Avis juridique important
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 4ης Απριλίου 2002. - Technische Glaswerke Illmenau GmbH κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Παραδεκτό - Κρατικές ενισχύσεις - Υποχρέωση ανακτήσεως - Fumus boni juris - Επείγον χαρακτήρας - Στάθμιση των συμφερόντων. - Υπόθεση T-198/01 R.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα II-02153
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
1. Ασφαλιστικά μέτρα - Προϋποθέσεις παραδεκτού - Παραδεκτό της κύριας προσφυγής - Προσφυγή διώκουσα την ακύρωση αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστο μιας κρατικής ενισχύσεως με την κοινή αγορά και διατάσσεται η ανάκτησή της - Διαδικασία ανακτήσεως της ενισχύσεως ενώπιον του εθνικού δικαστή - Δεν υφίσταται - Κύρια προσφυγή η οποία δεν κρίνεται ως prima facie απαράδεκτη - Αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων - Επιτρέπεται
(Άρθρα 230 ΕΚ, 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 14 § 3)
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Σχέδια ενισχύσεων - Εξέταση από την Επιτροπή - Κατ' αντιπαράθεση διαδικασία - Δικαίωμα των ενδιαφερομένων να τηρούνται ενήμεροι - Περιορισμένος χαρακτήρας - Δικαίωμα του δικαιούχου της ενισχύσεως να διατυπώσει τη γνώμη του επί όλων των ζητημάτων που ανέκυψαν - Αποκλείεται
(Άρθρο 88 § 2 ΕΚ· κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 20)
3. Κοινοτικό δίκαιο - Γενικές αρχές του δικαίου - Δικαίωμα για μια χρηστή διοίκηση - Επίκληση του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως - Υποχρέωση μη δημιουργίας διακρίσεων μεταξύ των ενδιαφερομένων στο πλαίσιο διαδικασίας εξετάσεως προβαλλομένης κρατικής ενισχύσεως - Υποχρέωση της Επιτροπής να διαβιβάζει στον δικαιούχο ενισχύσεως τις παρατηρήσεις που διατυπώνουν ανταγωνιστές
(Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, άρθρο 41 § 1)
4. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία - Οικονομική ζημία - Κατάσταση δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο την ύπαρξη της αιτούσας εταιρίας
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
5. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Στάθμιση όλων των οικείων συμφερόντων - Απόφαση στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων - Γενικό συμφέρον εν ονόματι του οποίου η Επιτροπή ασκεί τα καθήκοντά της και συμφέρον του δικαιούχου της ενισχύσεως
(Άρθρα 88 § 2 ΕΚ, 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, άρθρο 47· Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άρθρα 6 και 13· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2· κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, άρθρα 7 και 14 § 3)
6. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προσωρινά μέτρα - Τροποποίηση ή αναβολή - Προϋπόθεση - Αλλαγή των περιστάσεων
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 108)
Περίληψη1. Δεν αποκλείεται το παραδεκτό μιας προσφυγής ακυρώσεως αποφάσεως διαπιστώνουσας το ασυμβίβαστο μιας κρατικής ενισχύσεως με την κοινή αγορά και διατάσσσουσας την ανάκτησή της, σε περίπτωση κατά την οποία δεν κινήθηκε διαδικασία ανακτήσεως της επίδικης ενισχύσεως, ο δε προσφεύγων δεν εξήντλησε όλες τις δυνατότητες προσφυγής που του παρέχονται σε εθνικό επίπεδο. Αν παρείχετο η δυνατότητα στον αποδέκτη ενισχύσεως να επικαλεστεί, στο πλαίσιο εθνικής διαδικασίας, το ανίσχυρο της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία επιτάσσεται στο οικείο κράτος μέλος να ανακτήσει τη χορηγηθείσα ενίσχυση, αυτό θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση, υπέρ του αποδέκτη της ενισχύσεως, της ευχέρειας να παρακάμψει τον απρόσβλητο χαρακτήρα με τον οποίο, δυνάμει της αρχής της ασφάλειας δικαίου, πρέπει να περιβάλλεται τέτοια απόφαση μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης στο άρθρο 230 ΕΚ προθεσμίας.
Συνεπώς, κατ' αρχήν, ο αποδέκτης κρατικής ενισχύσεως ο οποίος, λαμβάνοντας γνώση της εκδόσεως μιας τέτοιας αποφάσεως ασκεί προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, μπορεί να ζητήσει, δυνάμει των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, τη λήψη προσωρινών μέτρων ενώπιον του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή. Μια τέτοια ερμηνεία επιρρωννύεται από το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, κατά το οποίο η ανάκτηση παράνομης ή ασυμβίβαστης με την κοινή αγορά ενισχύσεως πρέπει να πραγματοποιείται αμελλητί, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο δίκαιο του οικείου κράτους, υπό την επιφύλαξη, αποκλειστικά, διατάξεως του κρίνοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κοινοτικού δικαστή.
( βλ. σκέψεις 54-55, 58 )
2. Στο πλαίσιο επίσημης διαδικασίας εξετάσεως σχεδίων κρατικών ενισχύσεων, οι ενδιφερόμενοι αποτελούν πηγές ενημερώσεως της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, μακράν του να μπορούν να επικαλεστούν δικαιώματα άμυνας που αναγνωρίζονται στα πρόσωπα κατά των οποίων κινείται η διαδικασία, οι ενδιαφερόμενοι έχουν μόνον το δικαίωμα να μετέχουν στη διοικητική διαδικασία σε βαθμό επαρκή λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Ιδίως, στον αποδέκτη κρατικής ενισχύσεως δεν μπορεί να αναγνωριστεί το γενικό δικαίωμα να διατυπώνει την άποψή του επί όλων των δυνητικώς σημαντικών ζητημάτων που ανακύπτουν κατά την επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Πράγματι, ένα τέτοιο δικαίωμα θα έβαινε πέραν του δικαιώματος ακροάσεως και θα μπορούσε να συνεπάγεται την αναγνώριση, υπέρ των αποδεκτών κρατικής ενισχύσεως, δικαιώματος επί συζητήσεως κατ' αντιπαράθεση με την Επιτροπή, δικαιώματος του οποίου η αναγνώριση απορρίφθηκε παγίως μέχρι σήμερα σε όλους τους ενδιαφερόμενους κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ και του άρθρου 20 του κανονισμού 659/1999.
( βλ. σκέψεις 81, 84 )
3. Η Επιτροπή έχει το καθήκον να συμπεριφέρεται αμερολήπτως έναντι όλων των ενδιαφερομένων στα πλαίσια επίσημης διαδικασίας εξετάσεως μιας προβαλλομένης κρατικής ενισχύσεως. Η υποχρέωση μη διακρίσεως μεταξύ των ενδιαφερομένων που υπέχει η Επιτροπή απορρέει από το δικαίωμα επί χρηστής διοικήσεως, το οποίο αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του κράτους δικαίου, κοινών στις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών. Συναφώς, το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που διακηρύχθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια επιβεβαιώνει ότι «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης». Κατά συνέπεια, παρά τον περιορισμένο χαρακτήρα των δικαιωμάτων συμμετοχής και ενημερώσεως, των οποίων απολαύει ο αποδέκτης κρατικής ενισχύσεως, η Επιτροπή, ως υπεύθυνη της διαδικασίας, είναι δυνατό να υπέχει, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, την υποχρέωση να του διαβιβάσει παρατηρήσεις τις οποίες ζήτησε ρητώς από ανταγωνίστρια επιχείρηση κατόπιν των παρατηρήσεων που είχε καταθέσει αρχικά ο εν λόγω αποδέκτης της ενισχύσεως. Αν επιτρεπόταν στην Επιτροπή να επιλέξει, κατά τη διαδικασία, να ζητήσει συμπληρωματικές ειδικές πληροφορίες από επιχείρηση ανταγωνίστρια του αποδέκτη της ενισχύσεως, χωρίς να παράσχει σε αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν κατόπιν του αιτήματος της Επιτροπής και, ενδεχομένως, να απαντήσει σε αυτές, θα υπήρχε κίνδυνος να περιοριστεί σημαντικά η πρακτική αποτελεσματικότητα του δικαιώματος ακροάσεως του αποδέκτη της ενισχύσεως.
Τέτοια παράλειψη μπορεί,όμως, να συνεπάγεται την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως μόνον αν, εφόσον δεν συνέβαινε, η επίσημη διαδικασία εξετάσεως μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
( βλ. σκέψεις 85-86 )
4. Ο επείγων χαρακτήρας μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να σταθμίζεται σε σχέση προς την ανάγκη να διαταχθεί προσωρινώς το μέτρο, ώστε να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία του διαδίκου που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου. Ζημία οικονομικού χαρακτήρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον μπορεί να καταβληθεί μεταγενέστερα αντίστοιχο χρηματικό αντιστάθμισμα. Εντούτοις, προσωρινό μέτρο δικαιολογείται εφόσον προκύπτει ότι, σε περίπτωση μη χορηγήσεώς του, ο αιτών διάδικος θα περιέλθει σε κατάσταση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή του πριν από την έκδοση της περατώνουσας τη διαδικασία της κύριας δίκης αποφάσεως.
( βλ. σκέψεις 96, 99 )
5. Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι οι αιτήσεις σχετικά με τα προσωρινά μέτρα πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη χορήγηση του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, ενδεχομένως, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων.
Σε περίπτωση αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως αποφάσεως σχετικής με κρατικές ενισχύσεις, το γενικό συμφέρον, υπέρ του οποίου η Επιτροπή ασκεί τα καθήκοντα που της αναθέτει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ και το άρθρο 7 του κανονισμού 659/1999, ώστε να διασφαλίζει, κυρίως, ότι η λειτουργία της κοινής αγοράς δεν θα στρεβλώνεται από κρατικές ενισχύσεις επιβλαβείς για τον ανταγωνισμό, έχει ιδιαίτερη σημασία. Το κοινοτικό συμφέρον πρέπει κανονικά, αν όχι σχεδόν πάντοτε, να υπερισχύει του συμφέροντος του αποδέκτη της ενισχύσεως να αποφύγει την εκτέλεση της υποχρεώσεως αποδόσεως πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια υπόθεση. Εντούτοις, δεν μπορεί ωστόσο να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μπορεί ο αποδέκτης ενισχύσεως να επιτύχει τη χορήγηση προσωρινών μέτρων εφόσον πληρούνται, όπως εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις του fumus boni juris και του επείγοντος χαρακτήρα. Αντίθετη απόφαση θα ενείχε τον κίνδυνο να καταστήσει πρακτικώς ανεφάρμοστη τη δυνατότητα, η οποία παρέχεται από τα άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, να επιτυγχάνεται, ακόμα και στις υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων, μια πραγματική προσωρινή δικαστική προστασία. Η προστασία αυτή συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου ερειδόμενη στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών. Η αρχή αυτή διατυπώνεται επίσης στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
( βλ. σκέψεις 50, 113-115 )
6. Το άρθρο 108 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου παρέχει στον κρίνοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή τη δυνατότητα να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ανά πάσα στιγμή τη διάταξη περί προσωρινών μέτρων λόγω μεταβολής των περιστάσεων. Η δυνατότητα αυτή αποτελεί απόρροια του κατ' εξοχήν προσωρινού χαρακτήρα, στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου, των μέτρων που χορηγεί ο κρίνων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής.
( βλ. σκέψη 123 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση T-198/01 R,
Technische Glaswerke Ilmenau GmbH, με έδρα το Ilmenau (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον G. Schohe, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους V. Kreuschitz και V. Di Bucci, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 2 της αποφάσεως 2002/185/ΕΚ της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 2001, σχετικά με κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε από τη Γερμανία υπέρ της Technische Glaswerke Ilmenau GmbH (ΕΕ L 62, σ. 30), και επικουρικώς αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςΝομικό πλαίσιο
1 Το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ προβλέπει απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων που είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά.
2 Ο κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88] της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1), άρχισε να ισχύει στις 16 Απριλίου 1999.
3 Το άρθρο 4, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να κινήσει επίσημη διαδικασία εξετάσεως έναντι ενισχύσεως η οποία, μετά από προκαταρκτική εξέταση, εγείρει αμφιβολίες ως προς το συμβατό της με την κοινή αγορά. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, η Επιτροπή καλεί το οικείο κράτος μέλος και τα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους εντός ορισμένης προθεσμίας. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού, οι ληφθείσες παρατηρήσεις κοινοποιούνται στο οικείο κράτος μέλος το οποίο έχει τη δυνατότητα να απαντήσει.
4 Το άρθρο 14 του κανονισμού 659/1999 αναφέρεται στην ανάκτηση της ενισχύσεως. Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού προβλέπει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη [διάταξης] του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατ' εφαρμογή του άρθρου [242] της Συνθήκης, η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής. Για τον σκοπό αυτό και σε περίπτωση κινήσεως διαδικασίας ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που διαθέτουν στα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέτρων, με την επιφύλαξη της κοινοτικής νομοθεσίας.»
5 Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 προβλέπει τα εξής:
«Κάθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 6 έπειτα από απόφαση της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας. Σε κάθε ενδιαφερόμενο μέρος που έχει υποβάλει παρατηρήσεις και σε κάθε δικαιούχο ατομικής ενίσχυσης, αποστέλλεται αντίγραφο της απόφασης που έλαβε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 7.»
6 Το άρθρο 17 του Insolvenzordnung (γερμανικού κανονισμού περί αφερεγγυότητας, στο εξής: InsO) της 5ης Οκτωβρίου 1994 (BGBl Ι, σ. 2866) θέτει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να κινηθεί, κατά το γερμανικό δίκαιο, η διαδικασία διαπιστώσεως της αφερεγγυότητας:
«1. Η αφερεγγυότητα συνιστά τον γενικό λόγο κινήσεως της διαδικασίας.
2. Ο οφειλέτης είναι αφερέγγυος όταν δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις πληρωμών. Η κατάσταση αφερεγγυότητας τεκμαίρεται κατά γενικό κανόνα όταν ο οφειλέτης έπαυσε τις πληρωμές του.»
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
7 Η Technische Glaswerke Ilmenau GmbH είναι γερμανική εταιρία έχουσα την έδρα της στο Ilmenau, στο ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας. Ασκεί τις δραστηριότητές της στον τομέα της υαλουργίας.
8 Η αιτούσα ιδρύθηκε το 1994 από το ζεύγος Geiß, με σκοπό την απόκτηση τεσσάρων από τις δώδεκα αλυσίδες παραγωγής (ήτοι κλιβάνους) υάλου που διέθετε η παλαιά εταιρία Ilmenau Glaswerke GmbH (στο εξής: IGW), της οποίας η θέση υπό εκκαθάριση διενεργήθηκε από το Treuhandanstalt (δημόσιο ίδρυμα καταπιστευτικής διαχειρίσεως, μετονομασθέν αργότερα σε Bundesanstalt für vereinigungsbedingte Sonderaufgaben, στο εξής: BvS). Οι εν λόγω κλίβανοι προέρχονταν από τα εθνικοποιηθέντα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας Volkseigener Betrieb Werk für Technisches Glas Ilmenau η οποία, πριν από τη γερμανική επανένωση, αποτελούσε το κέντρο της παραγωγής υάλου στην παλαιά Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας.
9 Η πώληση των τεσσάρων κλιβάνων από την IGW στην αιτούσα πραγματοποιήθηκε σε δύο στάδια, ήτοι με μία πρώτη σύμβαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1994 (στο εξής: asset-deal 1), η οποία εγκρίθηκε από το Treuhandanstalt τον Δεκέμβριο του 1994, και με μία δεύτερη σύμβαση της 11ης Δεκεμβρίου 1995 (στο εξής: asset-deal 2), η οποία εγκρίθηκε από το BvS στις 13 Αυγούστου 1996.
10 Σύμφωνα με την asset-deal 1, η τιμή πωλήσεως των τριών πρώτων κλιβάνων ανερχόταν συνολικά σε 5,8 εκατομμύρια γερμανικών μάρκων (DEM) (2 965 493 ευρώ) και έπρεπε να καταβληθεί σε τρεις δόσεις, την 31η Δεκεμβρίου των ετών 1997, 1998 και 1999. Για την καταβολή του ποσού αυτού είχαν συσταθεί ενυπόθηκη εγγύηση τεσσάρων εκατομμυρίων DEM (2 045 168 ευρώ) και τραπεζική εγγύηση 1,8 εκατομμυρίων DEM (920 325 ευρώ).
