συναφώς, παραπέμπει στην πάγια νομολογία κατά την οποία οι πράξεις με τις οποίες θεσπίζονται δασμοί αντιντάμπινγκ μπορούν να αφορούν ατομικά τις επιχειρήσεις παραγωγής και εξαγωγής που αποδεικνύουν ότι εξατομικεύονται στις πράξεις της Επιτροπής και του Συμβουλίου ή ότι τις αφορούν οι προπαρασκευαστικές πράξεις (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 29ης Μαρτίου 1979, 113/77, NTN Toyo Bearing κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 669, σκέψη 11, της 21ης Φεβρουαρίου 1984, 239/82 και 275/82, Allied Corporation κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1005, και της 14ης Μαρτίου 1990, C-133/87 και C-150/87, Nashua Corporation κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. Ι-719, σκέψη 14, απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 1996, T-155/94, Climax Paper κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-873, σκέψη 46). Κατά την προσφεύγουσα, δεν έχει μεγάλη σημασία αν οι τρεις γερμανικές επιχειρήσεις μεταξύ των οποίων αυτή συγκαταλέγεται χαρακτηρίζονται ως «[γερμανικές επιχειρήσεις]» αντί να αναφέρονται ατομικώς. Συγκεκριμένα, και στις δύο περιπτώσεις, οι επιχειρήσεις αυτές εξατομικεύονται με πράξη του κοινοτικού νομοθέτη. Επίσης, θεωρεί ότι δεν έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι ο νομοθέτης χρησιμοποίησε ένα γενικό όρο για να χαρακτηρίσει τις οικείες επιχειρήσεις αντί να τις κατονομάσει, δεδομένου ότι ο όρος αυτός αναφέρεται σε γερμανικές επιχειρήσεις των οποίων την ονομασία γνώριζε ο κοινοτικός νομοθέτης. Φρονεί, εξάλλου, συναφώς ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο του όρου και όχι η μορφή του, καθόσον, στην αντίθετη περίπτωση, ο κοινοτικός νομοθέτης θα μπορούσε να στερήσει τον προσφεύγοντα από τη δικαστική προστασία, εξατομικεύοντάς τον με μια γενική έκφραση και όχι ονομαστικά. Τέλος, εκθέτει ότι, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς του καθού, ο όρος «[γερμανικές επιχειρήσεις]» αφορά αποκλειστικά τους παρασκευαστές των επίμαχων προϊόντων και όχι όλα τα πρόσωπα που παρεμβαίνουν στη διαδικασία θέσεώς τους στο εμπόριο, εφόσον οι καταναλωτές και οι έμποροι δεν υποχρεούνται στην καταβολή φόρου υπό την έννοια της ισχύουσας κανονιστικής ρυθμίσεως.
34 Τρίτον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η απορρέουσα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 τροποποίηση του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος την αφορά ατομικά, στο μέτρο που την επηρεάζει πολύ σημαντικά (προπαρατεθείσα στη σκέψη 16 απόφαση Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, σκέψη 17). Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι, όπως τόνισε ανωτέρω, η τροποποίηση αυτή έχει σημαντικότατες επιπτώσεις για την οικονομική της δραστηριότητα.
35 Τέταρτον, επισημαίνει ότι, με την απόφασή του της 29ης Μαρτίου 1979, 118/77, ISO κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 673), το Δικαστήριο έκρινε ότι μια επιχείρηση που ανήκει στον ατομικώς επηρεαζόμενο όμιλο των κύριων παραγωγών ενός συγκεκριμένου προϊόντος μπορεί, ως ιδιώτης προσφεύγων, να ασκήσει προσφυγή κατά της διατάξεως μιας κοινοτικής πράξεως και να εξακολουθεί να επηρεάζεται ατομικώς. Τονίζει, πάντως, ότι δεν είναι τέτοια η περίπτωσή της, καθότι ανήκει στον περιορισμένο κύκλο των κύριων παρασκευαστών των επίμαχων προϊόντων.
36 Πέμπτον, θεωρεί ότι η προϋπόθεση που έθεσε το Πρωτοδικείο με την απόφασή του της 12ης Δεκεμβρίου 1996, T-16/91, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1827), ήτοι ότι μπορούν να προσβληθούν, για τον λόγο ότι επηρεάζουν ατομικά κάποιο πρόσωπο, τα μέρη μιας νομικής πράξεως, μόνον εφόσον στρέφονται και κατ' αυτών οι προβληθείσες αιτιάσεις, δεν αποδυναμώνει το συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα επηρεάζεται ατομικά. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι, με την παρούσα προσφυγή, δεν ζητεί την ακύρωση της οδηγίας 2002/10 στο σύνολό της, αλλά, όπως προκύπτει από τα αιτήματά της, αποκλειστικά την ακύρωση του άρθρου 3, παράγραφος 1, και, επικουρικώς, του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας αυτής.
