Avis juridique important
Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 4ης Ιουλίου 2002. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ελληνικής Δημοκρατίας. - Παράβαση κράτους μέλους - Οδηγία 1999/20/ΕΚ - Παράλειψη εμπρόθεσμης μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. - Υπόθεση C-173/01.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-06129
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου της προσφυγής από το Δικαστήριο - Κατάσταση που λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη
(Άρθρο 226 ΕΚ)
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-173/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Κοντού-Durande, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Ν. Τσίρο και τη Ν. Δαφνίου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθεί με την οδηγία 1999/20/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για την τροποποίηση των οδηγιών 70/524/ΕΟΚ περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων, 82/471/ΕΟΚ σχετικά με ορισμένα προϊόντα τα οποία χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων, 95/53/ΕΚ για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επισήμων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων και 95/69/ΕΚ για τη θέσπιση των όρων και των κανόνων που εφαρμόζονται κατά την έγκριση και την εγγραφή ορισμένων εγκαταστάσεων και ενδιαμέσων του τομέα της διατροφής των ζώων (EE L 80, σ. 20), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την οδηγία αυτή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους S. von Bahr, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward και C. W. A. Timmermans (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Μα_ου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Απριλίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, με αίτημα να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθεί με την οδηγία 1999/20/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για την τροποποίηση των οδηγιών 70/524/ΕΟΚ περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων, 82/471/ΕΟΚ σχετικά με ορισμένα προϊόντα τα οποία χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων, 95/53/ΕΚ για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επισήμων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων και 95/69/ΕΚ για τη θέσπιση των όρων και των κανόνων που εφαρμόζονται κατά την έγκριση και την εγγραφή ορισμένων εγκαταστάσεων και ενδιαμέσων του τομέα της διατροφής των ζώων (EE L 80, σ. 20, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την οδηγία αυτή.
2 Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να θεσπίσουν και να δημοσιεύσουν, το αργότερο μέχρι την 30ή Σεπτεμβρίου 1999, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή και αμέσως να ενημερώσουν σχετικά την Επιτροπή.
3 Επειδή η Επιτροπή δεν έλαβε εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως καμία κοινοποίηση μέτρων για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη και επειδή, εξάλλου, δεν είχε στη διάθεσή της κανένα άλλο στοιχείο από το οποίο μπορούσε να συμπεράνει ότι η Ελληνική Δημοκρατία συμμορφώθηκε συναφώς προς τις υποχρεώσεις της, κάλεσε, με το από 18 Φεβρουαρίου 2000 έγγραφο οχλήσεως, το εν λόγω κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας δύο μηνών.
4 Οι ελληνικές αρχές δεν απάντησαν σ' αυτό το έγγραφο οχλήσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 18 Σεπτεμβρίου 2000, αιτιολογημένη γνώμη στην Ελληνική Δημοκρατία, καλώντας την να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από την οδηγία εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της γνώμης αυτής.
5 Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε από την Ελληνική Κυβέρνηση καμία πληροφορία από την οποία να προκύπτει ότι είχαν θεσπιστεί οι αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
6 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αρνείται την παράβαση που της προσάπτεται. εριορίζεται στον ισχυρισμό ότι τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας έχουν καταρτιστεί από την αρμόδια υπηρεσία και ότι το σχέδιο προεδρικού διατάγματος το οποίο προβλέπει τα μέτρα αυτά, από της δημοσιεύσεώς του, θα διαβιβαστεί στο Δικαστήριο και στην Επιτροπή στην τελική του μορφή.
7 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιαζόταν κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και ότι οι μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-69/99, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 2000, σ. Ι-10979, σκέψη 22· της 15ης Μαρτίου 2001, C-147/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-2387, σκέψη 26, και της 11ης Οκτωβρίου 2001, C-110/00, Επιτροπή κατά Αυστρίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-7545, σκέψη 13).
8 Εν προκειμένω, όμως, δεν αμφισβητείται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας καθόσον από τα ίδια τα υπομνήματά της προκύπτει ότι, έξι μήνες μετά την κοινοποίηση της γνώμης αυτής, οι ελληνικές αρχές δεν είχαν ακόμη θεσπίσει οριστικά καμία διάταξη για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
9 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.
10 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από αυτήν.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
11 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 1999/20/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για την τροποποίηση των οδηγιών 70/524/ΕΟΚ περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων, 82/471/ΕΟΚ σχετικά με ορισμένα προϊόντα τα οποία χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων, 95/53/ΕΚ για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επισήμων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων και 95/69/ΕΚ για τη θέσπιση των όρων και των κανόνων που εφαρμόζονται κατά την έγκριση και την εγγραφή ορισμένων εγκαταστάσεων και ενδιαμέσων του τομέα της διατροφής των ζώων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Top