ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-42/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Νομικό πλαίσιο
1.
Η οδηγία 80/778/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού ( ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 255 ) ορίζει στο άρθρο 1 ότι ως πόσιμα νοούνται:
« όλα τα νερά που χρησιμοποιούνται γι' αυτό τον σκοπό είτε χωρίς προηγούμενη κατεργασία, είτε ύστερα από κατεργασία, όποια και αν είναι η προέλευση τους, δηλαδή:
—
είτε πρόκειται για νερά που παραδίδονται στην κατανάλωση, και
—
είτε πρόκειται για νερά:
—
που χρησιμοποιούνται σε μια επιχείρηση τροφίμων με σκοπό την παρασκευή, την κατεργασία, τη συντήρηση ή τη διάθεση στην αγορά προϊόντων ή ουσιών που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και
—
που επηρεάζουν τον τελικό βαθμό υγιεινότητος των τροφίμων ».
Τα άρθρα 7 και 8 της οδηγίας προβλέπουν ορισμένες απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί από απόψεως ποιότητας το πόσιμο νερό.
Δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν παρεκκλίσεις από την οδηγία για να αντιμετωπίσουν είτε συνθήκες που έχουν σχέση με τη φύση και τη μορφολογία του εδάφους στην περιοχή που τροφοδοτεί την υπό εξέταση πηγή είτε συνθήκες που έχουν σχέση με εξαιρετικά μετεωρολογικά φαινόμενα. Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, οι εν λόγω παρεκκλίσεις σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να αφορούν τους τοξικούς και μικροβιολογικούς παράγοντες ούτε να συνεπάγονται κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Εξάλλου, η δυνατότητα παρεκκλίσεως από την οδηγία προβλέπεται και στο άρθρο 10, το οποίο προβλέπει ότι, σε περίπτωση σοβαρών ατυχημάτων, οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες μπορούν να επιτρέπουν την υπέρβαση των ανωτάτων παραδεκτών συγκεντρώσεων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι.
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να διενεργείται τακτικός έλεγχος της ποιότητας του πόσιμου νερού. Το άρθρο 18 ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για τη συμμόρφωση τους προς την οδηγία και τα παραρτήματα της μέσα σε χρονικό διάστημα δύο ετών από την ημερομηνία γνωστοποιήσεως της οδηγίας, ενώ ενημερώνουν αμέσως περί τούτου την Επιτροπή. Η ανωτέρω ημερομηνία έληξε στις 18 Ιουλίου 1982, καθόσον η οδηγία κοινοποιήθηκε στο Βέλγιο στις 18 Ιουλίου 1980.
Επιπλέον, όπως προκύπτει από το άρθρο 19, τα κράτη μέλη όφειλαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε η ποιότητα του πόσιμου νερού να ανταποκριθεί στην προβλεπόμενη από την οδηγία το αργότερο στις 18 Ιουλίου 1985. Δυνάμει του άρθρου 20, τα κράτη μέλη έχουν, πάντως, τη δυνατότητα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για πληθυσμιακά σύνολα γεωγραφικά περιορισμένα, να υποβάλουν στην Επιτροπή ειδική αίτηση, ζητώντας πρόσθετη προθεσμία για την τήρηση της σχετικής υποχρεώσεως. Η αίτηση αυτή πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη, να αναφέρει τις αντιμετωπιζόμενες δυσχέρειες και να προτείνει πρόγραμμα ενεργειών, συνοδευόμενο από χρονοδιάγραμμα, για τη βελτίωση της ποιότητας του πόσιμου νερού.
2. Ιστορικό της οιαφοράς
Με έγγραφο οχλήσεως που απηύθυνε στις 4 Αυγούστου 1986, η Επιτροπή κάλεσε τη Βελγική Κυβέρνηση να υποβάλει εντός προθεσμίας δύο μηνών τις παρατηρήσεις της επί των δύο παραβάσεων που διαπίστωσε όσον αφορά τη μεταφορά στο βελγικό δίκαιο της οδηγίας 80/778. Κατά την Επιτροπή, η μία από τις εν λόγω παραβάσεις προκύπτει από τη μερική μεταφορά στο βελγικό δίκαιο του άρθρου 9, παράγραφος 1, περίπτωση β), και παράγραφος 3, της οδηγίας. Όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις, απαγορεύεται στα κράτη μέλη να προβλέπουν παρεκκλίσεις από το θεσπιζόμενο με την οδηγία καθεστώς, προκειμένου να λαμβάνουν υπόψη καταστάσεις εξαιρετικών καιρικών συνθηκών, όταν οι παρεκκλίσεις αυτές αφορούν τις τοξικές και μικροβιολογικές παραμέτρους ή συνεπάγονται κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Η Επιτροπή τονίζει ότι το άρθρο 5 του βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 1984 ( Moniteur belge της 6.7.1984, σ. 9860) εξαρτά τις εν λόγω παρεκκλίσεις από προϋποθέσεις που είναι λιγότερο αυστηρές από εκείνες που ορίζει η οδηγία. Πράγματι, αρκεί η διανομή μέσω δικτύου να είναι αδύνατο να διασφαλιστεί με κάποιον άλλο τρόπο και οι παραδεκτές παρεκκλίσεις να μη συνεπάγονται απαράδεκτο για τη δημόσια υγεία κίνδυνο.