37 Περαιτέρω, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η προσβαλλόμενη διάταξη την αφορά ατομικά, όπως ερμηνεύθηκε η προϋπόθεση αυτή από τον γενικό εισαγγελέα Jacobs με τις προτάσεις του στην απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. Ι-6677, Ι-6681), καθώς και από το Πρωτοδικείο με την απόφαση του της 3ης Μα_ου 2002, T-177/01, Jégo-Quéré κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ, ΙΙ-2365, σκέψη 51). Συγκεκριμένα, τονίζει ότι, σύμφωνα με την ερμηνεία που πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs, η απορρέουσα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 τροποποίηση του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος την αφορά ατομικά, καθόσον, λόγω της συνεπαγόμενης αυξήσεως της τιμής των επίμαχων προϊόντων, η τροποποίηση αυτή βλάπτει και θα εξακολουθήσει να βλάπτει ουσιωδώς τα συμφέροντά της. Επίσης, επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την ερμηνεία του Πρωτοδικείου, η τροποποίηση αυτή την αφορά ατομικά στο μέτρο που την υποχρεώνει να καταβάλει στις φορολογικές αρχές υψηλότερο ειδικό φόρο καταναλώσεως επί των επίμαχων προϊόντων.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
38 Πρέπει, κατ' αρχάς, να εξεταστεί το επιχείρημα του καθού ότι η παρούσα προσφυγή είναι απαράδεκτη για τον λόγο ότι η προσφεύγουσα, ως νομικό πρόσωπο, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωση διατάξεως οδηγίας, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
39 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ δεν αναφέρεται ρητά στο παραδεκτό των προσφυγών ακυρώσεως που ασκούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά οδηγίας ή διατάξεών της, πλην όμως από τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι μόνον αυτό το στοιχείο δεν αρκεί για να κριθεί απαράδεκτη μια τέτοια προσφυγή (βλ., μεταξύ άλλων, τις προπαρατεθείσες στη σκέψη 16 αποφάσεις Γιβραλτάρ κατά Συμβουλίου και Salamander κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 30· βλ., επίσης, την προπαρατεθείσα στη σκέψη 16 διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1995, Asocarne κατά Συμβουλίου και προπαρατεθείσα στη σκέψη 16 διάταξη Association contre l'heure d'été κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 23).
40 Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, σε ορισμένες περιστάσεις, ακόμη και μια πράξη γενικού περιεχομένου μπορεί να αφορά άμεσα και ατομικά ορισμένα από αυτά (βλ., μεταξύ άλων, προπαρατεθείσες στη σκέψη 16 αποφάσεις Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 11 έως 32, Sofrimport κατά Επιτροπής, σκέψεις 11 έως 13, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, σκέψεις 13 έως 18, Codorniu κατά Συμβουλίου, σκέψεις 19 έως 22 και Salamander κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 30).
41 Συνεπώς, το γεγονός και μόνον ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις αποτελούν τμήμα μιας οδηγίας δεν αρκεί αφ' εαυτού για να αποκλείσει τη δυνατότητα της προσφεύγουσας να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή για την ακύρωσή τους.
42 Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί αν, εν προκειμένω, τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 2, περίπτωση 1, της οδηγίας 2002/10 αφορούν την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά.
43 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι προφανώς οι διατάξεις αυτές δεν αφορούν ατομικώς την προσφεύγουσα, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν την αφορούν άμεσα.
44 Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, για να μπορούν φυσικά ή νομικά πρόσωπα να ισχυριστούν ότι μια πράξη τα αφορά ατομικά, πρέπει να θίγονται λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη αποφάσεως (προπαρατεθείσα στη σκέψη 29 απόφαση του Δικαστηρίου Plaumann κατά Επιτροπής και απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-451/98, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-8949, σκέψη 49). Η ερμηνεία αυτή της έννοιας του ατομικού επηρεασμού επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από το Δικαστήριο με την απόφασή του Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 37 (σκέψη 36).
