Avis juridique important
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τέταρτο πενταμελές τμήμα) της 5ης Νοεμβρίου 2003. - Kronoply GmbH & Co. KG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Κρατικές ενισχύσεις - Πολυτομεακό πλαίσιο για τις περιφερειακές ενισχύσεις προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια - Αίτημα διορθώσεως αποφάσεως με την οποία μια ενίσχυση κηρύσσεται σύμφωνη προς την κοινή αγορά - Απάντηση της Επιτροπής - Δεν έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως - Προσφυγή ακυρώσεως - Απαράδεκτο. - Υπόθεση T-130/02.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα 00000
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Στην υπόθεση T-130/02,
Kronoply GmbH & Co. KG, με έδρα το Heiligengrabe (Γερμανία), εκπροσωπούμενη αρχικώς από την B. Luther και στη συνέχεια από τον R. Nierer, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους V. Di Bucci και T. Scharf, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως που φέρεται ότι έλαβε η Επιτροπή στις 5 Φεβρουαρίου 2001 να μην προβεί σε διόρθωση της από 3 Ιουλίου 2001 αποφάσεώς της σχετικά με την έγκριση κρατικής ενισχύσεως ύψους 69,3 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων υπέρ της προσφεύγουσας με σκοπό την πραγματοποίηση επενδύσεως στο Heiligengrabe (Γερμανία),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο, κατά τη διάσκεψη, από τους V. Tiili, Πρόεδρο, J. Pirrung, P. Mengozzi, A. W. H. Meij και Μ. Βηλαρά, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςΝομικό πλαίσιο
1 Το πολυτομεακό πλαίσιο για τις περιφερειακές ενισχύσεις προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια (ΕΕ 1998, C 107, σ. 7, στο εξής: Πλαίσιο) καθορίζει τους κανόνες εκτιμήσεως των ενισχύσεων οι οποίες χορηγούνται στον σχετικό τομέα και οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.
2 Το σημείο 3.10 του Πλαισίου περιλαμβάνει περιγραφή του μαθηματικού τύπου υπολογισμού με βάση τον οποίο η Επιτροπή προσδιορίζει το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό των κοινοποιουμένων ενισχύσεων.
3 Ο ως άνω μαθηματικός τύπος στηρίζεται, καταρχάς, στον προσδιορισμό του επιτρεπόμενου ανώτατου ποσοστού χορηγήσεως ενισχύσεως για μεγάλες επιχειρήσεις στην υπό εξέταση περιοχή, που καλείται «ανώτατο όριο περιφερειακής ενίσχυσης» (παράγων R), το οποίο πολλαπλασιάζεται στη συνέχεια με τρεις συντελεστές αφορώντες, αντίστοιχα, την κατάσταση του ανταγωνισμού (παράγων Τ), την αναλογία κεφαλαίου/εργασίας (παράγων Ι) και τον δείκτη περιφερειακού αντίκτυπου (παράγων Μ). Έτσι, το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ενισχύσεως αντιστοιχεί στον ακόλουθο τύπο: R x Υ x I x Μ.
4 Κατά τα σημεία 3.2 και 3.4 του Πλαισίου, ο παράγων «ανταγωνισμός» συνεπάγεται ανάλυση προς προσδιορισμό του αν το κοινοποιηθέν σχέδιο θα τεθεί σε εφαρμογή σε γενικό ή επιμέρους τομέα με πλεονάζουσα διαρθωτική παραγωγική ικανότητα. Η ανάλυση αυτή αφορά περίοδο αναφοράς περιλαμβάνουσα τα τελευταία πέντε έτη για τα οποία υπάρχουν στοιχεία. Αν τα στοιχεία σχετικά με τη χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού είναι ανεπαρκή, η Επιτροπή εξετάζει κατά πόσον η επένδυση πραγματοποιείται σε παρακμάζουσα αγορά. Προς τούτο, συγκρίνει την εξέλιξη της εμφανούς καταναλώσεως των υπό κρίση προϊόντων (δηλαδή παραγωγή συν τις εισαγωγές και μείον τις εξαγωγές) προς τον ρυθμό αναπτύξεως του συνόλου της μεταποιητικής βιομηχανίας στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ).
5 Κατά το σημείο 3.10.1 του Πλαισίου, ο παράγων Τ (κατάσταση του ανταγωνισμού) πολλαπλασιάζεται με τον διορθωτικό συντελεστή 0,25, 0,5, 0,75 ή 1, σε συνάρτηση με τα ακόλουθα κριτήρια:
«i) Σχέδιο το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα την επέκταση [αύξηση] της παραγωγικής ικανότητας σε τομέα που παρουσιάζει σοβαρό πρόβλημα διαρθρωτικής πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας ή/και κάθετη πτώση όσον αφορά τη ζήτηση 0,25
ii) Σχέδιο το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα την [αύξηση] της παραγωγικής ικανότητας σε τομέα που παρουσιάζει διαρθρωτική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα ή/και κάθετη πτώση όσον αφορά τη ζήτηση 0,50
iii) Σχέδιο το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την [αύξηση] της παραγωγικής ικανότητας σε τομέα που παρουσιάζει διαρθρωτική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα ή/και παρακμάζουσα αγορά 0,75
iv) Δεν αναμένονται αρνητικές επιπτώσεις ως προς τα στοιχεία i, iii 1,00»
Ιστορικό της διαφοράς
6 Η προσφεύγουσα είναι εταιρία γερμανικού δικαίου η οποία κατασκευάζει παράγωγα προϊόντα ξύλου.