Όσον αφορά τη δεύτερη παράβαση, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, μετά την εκπνοή, στις 18 Ιουλίου 1985, της προβλεπόμενης στο άρθρο 19 της οδηγίας προθεσμίας, η ίδια δεν διαθέτει κανένα πληροφοριακό στοιχείο που να της επιτρέπει να συναγάγει ότι η ποιότητα των υδάτων του φράγματος της Gileppe, που υδροδοτεί την πόλη του Venders, συνάδει προς την οδηγία. Υπενθυμίζει ότι ο σταθμός επεξεργασίας των υδάτων αυτών, η κατασκευή του οποίου αναφέρεται στις επιστολές της 22ας Φεβρουαρίου 1984 και 15ης Νοεμβρίου 1985 από τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Βελγίου, δεν άρχισε ακόμη να λειτουργεί. Εξάλλου, η Επιτροπή τονίζει ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν προσέφυγε στη διαδικασία του άρθρου 20 της οδηγίας, η οποία του επιτρέπει, όσον αφορά τους υδροδοτούμενους κατοίκους του Verviers, να υποβάλει στην Επιτροπή ειδική αίτηση για πρόσθετη προθεσμία όσον αφορά την τήρηση της οδηγίας.
Η Επιτροπή απηύθυνε στις 15 Δεκεμβρίου 1987 πρόσθετο έγγραφο οχλήσεως στη Βελγική Κυβέρνηση, επισημαίνοντας και νέα απόκλιση του βελγικού δικαίου από το κοινοτικό. Διευκρίνισε ότι το βασιλικό διάταγμα της 27ης Απριλίου 1984, αποκλείοντας από το πεδίο εφαρμογής του τα από ιδιωτικά φυσικά πρόσωπα αντλούμενα προς οικιακή χρήση ύδατα, δεν συνάδει προς τις διατάξεις της οδηγίας 80/778 και ειδικότερα προς τα άρθρα 1 και 2 αυτής. Με το συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως παρεσχέθη στη Βελγική Κυβέρνηση νέα προθεσμία δύο μηνών, προκειμένου να υποβάλει τις παρατηρήσεις της όσον αφορά τόσο τη νέα παράβαση όσο και τις δύο προγενέστερες.
Η Βελγική Κυβέρνηση απάντησε στα δύο έγγραφα οχλήσεως με έγγραφο της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της που περιήλθε στην Επιτροπή στις 25 Φεβρουαρίου 1988. Με το έγγραφο αυτό, διευκρίνιζε ότι, όσον αφορά το άρθρο 5 του βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 1984, σχέδιο τροπολογίας με σκοπό την εξάλειψη της διαστάσεως μεταξύ της εν λόγω διατάξεως και του άρθρου 9 της οδηγίας είχε υποστεί επεξεργασία, εγκριθεί από τις τρεις περιφερειακές εκτελεστικές εξουσίες και υποβληθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας του Βελγίου για γνωμοδότηση στις 18 Δεκεμβρίου 1987. Όσον αφορά την υδροδότηση του Verviers, η Βελγική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι οι εργασίες κατασκευής του σταθμού επεξεργασίας και των παρακειμένων κτιρίων άρχισαν στις 5 Απριλίου 1984, ενώ ο σταθμός προβλεπόταν να αρχίσει να λειτουργεί περί τα τέλη του 1990. Συναφώς, η Βελγική Κυβέρνηση επικαλείται το άρθρο 20 της οδηγίας για να ζητήσει αναστολή της εφαρμογής της έως την 1η Ιανουαρίου 1991 όσον αφορά τους υδροδοτούμενους κατοίκους του Verviers. Τέλος, όσον αφορά το άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος που προαναφέρθηκε, το οποίο εξαιρεί το διανεμόμενο μέσω δικτύου νερό που αντλούν τα ιδιωτικά φυσικά πρόσωπα προς οικιακή χρήση από τον ποιοτικό έλεγχο, η Βελγική Κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι η εξαίρεση αυτή μπορεί να συναχθεί σιωπηρά από το περιεχόμενο της οδηγίας, το οποίο, κατ' αυτήν, δεν εφαρμόζεται για προφανείς λόγους σε παρόμοια περίπτωση.