45 Εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 τροποποιεί τον προβλεπόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59 ορισμό για τα πούρα και τα σιγαρίλος. Κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, τα επίμαχα προϊόντα που στο παρελθόν θεωρούνταν πούρα ή σιγαρίλος για τον καθορισμό του συντελεστή του επιβαλλόμενου ειδικού φόρου καταναλώσεως, πρέπει στο εξής, κατ' εφαρμογήν της οδηγίας 2002/10, να θεωρούνται ως τσιγάρα. Κατόπιν τούτου, ο συντελεστής του ελάχιστου ειδικού φόρου καταναλώσεως που τους επιβάλλεται αυξάνεται σημαντικά.
46 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2002/10 προβλέπει παρέκκλιση υπέρ της Γερμανίας όσον αφορά την προθεσμία για τη μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 1, στην εσωτερική έννομη τάξη.
47 Είναι προφανές ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν την προσφεύγουσα μόνον ως προς την αντικειμενική ιδιότητά της ως επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται στον τομέα της παρασκευής των επίμαχων προϊόντων, όπως ακριβώς και κάθε άλλη επιχείρηση ευρισκόμενη στην ίδια κατάσταση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η ιδιότητα αυτή και μόνο δεν αρκεί στην προσφεύγουσα για να αποδείξει ότι οι διατάξεις αυτές την αφορούν ατομικά (προπαρατεθείσα στη σκέψη 16 απόφαση Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 14, και προπαρατεθείσα στη σκέψη 44 Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, σκέψη 51· διατάξεις του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1993, C-276/93, Chiquita Banana κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1993, σ. Ι-3345, σκέψη 12, και της 23ης Νοεμβρίου 1995, Asocarne κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 16, σκέψη 42).
48 Συναφώς, δεν έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι τα επίμαχα προϊόντα παρασκευάζονται στην Κοινότητα από έξι μόνον επιχειρήσεις και ότι η προσφεύγουσα ανήκει στον όμιλο των γερμανών παρασκευαστών των επίμαχων προϊόντων που κατέχουν το 80 % των μεριδίων της εν λόγω αγοράς.
49 Συγκεκριμένα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η δυνατότητα προσδιορισμού, με περισσότερη ή λιγότερη ακρίβεια, του αριθμού ή ακόμη και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται ένα μέτρο ουδόλως σημαίνει ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι το μέτρο αυτό αφορά ατομικά τα εν λόγω υποκείμενα δικαίου, όταν είναι δεδομένο, όπως εν προκειμένω, ότι η εφαρμογή αυτή πραγματοποιείται λόγω μιας αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως την οποία καθορίζει η επίμαχη πράξη (βλ., μεταξύ άλλων, διατάξεις του Δικαστηρίου, της 24ης Μα_ου 1993, C-131/92, Arnaud κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1993, σ. Ι-2573, σκέψη 13, και την προπαρατεθείσα στη σκέψη 47 Chiquita Banana κατά Συμβουλίου, σκέψη 8).
50 Επιπλέον, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, ο κύκλος των παρασκευαστών των επίμαχων προϊόντων δεν ήταν κλειστός όταν εκδόθηκε η οδηγία 2002/10, καθότι, όπως ορθά τονίζει το καθού, η οδηγία αυτή ουδόλως αποκλείει το ενδεχόμενο να δραστηριοποιηθούν στον οικείο τομέα, μετά την έκδοση της οδηγίας, επιχειρήσεις που μέχρι τότε δεν δραστηριοποιούνταν στην παρασκευή των επίμαχων προϊόντων.
51 Επιπλέον, η απορρέουσα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 τροποποίηση του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος δεν θα επηρεάσει αποκλειστικά τους παρασκευαστές των επίμαχων προϊόντων. Συγκεκριμένα, όπως αναγνωρίζει εξάλλου η προσφεύγουσα, η αύξηση του συντελεστή του ελάχιστου ειδικού φόρου καταναλώσεως που προκύπτει για τα επίμαχα προϊόντα επηρεάζει, επίσης, το σύνολο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην εμπορία των προϊόντων αυτών καθώς και αυτούς που τα καταναλώνουν. Συναφώς, πρέπει εξάλλου να απορριφθεί ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι η κατάσταση των παρασκευαστών των επίμαχων προϊόντων δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτή των καταναλωτών και των διανομέων των προϊόντων αυτών για τον λόγο ότι, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, μόνον οι παρασκευαστές υπόκεινται στον ειδικό φόρο καταναλώσεως. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το γεγονός αυτό και μόνον, αν υποτεθεί ότι ευσταθεί, δεν αρκεί για να εξατομικεύσει τους παρακευαστές των επίμαχων προϊόντων, καθόσον είναι αληθές ότι το γεγονός ότι μια νομική διάταξη έχει διαφορετικά συγκεκριμένα αποτελέσματα για τα διάφορα υποκείμενα δικαίου επί των οποίων έχει εφαρμογή δεν έρχεται σε αντίθεση με τον χαρακτήρα της ως πράξεως γενικού περιεχομένου, εφόσον η κατάσταση αυτή έχει καθοριστεί αντικειμενικώς (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση του Δικαστηρίου, της 5ης Μα_ου 1977, 101/76, Koninklijke Scholten Honig κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1977, σ. 257, σκέψη 24, και τη διάταξη του Δικαστηρίου, της 25ης Απριλίου 2002, C-96/01 P, Galileo και Galileo International κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. Ι-4025, σκέψη 41).