7 Με έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 2000 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κοινοποίησε στην Επιτροπή ένα σχέδιο ενισχύσεως υπέρ της προσφεύγουσας, εμπίπτον στο Πλαίσιο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1).
8 Το κοινοποιηθέν σχέδιο προέβλεπε τη χορήγηση στην προσφεύγουσα ενισχύσεως ύψους 77 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων (DEM) (39,36 εκατομμύρια ευρώ) με σκοπό την ανέγερση εγκαταστάσεων παραγωγής σανίδων τύπου OSB (Oriented Strand Board), συνολικού κόστους 220 εκατομμυρίων DEM (112,5 εκατομμυρίων ευρώ). Στο σχέδιο αυτό οι γερμανικές αρχές ανέφεραν ότι ο διορθωτικός συντελεστής που έπρεπε να ισχύσει όσον αφορά την κατάσταση του ανταγωνισμού (παράγων Τ) ήταν 1,00.
9 Με έγγραφα της 3ης Ιανουαρίου και της 9ης Φεβρουαρίου 2001, αντιστοίχως, η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες και υπέβαλε ορισμένες ερωτήσεις στις γερμανικές αρχές. Οι εν λόγω αρχές παρέσχαν τις ζητηθείσες συμπληρωματικές πληροφορίες και απάντησαν στις υποβληθείσες ερωτήσεις με έγγραφα με ημερομηνία 9 και 20 Φεβρουαρίου 2001 και 21 Μα_ου 2001.
10 Με έγγραφο της 19ης Ιουνίου 2001 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τροποποίησε την αρχική κοινοποίηση του προαναφερθέντος σχεδίου ενισχύσεως όσον αφορά το ποσοστό της ενισχύσεως. Μεταξύ άλλων, ανακοίνωσε στην Επιτροπή ότι «αποφάσισε να μειώσει τον κοινοποιηθέντα συντελεστή "κατάσταση του ανταγωνισμού" από το 1 στο 0,75». Με βάση τον νέο παράγοντα Τ, όπως αυτός κοινοποιήθηκε από τις γερμανικές αρχές, το τελικό ποσό της ενισχύσεως μειώθηκε σε 69,3 εκατομμύρια DEM (35,4 εκατομμύρια ευρώ).
11 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 η Επιτροπή έλαβε στις 3 Ιουλίου 2001 την απόφαση να μην προβάλει αντιρρήσεις κατά του ως άνω κοινοποιηθέντος σχεδίου ενισχύσεως (ΕΕ 2001, C 226, σ. 14, στο εξής: απόφαση της 3ης Ιουλίου 2001).
12 Με την ως άνω απόφαση η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, με το προαναφερθέν έγγραφο της 19ης Ιουνίου 2001, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τροποποίησε την αρχική της κοινοποίηση και ότι το προβλεπόμενο υπέρ της προσφεύγουσας ποσό ενισχύσεως ανέρχεται σε 69,3 εκατομμύρια DEM (35,4 εκατομμύρια ευρώ) για ένα συνολικό κόστος επενδύσεως εκτιμώμενο σε 220 εκατομμύρια DEM, που αντιστοιχεί σε ποσοστό ενισχύσεως 31,5 %.
13 Βάσει μιας εκτιμήσεως της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως σε σχέση με τα κριτήρια που προβλέπει το Πλαίσιο, η Επιτροπή εξέθεσε, με την ίδια απόφαση, τους λόγους για τους οποίους οι συντελεστές που έπρεπε να ισχύσουν εν προκειμένω έπρεπε να καθοριστούν σε:
- 35 % όσον αφορά το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό στην περιοχή του Heiligengrabe·
- 0,75 όσον αφορά τον παράγοντα Τ, λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως του ανταγωνισμού στη σχετική αγορά·
- 0,8 για τον παράγοντα Ι (αναλογία κεφαλαίου/εργασίας)·
- 1,5 για τον παράγοντα Μ όσον αφορά το περιφερειακό αντίκτυπο της σχεδιαζόμενης ενισχύσεως,
ήτοι μέγιστο ποσοστό ύψους 31,5 % (=35 % x 0,75 x 0,8 x 1,5).