11 Δεν αμφισβητείται ότι ουδεμία από τις τρεις αυτές προθεσμίες καταβολής τηρήθηκε.
12 Σύμφωνα με την asset-deal 2, ο τέταρτος κλίβανος πωλήθηκε επίσης από την IGW στην αιτούσα, ελλείψει άλλων ενδιαφερόμενων επενδυτών, στην τιμή των 50 000 DEM (25 565 ευρώ).
13 Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η αιτούσα είχε χρηματικές δυσχέρειες το 1997. Λαμβανομένων υπόψη των δυσχερειών αυτών, άρχισε διαπραγματεύσεις με το BvS. Οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν στη συμφωνία της 16ης Φεβρουαρίου 1998, με την οποία το BvS παραιτήθηκε από την αξίωση καταβολής της τιμής πωλήσεως βάσει της asset-deal 1, ύψους 4 εκατομμυρίων DEM (στο εξής: απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής).
14 Με έγγραφο της 1ης Δεκεμβρίου 1998, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κοινοποίησε στην Επιτροπή διάφορα μέτρα έχοντα ως στόχο τη χρηματική ενίσχυση της αιτούσας, μεταξύ των οποίων την απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής. Ένα μέρος της κοινοποιήσεως αυτής αναφερόταν στο σχέδιο αναδιαρθρώσεως της αιτούσας για την περίοδο από το 1998 έως το 2000, που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την αναζήτηση νέου ιδιώτη επενδυτή δυνάμενου να συμβάλει με 3 850 000 DEM (1 968 474 ευρώ).
15 Με έγγραφο SG (2000) D/102831 της 4ης Απριλίου 2000, η Επιτροπή κίνησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ επίσημη διαδικασία εξετάσεως, εκτιμώντας ότι οι γερμανικές αρχές είχαν χορηγήσει στο πλαίσιο των asset-deal 1 και asset-deal 2 διάφορες κρατικές ενισχύσεις. Αυτές οι, κατά την άποψη της Επιτροπής, κρατικές ενισχύσεις περιγράφονται στην ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 29ης Ιουλίου 2000 [πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων κατ' εφαρμογήν του άρθρου 88, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την ενίσχυση C 19/2000 (ΝΝ 147/98) - Ενισχύσεις υπέρ της εταιρίας Technische Glaswerke Ilmenau - Γερμανία (ΕΕ C 217, σ. 10)], στην οποία η Επιτροπή διατύπωνε την προσωρινή εκτίμησή της ότι δύο από τα επίμαχα μέτρα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, ήτοι η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής και δάνειο ύψους 2 εκατομμυρίων DEM που χορηγήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1998 από την Aufbaubank της Θουριγγίας (ΤΑΒ) στην αιτούσα, δυνάμει του καθεστώτος ενισχύσεων ΝΝ 74/95 [το οποίο εγκρίθηκε με την απόφαση SG (96) D/1946].
16 Η Γερμανική Κυβέρνηση υπέβαλε στις 7 Ιουλίου 2000 τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή σχετικά με την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Κατά την άποψή της, η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση· ανταποκρινόταν στη συμπεριφορά ενός ιδιώτη δανειστή ο οποίος επιδίωκε να εξασφαλίσει στον μέγιστο δυνατό βαθμό την κάλυψη της απαιτήσεώς του, δεδομένου ότι η απαίτηση καταβολής της συνολικής οφειλής θα είχε πιθανώς οδηγήσει στην πτώχευση της αιτούσας.
17 Κατόπιν της ανακοινώσεως της 29ης Ιουλίου 2000, η αιτούσα υπέβαλε στις 28 Αυγούστου 2000 τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή. Ζήτησε από την τελευταία να της επιτρέψει την πρόσβαση στο μη εμπιστευτικό τμήμα του φακέλου (ή, επικουρικώς, να της χορηγήσει περίληψη των περιλαμβανομένων στο τμήμα αυτό του φακέλου εγγράφων καθώς και κατάλογο των εγγράφων αυτών) και να της παράσχει στη συνέχεια τη δυνατότητα να διατυπώσει νέες παρατηρήσεις.
18 Με έγγραφο της 11ης Οκτωβρίου 2000, η BvS χορήγησε προθεσμία στην αιτούσα για την καταβολή του υπολοίπου της καθοριζόμενης στην asset-deal 1 τιμής αγοράς, ήτοι 1,8 εκατομμυρίων DEM (920 325 ευρώ), καθώς και για την καταβολή των τόκων που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμοι μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1998 και 20ής Ιουνίου 2000 και που ανέρχονταν σε 198 800 DEM (101 645 ευρώ), αλλά χωρίς πρόσθετους τόκους, καθορίζοντας ως νέες ημερομηνίες καταβολής την 31η Δεκεμβρίου των ετών 2003 έως 2005. Προβλεπόταν κατά τον τρόπο αυτό η απόδοση ποσού 666 600 DEM (340 827 ευρώ) σε εκάστη των ανωτέρω ημερομηνιών.
19 Με έγγραφο της 20ής Νοεμβρίου 2000, η Γερμανική Κυβέρνηση υπέβαλε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της επί των παρατηρήσεων της επιχειρήσεως, ανταγωνίστριας της αιτούσας, οι οποίες υποβλήθηκαν στις 28 Σεπτεμβρίου 2000 στην Επιτροπή στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως.
20 Στις 24 Νοεμβρίου 2000, ο κ. Arnold, λογιστής, υπέβαλε για λογαριασμό του ομοσπόνδου κράτους της Θουριγγίας πραγματογνωμοσύνη επί της πρόσφατης οικονομικής καταστάσεως και επί των προοπτικών αποδοτικότητας της αιτούσας (στο εξής: πραγματογνωμοσύνη Arnold).
21 Η Γερμανική Κυβέρνηση διαβίβασε στις 27 Φεβρουαρίου 2001 στην Επιτροπή αντίγραφο της πραγματογνωμοσύνης Arnold, αναφέροντας ότι η αιτούσα ήταν έτοιμη να προβεί σε προσαρμογή του σχεδίου αναδιαρθρώσεώς της, αντίγραφο του οποίου θα διαβιβαζόταν στην Επιτροπή στην περίπτωση κατά την οποία αυτή θα εκτιμούσε ότι η έκβαση της διαδικασίας θα μπορούσε να εξαρτάται από την εν λόγω προσαρμογή του σχεδίου.
22 Στις 12 Ιουνίου 2001, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2002/185/ΕΚ σχετικά με κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε από τη Γερμανία υπέρ της Technische Glaswerke Ilmenau GmbH (ΕΕ L 62, σ. 30, στο εξής: επίδικη απόφαση). Παραλείποντας ρητώς να προβεί στην εξέταση, στο πλαίσιο της ίδιας επίσημης διαδικασίας, άλλων δυνητικών περιπτώσεων κρατικών ενισχύσεων, όπως η μετατροπή της τραπεζικής εγγυήσεως ύψους 1,8 εκατομμυρίων DEM, που είχε συσταθεί στο πλαίσιο της asset-deal 1, σε έγγεια οφειλή κατωτέρας τάξεως («nachrangige Grundschuld») και η μετάθεση της καταβολής του υπολοίπου της τιμής αγοράς για το 2003, όπως καθορίστηκε με τη συμφωνία αυτή (αιτιολογικές σκέψεις 42, 64 και 65 της επίδικης αποφάσεως), η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής δεν αντιστοιχούσε στη συμπεριφορά ενός ιδιώτη επιχειρηματία, αλλά συνιστούσε κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, η οποία δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως συμβατή με την κοινή αγορά.
23 Η Επιτροπή έκρινε για τρεις λόγους (αιτιολογικές σκέψεις 76 έως 80) ότι το BvS, χορηγώντας την απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής, δεν συμπεριφέρθηκε ως ιδιώτης δανειστής. Έστω και αν προϋπόθεση για την πραγμάτωση της asset-deal 2 ήταν η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής, τίποτα δεν αποδεικνύει, κατά την επίδικη απόφαση, ότι το BvS θα επιβαρυνόταν με μικρότερα έξοδα αν παραιτούνταν από την αξίωσή του η οποία απέρρεε από την asset-deal 1 και αν προέβαινε στη σύναψη της asset-deal 2 απ' ό,τι αν απαιτούσε την πλήρη καταβολή της τιμής αγοράς που είχε καθοριστεί με την πρώτη συμφωνία, με συνέπεια τη μη εκτέλεση της δεύτερης (αιτιολογική σκέψη 81). Η Επιτροπή απέρριψε επιπλέον το επιχείρημα της αιτούσας κατά το οποίο, λαμβανομένης υπόψη της μειώσεως των επιδοτήσεων τις οποίες είχε υποσχεθεί το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας, η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής αποτελούσε απλώς προσαρμογή της συμβάσεως ιδιωτικοποιήσεως, για τον λόγο ότι το BvS και το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας αποτελούσαν διαφορετικά νομικά πρόσωπα (αιτιολογική σκέψη 82). Η Επιτροπή συνήγαγε από τα ανωτέρω το συμπέρασμα ότι το BvS ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό για να διασφαλίσει την ύπαρξη της αιτούσας και όχι για να μειώσει τη χρηματική του επιβάρυνση εκ των ανωτέρω ενεργειών (αιτιολογική σκέψη 83).
24 Κατά την επίδικη απόφαση, η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής δεν μπορούσε να τύχει εξαιρέσεως ως ad hoc ενίσχυση υπέρ της αναδιαρθρώσεως, διότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που καθορίζονται με τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες (ΕΕ 1994, C 368, σ. 12). Ειδικότερα, το σχέδιο αναδιαρθρώσεως της αιτούσας δεν στηρίζεται σε ρεαλιστικές υποθέσεις και η αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς της είναι αμφίβολη (αιτιολογικές σκέψεις 92 έως 97).
25 Η Επιτροπή υπέμνησε επίσης την προϋπόθεση που ισχύει για τις ενισχύσεις υπέρ της αναδιαρθρώσεως, κατά την οποία το σχέδιο αναδιαρθρώσεως πρέπει να προβλέπει μέτρα ώστε να περιορίζονται κατά το δυνατόν οι δυσμενείς συνέπειες για τους ανταγωνιστές (αιτιολογικές σκέψεις 98 έως 101). Ωστόσο, παρά τις παρατηρήσεις μιας ανταγωνίστριας επιχειρήσεως της αιτούσας σύμφωνα με τις οποίες «σε ορισμένες αγορές προϊόντων, στις οποίες [η αιτούσα] συνεχίζει τις δραστηριότητές της, υφίστανται διαρθρωτικές υπερπαραγωγικές ικανότητες», η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που διέθετε, δεν υφίσταται «διαρθρωτική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα στο σύνολο της αγοράς» (αιτιολογική σκέψη 101).
26 Τέλος, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση περί αναλογικότητας της ενισχύσεως, καθόσον ουδεμία συμβολή ιδιώτη επενδυτή υφίσταται, σύμφωνα με τις ανωτέρω κατευθυντήριες γραμμές (αιτιολογικές σκέψεις 102 έως 107). Διαπιστώνοντας επιπλέον ότι, σύμφωνα με την ίδια ανταγωνίστρια επιχείρηση, η αιτούσα πωλούσε συστηματικά τα προϊόντα της κάτω της τιμής της αγοράς κόστους, ακόμα και κάτω της τιμής κόστους, και ετύγχανε συνεχούς αντισταθμίσεως των ζημιών της, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να έχει διαθέσει η αιτούσα τα ληφθέντα κεφάλαια για δραστηριότητες που προκάλεσαν στρεβλώσεις στην αγορά και δεν συνδέονταν με τη διαδικασία αναδιαρθρώσεως (αιτιολογική σκέψη 103). Η Επιτροπή κατέληξε συνεπώς στο συμπέρασμα ότι η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής δεν ήταν συμβατή με την κοινή αγορά (αιτιολογική σκέψη 109).
27 Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 1 της επίδικης αποφάσεως, η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής χαρακτηρίζεται ως κρατική ενίσχυση υπέρ της αιτούσας, ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. Κατά το άρθρο 2 της αποφάσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας οφείλει να προβεί αμελλητί στην ανάκτηση της ενισχύσεως, σύμφωνα με τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου, πλέον τόκων. Κατά το άρθρο 3 της επίδικης αποφάσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας οφείλει επίσης να ενημερώσει την Επιτροπή, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση.
28 Η αιτούσα αναγνωρίζει ότι έλαβε γνώση της επίδικης αποφάσεως ήδη στις 19 Ιουνίου 2001, όταν εκπρόσωποι του BvS τής διαβίβασαν αντίγραφο.
29 Με έγγραφο της 23ης Αυγούστου 2001, η Γερμανική Κυβέρνηση ενημέρωσε την Επιτροπή ότι είχε την πρόθεση, υπό την επιφύλαξη της συναινέσεώς της, να μεταθέσει την ανάκτηση της επίμαχης ενισχύσεως ώστε να μη διακυβευθούν οι διαπραγματεύσεις που είχαν αρχίσει μεταξύ της αιτούσας και ενός νέου πιθανού επενδυτή.
30 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Αυγούστου 2001, η αιτούσα άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως.
31 Με έγγραφο της 17ης Σεπτεμβρίου 2001, η Επιτροπή απέρριψε την αναστολή ανακτήσεως της επίμαχης ενισχύσεως και επέμεινε να απαιτήσουν οι γερμανικές αρχές αμελλητί την απόδοσή της.
32 Με έγγραφο της 26ης Σεπτεμβρίου 2001, δύο επενδυτές εξεδήλωσαν την πρόθεσή τους να συνάψουν με την αιτούσα συμφωνία προ του τέλους του έτους, προβλέπουσα επένδυση ύψους 4 εκατομμυρίων DEM.
33 Με έγγραφο της 2ας Οκτωβρίου 2001, το BvS κοινοποίησε στην αιτούσα αντίγραφο του εγγράφου της Επιτροπής της 17ης Σεπτεμβρίου 2001 και την όχλησε να αποδώσει, το αργότερο στις 15 Οκτωβρίου 2001, το ποσό των 4 830 481,10 DEM (2 469 785,77 ευρώ), ποσό της επίμαχης ενισχύσεως πλέον τόκων ανερχομένων, κατά τους υπολογισμούς του, σε 830 481,10 DEM (424 618,24 ευρώ). Το BvS, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αιτούσα του εξεδήλωσε την πρόθεσή της να υποβάλει στο Πρωτοδικείο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως, ανέφερε επίσης ότι, για να μην επηρεάσει την έκβαση της αιτήσεως αυτής, δεν θα επέμενε να του αποδοθεί η επίμαχη ενίσχυση πριν αποφανθεί ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής.
34 Με έγγραφο της 10ης Οκτωβρίου 2001, οι επενδυτές και ο Geiß εξεδήλωσαν την πρόθεσή τους να καταλήξουν, το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2001, σε «τελική συμφωνία» («final agreement»). Κατά τη συμφωνία αυτή, οι επενδυτές θα αποκτούσαν σημαντική πλειοψηφική συμμετοχή στο κεφάλαιο της αιτούσας, έναντι επενδύσεως 4 εκατομμυρίων DEM υπέρ αυτής και έναντι δικαίας αποζημιώσεως καταβλητέας στον Geiß.
35 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Οκτωβρίου 2001, η αιτούσα ζήτησε, δυνάμει των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, κυρίως, την αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 2 της επίδικης αποφάσεως είτε μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας είτε μέχρι κάποια άλλη ημερομηνία που θα έπρεπε να καθοριστεί και, επικουρικώς, τη λήψη κάθε άλλου προσωρινού ή πρόσθετου μέτρου που θα κρινόταν αναγκαίο ή πρόσφορο. Η αίτηση στηρίζεται, ιδίως, σε πραγματογνωμοσύνη καταρτισθείσα στις 4 Οκτωβρίου 2001 από το γραφείο λογιστών εμπειρογνωμόνων Pfizenmayer & Birkel (στο εξής: πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 1).
