Avis juridique important
Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 5ης Δεκεμβρίου 2002. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμßούργου. - Παράβαση κράτους μέλους - Διαχείριση των αποβλήτων - .ρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 96/59/ΕΚ, για τη διάθεση των πολυχλωροδιφαινυλίων και των πολυχλωροτριφαινυλίων (PCB και PCT). - Υπόθεση C-174/01.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-11171
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Στην υπόθεση C-174/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον H. Stψvlbaek και την J. Adda, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπουμένου από τον J. Falz,
καθού,
"που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, παραλείποντας να καταρτίσει σχέδια απολύμανσης ή/και διάθεσης των απογεγραμμένων συσκευών και των πολυχλωροδιφαινυλίων που αυτές περιέχουν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 11 της οδηγίας 96/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1996, για τη διάθεση των πολυχλωροδιφαινυλίων και των πολυχλωροτριφαινυλίων (PCB και PTC) (EE L 243, σ. 31), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, A. La Pergola (εισηγητή), P. Jann, S. von Bahr και A. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Απριλίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, παραλείποντας να καταρτίσει σχέδια απολύμανσης ή/και διάθεσης των απογεγραμμένων συσκευών και των πολυχλωροδιφαινυλίων που αυτές περιέχουν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 11 της οδηγίας 96/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1996, για τη διάθεση των πολυχλωροδιφαινυλίων και των πολυχλωροτριφαινυλίων (PCB και PTC) (EE L 243, σ. 31, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Το νομικό πλαίσιο
Η οδηγία
2 Σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ελεγχόμενη διάθεση των PCB, την απολύμανση ή διάθεση συσκευών που περιέχουν PCB ή/και τη διάθεση χρησιμοποιημένων PCB, προκειμένου να διατεθούν πλήρως βάσει των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.»
3 Το άρθρο 3 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των διεθνών υποχρεώσεών τους, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί η διάθεση των χρησιμοποιημένων PCB και η απολύμανση ή η διάθεση των PCB και των συσκευών που περιέχουν PCB, το ταχύτερο δυνατόν. Για τις συσκευές και τα PCB τα οποία περιέχουν οι συσκευές αυτές, οι οποίες οφείλουν να περιληφθούν σε κατάλογο σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, η απολύμανση ή/και διάθεση θα πραγματοποιηθούν το αργότερο έως το τέλος του 2010.»
4 Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Προκειμένου να συμμορφωθούν προς το άρθρο 3, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την κατάρτιση καταλόγων των συσκευών που περιέχουν όγκο PCB μεγαλύτερο των 5 dm3 και αποστέλλουν περίληψη των καταλόγων αυτών στην Επιτροπή, το αργότερο τρία χρόνια μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας. Σε περίπτωση πυκνωτών ισχύος, το όριο των 5 dm3 νοείται ότι συμπεριλαμβάνει το σύνολο των μεμονωμένων στοιχείων μιας συνδυασμένης σειράς.
2. Οι συσκευές για τις οποίες είναι εύλογο να υποτεθεί ότι τα υγρά περιέχουν ποσοστό PCB κατά βάρος κυμαινόμενο μεταξύ 0,05 % και 0,005 % μπορούν να απογράφονται χωρίς τα στοιχεία που απαιτούνται στην παράγραφο 3, τρίτη και τέταρτη περίπτωση, και μπορούν να επισημαίνονται ως "μολυσμένες από PCB σε ποσοστό < 0,05 %". Η απολύμανση ή η διάθεσή τους πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2.
3. Οι κατάλογοι περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία:
- όνομα και διεύθυνση του κατόχου,
- θέση και περιγραφή της συσκευής,
- ποσότητα PCB που περιέχει ο εξοπλισμός,
- ημερομηνίες και τύπος επεξεργασίας ή αντικατάστασης που έχει πραγματοποιηθεί ή προβλέπεται να πραγματοποιηθεί,
- ημερομηνίες δήλωσης.
Εάν ένα κράτος μέλος έχει ήδη καταρτίσει ανάλογο κατάλογο, δεν απαιτείται νέος. Οι κατάλογοι ενημερώνονται τακτικά.»