14 Αφού διαπίστωσε ότι το ποσό της ενισχύσεως την οποία η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε την πρόθεση να χορηγήσει στην προσφεύγουσα ήταν σύμφωνο προς το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο, η Επιτροπή κήρυξε την κοινοποιηθείσα ενίσχυση σύμφωνη προς τη Συνθήκη ΕΚ.
15 Με έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 2002 (στο εξής: έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 2002), ο C.-Μ. Happe, προϊστάμενος μονάδας στο γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών, απέστειλε στην Επιτροπή έγγραφο με τον τίτλο «Ανακοίνωση της Ομοσπονδιακής Γερμανικής Κυβερνήσεως προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή», με το οποίο η Γερμανική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση ζητούσε τη διόρθωση της από 3 Ιουλίου 2001 αποφάσεως, ώστε το επιτρεπόμενο ποσό ενισχύσεως να αυξηθεί από 31,5 σε 35 % του κόστους της επενδύσεως για το οποίο μπορούσε να χορηγηθεί ενίσχυση και, ειδικότερα, την τροποποίηση του παράγοντα Τ (κατάσταση του ανταγωνισμού). Το αίτημα αυτό εδικαιολογείτο από το γεγονός ότι οι προβλέψεις της ετήσιας αυξήσεως της καταναλώσεως στη σχετική αγορά σανίδων OSB και κοντραπλακέ για το έτος 2000, που είχαν ανακοινωθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας κοινοποιήσεως -τις οποίες είχε απορρίψει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 33 της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2001, με την αιτιολογία ότι στηρίζονταν σε εκτιμήσεις και όχι σε διαπιστωμένα στοιχεία- επιβεβαιώθηκαν από μια πρόσφατη μελέτη (Jaakko Pöyry: The development of OSB and wood based panels consumption in the European Economic Area 1996-2000 with an outlook on the demand development for OSB in 2001) (Η εξέλιξη της καταναλώσεως σανίδων OSB και σανίδων με βάση το ξύλο στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο την περίοδο 1996-2000 και οι προοπτικές εξελίξεως της ζητήσεως σανίδων OSB το 2001), κατά την οποία «η εξαιρετική αύξηση που προβλεπόταν στην αγορά OSB για το 2000 πραγματοποιήθηκε». Η εξέλιξη αυτή δικαιολογεί τη διόρθωση του παράγοντα Τ από 0,75 σε 1,00.
16 Με έγγραφο της 5ης Φεβρουαρίου 2002 (στο εξής: προσβαλλόμενη πράξη), ο H. Drabbe, διευθυντής της διευθύνσεως «Κρατικές Ενισχύσεις Ι» της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού της Επιτροπής, απάντησε στο έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 2002 ως ακολούθως:
«Αγαπητέ κύριε C.-Μ. Happe,
ενόψει του από 3 Ιανουαρίου 2002 εγγράφου σας σχετικά με το προαναφερόμενο ζήτημα, βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση να σας ανακοινώσουμε ότι δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί η διόρθωση την οποία επιθυμεί η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας όσον αφορά την αποσταλείσα στις 3 Ιουλίου 2001 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Κατά το άρθρο 9 του κανονισμού [659/99] η Επιτροπή δεν μπορεί να ανακαλέσει απόφαση που έχει ήδη λάβει σε περίπτωση στην οποία η απόφαση αυτή στηρίζεται σε ανακριβείς πληροφορίες διαβιβασθείσες κατά τη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας. Τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτει η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Γερμανίας, σχετικά με τα οικονομικά δεδομένα του έτους 2000, δεν αφορούν πληροφορίες οι οποίες ήταν γνωστές τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση και οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.
Όμως, δεδομένου ότι ο προσδιορισμός του παράγοντα "κατάσταση του ανταγωνισμού" στηρίζεται εν προκειμένω στη σύγκριση της εξελίξεως της καταναλώσεως των σχετικών προϊόντων προς τον βαθμό αναπτύξεως της μεταποιητικής βιομηχανίας στο σύνολό της τα έτη 1994 έως 1999 και δεδομένου ότι οι προβλέψεις δεν ήταν εσφαλμένες τη στιγμή που ελήφθη η απόφαση, δεν είναι δυνατή η έκδοση νέας αποφάσεως στην ίδια υπόθεση.
Επιπλέον, η απόφαση της Επιτροπής αφορά το σύνολο του σχεδίου "ανέγερση βιομηχανίας παραγωγής σανίδων OSB" για το οποίο χορηγείται ατομική ενίσχυση ad hoc. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να γίνει ούτε μερική διάκριση μεταξύ διαφόρων χρονικών περιόδων στις οποίες θα έχουν εφαρμογή οι παράγοντες "κατάσταση του ανταγωνισμού" με αποτέλεσμα διαφορετικά ποσοστά ενισχύσεων.
Ελπίζω να σας φάνηκα χρήσιμος γνωστοποιώντας σας τις πληροφορίες αυτές.»
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
17 Υπό τις συνθήκες αυτές η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 17 Απριλίου 2002.