36 Στις 29 Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της εν λόγω αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
37 Οι διάδικοι διατύπωσαν προφορικώς διευκρινίσεις ενώπιον του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή στις 6 Νοεμβρίου 2001 (στο εξής: πρώτη ακρόαση). Κατά την ακρόαση αυτή, κατατέθηκε και συμπεριλήφθηκε στη δικογραφία από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή μία ένορκη δήλωση στην οποία είχαν προβεί την παραμονή της ακροάσεως ο Geiß και ο διαχειριστής της αιτούσας Hübler (στο εξής: δήλωση των διαχειριστών). Κατά το πέρας της ακροάσεως αυτής, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής, χωρίς οι διάδικοι να εγείρουν αντιρρήσεις, αποφάσισε να παραχωρήσει στην αιτούσα προθεσμία μέχρι τις 17 Δεκεμβρίου 2001 για να καταθέσει αυτή πρόσθετες πληροφορίες καθώς και γραπτές αποδείξεις επικυρωμένες από ορκωτό πραγματογνώμονα λογιστή επί των προοπτικών σχετικά με το μέλλον της επιχειρήσεως, ειδικά στην περίπτωση κατά την οποία θα νικούσε στην παρούσα διαδικασία αλλά θα ηττάτο στην κύρια προσφυγή. Στην Επιτροπή παραχωρήθηκε προθεσμία μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 2002 για να καταθέσει ενδεχομένως παρατηρήσεις επί των προσθέτων πληροφοριών και εγγράφων που θα κατέθετε η αιτούσα.
38 Στις 13 Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή υπέβαλε, με το υπόμνημα αντικρούσεως στην υπόθεση της κύριας δίκης, χωριστή αίτηση εκδικάσεως της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία κατ' εφαρμογήν του άρθρου 76α του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, όπως τροποποιήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ L 322, σ. 4). Η αιτούσα αντιτέθηκε στην αίτηση αυτή με τις παρατηρήσεις της που κατέθεσε συναφώς στις 11 Δεκεμβρίου 2001.
39 Στις 17 Δεκεμβρίου 2001, η αιτούσα κατέθεσε, μεταξύ άλλων εγγράφων, πρόσθετες παρατηρήσεις και νέα λογιστική πραγματογνωμοσύνη καταρτισθείσα στις 10 Δεκεμβρίου 2001 από τον Pfizenmayer (στο εξής: πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 2).
40 Η Επιτροπή κατέθεσε, στις 15 Ιανουαρίου 2002, συμπληρωματικές παρατηρήσεις επί των προσθέτων παρατηρήσεων της αιτούσας καθώς και επί της πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 2.
41 Στις 17 Ιανουαρίου 2002 κοινοποιήθηκε στους διαδίκους η απόφαση του πέμπτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου να μην κάνει δεκτή την υποβληθείσα από την Επιτροπή αίτηση εκδικάσεως της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία.
42 Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής αποφάσισε, στις 18 Ιανουαρίου 2002, να συμπεριλάβει στη δικογραφία μία σύντομη έκθεση τελικών παρατηρήσεων που κατέθεσε την ίδια ημέρα η αιτούσα (στο εξής: τελική έκθεση της αιτούσας) επί των συμπληρωματικών παρατηρήσεων της Επιτροπής.
43 Κληθείσα από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, η Επιτροπή κατέθεσε, στις 25 Ιανουαρίου 2002, τη δική της έκθεση τελικών παρατηρήσεων επί της εκθέσεως της αιτούσας (στο εξής: τελική έκθεση της Επιτροπής).
44 Υπό το φως αυτών των περισσότερων εκτεταμένων παρατηρήσεων, οι διάδικοι καθώς και οι εμπειρογνώμονες Arnold και Pfizenmayer κλήθηκαν να παραστούν σε νέα ακρόαση (στο εξής: δεύτερη ακρόαση), για να απαντήσουν στις πρόσθετες ερωτήσεις του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή σχετικά με τον επείγοντα χαρακτήρα και τις προβαλλόμενες αποκλίσεις μεταξύ της πραγματογνωμοσύνης Arnold και των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 1 και 2.
45 Κατά την ακρόαση αυτή, η οποία διενεργήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 2002, οι διάδικοι διατύπωσαν παρατηρήσεις σχετικά ιδίως με τα αποκλίνοντα συμπεράσματα που συνήγαν από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης Arnold και Pfizenmayer 1 και 2. Απαντώντας στις ερωτήσεις του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, ο Pfizenmayer επιβεβαιώνοντας τα πορίσματα της δεύτερης πραγματογνωμοσύνης του, δήλωσε ότι η αιτούσα θα επτώχευε αν υποχρεωνόταν να αποδώσει την επίμαχη ενίσχυση, αλλά πτώχευση δεν θα επήρχετο πριν από την απόφαση στην κύρια δίκη σε περίπτωση αναστολής εκτελέσεως αυτής της υποχρεώσεως. Από την πλευρά του, ο Arnold, επισημαίνοντας ότι δεν είχε ελέγξει τα βιβλία της αιτούσας μετά την κατάρτιση της πραγματογνωμοσύνης του τον Νοέμβριο του 2000, ήταν της γνώμης, βάσει της αναγνώσεως των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 1 και 2 και της προηγούμενης γνώσεώς του της καταστάσεως της αιτούσας, ότι η αιτούσα, παρά το ότι η χρηματική κατάσταση της βρισκόταν σε σημείο βελτιώσεως, δεν θα μπορούσε να επιβιώσει αν όφειλε να αποδώσει αμέσως την επίμαχη ενίσχυση.
46 Κατόπιν των δηλώσεων αυτών, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής κάλεσε τους διαδίκους, κατά την ακρόαση, να αναζητήσουν συναινετική ρύθμιση της υποθέσεως ασφαλιστικών μέτρων, υποδεικνύοντας τους ενδεχόμενους όρους τέτοιας ρυθμίσεως.
47 Παρά το ότι η αιτούσα, κατόπιν διαβουλεύσεων με τους Pfizenmayer και Arnold, εξέφρασε αμέσως τη συμφωνία της με την πρόταση αυτή, η Επιτροπή, με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 2000, εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να μη τη δεχθεί.
Σκεπτικό
48 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), το Πρωτοδικείο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων, όταν εκτιμά ότι οι συνθήκες το απαιτούν.
49 Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 104, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, η αίτηση περί αναστολής της εκτελέσεως μιας πράξεως είναι παραδεκτή μόνον αν ο αιτών προσέβαλε την πράξη αυτή με προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ο κανόνας αυτός δεν αποτελεί απλό τύπο, αλλά προϋποθέτει ότι η προσφυγή επί της ουσίας, επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να εξεταστεί από το Πρωτοδικείο. Πάντως, κατά πάγια νομολογία, η έκδοση αποφάσεως επί του παραδεκτού κατά τη διάρκεια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το παραδεκτό αυτό εκ πρώτης όψεως δεν αποκλείεται τελείως, θα προδίκαζε την απόφαση του Πρωτοδικείου επί της κύριας προσφυγής (διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 2001, Τ-342/00 R, Petrolessence και SG2R κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-67, σκέψη 17, και της 19ης Δεκεμβρίου 2001, Τ-195/01 R και T-207/01 R, Government of Gibraltar κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 47).
50 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι οι αιτήσεις σχετικά με τα προσωρινά μέτρα πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris), τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι όροι αυτοί είναι σωρευτικοί, οπότε η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορριφθεί όταν δεν πληρούται ένας από αυτούς [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4971, σκέψη 30· διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουλίου 1998, Τ-73/98 R, Prayon-Rupel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2769, σκέψη 25, και της 8ης Δεκεμβρίου 2000, Τ-237/99 R, BP Nederland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3849, σκέψη 34]. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, ενδεχομένως, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 2001, C-445/00 R, Αυστρία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-1461, σκέψη 73, και μνημονευθείσα διάταξη Government of Gibraltar κατά Επιτροπής, σκέψη 48).
51 Κατά το άρθρο 107, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν και η διάταξη περί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων παράγει αποτελέσματα μέχρι τη δημοσίευση της αποφάσεως επί της κυρίας υποθέσεως, μπορεί εντούτοις να καθορίζει ημερομηνία μετά την πάροδο της οποίας το μέτρο του οποίου διατάσσεται η λήψη παύει να ισχύει (βλ., υπό την έννοια αυτή, τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 1984, 160/84 R, Ορυζόμυλοι Καβάλας κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3217, σκέψη 9). Κατά το άρθρο 107, παράγραφος 4, «[η] διάταξη έχει προσωρινό μόνο χαρακτήρα και δεν προδικάζει καθόλου την κρίση του Πρωτοδικείου επί της κυρίας υποθέσεως». Ο προσωρινός χαρακτήρας μιας διατάξεως επί διαδικασίας προσωρινών μέτρων απορρέει επίσης από το ειδικό αντικείμενο των μέτρων που μπορεί να προβλέπει, το οποίο συνίσταται στη διαφύλαξη των συμφερόντων ενός των διαδίκων ώστε να μην καταστεί μάταιη η απόφαση της κύριας δίκης καθόσον θα στερείται πρακτικής αποτελεσματικότητας (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Μα_ου 1991, C-313/90 R, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-2557, σκέψη 24).
Επί του παραδεκτού
52 Προκειμένου να αμφισβητήσει το παραδεκτό της παρούσας αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, η Επιτροπή προβάλλει ότι η αιτούσα όφειλε να αναμείνει να κινήσει το BvS διαδικασία για την ανάκτηση της επίμαχης ενισχύσεως ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων και να κάνει στη συνέχεια χρήση όλων των παρεχομένων ενδίκων βοηθημάτων του εσωτερικού δικαίου (διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Φεβρουαρίου 1986, 310/85 R, Deufil κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 537, σκέψη 22, και της 15ης Ιουνίου 1987, 142/87 R, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 2589, σ. 26, στο εξής: διάταξη Tubemeuse· απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-276/99, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-8055). Συναφώς, αναφερόμενη στη νομολογία αυτή, η Επιτροπή εξέθεσε κατά την πρώτη ακρόαση ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας αναστολής της εκτελέσεως μιας αποφάσεως της Επιτροπής, ο εθνικός δικαστής οφείλει να τηρεί τις αρχές του κοινοτικού δικαίου.
53 Στην αίτησή της, η αιτούσα αιτιολογεί την απόφασή της να μην αναμείνει την προσφυγή του BvS ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων προβάλλοντας ότι τα εν λόγω δικαστήρια στερούνται κάθε δυνατότητας εκτιμήσεως του συμφέροντός της να επιτύχει την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως ή του συμφέροντος της Επιτροπής να εκτελεστεί αμέσως η επίδικη απόφαση. Η αιτούσα υποστηρίζει ότι, εάν καθίστατο καθής διάδικος σε αστική δίκη ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου με αντικείμενο την ανάκτηση της επίμαχης ενισχύσεως, το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε, αφ' εαυτού, να εξαλείψει το απαιτητό της οφειλής και, κατά συνέπεια, την υποχρέωση των διαχειριστών να κινήσουν διαδικασία διαπιστώσεως αφερεγγυότητας. Επιπλέον, ουδεμία επιρροή θα είχε επί της εξελίξεως της αστικής δίκης μετά την κίνηση της διαδικασίας διαπιστώσεως αφερεγγυότητας. Αναφερόμενη στις αντιρρήσεις που προέβαλε η Επιτροπή, η αιτούσα υποστήριξε κατά την ακρόαση ότι από το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 προκύπτει ότι η εκτέλεση εντολής της Επιτροπής προς απόδοση ενισχύσεως, όπως αυτή που διατυπώνεται στο άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως, μπορεί να ανασταλεί μόνον από τον κοινοτικό δικαστή. Θα ήταν κατά συνέπεια άσκοπο να αναμείνει η αιτούσα την εισαγωγή διαδικασίας προς απόδοση της ενισχύσεως ενώπιον του εθνικού δικαστή, δεδομένου ότι αυτός δεν έχει την εξουσία να διατάξει προσωρινά μέτρα όσον αφορά την εκτέλεση τέτοιας αποφάσεως.
54 Συναφώς, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής επισημαίνει καταρχάς ότι, κατά πάγια πλέον νομολογία, αν παρήχετο η δυνατότητα στον αποδέκτη ενισχύσεως να επικαλεστεί στα πλαίσια εθνικής διαδικασίας το ανίσχυρο της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία επιτάσσεται στο οικείο κράτος μέλος να ανακτήσει τη χορηγηθείσα ενίσχυση, αυτό θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση, υπέρ του αποδέκτη της ενισχύσεως, της ευχέρειας να παρακάμψει τον απρόσβλητο χαρακτήρα με τον οποίο, δυνάμει της αρχής της ασφάλειας δικαίου, πρέπει να περιβάλλεται τέτοια απόφαση μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης στο άρθρο 230 ΕΚ προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1994, C-188/92, TWD Textilwerke Deggendorf, Συλλογή 1994, σ. Ι-833, σκέψεις 17 και 18, και της 30ής Ιανουαρίου 1997, C-178/95, Wiljo, Συλλογή 1997, σ. Ι-585, σκέψη 21). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, καταρχήν, ο αποδέκτης κρατικής ενισχύσεως ο οποίος, λαμβάνοντας γνώση της εκδόσεως αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστο της ενισχύσεως με την κοινή αγορά και επιτάσσεται η ανάκτησή της, ασκεί προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Πρωτοδικείου, μπορεί να ζητήσει, δυνάμει των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, τη λήψη προσωρινών μέτρων ενώπιον του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή.
55 Τέτοια ερμηνεία επιρρωννύεται από το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, κατά το οποίο η ανάκτηση παράνομης ή ασυμβίβαστης με την κοινή αγορά ενισχύσεως πρέπει να πραγματοποιείται αμελλητί, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, υπό την επιφύλαξη, αποκλειστικά, διατάξεως του κρίνοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κοινοτικού δικαστή.
56 Πρέπει επιπλέον να προστεθεί ότι, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, ούτε οι προμνημονευθείσες διατάξεις Deufil κατά Επιτροπής και Tubemeuse, ούτε η προμνημονευθείσα απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, την οποία ειδικώς επικαλέστηκε η Επιτροπή κατά την πρώτη ακρόαση, στηρίζουν τις αντιρρήσεις της Επιτροπής. Το γεγονός και μόνον ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διατύπωσε τη σκέψη στις εν λόγω διατάξεις, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του κριτηρίου του επείγοντος χαρακτήρα, ότι οι αποδέκτες των επίμαχων ενισχύσεων στις υποθέσεις αυτές είχαν ακόμα τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγών ενώπιον του εθνικού δικαστή κατά διαδικασίας για την ανάκτηση των ενισχύσεων που θα κινούσαν ενδεχομένως οι εθνικές αρχές, και ότι η δυνατότητα αυτή εξαλείφει τον κίνδυνο να υποστούν οι εν λόγω αποδέκτες των ενισχύσεων σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία σε περίπτωση εκτελέσεως των επίδικων αποφάσεων, ουδόλως μπορεί να οδηγήσει στη συναγωγή του συμπεράσματος ότι προσφυγή ασκούμενη ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, πριν από την κίνηση διαδικασίας σε εθνικό επίπεδο για την ανάκτηση της ενισχύσεως, είναι απαράδεκτη.
57 Η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία δεν φαίνεται επίσης να επιρρωννύεται από την προμνημονευθείσα απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής. Το γεγονός και μόνον ότι, στην υπόθεση αυτή, ένα γερμανικό δικαστήριο ανέστειλε εθνική διαδικασία που κίνησαν οι εθνικές αρχές για να επιτύχουν την έκδοση διαταγής αποδόσεως των ενισχύσεων οι οποίες είχαν κηρυχθεί ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά με απόφαση την εκτέλεση της οποίας είχε προηγουμένως αρνηθεί να αναστείλει με διάταξή του ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, κατόπιν αιτήσεως του οικείου κράτους μέλους (βλ. διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 3ης Μα_ου 1996, C-339/95 R, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-2441), δεν είναι δυνατό να στηρίξει το συμπέρασμα ότι ο αποδέκτης τέτοιας ενισχύσεως, όπως εν προκειμένω, δεν μπορεί να ζητήσει παραδεκτώς, ενώπιον του κρίνοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κοινοτικού δικαστή, την αναστολή της υποχρεώσεως αποδόσεως, εφόσον αμφισβήτησε εμπροθέσμως τη νομιμότητα της σχετικής αποφάσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου.