5 Το άρθρο 11 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Εντός τριών ετών από την έκδοση της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη καταρτίζουν:
- σχέδια απολύμανσης ή/και διάθεσης των συσκευών που έχουν απογραφεί και των PCB τα οποία περιέχουν,
- γενικές κατευθύνσεις για τη συλλογή και τη μετέπειτα διάθεση συσκευών οι οποίες δεν οφείλουν να περιληφθούν σε κατάλογο σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, όπως ορίζει το άρθρο 6, παράγραφος 3.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή αυτά τα σχέδια και τις γενικές κατευθύνσεις.»
6 Η δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας προβλέπει ότι, «για να μπορέσουν οι δυνατότητες διάθεσης των PCB να προσαρμοστούν στις ανάγκες, είναι ουσιαστικής σημασίας να είναι γνωστές οι υπάρχουσες ποσότητες PCB και, κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να γίνει η επισήμανση των συσκευών που περιέχουν PCB και η απογραφή τους» και ότι «η απογραφή αυτή πρέπει να ενημερώνεται σε τακτά διαστήματα».
7 Η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας διευκρινίζει ότι, «δεδομένου ότι οι εγκαταστάσεις διάθεσης και απολύμανσης των PCB είναι περιορισμένες σε αριθμό και ικανότητα, είναι αναγκαίο να προγραμματιστεί η διάθεση ή/και η απολύμανση των απογεγραμμένων PCB».
Οι εθνικές διατάξεις
8 Η οδηγία μεταφέρθηκε στη λουξεμβουργιανή έννομη τάξη με την κανονιστική απόφαση του Μεγάλου Δούκα της 24ης Φεβρουαρίου 1998, περί της διαθέσεως των πολυχλωροδιφαινυλίων και των πολυχλωροτριφαινυλίων (PCB και PCT) και περί της εβδόμης τροποποιήσεως του παραρτήματος 1 του τροποποιηθέντος στις 11 Μαρτίου 1981 νόμου περί της ρυθμίσεως της θέσεως σε κυκλοφορία και της χρησιμοποιήσεως ορισμένων επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων (Mιmorial A 1998, σ. 400, στο εξής: κανονιστική απόφαση περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο).
9 Το άρθρο 3 της κανονιστικής αποφάσεως περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο προβλέπει τα εξής:
«1. Απαγορεύεται η χρήση των χρησιμοποιηθέντων PCB εξαιρέσει των μειγμάτων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 2, στοιχείο a, τελευταία περίπτωση. Η διάθεση των PCB αυτών πρέπει να πραγματοποιηθεί μόλις τούτο καταστεί δυνατό, το αργότερο δε έξι μήνες μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας κανονιστικής αποφάσεως.
2. Απαγορεύεται η χρήση των συσκευών που περιέχουν PCB, εξαιρέσει των μειγμάτων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 2, στοιχείο a, τελευταία περίπτωση. Η διάθεση των συσκευών αυτών πρέπει να πραγματοποιηθεί μόλις τούτο καταστεί δυνατό, το αργότερο δε έξι μήνες μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας κανονιστικής αποφάσεως.
3. Οι συσκευές που περιέχουν όγκο μεγαλύτερο των 5 dm3 και για τις οποίες είναι εύλογο ότι τα υγρά περιέχουν ποσοστό PCB κατά βάρος άνω του 0,005 %, καθώς και τα PCB που περιέχονται σ' αυτές, απογράφονται βάσει του άρθρου 4. Στην περίπτωση των ηλεκτρικών πυκνωτών, το ανώτατο όριο των 5 dm3 περιλαμβάνει το άθροισμα των διαφόρων στοιχείων μιας πλήρους μονάδας. Η χρήση τους εξακολουθεί να επιτρέπεται μέχρι το αργότερο
- στις 31 Δεκεμβρίου 2005 για ποσοστό PCB κατά βάρος ανώτερο του 0,05 %·
- στις 31 Δεκεμβρίου 2010 για ποσοστό PCB κατά βάρος υποτιθέμενο κατώτερο ή ίσο προς το 0,05 %.