18 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 9 Αυγούστου 2002, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, επί της οποίας η προσφεύγουσα ανέπτυξε τις παρατηρήσεις της στις 8 Οκτωβρίου 2002.
19 Με το δικόγραφό της η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
20 Με την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε, η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
21 Με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου, η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου και να κηρύξει την προσφυγή παραδεκτή·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
22 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, αιτήσει κάποιου διαδίκου το Πρωτοδικείο μπορεί να αποφανθεί επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τα έγγραφα της δικογραφίας και ότι παρέλκει να προχωρήσει σε προφορική διαδικασία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
23 Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι κάθε έγγραφο το οποίο αποστέλλει το εν λόγω κοινοτικό όργανο στον αποδέκτη του, σε απάντηση αιτήματος του τελευταίου, δεν αποτελεί οπωσδήποτε απόφαση (διάταξη του Πρωτοδικείου της 27ης Οκτωβρίου 1999, T-106/99, Meyer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-3273, σκέψη 31). Η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι δεκτική προσφυγής, διότι δεν παράγει έννομα αποτελέσματα άλλα ούτε και αποσκοπεί να παραγάγει τέτοια αποτελέσματα (απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 2000, C-147/96, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-4723, σκέψη 26).
24 Επίσης, όσον αφορά το τυπικό μέρος, η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι απόφαση. Η εν λόγω πράξη υπογράφεται από τον διευθυντή της διευθύνσεως «Κρατικές Ενισχύσεις Ι» της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού και όχι από μέλος της Επιτροπής. Εξάλλου, δεν περιλαμβάνει καμιά μνεία σε απόφαση της Επιτροπής, η οποία είναι η μόνη που έχει την αρμοδιότητα να λάβει επίσημη απόφαση ως συλλογικό όργανο. Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, τούτο δεν αποτελεί ένδειξη του ότι προσβλήθηκε η αρχή της συλλογικότητας, αλλά, αντιθέτως, αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για απόφαση της Επιτροπής.
25 Τέλος, η προσβαλλόμενη πράξη δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να αποτελεί απόφαση διότι, εν προκειμένω, δεν υπήρξε κοινοποίηση νέας ενισχύσεως την οποία να μπορεί να αφορά η πράξη αυτή. Ασφαλώς, οι εθνικές αρχές είχαν τη δυνατότητα να κοινοποιήσουν σχέδιο περί χορηγήσεως νέας ενισχύσεως περί τροποποιήσεως ήδη χορηγηθείσας ενισχύσεως. Εντούτοις, το έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 2002 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κοινοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου ενισχύσεως αλλά ως απλό αίτημα διορθώσεως ήδη εκδοθείσας αποφάσεως η οποία επέτρεπε τη χορήγηση της ενισχύσεως όσον αφορά το σύνολο του κοινοποιηθέντος ποσού.
26 Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης πράξεως, και αν ακόμα υποτεθεί ότι αυτή αποτελεί απόφαση, πρόκειται για πράξη καθαρά επιβεβαιωτική της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2001.
27 Συναφώς, η Επιτροπή σημειώνει καταρχάς ότι προφανώς δεν προηγήθηκε της προσβαλλομένης πράξεως κάποια επανεξέταση της καταστάσεως και, όπως η ίδια η προσφεύγουσα αναγνωρίζει, εν προκειμένω δεν πραγματοποιήθηκε προκαταρκτική εξέταση αλλ' ούτε κινήθηκε η επίσημη διαδικασία εξετάσεως που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
28 Στη συνέχεια, η προσβαλλόμενη πράξη δεν περιλαμβάνει νέα στοιχεία σε σχέση με την απόφαση της 3ης Ιουλίου 2001, αλλά απλώς απαριθμεί εν συντομία τους λόγους για τους οποίους η απόφαση αυτή δεν μπορεί να τροποποιηθεί. Όσον αφορά τις πληροφορίες που γνωστοποίησαν οι γερμανικές αρχές με το έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 2002 σχετικά με το έτος 2000, η προσβαλλόμενη πράξη δεν κάνει σχετική μνεία παρά μόνο στο πλαίσιο της διαπιστώσεως του ότι η απόφαση δεν στηριζόταν σε στοιχεία που ήταν ανακριβή τον χρόνο της εκδόσεώς της και ότι οι σχετικές πληροφορίες για το έτος 2000 δεν ήταν ακόμη γνωστές την περίοδο εκείνη.
29 Τέλος, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα με το δικόγραφό της, δεν πρόκειται εν προκειμένω για τροποποίηση ενισχύσεως που είχε ήδη κηρυχθεί σύμφωνη προς την κοινή αγορά, το ύψος της οποίας είχε καθοριστεί σε υπερβολικά χαμηλό επίπεδο «λόγω κακών εκτιμήσεων της Επιτροπής». Αντιθέτως, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τον παράγοντα «κατάσταση του ανταγωνισμού», όπως αυτός της είχε γνωστοποιηθεί εκ μέρους της Κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και στήριξε την απόφασή της στον παράγοντα αυτό. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν υπήρχε κανένας λόγος για επανεξέταση της ενισχύσεως που είχε ήδη χορηγηθεί και εγκριθεί με την απόφαση της 3ης Ιουλίου 2001 ή συνεκτιμήσεως στοιχείων που ήταν άγνωστα τον χρόνο της εκδόσεώς της.