58 Διαπιστώνεται κατά συνέπεια, εκ πρώτης όψεως, ότι δεν υφίστανται στοιχεία επιτρέποντα εν προκειμένω τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι αποκλείεται το παραδεκτό της κυρίας προσφυγής. Ο αποδέκτης κρατικής ενισχύσεως, ο οποίος άσκησε εμπροθέσμως τέτοια προσφυγή, μπορεί επομένως να ζητήσει από τον κρίνοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κοινοτικό δικαστή τη λήψη προσωρινών μέτρων αναφορικά με απόφαση της Επιτροπής με την οποία του επιβάλλεται η υποχρέωση αποδόσεως της ενισχύσεως.
Επί του fumus boni juris
59 Για να αποδείξει ότι πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με το fumus boni juris, η αιτούσα αναφέρεται στους πέντε λόγους ακυρώσεως τους οποίους προβάλλει με την κύρια προσφυγή της. Ωστόσο, μετά την πρώτη ακρόαση, έμφαση δίδεται στον πρώτο και τον τρίτο λόγο, οι οποίοι αντλούνται από την παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και από την προσβολή του δικαιώματος της αιτούσας να τύχει δικαίας διαδικασίας. Οι τρεις άλλοι λόγοι αντλούνται, αντιστοίχως, από την παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ_, ΕΚ, από την παράβαση της γενικής υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και από την παράβαση του άρθρου 20, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, του κανονισμού 659/1999.
60 Η Επιτροπή προβάλλει ότι όλοι αυτοί οι λόγοι στερούνται, ακόμα και εκ πρώτης όψεως, πειστικού χαρακτήρα.
61 Πρέπει να εξεταστούν καταρχάς ο πρώτος και ο τρίτος λόγος.
Επιχειρήματα των διαδίκων
62 Με τον πρώτο προβαλλόμενο λόγο, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής δεν συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Ο λόγος αυτός υποδιαιρείται σε τρία σκέλη.
63 Καταρχάς, η αιτούσα προβάλλει ότι το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας δεν τήρησε, για λόγους τους οποίους αγνοεί, την υπόσχεση την οποία είχε δώσει σε συνάρτηση με την asset-deal 1 να της καταβάλει 4 εκατομμύρια DEM ώστε να μειωθεί η συμφωνηθείσα με το BvS τιμή πωλήσεως ύψους 5,8 εκατομμυρίων DEM. Αυτή η υπόσχεση ενισχύσεως θα είχε επιτρέψει στην αιτούσα να δεχθεί την προταθείσα από το BvS τιμή πωλήσεως της asset-deal 1. Η αιτούσα διευκρινίζει ότι η υπόσχεση του ομόσπονδου κράτους της Θουριγγίας δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση, διότι είχε δοθεί στο πλαίσιο προγράμματος ενισχύσεων για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), στις οποίες εντασσόταν και η ίδια, εντός της οικείας περιφέρειας [23ο σχέδιο-πλαίσιο του στόχου γενικού συμφέροντος «βελτίωση των περιφερειακών οικονομικών δομών» τα μέτρα του οποίου εγκρίθηκαν από την Επιτροπή με την απόφαση Ν 157/94, SG (94) D/11038, της 1ης Αυγούστου 1994]. Η αιτούσα υποστηρίζει επίσης ότι, κατά την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, η Επιτροπή ουδέποτε αμφισβήτησε αυτά τα πραγματικά περιστατικά, δεδομένου ότι η ύπαρξη της υποσχέσεως είχε τεθεί υπόψη της με τις παρατηρήσεις της 28ης Αυγούστου 2000. Η Γερμανική Κυβέρνηση συμμερίστηκε επίσης την άποψη αυτή με την ανακοίνωσή της προς την Επιτροπή της 27ης Φεβρουαρίου 2001. Άλλωστε, στην επίδικη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 82), η Επιτροπή δέχθηκε το υποστατό της υποσχέσεως, περιορίστηκε δε να αμφισβητήσει τη σημασία της από νομική άποψη. Η αιτούσα υποστηρίζει ότι, κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορεί πλέον να αμφισβητήσει το υποστατό της υποσχέσεως αυτής (απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Τ-16/91, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1827, σκέψη 45).
64 Η αιτούσα υπέμνησε κατά την πρώτη ακρόαση ότι, στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, είχε προβάλει ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, λόγω της αθετήσεως της υποσχέσεως από το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας, είχε έναντι του BvS αξίωση αναπροσαρμογής (zivilrechtlicher Anspruch auf Anpassung) της asset-deal 1. Στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της, η αιτούσα διευκρινίζει ότι η αξίωση αυτή προβλέπεται όταν μεταβάλλεται η αιτία συμβάσεως (ήτοι οι συνθήκες που διαμόρφωσαν τη βούληση των συμβαλλομένων). Αυτό συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η αιτία της asset-deal 1 συνίστατο στην υπόσχεση ενισχύσεως εκ μέρους του ομόσπονδου κράτους της Θουριγγίας.
65 Δεύτερον, κατά την αιτούσα, η Επιτροπή ερμήνευσε το κριτήριο του «ιδιώτη επενδυτή» κατά τρόπο εξαιρετικά περιοριστικό. Όφειλε να εκτιμήσει την απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής από την οπτική γωνία μιας ιδιωτικής εταιρίας χαρτοφυλακίου ή ενός ιδιωτικού ομίλου επιχειρήσεων, που κινούνται βάσει μακροπρόθεσμων προοπτικών αποδοτικότητας και βάσει της αξιοπιστίας της εικόνας τους. Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι ένας συνετός επιχειρηματίας δεν θα είχε χορηγήσει τέτοια απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής, παρέβλεψε συνεπώς, κατά την άποψη της αιτούσας, τον κανόνα σχετικά με τις «εκτιμήσεις που ανάγονται στην οικονομία της αγοράς» («business judgement rule»), κατά τον οποίο ο επίδοξος επενδυτής έχει μεγάλη ελευθερία από την άποψη της οικονομικής αξιολογήσεως.
66 Τέλος, προς στήριξη του πρώτου λόγου της, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέλειψε να προσκομίσει την απόδειξη του προβαλλόμενου στην επίδικη απόφαση ισχυρισμού της ότι η ενίσχυση ήταν ύψους 4 εκατομμυρίων DEM. Ενώ η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η αιτούσα θα επτώχευε αν το BvS είχε απαιτήσει την πλήρη καταβολή της τιμής πωλήσεως που είχε καθοριστεί με την asset-deal 1, λησμονεί ότι το BvS δεν θα είχε μπορέσει τότε να πωλήσει στην αιτούσα τον τέταρτο κλίβανο που αποτελούσε αντικείμενο της asset-deal 2. Επιπλέον, κατά την αιτούσα, η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής θα μπορούσε να συνιστά κρατική ενίσχυση μόνον στο μέτρο που θα προερχόταν από «κρατικούς πόρους», κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Σύμφωνα όμως με τον υπολογισμό που περιλαμβάνεται στην επίδικη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 78), η απώλεια εισοδημάτων του BvS, σε περίπτωση πτωχεύσεως της αιτούσας την οποία θα προκαλούσε η απαίτηση πλήρους καταβολής της τιμής αγοράς, θα ισούνταν μόνο με το ποσό που θα είχε παραχωρηθεί στους πτωχευτικούς πιστωτές και όχι με 4 εκατομμύρια DEM.
67 Προς στήριξη του τρίτου λόγου, η αιτούσα προβάλλει ότι η Επιτροπή, προσβάλλοντας το δικαίωμά της επί δικαίας διαδικασίας, παρέλειψε να έλθει σε άμεση επαφή μαζί της κατά την επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Η αρχή της χρηστής διοικήσεως επέβαλλε στην Επιτροπή, κατά την αιτούσα, να προβεί σε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση της υποθέσεως βάσει των πραγματικών στοιχείων που ήταν διαθέσιμα κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεώς της (απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Ιουνίου 2001, Τ-6/99, ESF Elbe-Stahlwerke Feralpi κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-1523, σκέψη 93). Η απουσία επαφώς θα έπρεπε να εκτιμηθεί, κατά την αιτούσα, υπό το φως των συγκεκριμένων συνθηκών της προκειμένης περιπτώσεως, ήτοι των αιτήσεών της να ενημερωθεί για τις προβλέψεις της Επιτροπής σχετικά με την απόφαση κινήσεως επίσημης διαδικασίας εξετάσεως και προσβάσεως στον φάκελο της υποθέσεως (βλ. τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 19ης Φεβρουαρίου 1998, T-42/96, Eyckeler & Malt κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-401, σκέψεις 75 επ.· της 10ης Μα_ου 2001, T-186/97, T-187/97, T-190/97 έως T-192/97, T-210/97, T-211/97, T-216/97 έως T-218/97, T-279/97, T-280/97, T-293/97 και T-147/99, Kaufring κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-1337, σκέψη 153, και προμνημονευθείσα απόφαση ESF Elbe-Stahlwerke Feralpi κατά Επιτροπής, σκέψεις 126, 128 και 130).
68 Με τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της, η αιτούσα προβάλλει ότι, χάρη σε έγγραφο της 27ης Νοεμβρίου 2001 που της απέστειλε το BvS, ενημερώθηκε για το ότι, κατά την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, η Επιτροπή υπέβαλε, στις 28 Δεκεμβρίου 2000, ορισμένες συγκεκριμένες ερωτήσεις στην επιχείρηση Schott, στις οποίες αυτή απάντησε στις 23 Ιανουαρίου 2001. Κατά την αιτούσα, οι εν λόγω απαντήσεις, αντίγραφο των οποίων είναι συνημμένο στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της αιτούσας, συμπλήρωσαν τις παρατηρήσεις που είχαν υποβληθεί από την επιχείρηση Schott στις 28 Σεπτεμβρίου 2000, στις οποίες αναφέρεται μόνον η επίδικη απόφαση. Οι απαντήσεις αυτές ουδέποτε κοινοποιήθηκαν, κατά την αιτούσα, ούτε στη Γερμανική Κυβέρνηση ούτε στην ίδια, όπως θα έπρεπε να είχε συμβεί. Επιπλέον, η Επιτροπή έλαβε την απόφασή της βάσει του φακέλου ως είχε μετά τη λήψη των απαντήσεων αυτών, παρά την πρόταση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να της διαβιβάσει πρόσθετες πληροφορίες, μεταξύ των οποίων και την τελευταία έκδοση του σχεδίου αναδιαρθρώσεως. Λαμβανομένων υπόψη της φύσεως των ερωτήσεων που υπέβαλε η Επιτροπή στην επιχείρηση Schott και των απαντήσεων της τελευταίας, είναι πιθανό η Επιτροπή να είχε καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα αν είχε παραχωρήσει στη Γερμανική Κυβέρνηση και στην αιτούσα τη δυνατότητα να σχολιάσουν τις εν λόγω απαντήσεις (απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 2000, C-288/96, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-8237, στο εξής: απόφαση Jadekost, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Γ. Κοσμά επί της υποθέσεως αυτής, Συλλογή 2000, σ. Ι-8241, σημείο 63, και απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-307, στο εξής: απόφαση Boussac).
69 Υπογραμμίζοντας το ενδιαφέρον του τρίτου λόγου, η αιτούσα υποστηρίζει ότι αναφέρεται στο σημαντικό και, εν όψει της υφιστάμενης νομολογίας, νέο ζήτημα της εκτάσεως των δικαιωμάτων των οποίων πρέπει να απολαύουν οι αποδέκτες των ενισχύσεων στο πλαίσιο επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Κατά την αιτούσα, ο αποδέκτης ενισχύσεως θα έπρεπε να έχει το δικαίωμα να λάβει θέση επί όλων των σημαντικών ζητημάτων που ανακύπτουν κατά την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, λαμβανομένων υπόψη των δυνητικώς «εξοντωτικών» συνεπειών, όπως εν προκειμένω, της λήψεως αρνητικής αποφάσεως κατά το πέρας της διαδικασίας αυτής. Εν προκειμένω, η αιτούσα δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει θέση επί των σημείων τα οποία εγνώριζε η Επιτροπή πριν από την κίνηση της εν λόγω διαδικασίας, όπως προκύπτει από τη δημοσιευθείσα στην Επίσημη Εφημερίδα ανακοίνωση.
70 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ουδείς από τους λόγους που προβάλλει η αιτούσα έχει πραγματικές πιθανότητες να γίνει δεκτός στα πλαίσια της κύριας δίκης. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο, η Επιτροπή προβάλλει καταρχάς με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι αν η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής «εξουδετερώνει», όπως ισχυρίζεται η αιτούσα, τη μη καταβολή της υπεσχημένης επιδοτήσεως ισοδύναμου ποσού, αυτό αποδεικνύει αναμφισβήτητα ότι η εν λόγω απαλλαγή συνιστούσε κρατική ενίσχυση όπως και η υπεσχημένη επιδότηση. Με τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή προβάλλει ότι η αιτούσα ουδεμία απόδειξη προσκόμισε όσον αφορά τόσο το υποστατό της υποσχέσεως του ομόσπονδου κράτους της Θουριγγίας όσο και τον καθοριστικό χαρακτήρα της υποσχέσεως αυτής για τη σύναψη της asset-deal 1. Λαμβανομένου υπόψη του εν λόγω ποσού, θα ήταν παράλογο να υποτεθεί ότι πρόκειται για προφορική υπόσχεση. Επιπλέον, από τις παρατηρήσεις της αιτούσας κατά την επίσημη διαδικασία εξετάσεως προκύπτει ότι η υπόσχεση δόθηκε γραπτώς. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ουδεμία υπόσχεση δόθηκε.
71 Η Επιτροπή υποστηρίζει, με τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της, ότι η επιχειρηματολογία η οποία προβάλλεται με τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της αιτούσας σχετικά με τον πρώτο λόγο (βλ. ανωτέρω σκέψη 64) βαίνει πέραν αυτού το οποίο ζήτησε ο κρίνων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής κατά την πρώτη ακρόαση των διαδίκων. Η Επιτροπή παρατηρεί επιπλέον ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν στηρίχθηκε σε αυτό το είδος επιχειρημάτων κατά την επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Μόνον τα επιχειρήματα τα οποία προέβαλε πράγματι η Γερμανική Κυβέρνηση κατά τη διαδικασία αυτή είναι καθοριστικά, δεδομένου ότι η Γερμανική Κυβέρνηση έλαβε μέρος μόνο στη διαδικασία αυτή. Εν πάση περιπτώσει, η υποτιθέμενη υπόσχεση θα μπορούσε να είχε δοθεί μόνον υπό την επιφύλαξη της εγκρίσεως της Επιτροπής, ελλείψει δε τέτοιας εγκρίσεως η αιτούσα ουδεμία δικαιολογημένη εμπιστοσύνη θα μπορούσε να επικαλεστεί λόγω της δοθείσας υποσχέσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1990, σ. Ι-3437, σκέψεις 13 και 14· της 14ης Ιανουαρίου 1997, C-169/95, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-135, σκέψη 51, και της 20ής Μαρτίου 1997, C-24/95, Alcan Deutschland, Συλλογή 1997, σ. Ι-1591, σκέψη 25). Η έγκριση αυτή θα ήταν περιττή μόνον αν η ενίσχυση αποτελούσε αντικείμενο υποσχέσεως δυνάμει προεγκριθέντος προγράμματος ενισχύσεων υπέρ των ΜΜΕ και αν η αιτούσα μπορούσε εν προκειμένω να θεωρηθεί ως τέτοια επιχείρηση. Αυτό όμως δεν συμβαίνει δεδομένου ότι η αιτούσα ουδεμία απόδειξη προσκόμισε.
72 Η Επιτροπή προβάλλει επίσης ότι η εκ μέρους της αιτούσας αναφορά στην έννοια του «ιδιώτη επενδυτή» είναι εσφαλμένη, δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 78 έως 83) στηρίζεται στο διαφορετικό κριτήριο του «ιδιώτη δανειστή». Εξάλλου, αν η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής δεν αντιστοιχεί στη συμπεριφορά ενός ιδιώτη δανειστή, συνιστά τότε κατ' ανάγκη ενίσχυση κατά το συνολικό της ποσό, δεδομένου ότι το σημαντικό στοιχείο είναι το αποτέλεσμα για την ωφελούμενη επιχείρηση και όχι το πραγματικό κόστος για τον δότη οργανισμό.