Εκτιμώντας ότι η απάντηση της Βελγικής Κυβερνήσεως δεν είναι ικανοποιητική και ότι όλα τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής της οδηγίας δεν ελήφθησαν ακόμα, η Επιτροπή διατύπωσε, στις 16 Μαΐου 1988, δυνάμει του άρθρου 169, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, αιτιολογημένη γνώμη, θέτοντας στη Βελγική Κυβέρνηση προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της, προκειμένου να συμμορφωθεί συναφώς.
Με έγγραφο του Υφυπουργού Περιβάλλοντος και Κοινωνικής Χειραφετήσεως, της 17ης Ιανουαρίου 1989, η Βελγική Κυβέρνηση ζήτησε πρόσθετη προθεσμία για να εκτελέσει τις απορρέουσες από το παράρτημα Ι της οδηγίας υποχρεώσεις, όσον αφορά το παραδιδόμενο σε τμήμα του Verviers νερό. Με το έγγραφο αυτό, η Βελγική Κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι τα έργα καθαρισμού του νερού πρόκειται να περατωθούν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1991 και ότι η καθυστέρηση οφειλόταν σε διαφωνίες μεταξύ των περιφερειών σχετικά με τα δημόσια έργα που έπρεπε να αναληφθούν από το Δημόσιο κατ' εφαρμογή του ειδικού νόμου περί θεσμικών μεταρρυθμίσεων της 8ης Αυγούστου 1980.
Εκτιμώντας ότι η αίτηση αυτή δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 20 της οδηγίας, επειδή δεν συνοδευόταν από πρόγραμμα ενεργειών μετά χρονοδιαγράμματος, και ότι περαιτέρω η υποβολή αιτήσεως κατ' εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου είναι απαράδεκτη, εφόσον λαμβάνει χώρα μετά τη λήξη της καθοριζομένης στο άρθρο 19 προθεσμίας, η Επιτροπή την απέρριψε και άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως.
Το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Φεβρουαρίου 1989.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία, χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της οδηγίας 80/778 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού, και ιδίως προς τα άρθρα 1, 2, 9, 18, 19 και 20, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη,
—
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Η Κυβέρνηση του Βελγίου δεν αμφισβητεί τις παραβάσεις που της προσάπτονται.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Καταρχάς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 1984 εξαίρεση όσον αφορά το αντλούμενο από φυσικά πρόσωπα προς οικιακή χρήση νερό είναι ασυμβίβαστη προς την οδηγία 80/778. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περιγράφεται γενικώς στο άρθρο 1, στο οποίο γίνεται λόγος για την « ποιότητα του πόσιμου νερού », ενώ κατά το άρθρο 2 ως πόσιμο νερό νοούνται « όλα τα νερά που χρησιμοποιούνται γι' αυτό τον σκοπό ... όποια και αν είναι η προέλευση τους ».
Περαιτέρω, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, οι κανόνες περί ποιότητας στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα πόσιμα ύδατα καθορίζονται προς το συμφέρον της δημόσιας υγείας. Κατά την άποψη της, είτε πρόκειται για αντλούμενο από φυσικά πρόσωπα για τις ίδιες αυτών ανάγκες νερό είτε πρόκειται για πόσιμο νερό, το συμφέρον είναι το ίδιο.
Εξάλλου, η Επιτροπή εκτιμά ότι με τη στάση αυτή δεν θίγεται το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 12 της οδηγίας, οι τακτικοί έλεγχοι της ποιότητας του πόσιμου νερού διενεργούνται στο σημείο όπου το νερό τίθεται στη διάθεση των καταναλωτών. Συναφώς, η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως στα πλαίσια της προηγηθείσας της προσφυγής διαδικασίας, σύμφωνα με το οποίο οι έλεγχοι αυτοί δεν εφαρμόζονται παρά μόνο στους δημόσιους υδατοταμιευτήρες, καθόσον δεν έχουν νόημα παρόμοιοι έλεγχοι των ιδιωτικών υδατοταμιευτήρων. Θεωρεί ότι η διάταξη του ανωτέρω άρθρου σχετικά με τον έλεγχο δεν έχει τέτοια σημασία, ώστε να μπορεί να καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας σε αντίθεση προς τις ρητές διατάξεις των άρθρων 1 και 2.
Δεύτερον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 5 του βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 1984 δεν συμβιβάζεται προς την οδηγία, στο βαθμό που η εν λόγω διάταξη δεν λαμβάνει υπόψη το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, το οποίο προβλέπει ότι, σε περίπτωση σοβαρών ατυχημάτων ή καταστάσεων που άπτονται εξαιρετικών μετεωρολογικών φαινομένων, οι υπερβάσεις των ανωτάτων επιτρεπτών συγκεντρώσεων σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να αφορούν τις τοξικές και μικροβιολογικές παραμέτρους.