30 Τέλος, η Επιτροπή διατείνεται ότι, ακόμα και αν η προσβαλλόμενη πράξη είναι δεκτική προσφυγής, η προσφεύγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωσή της (απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Ιανουαρίου 2002, Τ-212/00, Nuove Industrie Molisane κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-347, σκέψη 33).
31 Η προσφεύγουσα αντιτείνει, πρώτον, ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι δεκτική προσφυγής υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ. Συναφώς, διατείνεται ότι μια πράξη είναι δεκτική προσφυγής όταν παράγει εξωτερικά δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα (απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Μαρτίου 1997, C-57/95, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-1627, σκέψη 7). Προκειμένου να προσδιοριστεί αν η προσβαλλόμενη πράξη παράγει τέτοια αποτελέσματα ή αν αποσκοπεί στην παραγωγή τέτοιων αποτελεσμάτων, πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενό της. Επ' αυτού, το εξωτερικό νομικό αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης πράξεως συνίσταται στο ότι η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα διορθώσεως της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2001 το οποίο υπέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η απόρριψη ενός αιτήματος διορθώσεως αποφάσεως συνιστά και αυτή νέα απόφαση. Διαφορετικά, κάθε μεταγενέστερο αίτημα διορθώσεως μιας αποφάσεως θα μπορούσε να απορρίπτεται με απλή μνεία της πρώτης αποφάσεως, χωρίς ο ενδιαφερόμενος να έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την απόρριψη αυτή.
32 Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστά τυπική απόφαση του σώματος των επιτρόπων, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι δεν είναι πειστικό. Η μορφή την οποία λαμβάνουν οι πράξεις ή οι αποφάσεις είναι καταρχήν άνευ σημασίας όσον αφορά τη δυνατότητα προσβολής τους. Προκειμένου να προσδιορίζεται αν τέτοια μέτρα αποτελούν πράξεις υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ σημασία έχει το περιεχόμενό τους (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 22639, σκέψη 9· απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2002, Τ-113/00, DuPont Teijin Films Luxembourg κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-3681, σκέψη 45). Το συμπέρασμα αυτό ισχύει και για τα έγγραφα τα οποία δεν υπογράφονται από μέλος της Επιτροπής αλλά από κοινοτικό υπάλληλο (διάταξη του Πρωτοδικείου της 4ης Μα_ου 1998, Τ-84/97, BEUC κατά Επιτροπής, σκέψεις 47 και 48), όταν περιλαμβάνουν, όπως εν προκειμένω, οριστική εκτίμηση επί κάποιου αιτήματος.
33 Δεύτερον, και σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται η Επιτροπή, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν περιορίζεται σε επιβεβαίωση της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2001. Η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατόπιν εξετάσεως νέων πραγματικών περιστατικών τα οποία εξέθετε το έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 2002 και, επομένως, αποτελεί πράξη δεκτική προσφυγής.
34 Τέλος, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι έχει έννομο συμφέρον προς ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως, σύμφωνα με τη συλλογιστική που ακολούθησε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 47 της προαναφερθείσας αποφάσεώς του Nuove Industrie Molisane κατά Επιτροπής. Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, αν η Επιτροπή θεωρούσε ότι το έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 2002 δεν αποτελούσε πλήρη κοινοποίηση, όφειλε να ζητήσει από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
35 Προεισαγωγικώς πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την απόφαση της 3ης Ιουλίου 2001, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, η Επιτροπή αποφάσισε να μην προβάλει αντιρρήσεις κατά του σχεδίου ενισχύσεων υπέρ της προσφεύγουσας που κοινοποιήθηκε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και, αφού διαπίστωσε ότι το ύψος της σχεδιαζόμενης ενισχύσεως ήταν σύμφωνο προς το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ενισχύσεως και αφού εξέτασε το ως άνω σχέδιο έναντι των λοιπών κριτηρίων που προβλέπει το Πλαίσιο, κήρυξε το σύνολο της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως σύμφωνο προς την κοινή αγορά. Προκειμένου να υπολογίσει το μέγιστο ποσοστό της προαναφερθείσας ενισχύσεως, η Επιτροπή πολλαπλασίασε τον παράγοντα Τ (κατάσταση του ανταγωνισμού) με τον διορθωτικό συντελεστή που κοινοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας με το έγγραφο της 19ης Ιουνίου 2001 της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δηλαδή τον συντελεστή 0,75.