73 Κατά την Επιτροπή, ο τρίτος λόγος που προβάλλει η αιτούσα στηρίζεται σε εντελώς εσφαλμένη αντίληψη της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως και παραβλέπει τη σχετική κοινοτική νομολογία, σύμφωνα με την οποία οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι δεν απολαύουν ούτε των δικαιωμάτων άμυνας ούτε του δικαιώματος να λαμβάνουν θέση επί σχεδίου αποφάσεως ή να έχουν πρόσβαση στον φάκελο της υποθέσεως, αλλά απολαύουν μόνον του δικαιώματος να διατυπώνουν την άποψή τους κατόπιν της δημοσιεύσεως της αποφάσεως περί κινήσεως τέτοιας διαδικασίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France, Συλλογή 1998, σ. Ι-1719, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Δεκεμβρίου 2000, T-613/97, Ufex κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-4055). Όσον αφορά την προβαλλόμενη προσβολή του δικαιώματος επί δικαίας δίκης λόγω της μη διαβιβάσεως των συμπληρωματικών παρατηρήσεων που ζητήθηκαν από την επιχείρηση Schott, η Επιτροπή αναγνωρίζει μεν το σφάλμα της αλλά υποστηρίζει ότι τέτοια προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας μπορεί να συνεπάγεται την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως μόνον αν, ελλείψει της προσβολής αυτής, η επίσημη διαδικασία εξετάσεως θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα (απόφαση Boussac, σκέψεις 30 και 31, και απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-959, στο εξής: απόφαση Tubemeuse, σκέψεις 45 έως 48). Αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω, διότι, κατά την Επιτροπή, οι συμπληρωματικές παρατηρήσεις της επιχειρήσεως Schott ουδόλως επηρέασαν την επίδικη απόφαση.
Η εκτίμηση του κρίνοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
74 Επισημαίνεται καταρχάς όσον αφορά τον πρώτο λόγο, ότι τα στοιχεία τα οποία προβάλλει η αιτούσα με τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της σχετικά με την αξίωση αναπροσαρμογής των συμβάσεων κατά το γερμανικό δίκαιο δεν φαίνεται να συνιστούν νέους ισχυρισμούς κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Τα στοιχεία αυτά μπορούν μάλλον να θεωρηθούν ως διευκρινίσεις, διατυπούμενες υπό το φως των γραπτών παρατηρήσεων της Επιτροπής, αναφορικά με την αθέτηση της υποσχέσεως την οποία υποστηρίζεται ότι έδωσε το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας.
75 Όσον αφορά την απόδειξη του υποστατού της υποσχέσεως του ομόσπονδου κράτους της Θουριγγίας, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να λάβει υπόψη, στην επίδικη απόφαση, την αθέτηση της προβαλλόμενης υποσχέσεως και τις συνέπειές της, περιορίστηκε δε να παρατηρήσει ότι «τα δικαιώματα θα μπορούσε ενδεχομένως να διεκδικήσει [η αιτούσα] έναντι του ομόσπονδου κράτους της Θουριγγίας και του BvS πρέπει να εξεταστούν χωριστά μεταξύ τους» (αιτιολογική σκέψη 82). Φαίνεται συνεπώς, όπως ισχυρίζεται η αιτούσα, ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε, στην επίδικη απόφαση, το υποστατό της προβαλλόμενης υποσχέσεως. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι μια απόφαση πρέπει να έχει αυτάρκεια, η δε αιτιολογία της δεν μπορεί να προκύπτει από μεταγενέστερα διδόμενες γραπτές ή προφορικές διευκρινίσεις, ενώ αποτελεί ήδη αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή (προμνημονευθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 45· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 25ης Μα_ου 2000, T-77/95, Ufex κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-2167, σκέψη 54, και της 26ης Φεβρουαρίου 2002, T-323/99, INMA και Itainvest κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 76). Κατά συνέπεια, οι αμφιβολίες που εξέφρασε η Επιτροπή με τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της όσον αφορά το υποστατό της εν λόγω υποσχέσεως δεν μπορούν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, να γίνουν δεκτές.
76 Η έννοια της κρατικής ενισχύσεως, η οποία έχει νομικό χαρακτήρα, πρέπει να ερμηνεύεται βάσει αντικειμενικών στοιχείων. Επομένως, ο εκ μέρους της Επιτροπής χαρακτηρισμός κρατικών μέτρων ως νέων ή υφισταμένων ενισχύσεων πρέπει, καταρχήν και λαμβανομένων υπόψη τόσο των συγκεκριμένων στοιχείων της διαφοράς όσο και του τεχνικού ή περίπλοκου χαρακτήρα των εκτιμήσεων της Επιτροπής, να υπόκειται στον πλήρη έλεγχο του κοινοτικού δικαστή (απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Ιανουαρίου 1998, Τ-67/94, Ladbroke Racing κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-1, σκέψη 52, επιβεβαιωθείσα κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως με την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Μα_ου 2000, C-83/98 P, Γαλλία κατά Ladbroke Racing και Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-3271, σκέψη 25, και προμνημονευθείσα διάταξη Government of Gibraltar κατά Επιτροπής, σκέψη 75).
77 Εν προκειμένω, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η υπόσχεση επιδοτήσεως εντασσόταν σε προεγκριθέν καθεστώς ενισχύσεων υπέρ των ΜΜΕ (προμνημονευθέν 23ο σχέδιο-πλαίσιο) και ότι, κατά συνέπεια, η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής, μετά την αθέτηση της υποχρεώσεως αυτής, πρέπει να θεωρηθεί ως καλυπτόμενη από το ίδιο καθεστώς. Όπως αναφέρεται στην κύρια προσφυγή, στην οποία παραπέμπει η παρούσα αίτηση, το εν λόγω καθεστώς επιτρέπει στη Γερμανία τη χορήγηση ενισχύσεων ύψους μέχρι 43 % του συνόλου της επενδύσεως όταν αυτή αφορά μια ΜΜΕ, αντί του ανώτατου ύψους 27 % το οποίο επιβάλλεται βάσει άλλων ρυθμίσεων. Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι δεν σημειώθηκε εν προκειμένω υπέρβαση του ορίου αυτού. Το επιχείρημα της Επιτροπής, κατά το οποίο οι συνέπειες της αθετήσεως της προβαλλόμενης υποσχέσεως θα έπρεπε να αναλυθούν ως αν η υπόσχεση αυτή να συνιστούσε μη γνωστοποιηθείσα κρατική ενίσχυση, δεν μπορεί να ανασκευάσει, τουλάχιστον χωρίς περισσότερο εμπεριστατωμένη εξέταση, το επιχείρημα της αιτούσας.
78 Υπό τις συνθήκες αυτές, το πρόσθετο επιχείρημα της Επιτροπής, κατά το οποίο η αιτούσα δεν μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων εφόσον ελλείψει προσήκουσας αποδείξεως, δεν αποτελεί ΜΜΕ, δεν μπορεί επίσης, εκ πρώτης όψεως, να γίνει δεκτό. Συναφώς, επισημαίνεται καταρχάς ότι η Γερμανική Κυβέρνηση προσκόμισε, κατά την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, πληροφοριακά στοιχεία για να αποδείξει ότι η αιτούσα αποτελεί ΜΜΕ (αιτιολογική σκέψη 48 της επίδικης αποφάσεως). Από την πλευρά της, η Επιτροπή προέβη στην εκτίμηση, στην επίδικη απόφαση, ότι το κατά πόσον η αιτούσα αποτελεί ΜΜΕ «στερείται ενδιαφέροντος για την αξιολόγηση της συμβατότητας της παραίτησης από την αξίωση της τιμής αγοράς» (αιτιολογική σκέψη 55), αφού εξέθεσε, στις αιτιολογικές σκέψεις 7 και 8, ότι η αιτούσα απασχολούσε 226 μισθωτούς και είχε κύκλο εργασιών ύψους 28 048 000 DEM (14 340 715 ευρώ) το 1997, και ότι ο Geiß, ο κύριος εταίρος της, ήταν επίσης κατά τη χρονική εκείνη περίοδο ο μοναδικός εταίρος δύο άλλων επχειρήσεων που δεν υφίστανται πλέον σήμερα, εκ των οποίων η μία απασχολούσε 74 μισθωτούς.
79 Η επιχειρηματολογία της αιτούσας σχετικά με τον πρώτο λόγο δεν μπορεί συνεπώς, εκ πρώτης όψεως, να μη ληφθεί υπόψη.
80 Όσον αφορά τον τρίτο λόγο, πρέπει να υπομνησθεί καταρχάς ότι αποδέκτες των αποφάσεων που λαμβάνει η Επιτροπή στον τομέα των κρατικών ενισχύσων είναι τα οικεία κράτη μέλη (προμνημονευθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France, σκέψη 45). Είναι ωστόσο προφανές ότι τα συμφέροντα ενός αποδέκτη ενισχύσεως μπορούν να θιγούν σοβαρά με την απόφαση που λαμβάνεται κατά το πέρας της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Κατά πάγια νομολογία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία που κινείται κατά ενός προσώπου, η οποία είναι δυνατόν να καταλήξει στην έκδοση βλαπτικής πράξεως, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να διασφαλίζεται ακόμα και αν δεν υφίσταται ειδική ρύθμιση (βλ., αποφάσεις Jadekost, σκέψη 99, και Boussac, σκέψη 29, καθώς και την προμνημονευθείσα απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Ufex κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 85 και 86).
81 Όσον αφορά το καθήκον της Επιτροπής να ενημερώνει τους ενδιαφερόμενους σχετικά με την κίνηση επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή έχει ως καθήκον «να λάβει όλες τις αναγκαίες απόψεις» αν από την προκαταρκτική εξέτασή της ενέκυψαν αμφιβολίες ως προς το συμβατό του επίμαχου μέτρου στην κοινή αγορά (προμνημονευθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France, σκέψη 39). Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, η δημοσίευση ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα «σκοπεί μόνο στο να συλλέξει η Επιτροπή από τους ενδιαφερομένους όλα τα στοιχεία που μπορούν να τη διαφωτίσουν στις μελλοντικές της ενέργειες» (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1973, 70/72, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 609, σκέψη 19, και του Πρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 1996, T-266/94, Skibsværftsforeningen κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1399, σκέψη 256). Κατά τη νομολογία αυτή, στους ενδιαφερόμενους αναγνωρίζεται κυρίως ο ρόλος των πηγών ενημερώσεως της Επιτροπής στο πλαίσιο επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Οι ενδιαφερόμενοι συνεπώς, μακράν του να μπορούν να επικαλεστούν τα δικαιώματα άμυνας που αναγνωρίζονται στα πρόσωπα κατά των οποίων κινείται η διαδικασία, έχουν μόνον το δικαίωμα να μετέχουν στη διοικητική διαδικασία σε βαθμό επαρκή λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Ιουνίου 1998, Τ-371/94 και Τ-394/94, British Airways κ.λπ. και British Midland Airways κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2405, σκέψεις 59 και 60, και προμνημονευθείσα απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Ufex κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 89).
82 Εξάλλου, το δικαίωμα αποδέκτη κρατικής ενισχύσεως να διατυπώσει την άποψή του επί αποφάσεως να κινηθεί η επίσημη διαδικασία εξετάσεως αναγνωρίζεται ήδη ρητώς με το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.
83 Η αιτούσα προβάλλει κατ' ουσίαν ότι από τις αρχές της χρηστής διοικήσεως και της επιεικείας προκύπτει ότι, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των συνεπειών που είναι ενδεχόμενο να προκύπτουν για τον αποδέκτη ενισχύσεως από τη λήψη αρνητικής αποφάσεως κατά το πέρας της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να της επιτρέψει να διατυπώσει την άποψή της επί των σημαντικών σημείων που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία αυτή. Αναφερόμενη στον καινοφανή χαρακτήρα του ζητήματος της ακριβούς εκτάσεως των δικαιωμάτων του αποδέκτη ενισχύσεως, εν σχέσει προς τους λοιπούς ενδιαφερόμενους στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, η αιτούσα επικαλείται κατ' αναλογία την πρόσφατη νομολογία του Πρωτοδικείου σχετικά με τα δικαιώματα άμυνας (προμνημονευθείσες αποφάσεις Eyckeler & Malt κατά Επιτροπής, σκέψεις 75 επ., Kaufring κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 153, και ESF Elbe-Stahlwerke Feralpi κατά Επιτροπής, σκέψεις 126, 128 και 130).
84 Χωρίς να είναι αναγκαίο, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, να εξεταστεί αν η αιτούσα μπορεί να επικαλεστεί τη διαπραχθείσα και αναγνωρισθείσα από την Επιτροπή προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του κράτους μέλους αποδέκτη της επίδικης αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι στον αποδέκτη κρατικής ενισχύσεως δεν μπορεί να αναγνωρισθεί το γενικό δικαίωμα να διατυπώνει την άποψή του επί όλων των δυνητικώς σημαντικών ζητημάτων που ανακύπτουν κατά την επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Συγκεκριμένα, από την παρατεθείσα ανωτέρω στη σκέψη 80 νομολογία προκύπτει ότι τέτοιο δικαίωμα δεν αναγνωρίζεται (βλ., υπό την ίδια έννοια, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed στις εκκρεμείς ενώπιον του Δικαστηρίου συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-328/99 και C-399/00, Ιταλία κατά Επιτροπής και SIM 2 Multimedia κατά Επιτροπής, σημεία 91 και 92). Τέτοιο δικαίωμα θα έβαινε πέραν του δικαιώματος ακροάσεως και θα μπορούσε να συνεπάγεται πράγματι την αναγνώριση, υπέρ των αποδεκτών κρατικής ενισχύσεως, δικαιώματος επί συζητήσεως κατ' αντιπαράθεση με την Επιτροπή, δικαιώματος του οποίου η αναγνώριση απορρίφθηκε παγίως μέχρι σήμερα σε όλους τους ενδιαφερόμενους κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ και του άρθρου 20 του κανονισμού 659/1999 (προμνημονευθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France, σκέψη 59).
85 Ωστόσο, η Επιτροπή έχει προφανώς το καθήκον να συμπεριφέρεται αμερολήπτως έναντι όλων των ενδιαφερομένων στα πλαίσια επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Η υποχρέωση μη διακρίσεως μεταξύ των ενδιαφερομένων που υπέχει η Επιτροπή απορρέει από το δικαίωμα επί χρηστής διοικήσεως, το οποίο αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του κράτους δικαίου, κοινών στις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών (βλ., κατ' αναλογία, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Ιανουαρίου 2002, Τ-54/99, max.mobil Telekommunikation Service κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 48). Συναφώς, επισημαίνεται το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που διακηρύχθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια (ΕΕ 2000, C 364, σ. 1, στο εξής: Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων), επιβεβαιώνει ότι «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης». Κατά συνέπεια, παρά τον περιορισμένο χαρακτήρα των δικαιωμάτων συμμετοχής και ενημερώσεως, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, των οποίων απολαύει ο αποδέκτης κρατικής ενισχύσεως, η Επιτροπή, ως υπεύθυνη της διαδικασίας, είναι δυνατό να υπέχει, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, την υποχρέωση να του διαβιβάσει παρατηρήσεις τις οποίες ζήτησε ρητώς από ανταγωνίστρια επιχείρηση κατόπιν των παρατηρήσεων που είχε καταθέσει αρχικά ο εν λόγω αποδέκτης της ενισχύσεως. Αν επιτρεπόταν στην Επιτροπή να επιλέξει, κατά τη διαδικασία, να ζητήσει συμπληρωματικές ειδικές πληροφορίες από επιχείρηση ανταγωνίστρια του αποδέκτη της ενισχύσεως, χωρίς να παράσχει σε αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν κατόπιν του αιτήματος της Επιτροπής και, ενδεχομένως, να απαντήσει σε αυτές, θα υπήρχε κίνδυνος να περιοριστεί σημαντικά η πρακτική αποτελεσματικότητα του δικαιώματος ακροάσεως του αποδέκτη της ενισχύσεως.