52 Δεύτερον, η προσφεύγουσα εσφαλμένα ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες διατάξεις την αφορούν ατομικά στο μέτρο που ανήκει στον όμιλο των «ενδιαφερομένων [γερμανικών επιχειρήσεων]» που επηρεάζονται ειδικώς, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας 2002/10.
53 Πρέπει κατ' αρχάς να υπογραμμιστεί ότι, όπως ορθά τονίζει το καθού, από την οδηγία αυτή ουδόλως προκύπτει ότι ο όρος «[ενδιαφερόμενες γερμανικές επιχειρήσεις]» αφορά αποκλειστικά τους παρασκευαστές των επίμαχων προϊόντων και όχι το σύνολο των επιχειρήσεων που μετέχουν στη διαδικασία παρασκευής και εμπορίας των προϊόντων αυτών στη Γερμανία.
54 Ακολούθως, το γεγονός και μόνον ότι, για τη θέσπιση μιας πράξεως γενικού περιεχομένου, ο κοινοτικός νομοθέτης λαμβάνει υπόψη το ότι η πράξη αυτή ενδέχεται να έχει σημαντικότερες οικονομικές επιπτώσεις για ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων δεν αρκεί για να εξατομικευθούν οι επιχειρήσεις αυτές σε σχέση με άλλες, εφόσον έχει αποδειχθεί ότι η πράξη αυτή τις αφορά λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στην εν λόγω αγορά.
55 Περαιτέρω, η προσφεύγουσα κακώς παραπέμπει στη νομολογία κατά την οποία οι πράξεις με τις οποίες θεσπίζονται δασμοί αντιντάμπινγκ μπορούν να αφορούν ατομικά τις επιχειρήσεις παραγωγής και εξαγωγής που αποδεικνύουν ότι εξατομικεύονται στις πράξεις της Επιτροπής και του Συμβουλίου ή ότι τις αφορούν οι προπαρασκευαστικές πράξεις (βλ., μεταξύ άλλων, τις προπαρατεθείσες στη σκέψη 33 αποφάσεις Allied Corporation κ.λπ. κατά Επιτροπής και Nashua Corporation κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, σκέψη 14), καθώς και τους εισαγωγείς των οποίων οι τιμές μεταπωλήσεως ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό των τιμών εξαγωγής και τους οποίους αφορούν, ως εκ τούτου, οι διαπιστώσεις σχετικά με την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ (βλ. προπαρατεθείσα στη σκέψη 35 απόφαση ISO κατά Συμβουλίου, σκέψη 15, και προπαρατεθείσα Allied Corporation κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 15). Συγκεκριμένα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η νομολογία αυτή, η οποία αναπτύχθηκε στο πλαίσιο προσφυγών κατά κανονισμών που θέσπιζαν δασμούς αντιντάμπινγκ, δικαιολογείται από το γεγονός ότι η νομοθεσία σε θέματα ντάμπινγκ επιβάλλει ρητά στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο την υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη στοιχεία που προέρχονται από τις εν λόγω επιχειρήσεις για να ορίζουν τις πρακτικές ντάμπινγκ που διαπιστώνονται. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι η τροποποίηση του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος, κατά της οποίας στρέφεται η προσφεύγουσα, δεν στηρίχθηκε σε στοιχεία σχετικά με την κατάσταση της προσφεύγουσας, την αφορά δε μόνον ως προς την αντικειμενική ιδιότητά της ως οικονομικού φορέα που δραστηριοποιείται στην εν λόγω αγορά.
56 Τρίτον, πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας κατά την οποία οι επίμαχες διατάξεις την αφορούν ατομικά για τον λόγο ότι η οικονομική της κατάσταση θίγεται σοβαρά από την απορρέουσα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 τροποποίηση του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος και ότι, ως εκ τούτου, τελεί σε κατάσταση ανάλογη προς αυτή της προσφεύγουσας στην προπαρατεθείσα στη σκέψη 16 απόφαση Extramet Industrie κατά Συμβουλίου.