36 Στο πλαίσιο της εξετάσεως του παράγοντα Τ, η Επιτροπή στήριξε τις εκτιμήσεις και τα συμπεράσματά της στα στοιχεία που παρέθεσαν οι γερμανικές αρχές κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας σχετικά με την εξέλιξη της αγοράς των σχετικών προϊόντων, δηλαδή της αγοράς των σανίδων OSB και του κοντραπλακέ (τα οποία είναι προϊόντα που μπορούν να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά) στο επίπεδο του ΕΟΧ για την περίοδο 1994-2000, και στη σύγκριση των στοιχείων αυτών έναντι εκείνων που αφορούν την εξέλιξη του συνόλου της μεταποιητικής βιομηχανίας κατά τη διάρκεια της ιδίας περιόδου.
37 Όσον αφορά ειδικότερα το έτος 2000, η Επιτροπή θεώρησε, με την αιτιολογική σκέψη 33 της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2001, ότι οι προβλέψεις για το έτος αυτό στηρίζονται σε μεγάλο μέρος σε εκτιμήσεις και όχι σε επιβεβαιωμένα στοιχεία και ότι δεν υφίστατο κανένα αξιόπιστο στοιχείο σχετικά με την εξέλιξη της προφανούς καταναλώσεως στο σύνολο της βιομηχανίας μεταποιήσεως που να μπορεί να χρησιμεύει ως βάση συγκρίσεως. Επιπλέον, μια μελέτη εκ μέρους του Οργανισμού Γεωργίας και Τροφίμων των Ηνωμένων Εθνών (ECE/FAO: Forest Products Annual Market Review 1999-2000) (Έκθεση της επιτροπής CEE/FAO περί της αγοράς προϊόντων δασοκομίας 1999-2000) παραθέτει μια διαφορετική εξέλιξη της αγοράς. Τελευταίο και κυριότερο, η Επιτροπή θεώρησε ότι «η θετική τάση που αφορά ένα έτος δεν αρκεί για να συναχθεί ότι ο σχετικός αριθμός αυξήσεως δείχνει μια έντονη τάση ανακάμψεως της αγοράς».
38 Στη συνέχεια, η Επιτροπή δέχθηκε, στην ίδια αιτιολογική σκέψη, ότι, «παρά ορισμένες ενδείξεις ανακάμψεως τα τελευταία αυτά έτη, η σχετική αγορά πρέπει να θεωρηθεί σε παρακμή σε σχέση με την εξέλιξη του συνόλου της μεταποιητικής βιομηχανίας».
39 Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα, στην αιτιολογική σκέψη 36 της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2001, ότι «το εν λόγω σχέδιο, το οποίο επιφέρει την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας σε τομέα ο οποίος χαρακτηρίζεται από διαρθρωτική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, παρεμβαίνει σε μια αγορά που βρίσκεται σε παρακμή» και ότι, επομένως, ο διορθωτικός συντελεστής που έπρεπε να ισχύσει όσον αφορά τον παράγοντα Τ ήταν, σύμφωνα με το σημείο 3.10.1, iii, του Πλαισίου, ο κοινοποιηθείς εκ μέρους των γερμανικών αρχών, ήτοι συντελεστής 0,75.
40 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή, επέτρεψε με την απόφαση της 3ης Ιουλίου 2001 τη χορήγηση της σχεδιαζόμενης κρατικής ενισχύσεως υπέρ της προσφεύγουσας στο σύνολό της, σύμφωνα με το αίτημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
41 Στη συνέχεια, πρέπει να προσδιοριστεί αν η προσβαλλόμενη πράξη έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως, όπως διατείνεται η προσφεύγουσα, ή αν πρόκειται απλώς για πράξη περί παροχής πληροφοριών, που δεν επιδέχεται προσφυγή, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή.
42 Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι δεν αρκεί ένα έγγραφο να έχει αποσταλεί από κοινοτικό όργανο στον αποδέκτη του, σε απάντηση αιτήσεως του τελευταίου, για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, παρέχουσα έτσι τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Μα_ου 1996, Τ-277/94, AITEC κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-351, σκέψη 50· διατάξεις του Πρωτοδικείου της 4ης Οκτωβρίου 1996, Τ-5/96, Sveriges Betodlares και Henrikson κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1299, σκέψη 26, και Meyer κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 31).
43 Επιπλέον, κατά επίσης πάγια νομολογία, μόνον οι πράξεις που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του θέση, μπορούν να αποτελούν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 230 ΕΚ (αποφάσεις του Δικαστηρίου IBM κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 9, και της 31ης Μαρτίου 1998, C-68/94 και C-30/95, Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-1375, σκέψη 62· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 4ης Μαρτίου 1999, Τ-87/96, Assicurazioni Generali και Unicredito κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-203, σκέψη 37· της 22ας Μαρτίου 2000, Τ-125/97 και Τ-127/97, Coca-Cola κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-1733, σκέψη 77, και της 18ης Σεπτεμβρίου 2001, Τ-112/99, Μ6 κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-2459, σκέψη 35· διάταξη BEUC κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 43).