Η διάθεση ή η απολύμανσή τους πρέπει να πραγματοποιηθεί το αργότερο μέχρι αυτές τις αντίστοιχες καταληκτικές ημερομηνίες.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
10 Με επιστολή της 3ης Ιανουαρίου 2000, οι λουξεμβουργιανές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή έναν κατάλογο και διάφορα κανονιστικά κείμενα προσαρτημένα σε ένα ανακεφαλαιωτικό έγγραφο με τίτλο «Κοινοποίηση στην Επιτροπή του τρόπου εφαρμογής στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου της οδηγίας 96/59/ΕΚ». Τα σημεία 3 και 4 του ανακεφαλαιωτικού εγγράφου αφορούν, αντιστοίχως, το «πρόγραμμα διάθεσης των PCB στο Λουξεμβούργο» και τη «συλλογή και διάθεση των συσκευών που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο».
11 Η Επιτροπή, φρονώντας, βάσει των προσκομισθέντων εγγράφων, ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν είχε συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, 4 και 11 της οδηγίας, κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως. Αφού έστειλε έγγραφο οχλήσεως στο κράτος μέλος αυτό ζητώντας του να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, η Επιτροπή, με έγγραφο της 25ης Ιουλίου 2000, διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη καλώντας το να λάβει τα μέτρα που είναι αναγκαία για να συμμορφωθεί προς την οδηγία αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών.
12 Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τα νέα στοιχεία που κοινοποίησε η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση μετά την εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη, αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή, περιορίζοντάς την σε μόνη την αιτίαση που αφορά την έλλειψη σχεδίου απολύμανσης ή/και διάθεσης των απογεγραμμένων συσκευών και των PCB που αυτές περιέχουν, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
13 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα προγράμματα διάθεσης των PCB που υιοθέτησε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου πριν από τη θέσπιση της οδηγίας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, καθόσον βασίζονται σε απογραφή, πραγματοποιηθείσα το 1984, η οποία δεν εκπληροί τις υποχρεώσεις του άρθρου 4 της οδηγίας, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκόμισαν οι λουξεμβουργιανές αρχές, η απογραφή αυτή αφορούσε αποκλειστικά τις συσκευές που λειτουργούν με καθαρά PCB.
14 Κατά την Επιτροπή, η κανονιστική απόφαση περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο δεν συνιστά σχέδιο κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας, σε συνδυασμό με τη δέκατη και τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της, καθόσον η απόφαση αυτή, αφενός, εκδόθηκε πριν την κατάρτιση απογραφής που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 4 της οδηγίας και, αφετέρου, περιορίζεται στην πρόβλεψη των ημερομηνιών μέχρι τις οποίες επιτρέπεται η χρησιμοποίηση των εγκαταστάσεων που περιέχουν PCB χωρίς να ορίζει τον τρόπο διάθεσης ή απολύμανσης των εγκαταστάσεων αυτών.
15 Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση αμφισβητεί την παράβαση που της προσάπτεται. Ισχυρίζεται, πρώτον, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, τα κράτη μέλη απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταρτίσεως καταλόγου των συσκευών που περιέχουν όγκο πλέον των 5 dm3 PCB, εφόσον έχουν ήδη καταρτίσει ανάλογο κατάλογο. Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου έχει όμως καταρτίσει προγράμματα διάθεσης των PCB ήδη από το 1986, βάσει μιας πρώτης απογραφής πραγματοποιηθείσας το 1984. Τα μέτρα αυτά, που τέθηκαν σε εφαρμογή πριν από τη θέσπιση της οδηγίας, κατέστησαν δυνατή τη διάθεση του 99,9 % των απογεγραμμένων PCB.