57 Συγκεκριμένα, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η προσφεύγουσα είχε αποδείξει την ύπαρξη ενός συνόλου στοιχείων που αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κατάσταση ικανή να την εξατομικεύει, ενόψει του επίδικου μέτρου, σε σχέση με οποιονδήποτε άλλον επιχειρηματία. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα είχε αποδείξει, πρώτον, ότι ήταν ο σημαντικότερος εισαγωγέας του προϊόντος που αποτελούσε αντικείμενο του μέτρου αντιντάμπινγκ και, ταυτόχρονα, ο τελικός χρήστης του προϊόντος αυτού, δεύτερον, ότι οι οικονομικές της δραστηριότητες εξαρτώνταν, σε σημαντικότατο βαθμό, από τις εισαγωγές αυτές και, τρίτον, ότι οι εν λόγω δραστηριότητες θίγονταν σοβαρώς από τον επίδικο κανονισμό, λαμβανομένου υπόψη του περιορισμένου αριθμού των παραγωγών του οικείου προϊόντος και του γεγονότος ότι αντιμετώπιζε δυσχέρειες όσον αφορά τον εφοδιασμό της από τον μοναδικό παραγωγό της Κοινότητας που ήταν μάλιστα ο κύριος ανταγωνιστής της ως προς το μεταποιημένο προϊόν (προπαρατεθείσα στη σκέψη 16 απόφαση Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, σκέψη 17).
58 Εν προκειμένω, πάντως, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη τέτοιου είδους στοιχείων. Αντιθέτως μάλιστα, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως ορθά τόνισε το καθού, η έκταση των επιπτώσεων που ενδέχεται να έχει η απορρέουσα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/10 τροποποίηση του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος για την οικονομική κατάσταση της προσφεύγουσας παραμένει αβέβαιη, εφόσον εξαρτάται από τους συντελεστές του ειδικού φόρου καταναλώσεως που θα οριστούν τελικά, στο πλαίσιο της εκτελέσεως της οδηγίας, από τα κράτη μέλη τα οποία οφείλουν απλώς και μόνο να τηρήσουν τους ελάχιστους συντελεστές που θεσπίζει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς της όσον αφορά την αναδρομική επιβολή επιβαρύνσεων εκ μέρους των εθνικών αρχών ως προς τα επίμαχα προϊόντα που έχουν ήδη διατεθεί στο εμπόριο, λόγω της τροποποιήσεως του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος.
59 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2002/10 δεν αφορούν την προσφεύγουσα ατομικά.
60 Περαιτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν αποκλείεται η δυνατότητα μιας επιχειρήσεως ευρισκομένης σε θέση παρεμφερή με αυτή της προσφεύγουσας, της οποίας η κατάσταση θα θιγεί από την τροποποίηση του ορισμού των πούρων και των σιγαρίλος που θα απορρέει από τα μέτρα ενός κράτους μέλους για τη μεταφορά της οδηγίας 2002/10 στην εσωτερική έννομη τάξη, να αμφισβητήσει την ισχύ της οδηγίας αυτής στο πλαίσιο προσφυγής που θα ασκήσει ενώπιον των δικαστηρίων του οικείου κράτους μέλους κατά των εν λόγω μέτρων. Στο πλαίσιο της διαφοράς αυτής θα μπορεί να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα για την εκτίμηση της ισχύος της οδηγίας αυτής κατ' εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ.
61 Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, το ότι το εν λόγω μέσο ένδικης προστασίας δεν είναι αποτελεσματικό στην προκειμένη περίπτωση, αν υποτεθεί ότι ισχύει, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τροποποίηση, διά της δικαστικής οδού, του συστήματος των μέσων ένδικης προστασίας και των διαδικασιών που θεσπίστηκε με τα άρθρα 230 ΕΚ, 234 ΕΚ και 241 ΕΚ προκειμένου να αναθέσει στον κοινοτικό δικαστή τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα στη σκέψη 37 απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 40). Ένα τέτοιο γεγονός δεν επιτρέπει σε καμία περίπτωση να κριθεί παραδεκτή προσφυγή ακυρώσεως ασκούμενη από φυσικό ή νομιμό πρόσωπο που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (διάταξη του Δικαστηρίου, της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-301/99 P, Area Nova κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-1005, σκέψη 47 και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
62 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωση των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2002/10 και, ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
63 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα του καθού.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
3) Παρέλκει η απόφανση επί των αιτήσεων παρεμβάσεως.
Top