44 Για να καθοριστεί αν μια πράξη ή μια απόφαση παράγει τέτοια αποτελέσματα, πρέπει να εξετάζεται η ουσία της (διάταξη του Δικαστηρίου της 13ης Ιουνίου 1991, C-50/90, Sunzest κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-2917, σκέψη 12· προαναφερθείσες αποφάσεις Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 63, και Coca-Cola κατά Επιτροπής, σκέψη 78).
45 Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως έχουσα τον χαρακτήρα αποφάσεως. Πράγματι, τόσο από τον τύπο και το περιεχόμενο του εγγράφου της 3ης Ιανουαρίου 2002 και της προσβαλλομένης πράξεως όσο και από την ταυτότητα των συντακτών τους προκύπτει ότι το ως άνω έγγραφο και η ως άνω πράξη αποτελούν, αντιστοίχως, απλώς μια ανεπίσημη πρωτοβουλία των γερμανικών αρχών προκειμένου να πραγματοποιηθεί διόρθωση της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2001 κατόπιν ανεπίσημης επανεξετάσεως και μια απάντηση, επίσης ανεπίσημη, στην πρωτοβουλία αυτή, εκ μέρους των αρμοδίων για τις κρατικές ενισχύσεις υπηρεσιών της Επιτροπής.
46 Έτσι, το Πρωτοδικείο σημειώνει ότι «η ανακοίνωση της Ομοσπονδιακής Γερμανικής Κυβερνήσεως προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή», περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 15 ανωτέρω, αποτελεί ένα κείμενο χωρίς ημερομηνία και χωρίς υπογραφή και ότι μόνον κατόπιν μελέτης της προσβαλλομένης πράξεως είναι δυνατό να συναχθεί ότι διαβιβάστηκε στην Επιτροπή με το έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 2002. Όσον αφορά την προσβαλλόμενη πράξη, το Πρωτοδικείο συνάγει από το ίδιο το κείμενό της, ιδίως από την πρώτη και την τελευταία παράγραφό της, ότι ουδόλως αποσκοπούσε να αποτελέσει πράξη περί επίσημης απορρίψεως κάποιου αιτήματος αλλά ότι με αυτή απλώς παρεχόταν μια «πληροφορία» απαντώντας στην έκφραση μιας «επιθυμίας». Εξάλλου, το Πρωτοδικείο σημειώνει ότι η χρησιμοποίηση τέτοιων εκφράσεων στο πλαίσιο της προσβαλλομένης πράξεως είναι σύμφωνη προς το γεγονός ότι η εν λόγω πράξη δεν προέρχεται ούτε από την ίδια την Επιτροπή ούτε από το αρμόδιο για τον ανταγωνισμό μέλος της αλλά από τον διευθυντή της διευθύνσεως «Κρατικές Ενισχύσεις Ι» της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού, H. Drabbe, ενώ από την προσβαλλόμενη πράξη ουδόλως προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε παράσχει αρμοδιότητα στον υπάλληλο αυτό να λάβει σχετική απόφαση.
47 Επιπλέον, το Πρωτοδικείο λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το ως άνω περιορισμένο περιεχόμενο που είχε η αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ C.-Μ. Happe και H. Drabbe οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι η τροποποίηση την οποία επιθυμούσε η Ομοσπονδιακή Γερμανική Κυβέρνηση κάθε άλλο παρά αφορούσε τη διόρθωση ενός τυπογραφικού ή υπολογιστικού λάθους, που θα μπορούσε ενδεχομένως να ζητηθεί εκτός του αυστηρού διαδικαστικού πλαισίου του κανονισμού 659/1999· στην πραγματικότητα, εζητείτο μια ουσιαστική τροποποίηση της επίμαχης αποφάσεως, που δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί παρά μόνο με τις προβλεπόμενες με τον ως άνω κανονισμό διαδικασίες και, ειδικότερα, με κοινοποίηση εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ενός νέου σχεδίου ενισχύσεως κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2 του κανονισμού αυτού.
48 Εν προκειμένω, δεν θα μπορούσε να συναχθεί διαφορετικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί απόφαση, παρά μόνο σε περίπτωση ερμηνείας του εγγράφου της 3ης Ιανουαρίου 2002, που περιελάμβανε την «ανακοίνωση της Ομοσπονδιακής Γερμανικής Κυβερνήσεως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή», ως κοινοποιήσεως σχεδίου προς τροποποίηση, υπέρ της προσφεύγουσας, μιας ήδη χορηγηθείσας στην επιχείρηση αυτή ενισχύσεως που είχε εγκριθεί με την απόφαση της 3ης Ιουλίου 2001, σχέδιο σχετικά με το οποίο η Επιτροπή είχε ήδη λάβει αρνητική απάντηση με την προσβαλλόμενη πράξη.