16 Κατά τη κυβέρνηση αυτή, στον βαθμό που οι κατάλογοι που καταρτίστηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ της οδηγίας είναι παρόμοιοι με εκείνους που απαιτεί το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας, τα προγράμματα διάθεσης που αφορούν τις απογεγραμμένες συσκευές εκπληρούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας, τούτο δε ακόμη και αν τα προγράμματα αυτά έχουν καταρτιστεί πριν από την ημερομηνία της θέσεως σε ισχύ της οδηγίας.
17 Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι η κανονιστική απόφαση περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο καθορίζει τις καταληκτικές ημερομηνίες για τη χρησιμοποίηση των εγκαταστάσεων που περιέχουν απογεγραμμένα PCB, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας. Συναφώς, η κυβέρνηση αυτή υποστηρίζει ότι η καταληκτική ημερομηνία που καθόρισε η εν λόγω κανονιστική απόφαση για την αποκομιδή των συσκευών των οποίων η περιεκτικότητα σε PCB υπεβαίνει το 0,05 % ορίστηκε μάλιστα πέντε έτη ενωρίτερα σε σχέση με την προθεσμία που ορίζει η οδηγία. Προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, οι ημερομηνίες αυτές επαναλήφθηκαν σε ένα λεπτομερέστερο κεφάλαιο, που αφορά την αποκομιδή των PCB, του εθνικού σχεδίου διαχειρίσεως των αποβλήτων, που θεσπίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2000 και κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 15 Ιανουαρίου 2001.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
18 Πρέπει εκ προοιμίου να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται βάσει της καταστάσεως του κράτους μέλους όπως αυτή έχει κατά τη λήξη της προθεσμίας που έχει ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη και ότι οι επελθούσες, στη συνέχεια, αλλαγές δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2001, C-148/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-9823, σκέψη 7, και της 6ης Ιουνίου 2002, C-177/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2002, σ. Ι-5137, σκέψη 13).
19 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το εθνικό σχέδιο διαχείρισης των αποβλήτων, που θεσπίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2000, υιοθετήθηκε από το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας που καθορίστηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και δεν μπορεί, συνεπώς, να ληφθεί υπόψη για να εκτιμηθεί η ύπαρξη της παραβάσεως.
20 Όσον αφορά τα μέτρα που έλαβε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου πριν από τη θέσπιση της οδηγίας, πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία αυτή σκοπό έχει, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο της 1, την «προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ελεγχόμενη διάθεση των PCB, την απολύμανση ή διάθεση συσκευών που περιέχουν PCB [...] προκειμένου να διατεθούν πλήρως». Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, τα κράτη μέλη πρέπει να καταρτίζουν καταλόγους των συσκευών που περιέχουν PCB.
21 Συναφώς, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι όλες οι συσκευές που περιέχουν όγκο PCB άνω των 5 dm3 πρέπει να απογράφονται. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου διευκρινίζει ότι οι συσκευές για τις οποίες είναι εύλογο να υποτεθεί ότι τα υγρά περιέχουν ποσοστό PCB κατά βάρος κυμαινόμενο μεταξύ 0,05 και 0,005 % μπορούν να απογράφονται χωρίς τα στοιχεία που απαιτούνται στην παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, τρίτη και τέταρτη περίπτωση, του εν λόγω άρθρου. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, καθορίζει το περιεχόμενο των εν λόγω καταλόγων. Τέλος, το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας προβλέπει ότι, αν ένα κράτος μέλος έχει ήδη καταρτίσει κατάλογο ανάλογο με εκείνο του οποίου το περιεχόμενο καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου, δεν απαιτείται νέος κατάλογος.
22 Έτσι, το ενδεχόμενο να μην απαιτείται νέος κατάλογος εφόσον το κράτος μέλος έχει ήδη καταρτίσει κάποιο κατάλογο προϋποθέτει ότι ο τελευταίος αυτός κατάλογος είναι σύμφωνος προς το άρθρο 4 της οδηγίας.
23 Στο πλαίσιο αυτό, για να συμμορφωθούν προς το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας τα κράτη μέλη πρέπει να καταρτίζουν σχέδιο απολύμανσης ή/και διάθεσης των συσκευών που έχουν απογραφεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 της οδηγίας, καθώς και των PCB που αυτές περιέχουν.