86 Τέτοια παράλειψη μπορεί όμως να συνεπάγεται την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως μόνον αν, εφόσον δεν συνέβαινε, η επίσημη διαδικασία εξετάσεως μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα (απόφαση Jadekost, σκέψη 101). Αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω, κατά την Επιτροπή, η οποία αναγνωρίζει το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε συναφώς, διότι οι συμπληρωματικές παρατηρήσεις της επιχειρήσεως Schott ουδεμία επίδραση είχαν στην επίδικη απόφαση. Η αιτούσα προβάλλει απεναντίας ότι οι παρατηρήσεις αυτές επηρέασαν σαφώς την απόφαση της Επιτροπής να μην εγκρίνει την επίμαχη ενίσχυση, όπως προκύπτει, κατά την άποψή της, ιδίως από τις αιτιολογικές σκέψεις 102 και 103 της αποφάσεως (βλ. ανωτέρω σκέψη 26). Συναφώς, διαπιστώνεται ότι αυτές οι αιτιολογικές σκέψεις αποτελούν σημαντικό μέρος της αιτιολογίας του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή, κατά το οποίο η επίμαχη ενίσχυση δεν πληρούσε την αναγκαία προϋπόθεση της αναλογικότητας για να θεωρηθεί ως συμβατή με την κοινή αγορά ενίσχυση υπέρ της αναδιαρθρώσεως της επιχειρήσεως. Η Επιτροπή υπογράμμισε, κατά τη δεύτερη ακρόαση, ότι τα στοιχεία που προσκομίστηκαν με τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της επιχειρήσεως Schott δεν ελήφθησαν υπόψη. Εντούτοις, επειδή η σχετική αναφορά η οποία περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 103, έστω και με τη μνεία ενός «ανταγωνιστή» της αιτούσας, καθώς και η περιλαμβανόμενη στην αιτιολογική σκέψη 102 αναφορά στις υποτιθέμενες «επιθετικές δραστηριότητες που ενδέχεται να προξενήσουν στρεβλώσεις στην αγορά», μπορούν, κατά την κοινή αντίληψη, να εκληφθούν υπό την έννοια ότι αφορούν τόσο τις συμπληρωματικές όσο και τις αρχικές παρατηρήσεις της εν λόγω επιχειρήσεως, ο δικαστής της κύριας υποθέσεως θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή επηρεάστηκε από όλες τις παρατηρήσεις της επιχειρήσεως Schott κατά την έκδοση της αποφάσεώς της επί του υπό εξέταση μέτρου. Αυτό είναι κατά μείζονα λόγο αληθές καθόσον μία από τις ερωτήσεις που υπέβαλε η Επιτροπή στην επιχείρηση Schott αφορούσε ακριβώς την υποτιθέμενη «πολιτική του πολέμου τιμών» που εφάρμοζε η αιτούσα. Υφίσταται συνεπώς μια πραγματική πιθανότητα, αν δεν συνέβαινε η εν λόγω παράλειψη, η επίσημη διαδικασία εξετάσεως να είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
87 Πρέπει επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο τρίτος λόγος που προβάλλει η αιτούσα έχει επίσης, εκ πρώτης όψεως, σοβαρό χαρακτήρα.
88 Εν όψει των ανωτέρω, οι προβαλλόμενοι από την αιτούσα πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί δεν φαίνεται να στερούνται παντελώς ερείσματος [διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 1995, C-149/95 P(R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-2165, σκέψη 26, και προμνημονευθείσα διάταξη BP Nederland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 37]. Υπό τις συνθήκες αυτές, η παρούσα αίτηση δεν είναι απορριπτέα λόγω ελλείψεως fumus boni juris και επομένως πρέπει να εξεταστεί αν πληροί την προϋπόθεση του επείγοντος χαρακτήρα.
Επί του επείγοντος χαρακτήρα
Επιχειρήματα των διαδίκων
89 Η αιτούσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι συντρέχει επείγων χαρακτήρας εν όψει της σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας την οποία θα προκαλούσε η άμεση εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως. Προβάλλει, κυρίως, ότι η εκτέλεση αυτή θα επιφέρει την εξαφάνιση της επιχειρήσεώς της και, επικουρικά, την ανεπανόρθωτη απώλεια της θέσεώς της στην οικεία αγορά. Δεύτερον, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η αιτούμενη αναστολή εκτελέσεως είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί η οριστική φυγή των ενδεχόμενων επενδυτών.
90 Κατά την αιτούσα, επειδή ούτε η ίδια ούτε το ζεύγος Geiß διαθέτουν τους αναγκαίους χρηματικούς πόρους για να αποδώσουν την επίμαχη ενίσχυση, όπως αυτό επιβάλλεται με την επίδικη απόφαση, συντρέχουν τα στοιχεία τα οποία συνιστούν «αφερεγγυότητα» κατά την έννοια του άρθρου 17 του InsO. Η κίνηση διαδικασίας διαπιστώσεως αφερεγγυότητας δεν θα καθιστούσε δυνατή την αναδιάρθρωση της αιτούσας αλλά θα συνεπήγετο αυτόματα τη λύση της. Θα προκαλούσε τον διασκορπισμό της πελατείας της, η οποία δεν θα μπορούσε να είναι πλέον βέβαια για την εξακολούθηση της δραστηριότητας της επιχειρήσεως. Επειδή οι συμβατικές υποχρεώσεις μεταξύ προμηθευτών και αγοραστών προϊόντων υάλου στις οικείες αγορές αναλαμβάνονται μακροπρόθεσμα, ήτοι για το σύνολο της χρονικής περιόδου κατά την οποία ο πελάτης διαθέτει στο εμπόριο ή χρησιμοποιεί το προϊόν το οποίο εμπεριέχει το οικείο προϊόν υάλου, οι πελάτες της αιτούσας θα έπρεπε να συνάψουν μακροπρόθεσμες συμβάσεις, ήδη από την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας, με άλλον έμπορο προϊόντων υάλου και δεν θα μπορούσαν συνεπώς να επανέλθουν σε αυτήν αν το επιθυμούσαν. Τέλος, επειδή οι κλίβανοι πρέπει να λειτουργούν 365 ημέρες ετησίως και 24 ώρες το 24ωρο, ο διασκορπισμός των πελατών θα προκαλούσε ταχέως παύση της παραγωγής, δεδομένου ότι η αιτούσα δεν θα ήταν πλέον σε θέση να καλύψει τα έξοδα παραγωγής. Αυτός ο φαύλος κύκλος θα επαναλαμβανόταν και θα επιδεινωνόταν μέχρι να σταματήσει η λειτουργία όλων των κλιβάνων. Η σοβαρή ζημία η οποία θα προέκυπτε δεν θα ήταν επανορθώσιμη, διότι ούτε η μεταγενέστερη ακύρωση της επίδικης αποφάσεως ούτε η επιδίκαση αποζημιώσεως θα καθιστούσαν δυνατή την αναβίωση της επιχειρήσεως μετά από τέτοια πτώχευση της αιτούσας. Απεναντίας, η χορήγηση της αιτούμενης αναστολής εκτελέσεως θα επέτρεπε την επιβίωση της αιτούσας, τουλάχιστον μέχρι την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια υπόθεση.
91 Αναφερόμενη στις προμνημονευόμενες διατάξεις Petrolessence και SG2R κατά Επιτροπής (σκέψεις 47 και 53) και BP Nederland κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 60), η αιτούσα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος τον οποίο διατρέχει παρουσιάζει «επαρκή βαθμό πιθανότητας», σύμφωνα με το βάρος αποδείξεως που καθορίζεται με τη νομολογία αυτή. Η αιτούσα επισημαίνει επίσης το γεγονός ότι η απώλεια των πελατών που θα ήταν συνέπεια της κινήσεως πτωχευτικής διαδικασίας θα είναι οριστική, πράγμα που θα καταστήσει αναγκαία τη μαζική απόλυση πολυάριθμων συνεργατών. Τέτοια κατάσταση ενέχει, κατά την αιτούσα, τον χαρακτήρα του επείγοντος (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 3ης Ιουνίου 1996, Τ-41/96 R, Bayer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-381, σκέψη 59).
92 Όσον αφορά τη φυγή των επενδυτών, η αιτούσα προβάλλει ότι οι μόνοι επενδυτές που εξεδήλωσαν εγγράφως το ενδιαφέρον τους έναντι της αιτούσας θα αποσύρουν τις υποσχέσεις τους αν δεν επιτύχει την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως περί αποδόσεως της ενισχύσεως. Με τις τελικές παρατηρήσεις της αιτούσας, αμφισβητείται ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι οι επενδυτές αυτοί εξαφανίστηκαν. Η αιτούσα υπογραμμίζει τη δυσχέρεια να αποπερατωθούν τέτοιες διαπραγματεύσεις, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως αποδόσεως της επίμαχης ενισχύσεως. Κατά τη δεύτερη ακρόαση, η αιτούσα ανέφερε ότι είχε διαπραγματεύσεις με έναν νέο επενδυτή, αλλά ουδεμία οριστική σύμβαση συνήφθη ακόμα, δεδομένου ότι η εν λόγω υποχρέωση συνιστά «δαμόκλεια σπάθη».
93 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι με την παρούσα αίτηση δεν αποδεικνύεται ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του επικείμενου χαρακτήρα της πτωχεύσεως της αιτούσας και της αποδόσεως της επίμαχης ενισχύσεως. Αναφερόμενη στα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης Arnold, η Επιτροπή προβάλλει, κατ' ουσίαν, ότι η πολύ ανησυχητική κατάσταση της αιτούσας ουδεμία σχέση έχει με την υποχρέωση αποδόσεως της ενισχύσεως αυτής, αλλά οφείλεται στην υπερχρέωσή της. Η κατάσταση αυτή ανάγεται στο έτος 1999, όταν η αιτούσα έκλεισε τον ισολογισμό της με αρνητικά ίδια κεφάλαια. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι από την πραγματογνωμοσύνη αυτή προκύπτει ότι, πέραν των περίπου 11,5 εκατομμυρίων DEM (5 879 857 ευρώ) που ήταν αναγκαία για τις επενδύσεις συντηρήσεως και εκσυγχρονισμού, η αιτούσα έχει άλλα χρέη υπερβαίνοντα τα 20 εκατομμύρια DEM (10 225 838 ευρώ). Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της πραγματογνωμοσύνης αυτής, υφίστανται ακάλυπτα ποσά ύψους 7 842 000 DEM (4 009 551 ευρώ) το 2001 και ύψους 2 215 000 DΕΜ (1 132 512 ευρώ) το 2002, στα δε ακάλυπτα αυτά ποσά δεν λαμβάνεται υπόψη το ποσό που οφείλεται σε εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, κατά την Επιτροπή, αν οι επενδυτές με τους οποίους διενεργούνται οι διαπραγματεύσεις ήταν πρόθυμοι να επενδύσουν μόνον 4 εκατομμύρια DEM στο κεφάλαιο της αιτούσας, αυτό ουδεμία μεταβολή θα επέφερε στη χρηματοδοτική κατάσταση της τελευταίας. Στην πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 1, ουδεμία επιβεβαίωση περιλαμβάνεται, κατά την Επιτροπή, ότι, σε περίπτωση αναστολής εκτελέσεως της υποχρεώσεως αποδόσεως της επίμαχης ενισχύσεως, η αιτούσα θα μπορούσε να εξακολουθήσει επιτυχώς τις δραστηριότητές της.
94 Με τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή αμφισβητεί τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 2. Κατά την άποψή της, ένας άλλος πραγματογνώμονας θα είχε εξετάσει με κριτικό μάτι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 1 και ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής θα είχε στη διάθεσή του μια πλέον αξιόπιστη έκθεση. Δεδομένου ότι η πραγματογνωμοσύνη Arnold συντάχθηκε τον Νοέμβριο του 2000, υφίστατο, κατά την άποψη της Επιτροπής, τουλάχιστον ένας άλλος πραγματογνώμονας που γνώριζε την αιτούσα και θα ήταν σε θέση να παράσχει τις πληροφορίες που ζήτησε ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Αναφερόμενη σε μια δεύτερη επίσημη διαδικασία εξετάσεως έναντι της αιτούσας [βλ., συναφώς, την πρόσκληση προς υποβολή παρατηρήσεων κατ' εφαρμογή του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ αναφορικά με την ενίσχυση C 44/2001 (πρώην ΝΝ 147/98) - Ενίσχυση υπέρ της εταιρίας Technische Glaswerke Ilmenau GmbH - Γερμανία (ΕΕ 2001, C 272, σ. 2)], η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι η πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 2 δεν είναι πλήρης, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στην ύπαρξη της δεύτερης αυτής διαδικασίας. Επιπλέον, υφίστανται ανακολουθίες μεταξύ των πορισμάτων των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 2 και Arnold όσον αφορά το επίπεδο των αναγκαίων επενδύσεων. Η Επιτροπή προβάλλει ότι ο Pfizenmayer όφειλε, τουλάχιστον, να εξετάσει το ενδεχόμενο να καταλήξει και η δεύτερη επίσημη διαδικασία εξετάσεως σε περαιτέρω εντολή αποδόσεως της ενισχύσεως. Κατά την Επιτροπή, στην πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 2 ουδεμία διευκρίνιση περιλαμβάνεται όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους διατυπώνεται η εκτίμηση ότι δεν είναι πλέον αναγκαίες επενδύσεις εξορθολογισμού της διαχειρίσεως, ύψους 4,75 εκατομμυρίων DEM, θεωρούμενες απαραίτητες βάσει της πραγματογνωμοσύνης Arnold.
95 Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, η πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 2 ουδόλως αναφέρεται στην προβαλλόμενη συμφωνία με νέους επενδυτές, η σύναψη της οποίας, κατά τα εκτιθέμενα από την αιτούσα, επίκειται. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στην πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 2 έπρεπε, τουλάχιστον, να διευκρινίζεται για ποιον λόγο δεν κατέστη δυνατό να συγκεκριμενοποιηθεί η πρόθεση συνάψεως τελικής συμφωνίας επενδύσεων.
Η εκτίμηση του κρίνοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
96 Δεν αμφισβητείται ότι ο επείγων χαρακτήρας μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να σταθμίζεται σε σχέση προς την ανάγκη να διαταχθεί προσωρινώς το μέτρο, ώστε να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία του διαδίκου που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 1991, C-213/91 R, Abertal κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-5109, σκέψη 18· προμνημονευθείσες διατάξεις BP Nederland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 48, και Government of Gibraltar κατά Επιτροπής, σκέψη 95).
97 Στον διάδικο που επικαλείται την επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας εναπόκειται να την αποδείξει (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-278/00 R, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-8787, σκέψη 14). Ο επικείμενος χαρακτήρας της ζημίας δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα, αλλά αρκεί, ιδίως όταν η επέλευση της ζημίας εξαρτάται από τη συνδρομή πλειόνων παραγόντων, να μπορεί να προβλεφθεί με επαρκή πιθανότητα [προμνημονευθείσες διατάξεις Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., σκέψη 38, Prayron-Rupel κατά Επιτροπής, σκέψη 38, και BP Nederland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 49].
98 Διαπιστώνεται εκ προοιμίου ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι οι ενδοιασμοί των επενδυτών με τους οποίους είχε έλθει σε επαφή συνδέονταν, κυρίως τουλάχιστον, με την υποχρέωσή της να αποδώσει την επίμαχη ενίσχυση. Επειδή η ζημία που υποτίθεται ότι απορρέει από την ανάκληση υποσχέσεων διενέργειας επενδύσεων, οι οποίες δόθηκαν με έγγραφα διατυπώσεως προθέσεων, προβάλλεται μόνον επικουρικώς, πρέπει να εξεταστεί το κύριο επιχείρημα της αιτούσας κατά το οποίο η εκτέλεση του άρθρου 2 της επίδικης αποφάσεως θα προκαλούσε αναπόφευκτα και πολύ σύντομα την πτώχευσή της.