Όσον αφορά την ποιότητα του νερού της τεχνητής λίμνης της Gileppe, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της οδηγίας και του βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 1984. Στηριζόμενη στο έγγραφο της Μόνιμης Αντιπροσωπείας του Βελγίου, της 17ης Ιανουαρίου 1988, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η περιγραφείσα σ' αυτό κατάσταση, ειδικότερα δε το ότι η ποιότητα του νερού στο Verviers δεν πρόκειται να βελτιωθεί παρά μόνο με τη θέση σε λειτουργία του σταθμού καθαρισμού που προβλέπεται για τα τέλη του 1990, είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 19 της οδηγίας, δυνάμει του οποίου η ποιότητα του πόσιμου νερού πρέπει να εξομοιωθεί με εκείνη της οδηγίας το αργότερο στις 18 Ιουλίου 1985.
Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αίτηση της Βελγικής Κυβερνήσεως που υποβλήθηκε με το ανωτέρω έγγραφο σχετικά με την αναστολή εφαρμογής της οδηγίας όσον αφορά τους υδροδοτούμενους κατοίκους του Verviers δεν μπορεί να θεωρηθεί ως « ειδική αίτηση » κατά το άρθρο 20 της οδηγίας, επειδή δεν ανταποκρίνεται στις αναφερόμενες σ' αυτό επιταγές. Πέραν του γεγονότος ότι υποβλήθηκε περίπου οκτώ έτη μετά την κοινοποίηση της οδηγίας, η εν λόγω αίτηση δεν αναφερόταν στις δυσχέρειες που αντιμετωπίστηκαν, ούτε προτεινόταν μ' αυτήν πρόγραμμα ενεργειών μετά χρονοδιαγράμματος.
Η Βελγική Κυβέρνηση διευκρινίζει, καταρχάς, ότι το βασιλικό διάταγμα της 27ης Απριλίου 1984 ακυρώθηκε με την απόφαση 31587 που εξέδωσε το βελγικό Συμβούλιο της Επικρατείας στις 14 Δεκεμβρίου 1988. Η Βελγική Κυβέρνηση διευκρινίζει περαιτέρω ότι εναπόκειται στις περιφέρειες να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 80/778, δοθέντος ότι, από την 1η Ιανουαρίου 1989, είναι αρμόδιες επί των σχετικών θεμάτων. Πάντως, η περιφέρεια της Φλάνδρας μετέφερε με το « besluit van de Vlaamse Executieve houdende Vaststelling van een technische reglementering inzake drinkwater » ( εκτελεστικό διάταγμα της Φλάνδρας περί θεσπίσεως τεχνικών κανόνων ως προς το πόσιμο νερό»), της 15ης Μαρτίου 1989, η δημοσίευση του οποίου επέκειτο, την οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη.
Η Βελγική Κυβέρνηση επιθυμεί να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος που ακυρώθηκε, σχετικά με το αντλούμενο προς οικιακή χρήση νερό, εξαίρεση δεν προβλέπεται πλέον στο ανωτέρω φλαμανδικό εκτελεστικό διάταγμα, ενώ το διάταγμα αυτό κατήργησε περαιτέρω και τη διάσταση μεταξύ του άρθρου 5 του εν λόγω βασιλικού διατάγματος και του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Η περιφέρεια της Βαλωνίας και η περιφέρεια των Βρυξελλών πρόκειται να θεσπίσουν συντομότατα ανάλογα μέτρα, προκειμένου να θέσουν σε εφαρμογή την οδηγία, ενώ η Βελγική Κυβέρνηση δεν θα παραλείψει να ενημερώσει σχετικά το Δικαστήριο αμέσως μετά τη λήψη τους.
Τέλος, όσον αφορά την ποιότητα του πόσιμου νερού του Verviers, η Βελγική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η περιφέρεια της Βαλωνίας θέτει σε εφαρμογή τις αποφάσεις που ελήφθησαν προηγουμένως, προκειμένου να βελτιώσει την κατάσταση, κατά τρόπον, ώστε από 31ης Δεκεμβρίου 1990 η ποιότητα του νερού να ανταποκρίνεται στις διατάξεις της οδηγίας. Συναφώς, η Βελγική Κυβέρνηση γνωστοποιεί το ύψος του ποσού που δαπανάται για τα εκτελούμενα έργα και πληροφορεί ότι, χάρη σε προσωρινά μέτρα που ελήφθησαν, το 75 Ψο του πληθυσμού έχει ήδη στη διάθεση του νερό ανταποκρινόμενο στις επιταγές της οδηγίας. Πλην όμως, η Βελγική Κυβέρνηση καταλήγει ότι από τεχνική άποψη δεν είναι δυνατή η αποπεράτωση των σχεδιασθεισών εργασιών με ταχύ ρυθμό.
J. C. Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Top