24 Επιπλέον, από το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας, σε συνδυασμό με τη δέκατη και τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της, προκύπτει ότι η κατάρτιση του σχεδίου που απαιτεί το άρθρο αυτό υποχρεώνει τα κράτη μέλη να συγκρίνουν τον αριθμό των απογεγραμμένων συσκευών και τις ποσότητες των PCB που αυτές περιέχουν, που πρέπει να διατεθούν ή να απολυμανθούν, με τις διαθέσιμες προς τούτο ικανότητες διάθεσης και απολύμανσης. Περαιτέρω, η κατάρτιση του σχεδίου αυτού πρέπει να παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να καθορίζουν τον τρόπο επεξεργασίας των διαφόρων κατηγοριών συσκευών και των PCB που αυτές περιέχουν.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι απολύτως αναμφίβολο ότι, για να εκπληροί πλήρως τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας, το ως άνω καταρτισθέν σχέδιο πρέπει να έχει ειδικό χαρακτήρα, σύμφωνο προς το σύστημα διάθεσης των PCB που θέτει σε εφαρμογή η οδηγία συνολικά (βλ., στο πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 1998, C-232/95 και C-233/95, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1998, σ. I-3343, σκέψεις 34 έως 36, και της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-207/97, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1999, σ. I-275, σκέψη 39).
26 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι ο κατάλογος και τα προγράμματα που κατήρτισε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου πριν από τη θέση σε ισχύ της οδηγίας είναι ελλιπή. Συγκεκριμένα, αφενός, αποσκοπούσαν απλώς στη διάθεση των καθαρών PCB, όπως το αναγνώρισε η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση με το υπόμνημα αντικρούσεως. Αφετέρου, από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία προκύπτει ότι, μετά την αιτιολογημένη γνώμη, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου χρειάστηκε να καταρτίσει νέο κατάλογο για να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του άρθρου 4 της οδηγίας, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι το κράτος αυτό θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να καταρτίσει νέο σχέδιο απολύμανσης ή/και διάθεσης με βάση τον νέο αυτό κατάλογο για να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας.
27 Δεύτερον, όσον αφορά την κανονιστική απόφαση περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, αρκεί να διαπιστωθεί ότι, μολονότι στην απόφαση αυτή επαναλαμβάνεται κατά λέξη η διατύπωση της οδηγίας και καθορίζονται, στο άρθρο της 3, καταληκτικές ημερομηνίες για τη διάθεση των PCB, οι διατάξεις της εν λόγω κανονιστικής αποφάσεως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως σχέδιο, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας, εφόσον δεν προβαίνουν στην εκτίμηση των διαθέσιμων στο εθνικό έδαφος ικανοτήτων διάθεσης και απολύμανσης και εφόσον οι ημερομηνίες που καθορίζουν δεν στηρίζονται σε συγκριτική ανάλυση του αριθμού προς επεξεργασία συσκευών και των πραγματικών ικανοτήτων επεξεργασίας.
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τόσο η κανονιστική απόφαση περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο όσο και το σύνολο των μέτρων που έλαβε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου πριν από την έκδοση της οδηγίας, ανεξάρτητα από την πραγματική αποτελεσματικότητά τους, δεν συνιστούν πλήρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας.
29 Επιβάλλεται συνεπώς η διαπίστωση ότι η προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή είναι βάσιμη.
30 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, παραλείποντας να καταρτίσει σχέδιο απολύμανσης ή/και διάθεσης των απογεγραμμένων συσκευών και των PCB που αυτές περιέχουν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
31 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος αντιδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, παραλείποντας να καταρτίσει σχέδιο απολύμανσης ή/και διάθεσης των απογεγραμμένων συσκευών και των πολυχλωροδιφαινυλίων που αυτές περιέχουν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 96/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1996, για τη διάθεση των πολυχλωροδιφαινυλίων και των πολυχλωροτριφαινυλίων (PCB και PTC), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
Top