99 Δεν αμφισβητείται μεν ότι ζημία οικονομικού χαρακτήρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον μπορεί να καταβληθεί μεταγενέστερα αντίστοιχο χρηματικό αντιστάθμισμα [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2001, C-471/00 P(R), Επιτροπή κατά Cambridge Healthcare Supplies, Συλλογή 2001, σ. Ι-2865, σκέψη 113· διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 2001, T-339/00 R, Bactria κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-1721, σκέψη 94], δεν αμφισβητείται όμως επίσης ότι ένα προσωρινό μέτρο δικαιολογείται εφόσον προκύπτει ότι, σε περίπτωση μη χορηγήσεώς του, ο αιτών διάδικος θα περιέλθει σε κατάσταση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή του πριν από την έκδοση της περατώνουσας τη διαδικασία της κύριας δίκης αποφάσεως (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 28ης Μα_ου 2001, Τ-53/01 R, Poste Italiane κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-1479, σκέψη 120).
100 Στην παρούσα διαδικασία, προκύπτει τόσο από την πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 1 όσο και από τη δήλωση των διαχειριστών, οι οποίες επιρρωννύονται συναφώς αναμφισβήτητα από την πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 2, ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η αιτούσα θα όφειλε να αποδώσει την επίμαχη ενίσχυση κατόπιν εκτελέσεως του άρθρου 2 της επίδικης αποφάσεως, θα περιερχόταν πιθανότατα ταχέως σε κατάσταση πτωχεύσεως. Συναφώς, ο Pfizenmayer επισήμανε στην πρώτη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, βάσει των λογαριασμών της αιτούσας ως είχαν την 28η Αυγούστου 2001, ότι, σε περίπτωση που θα καθίστατο αμέσως απαιτητό το ποσό της επίμαχης ενισχύσεως, η αιτούσα επιχείρηση δεν θα ήταν πλέον βιώσιμη και ότι, ακόμα και αν εκινείτο διαδικασία διαπιστώσεως αφερεγγυότητας, δεν θα μπορούσε να εξακολουθήσει να υφίσταται. Στη δεύτερη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, στηριζόμενος στην ενδιάμεση κατάσταση των λογαριασμών της αιτούσας ως είχαν την 31η Οκτωβρίου 2001, δεν διαπιστώνει τη συνδρομή ουδενός λόγου ικανού να τον οδηγήσει στη μεταβολή του συμπεράσματος αυτού. Συνοπτικά, με την έκθεση αυτή επιβεβαιώνεται ότι η αιτούσα δεν έχει τα απαιτούμενα ρευστά διαθέσιμα ώστε να είναι σε θέση να αποδώσει το επίμαχο ποσό. Κατά τη δεύτερη ακρόαση, ο Pfizenmayer δήλωσε σαφώς στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή ότι η επιχείρηση της αιτούσας θα επτώχευε σε περίπτωση μη αναστολής εκτελέσεως της υποχρεώσεως να αποδώσει την επίμαχη ενίσχυση. Την εν λόγω ανάλυση συμμερίστηκε ο Arnold κατόπιν εξετάσεως των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 1 και 2. Ο Arnold ήταν επίσης της γνώμης ότι η βελτίωση την οποία εμφανίζει η χρηματοδοτική κατάσταση της αιτούσας δεν αρκεί για να της επιτρέψει να αποδώσει το ποσό της εν λόγω ενισχύσεως.
101 Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι η εκ μέρους του BvS απλή παρουσίαση οχλήσεως χωρίς προϋποθέσεις, με την οποία θα ζητείται από την αιτούσα να του αποδώσει την επίμαχη ενίσχυση, αρκεί ώστε να καταστήσει την αξίωση του BvS «απαιτητή» κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 2, του InsO. Από το έγγραφο της 2ας Οκτωβρίου 2001 του BvS (βλ. ανωτέρω σκέψη 33) προκύπτει ότι, από τη στιγμή κατά την οποία θα απορρίπτετο η παρούσα αίτηση, η αξίωση αναφορικά με την επίμαχη ενίσχυση θα κατίστατο αμέσως «απαιτητή», με συνέπεια να περιέλθει ρητώς η αιτούσα, κατά το γερμανικό δίκαιο, σε κατάσταση αφερεγγυότητας αν δεν ήταν σε θέση να αποδώσει το εν λόγω ποσό. Βάσει των αποδείξεων που προσκόμισε η αιτούσα κατά την παρούσα διαδικασία, καθώς και των δηλώσεων των πραγματογνωμόνων κατά τη δεύτερη ακρόαση, αποδεικνύεται ότι η αιτούσα δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί σε τέτοια πληρωμή. Συνεπώς, θα επτώχευε κατά πάσα πιθανότητα εντός συντομότατου χρονικού διαστήματος, σε περίπτωση μη χορηγήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
102 Το επιχείρημα της Επιτροπής όσον αφορά την απουσία αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του επικείμενου χαρακτήρα της πτωχεύσεως της αιτούσας και της αποδόσεως της επίμαχης ενισχύσεως δεν είναι πειστικό. Οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 1 και 2 αποδεικνύουν επαρκώς από νομική άποψη ότι, παρά το υψηλό επίπεδο χρεώσεως της αιτούσας [αποτιμώμενο σε 17 627 000 DEM (9 012 542 ευρώ) στις 31 Οκτωβρίου 2001 και σε 16 839 000 DΕΜ (8 609 644 ευρώ) στις 31 Δεκεμβρίου 2001], η παρούσα κατάσταση των ρευστών διαθεσίμων της αιτούσας είναι τέτοια ώστε, λαμβανομένων ιδίως υπόψη της σαφούς βελτιώσεως της χρηματοδοτικής καταστάσεώς της, της κλιμακώσεως των διαφόρων χρεών της και κυρίως της χρονικής αναδιατάξεως της καταβολής του υπολοίπου της κοινής αγοράς για την asset-deal 1 (βλ. ανωτέρω σκέψη 18), θα ήταν κατά τα φαινόμενα σε θέση να εκπληρώσει όλα τα χρέη της όταν θα καταστούν απαιτητά.
103 Συναφώς, η έκθεση πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 1 αναφέρεται στην αποπεράτωση της ανακατασκευής των κλιβάνων 3 και 4 το 2001, στη συμμετοχή των απασχολουμένων στην ανόρθωση της επιχειρήσεως έναντι μερικής παραιτήσεως από τις μηνιαίες αποδοχές τους και στη θετική εξέλιξη των παραγγελιών, καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι η επιχείρηση θα μπορέσει να επιβιώσει μακροπρόθεσμα αν δεν έχει την υποχρέωση να αποδώσει αμέσως την επίμαχη ενίσχυση. Η πρόγνωση αυτή επιρρωννύεται από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 2. Σε αυτή προβλέπεται θετικό ετήσιο αποτέλεσμα της τάξεως των 178 000 DEM (91 009 ευρώ) για το 2001 και 542 000 DΕΜ (277 120 ευρώ) για το 2002 με εκτίμηση για το 2003 και το 2004, αντιστοίχως, 743 000 DEM (379 889 ευρώ) και 985 000 DEM (503 622 ευρώ). Όσον αφορά τη συνολική κατάσταση των ρευστών διαθεσίμων της αιτούσας, ενώ στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης Arnold προβλέπεται ανεπάρκεια των απομενόντων ρευστών διαθεσίμων (verbleibende Liquiditätsunterdeckung) ύψους 7 842 000 DEM (4 009 551 ευρώ) στις 31 Δεκεμβρίου 2001, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 2 διατυπώνεται η εκτίμηση ότι η ανεπάρκεια αυτή θα ανέρχεται μόνον σε 87 000 DEM (44 482 ευρώ) το 2001 και ότι για το 2002 αναμένεται θετικός ισολογισμός της τάξεως των 31 000 DEM (15 850 ευρώ). Στην τελευταία αυτή έκθεση πραγματογνωμοσύνης προβλέπεται συνεπώς ότι, αν δεν ανακύψουν εξαιρετικές δυσχέρειες, η αιτούσα θα επιτύχει τους στόχους της. Όσον αφορά τα προβλεπόμενα ρευστά διαθέσιμα, προβλέπονται επενδύσεις ύψους 2 100 000 DEM (1 073 712 ευρώ) το 2002, 325 000 DEM (166 169 ευρώ) το 2003 και 2 700 000 DEM (1 380 488 ευρώ) το 2004, οι οποίες αποτελούν μέρος του νέου χρηματοδοτικού προγράμματος της αιτούσας. Ο Pfizenmayer καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, αν η αιτούσα επιτύχει τη χορήγηση των αιτούμενων προσωρινών μέτρων, θα εξασφαλίσει τη βιωσιμότητά της τουλάχιστον μέχρι να αποφανθεί το Πρωτοδικείο στην κύρια υπόθεση.
104 Από τη σοβαρή προπαρασκευή της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 2 και από τον πολύ λεπτομερειακό χαρακτήρα της, καθώς και από τις δηλώσεις στις οποίες προέβη ο Arnold κατά τη δεύτερη ακρόαση όσον αφορά την αξιοπιστία της, προκύπτει ότι οι επικρίσεις της Επιτροπής έναντι της επιλογής του Pfizenmayer για την έκθεση αυτή είναι αβάσιμες.
105 Η προβαλλόμενη από την Επιτροπή σημαντική απόκλιση μεταξύ των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 2 και Arnold αντιστοιχεί ουσιαστικά στο ποσό των προβλεπόμενων αναγκαίων επενδύσεων. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, ενώ ο Arnold αποτιμά τις επενδύσεις αυτές σε 11,5 εκατομμύρια DEM (5 879 856 ευρώ) το 2001 και το 2002, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 2 στηρίζεται σε νέο σχέδιο που προβλέπει επενδύσεις ύψους μόνον 7,8 εκατομμυρίων DΕΜ (3 988 076 ευρώ) για την ίδια χρονική περίοδο. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι προβλεπόμενες επενδύσεις εξορθολογισμού απουσιάζουν από το νέο επενδυτικό σχέδιο της 29ης Νοεμβρίου 2001 και ότι η απουσία αυτή δεν εξηγείται. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι αμφίβολο αν η αιτούσα επιτύχει την προβλεπόμενη θετική εξέλιξη με τέτοια σημαντική μείωση των επενδύσεων.
106 Οι επικρίσεις αυτές ουδόλως αρκούν για να μειώσουν την αξιοπιστία της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 2. Καταρχάς, από μια απλή ανάγνωσή της προκύπτει σαφώς ότι η έκθεση αυτή περιλαμβάνει προβλέψεις επενδύσεων για την περίοδο από το 2001 μέχρι το 2007 και ότι επενδύσεις ποσού 11 475 000 DΕΜ (5 867 074 ευρώ) προβλέπονται για τη χρονική αυτή περίοδο. Κατά συνέπεια, η μόνη σημαντική διαφορά μεταξύ της εκθέσεως αυτής και της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης Arnold αφορά το χρονοδιάγραμμα των προβλεπόμενων επενδύσεων. Είναι επίσης σαφές ότι οι πλέον επείγουσες επενδύσεις είτε διενεργήθηκαν ήδη πλήρως το 2001 [π.χ., η αντικατάσταση των κλιβάνων 3 και 4 έναντι ποσού 4 180 000 DΕΜ (2 137 200 ευρώ)], είτε προβλέπονται επίσης για το 2002 από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 2 (π.χ. η ανακατασκευή του κλιβάνου 2 έναντι ποσού 2 εκατομμυρίων DΕΜ (1 022 583 ευρώ)]. Επιπλέον, ο Pfizenmayer επιβεβαίωσε, κατά τη δεύτερη ακρόαση, ότι η αναγκαία παύση λειτουργίας του κλιβάνου 2 κατά την ανακατασκευή του το 2002 δεν θα εμπόδιζε την αιτούσα να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση των πελατών της για τις διόπτρες παρατηρήσεως (ήτοι τις κατασκευαζόμενες εκεί), καθόσον διαθέτει επαρκές απόθεμα. Δήλωσε ότι η αιτούσα, στο νέο σχέδιο επενδύσεων, προέβη απλώς σε ανακλιμάκωση των αναγκαίων επενδύσεων, μεταθέτοντας τις λιγότερο σημαντικές ώστε να προσαρμοστεί στην ταμειακή κατάστασή της και στο γεγονός ότι η αρχικώς προβλεπόμενη ενίσχυση στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης Arnold, ύψους 3 εκατομμυρίων DΕΜ (1 533 875 ευρώ) πιθανώς δεν θα χορηγούνταν. Χωρίς να αντικρουστεί επί του σημείου αυτού ούτε από τον Arnold ούτε από την Επιτροπή, ο Pfizenmayer επισήμανε επίσης ότι η μόνη σημαντική επένδυση που δεν προβλεπόταν πλέον, εν σχέσει προς την έκθεση πραγματογνωμοσύνης Arnold, είναι η επένδυση ύψους 1,25 εκατομμυρίων DΕΜ (639 114 ευρώ) που προοριζόταν για την αγορά νέων πιεστηρίων. Ο Pfizenmayer χαρακτήρισε την εν λόγω επένδυση ως «πολυτελή» και, επομένως, ως μη επείγουσα.
107 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αποδείχθηκε με επαρκή πιθανότητα ότι η αιτούσα θα ήταν σε θέση να επιβιώσει τουλάχιστον μέχρι την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια υπόθεση, αν χορηγούνταν αναστολή εκτελέσεως της υποχρεώσεως να αποδώσει την επίμαχη ενίσχυση. Απεναντίας, η άμεση εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως θα έθετε σε κίνδυνο προσεχώς, αν όχι αμέσως, την ίδια την ύπαρξή της.
108 Όσο για την αναφορά της Επιτροπής στη δεύτερη επίσημη διαδικασία εξετάσεως που κινήθηκε στις 3 Ιουλίου 2001 έναντι των ενισχύσεων που φέρονται χορηγηθείσες στην αιτούσα, χωρίς να είναι αναγκαίο να ληφθεί θέση επί του ισχυρισμού της αιτούσας σχετικά με την προβαλλόμενη έλλειψη αμεροληψίας της Επιτροπής η οποία προϊδεάζει για τη λήψη τελικής αποφάσεως δυσμενούς για τα συμφέροντα της αιτούσας, αρκεί η διαπίστωση ότι οι πρόσθετες χρηματικές δυσχέρειες που θα μπορούσε να προκαλέσει τέτοια απόφαση δεν είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Επιπλέον, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 2 και τις δηλώσεις του Pfizenmayer κατά τη δεύτερη ακρόαση προκύπτει ότι οι δύο ενισχύσεις τις οποίες αφορά η δεύτερη διαδικασία, ήτοι η μετατροπή του δανείου της Aufbaubank της Θουριγγίας σε υποθηκικό δάνειο και η μετάθεση της πληρωμής του υπολοίπου της τιμής αγοράς για την asset-deal 1, λαμβάνονται υπόψη στο παθητικό της αιτούσας. Όσον αφορά τις οικονομίες που θα μπορούσε να επιτύχει η αιτούσα από τις 31 Δεκεμβρίου 2003 χάρη σε αυτή τη χρονική μετάθεση της πληρωμής, ο Pfizenmayer παρατήρησε, χωρίς να αντικρουστεί επί του σημείου αυτού ούτε από την Επιτροπή ούτε από τον Arnold, ότι το γερμανικό λογιστικό δίκαιο δεν επιτρέπει να ληφθεί εκ των προτέρων υπόψη η εκτίμηση της εκτάσεως τέτοιων οικονομιών, ήτοι πριν από την αποπληρωμή του χρέους του οποίου μετατέθηκε η εξόφληση.
109 Κατά συνέπεια, η αιτούσα κατόρθωσε να αποδείξει ότι θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία σε περίπτωση μη χορηγήσεως ουδενός προσωρινού μέτρου. Δεδομένου ότι εν προκειμένω πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής κρίνει αναγκαίο να προβεί σε στάθμιση του συνόλου των διακυβευομένων συμφερόντων.
Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων
Επιχειρήματα των διαδίκων
110 Όσον αφορά τη στάθμιση των συμφερόντων, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η ζημία την οποία θα υποστεί πρέπει να παραβληθεί προς τη ζημία την οποία μπορεί να επικαλεστεί η Επιτροπή (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 2ας Αυγούστου 2001, T-111/01 R, Saxonia Edelmetalle κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-2335, σκέψη 12, και προμνημονευθείσα διάταξη Petrolessence και SG2R κατά Επιτροπής, σκέψη 18). Κατά την αιτούσα, η ζημία την οποία θα υποστεί αν απορριφθεί η χορήγηση προσωρινών μέτρων αλλά ακυρωθεί η επίδικη απόφαση πρέπει να παραβληθεί προς τη ζημία που θα υποστεί το κοινοτικό συμφέρον αν χορηγηθούν προσωρινά μέτρα αλλά απορριφθεί η προσφυγή στην κύρια δίκη. Συναφώς, κατά την αιτούσα, πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνον η σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία που θα υποστεί αν απορριφθεί η παρούσα αίτηση, αλλά επίσης η απώλεια 225 θέσεων εργασίας που προσφέρει η αιτούσα, οι ζημίες που θα υποστεί το ζεύγος Geiß, καθώς και το γεγονός ότι η επιχείρηση Schott θα επιτύχει και θα ενισχύσει δεσπόζουσα θέση στην οικεία αγορά σε περίπτωση πτωχεύσεως της αιτούσας. Η αιτούσα υποστηρίζει ότι ουδέποτε προέβη στις προσαπτόμενες, συνιστώσες στρέβλωση του ανταγωνισμού, ενέργειες, όπως οι πωλήσεις με ζημία, και, παρά τις αστήρικτες υποθέσεις τις οποίες διατύπωσε η Επιτροπή στην επίδικη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 35 επ., 51 και 101), οι δραστηριότητές της δεν είχαν απτά αρνητικά αποτελέσματα επί της αγοράς. Κατά την πρώτη ακρόαση, στηριζόμενη στην απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μα_ου 1986, 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651) και στο άρθρο 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, η αιτούσα επέμεινε ότι θα πρέπει πάντοτε να είναι δυνατή η χορήγηση προσωρινών μέτρων κατά αποφάσεων με τις οποίες επιτάσσεται η απόδοση κρατικών ενισχύσεων.
111 Με τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της, η αιτούσα διευκρινίζει ότι ο κύκλος εργασιών της, ανερχόμενος σε περίπου 35 εκατομμύρια DΕΜ (17 895 215 ευρώ), είναι κατώτερος του 1 % του κύκλου εργασιών της επιχειρήσεως Schott, ο οποίος ανέρχεται σε περίπου 4 δισεκατομμύρια DΕΜ (2 045 167 524 ευρώ). Η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε περιορισμό του ανταγωνισμού εις βάρος της επιχειρήσεως αυτής στην περίπτωση κατά την οποία θα παρεχόταν αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως για την ανάκτηση της επίμαχης ενισχύσεως μέχρι την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια δίκη. Κατά την αιτούσα, εφόσον η επιχείρηση Schott θα επιβιώσει εν πάση περιπτώσει, είναι σημαντικό για το κοινοτικό συμφέρον να διασφαλιστεί ο ανταγωνισμός έναντι της επιχειρήσεως αυτής.
112 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το κοινοτικό συμφέρον απαιτεί εν προκειμένω να αποδοθεί αμέσως η επίμαχη ενίσχυση. Κατά την Επιτροπή, η αιτούσα διατηρήθηκε στη ζωή, από τη δημιουργία της και εντεύθεν, χάρη στη χορήγηση πολυάριθμων κρατικών ενισχύσεων υπό διάφορες μορφές, οι περισσότερες από τις οποίες κατέστη δυνατό να εγκριθούν από την Επιτροπή μετά από λεπτομερή εξέταση, με εξαίρεση, ιδίως, της απαλλαγής από την υποχρέωση πληρωμής. Η αιτούμενη χορήγηση αναστολής εκτελέσεως θα μπορούσε να επηρεάσει ανάλογες αιτήσεις της αιτούσας, οι οποίες θα υποβάλλονταν κατά πάσα πιθανότητα στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή θα ελάμβανε άλλες αρνητικές αποφάσεις σχετικά με ορισμένες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν ήδη ή όχι στην αιτούσα, επιτρέποντάς της κατά τον τρόπο αυτό να εξακολουθήσει τις δραστηριότητές της χωρίς να μπορεί να είναι πραγματικός ο έλεγχος των ενισχύσεων αυτών, τον οποίο η Συνθήκη αναθέτει στην Επιτροπή. Αναφερόμενη στην απόφαση Tubemeuse (σκέψη 51), η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ακόμα και όταν η ανάκτηση της ενισχύσεως πρέπει να διενεργηθεί στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας, η κατάργηση παράνομων και ασυμβίβαστων με την κοινή αγορά ενισχύσεων διά της ανακτήσεώς τους αποτελεί την κανονική συνέπεια του διαπιστωθέντος παράνομου χαρακτήρα τους.
Η εκτίμηση του κρίνοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
113 Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι το άρθρο 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ προβλέπει ότι, αν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός της προθεσμίας που η ίδια καθορίζει. Κατά συνέπεια, το γενικό συμφέρον, υπέρ του οποίου η Επιτροπή ασκεί τα καθήκοντα που της αναθέτει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ και το άρθρο 7 του κανονισμού 659/1999, ώστε να διασφαλίζει, κυρίως, ότι η λειτουργία της κοινής αγοράς δεν θα στρεβλώνεται από κρατικές ενισχύσεις επιβλαβείς για τον ανταγωνισμό, έχει ιδιαίτερη σημασία (βλ., υπό την έννοια αυτή, τη διάταξη του προέδρου του τέταρτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου της 2ας Απριλίου 1998, T-86/96 R, Arbeitsgemeinschaft Deutscher Luftfahrt-Unternehmen και Hapag-Lloyd κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-641, σκέψη 74, και την προμνημονευθείσα διάταξη Government of Gibraltar κατά Επιτροπής, σκέψη 108). Συγκεκριμένα, η υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να καταργήσει ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά σκοπεί στην επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Απριλίου 1995, C-348/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1995, σ. Ι-673, σκέψη 26, και προμνημονευθείσα απόφαση Alcan Deutschland, σκέψη 23).
114 Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων που σκοπεί στην αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσας από την Επιτροπή υποχρεώσεως να αποδοθεί ενίσχυση που χαρακτηρίστηκε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, το κοινοτικό συμφέρον πρέπει κανονικά, αν όχι σχεδόν πάντοτε, να υπερισχύει του συμφέροντος του αποδέκτη της ενισχύσεως να αποφύγει την εκτέλεση της υποχρεώσεως αποδόσεως πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια υπόθεση.
115 Δεν μπορεί ωστόσο να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μπορεί ο αποδέκτης ενισχύσεως να επιτύχει τη χορήγηση προσωρινών μέτρων εφόσον πληρούνται, όπως εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις του fumus boni juris και του επείγοντος χαρακτήρα. Αντίθετη απόφαση θα ενείχε τον κίνδυνο να καταστήσει πρακτικώς ανεφάρμοστη τη δυνατότητα, η οποία παρέχεται από τα άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, να επιτυγχάνεται, ακόμα και στις υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων, μια πραγματική προσωρινή δικαστική προστασία. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι η προστασία αυτή συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου ερειδόμενη στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών (προμνημονευθείσα απόφαση Johnston, σκέψη 18, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 11ης Φεβρουαρίου 2002, T-77/01, Diputación Foral de Alava κ.λπ. κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 35). Η αρχή αυτή διατυπώνεται επίσης στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
116 Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί αν υφίστανται εν προκειμένω εξαιρετικές περιστάσεις που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν στάθμιση των διακυβευομένων συμφερόντων υπέρ της χορηγήσεων προσωρινών μέτρων.
117 Διαπιστώνεται καταρχάς ότι η επίμαχη ενίσχυση, ανερχόμενη σε 4 εκατομμύρια DEM (2 045 167 ευρώ) αντιπροσωπεύει λιγότερο από 6 % του συνολικού ποσού 67 425 000 DΕΜ (34 473 855 ευρώ) ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στην αιτούσα στο πλαίσιο της asset-deal 1 και της asset-deal 2. Επιπλέον, με εξαίρεση την απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το συμβατό των περισσοτέρων από τις ενισχύσεις αυτές με διάφορα ισχύοντα καθεστώτα ενισχύσεων (αιτιολογικές σκέψεις 56 έως 65 της επίδικης αποφάσεως). Η αιτούσα άρχισε πράγματι τις οικονομικές δραστηριότητές της μόνον από τη χορήγηση αυτής της απαλλαγής από την υποχρέωση πληρωμής, το 1998, και εντεύθεν. Κατά συνέπεια, φαίνεται ότι δεν ανταποκρίνεται εν προκειμένω στην πραγματικότητα να υποστηριχθεί ότι η άμεση απόδοση της επίμαχης ενισχύσεως θα επέτρεπε την αποκατάσταση συγκεκριμένων συνθηκών ανταγωνισμού που υφίσταντο προηγουμένως στην οικεία αγορά ή στις οικείες αγορές υάλου (ουδεμία συγκεκριμένη αγορά προσδιορίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 35 και 36 της επίδικης αποφάσεως). Η απόδοση της ενισχύσεως θα μπορούσε ευχερώς, όπως προβάλλει η αιτούσα, να έχει ως μόνη συνέπεια την ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσεως της επιχειρήσεως Schott, κύριας ανταγωνίστριας επιχειρήσεως σε κοινοτικό επίπεδο της αιτούσας και της μόνης η οποία διατύπωσε παρατηρήσεις κατά την επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Η επιχείρηση αυτή, η δεσπόζουσα θέση της οποίας δεν αμφισβητείται από την Επιτροπή, έχει κύκλο εργασιών σημαντικότατα υψηλότερο από τον κύκλο εργασιών της αιτούσας. Αποκλείεται συνεπώς να υποστεί αυτή η ανταγωνίστρια επιχείρηση σημαντική ζημία κατόπιν της χορηγήσεως προσωρινών μέτρων εν προκειμένω. Εξάλλου, η επιχείρηση Schott είναι επίσης εγκατεστημένη στο ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας.
118 Επομένως, στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν εξαιρετικές και ειδικότατες περιστάσεις οι οποίες συνηγορούν υπέρ της χορηγήσεως προσωρινών μέτρων.
119 Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του κοινοτικού συμφέροντος να διενεργείται πραγματική ανάκτηση των κρατικών ενισχύσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων οι οποίες χορηγούνται, a priori, για την αναδιάρθρωση επιχειρήσεων οι οποίες αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες, η χορήγηση πλήρους αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως μέχρι την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια δίκη δεν θα ήταν δικαιολογημένη.
120 Απεναντίας, η χορήγηση περιορισμένων προσωρινών μέτρων είναι, υπό τις ειδικές συνθήκες της προκειμένης περιπτώσεως, δικαιολογημένη και ανταποκρίνεται προσηκόντως στην ανάγκη να διασφαλιστεί πραγματική προσωρινή δικαστική προστασία.
121 Λαμβανομένου επίσης υπόψη του γενικού συμφέροντος να αποδοθεί, παρά τις ειδικές συνθήκες της παρούσας υποθέσεως, τουλάχιστον εν μέρει και εφόσον αυτό είναι πραγματοποιήσιμο, μια κρατική ενίσχυση που χαρακτηρίστηκε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά και της οποίας επιτάχθηκε η ανάκτηση, πρέπει να διαταχθεί μερική αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου 2003, ήτοι μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία, όπως προκύπτει από τη δικογραφία και κυρίως από τις διευκρινίσεις που παρέσχαν οι πραγματογνώμονες και από τη δήλωση των διαχειριστών, η κατάσταση της αιτούσας προβλέπεται να σταθεροποιηθεί. Η εν λόγω αναστολή εκτελέσεως πρέπει να συνοδεύεται από πολλές προϋποθέσεις: πρώτον, να καταθέσει η αιτούσα, το αργότερο στις 5 Αυγούστου 2002, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου και στην Επιτροπή, ενδιάμεση έκθεση σχετικά με τη χρηματοδοτική της κατάσταση την 1η Ιουλίου 2002· δεύτερον, να αποδώσει στο BvS ένα πρώτο τμήμα της επίμαχης ενισχύσεως, ποσού 256 000 ευρώ, το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2002, και να καταθέσει στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου και στην Επιτροπή δικαιολογητικό της εν λόγω τμηματικής αποδόσεως της επίμαχης ενισχύσεως εντός προθεσμίας μιας εβδομάδας από της καταβολής· τρίτον, να καταθέσει στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου και στην Επιτροπή, το αργότερο στις 31 Ιανουαρίου 2003, έκθεση σχετικά με τη χρηματοδοτική της κατάσταση την 31η Δεκεμβρίου 2002.
122 Βάσει της τελευταίας αυτής εκθέσεως, ο κρίνων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής, αφού λάβει γραπτές παρατηρήσεις που η Επιτροπή θα επιθυμούσε ενδεχομένως να διατυπώσει, οι οποίες πρέπει να κατατεθούν το αργότερο στις 11 Φεβρουαρίου 2003, και, εφόσον είναι αναγκαίο, μετά από νέα ακρόαση των διαδίκων, θα αποφασίσει αν είναι δικαιολογημένη η χορήγηση πρόσθετων προσωρινών μέτρων στην παρούσα διαδικασία.
123 Επισημαίνεται τέλος ότι το άρθρο 108 του Κανονισμού Διαδικασίας παρέχει στον κρίνοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή τη δυνατότητα να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ανά πάσα στιγμή τη διάταξη περί προσωρινών μέτρων λόγω μεταβολής των περιστάσεων (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 22ας Μα_ου 1992, C-40/92 R, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1992, σ. Ι-3389, σκέψη 33· διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 19ης Φεβρουαρίου 1993, Τ-7/93 R και T-9/93 R, Langnese Iglo και Schöller κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-131, σκέψη 46, και προμνημονευθείσα διάταξη Government of Gibraltar κατά Επιτροπής, σκέψη 116). Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι ως «μεταβολή των περιστάσεων» ο κρίνων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εννοεί ιδίως πραγματικά περιστατικά ικανά να τροποποιήσουν την εν προκειμένω εκτίμηση του κριτηρίου του επείγοντος. Επιπλέον, κατά το Δικαστήριο, η δυνατότητα αυτή αποτελεί απόρροια του κατ' εξοχήν προσωρινού χαρακτήρα, στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου, των μέτρων που χορηγεί ο κρίνων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής [διάταξη του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 2002, C-440/01 P(R), Επιτροπή κατά Artegodan, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 62].
124 Κατά συνέπεια, απόκειται ενδεχομένως στην Επιτροπή να απευθυνθεί στο Πρωτοδικείο στην περίπτωση κατά την οποία, ιδίως, από την ενδιάμεση έκθεση που οφείλει να καταθέσει η αιτούσα θα προέκυπτε ότι η σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία που αυτή επικαλείται δεν συνδέεται με την υποχρέωση αποδόσεως της επίμαχης ενισχύσεως αλλά με το επίπεδο υπερχρεώσεως της αιτούσας, όπως υποστηρίζει σήμερα η Επιτροπή χωρίς να το αποδεικνύει, και/ή με την ανεπαρκή αύξηση του κύκλου εργασιών της αιτούσας κατά το έτος 2002.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Αναστέλλει, μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου 2003, την εκτέλεση του άρθρου 2 της αποφάσεως 2002/185/ΕΚ της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 2001, σχετικά με κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε από τη Γερμανία υπέρ της Technische Glaswerke Ilmenau GmbH.
2) Η εν λόγω αναστολή εκτελέσεως συνοδεύεται από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: πρώτον, να καταθέσει η αιτούσα, το αργότερο στις 5 Αυγούστου 2002, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου και στην Επιτροπή, ενδιάμεση έκθεση σχετικά με τη χρηματοδοτική της κατάσταση την 1η Ιουλίου 2002· δεύτερον, να αποδώσει στο Bundesanstalt für vereinigungsbedingte Sonderaufgaben ένα πρώτο τμήμα της επίμαχης ενισχύσεως, ποσού 256 000 ευρώ, το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2002, και να καταθέσει στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου και στην Επιτροπή δικαιολογητικό της εν λόγω τμηματικής αποδόσεως της επίμαχης ενισχύσεως εντός προθεσμίας μιας εβδομάδας από της καταβολής· τρίτον, να καταθέσει στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου και στην Επιτροπή, το αργότερο στις 31 Ιανουαρίου 2003, έκθεση σχετικά με τη χρηματοδοτική της κατάσταση την 31η Δεκεμβρίου 2002.
3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Top