49 Επ' αυτού, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 659/1999, κάθε σχέδιο για τη χορήγηση νέας ενισχύσεως κοινοποιείται εγκαίρως στην Επιτροπή από το οικείο κράτος μέλος. Με την κοινοποίηση, το οικείο κράτος μέλος παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που θα επιτρέψουν στην Επιτροπή να λάβει απόφαση σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 7 του ίδιου κανονισμού. Το αντικείμενο της εν λόγω υποχρεώσεως κοινοποιήσεως έγκειται στο να παρέχεται στην Επιτροπή η δυνατότητα να ασκεί, εγκαίρως και προς το γενικό συμφέρον της Κοινότητας, τον έλεγχό της επί οποιουδήποτε σχεδίου θεσπίσεως ή τροποποιήσεως ενισχύσεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-307, σκέψη 17, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, Τ-126/96 και Τ-127/96, BFM και EFIM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3437, σκέψη 46).
50 Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι κανένα στοιχείο δεν εμποδίζει το ενδεχόμενο να κοινοποιούν οι εθνικές αρχές ένα σχέδιο για τη χορήγηση νέας ενισχύσεως υπέρ μιας επιχειρήσεως ή να τροποποιήσουν ενίσχυση που έχει ήδη χορηγηθεί σ' αυτήν. Σε μια τέτοια περίπτωση, από τη νομολογία προκύπτει ότι, όταν η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση εν όλω ή εν μέρει απορριπτική ενός τέτοιου σχεδίου, η δικαιούχος επιχείρηση της σχεδιαζομένης ατομικής ενισχύσεως νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79, Philip Morris κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 13, σκέψη 5· της 14ης Νοεμβρίου 1984, 323/82, Intermills κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3809, σκέψη 5, και της 9ης Μαρτίου 1994, C-188/92, TWD, Συλλογή 1994, σ. Ι-833, σκέψη 24, καθώς και την προαναφερθείσα απόφαση Nuove Industrie Molisane κατά Επιτροπής, σκέψη 47).
51 Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην υπό κρίση υπόθεση.
52 Πράγματι, όσον αφορά το περιεχόμενό του, το έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 2002 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποτελεί κοινοποίηση σχεδίου ενισχύσεως προς τροποποίηση της ενισχύσεως που είχε ήδη χορηγηθεί στην προσφεύγουσα και είχε εγκριθεί με την απόφαση της 3ης Ιουλίου 2001. Το έγγραφο αυτό δεν κοινοποιεί καμιά ενίσχυση υπέρ της προσφεύγουσας και δεν περιλαμβάνει καμιά ρητή μνεία στο άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ (βλ., επί του τελευταίου αυτού σημείου, την προαναφερθείσα απόφαση BFM και EFIM κατά Επιτροπής, σκέψη 47). Το κείμενο του εγγράφου αυτού και το γράμμα της ανακοινώσεως που περιλαμβάνει [«με την παρούσα σας ζητούμε διόρθωση του παράγοντα "κατάσταση του ανταγωνισμού" (Τ)»] επιβεβαιώνει με σαφήνεια και με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφιβολίες ότι το εν λόγω έγγραφο αποτελεί, το πολύ, αίτημα επανεξετάσεως ή τροποποιήσεως της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2001 με την οποία έγινε δεκτό στο σύνολό του το αρχικώς κοινοποιηθέν ποσό της ενισχύσεως.
53 Επομένως, δεδομένου ότι το έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 2002 δεν μπορεί να θεωρηθεί βασίμως ως κοινοποίηση, ούτε εξάλλου ως κοινοποίηση σχεδίου ενισχύσεως προς τροποποίηση της ήδη χορηγηθείσας στην προσφεύγουσα ενισχύσεως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά αρνητική απόφαση της Επιτροπής έναντι ενός τέτοιου σχεδίου, δεκτική προσφυγής ακυρώσεως εκ μέρους της προσφεύγουσας, βάσει της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 50 ανωτέρω. Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση συναφώς ότι, με την προσβαλλόμενη πράξη, η Επιτροπή προφανώς δεν προέβη σε προκαταρκτική εξέταση ενός σχεδίου ενισχύσεως το οποίο προβάλλεται ότι κοινοποιήθηκε με το έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 2002 ούτε κίνησε επίσημη διαδικασία εξετάσεως έναντι ενός τέτοιου σχεδίου.
54 Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι, αν η Επιτροπή θεωρούσε ότι το έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 2002 «δεν αποτελούσε πλήρη κοινοποίηση», όφειλε να ζητήσει από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος όλες τις αναγκαίες συμπληρωματικές πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση και πρέπει να απορριφθεί.
55 Επομένως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν αποτελεί απόφαση, αλλά μέτρο παροχής πληροφοριών, μη δεκτικό προσφυγής ακυρώσεως. Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να απαιτείται να εξεταστούν τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλλει η καθής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
56 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τα σχετικά αιτήματα της Επιτροπής.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Top