Avis juridique important
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 5ης Αυγούστου 2003. - Industrias Químicas del Vallés SA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Αίτηση αναστολής εκτελέσεως - Fumus boni juris - Επείγον - Στάθμιση των συμφερόντων. - Υπόθεση T-158/03 R.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα II-03041
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
1. Ασφαλιστικά μέτρα - Προϋποθέσεις παραδεκτού - Αίτηση - Τυπικές προϋποθέσεις - Μη προσκόμιση εγγράφων - Τακτοποίηση
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 44 §§ 3 έως 6, και 104 § 3)
2. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Στάθμιση όλων των οικείων συμφερόντων - Υπεροχή της προστασίας της δημοσίας υγείας σε σχέση με οικονομικές θεωρήσεις - Λαμβάνεται υπόψη η έλλειψη επιμέλειας του αιτούντος
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
Περίληψη$$1. Το γεγονός ότι δεν επισυνάπτονται σε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων τα έγγραφα που σκοπεί το άρθρο 44, παράγραφοι 3 και 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 104, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού δεν συνεπάγεται αυτομάτως το απαράδεκτο της αιτήσεως. Πράγματι, λαμβανομένης υπόψη της ρητής αναφοράς του άρθρου 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας στο άρθρο 44 του κανονισμού αυτού, οι αρχές που θεσπίζονται στην τελευταία αυτή διάταξη πρέπει να εφαρμόζονται και στο πλαίσιο της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, και ιδίως αυτές που επιβεβαιώνονται στην παράγραφο 6, σύμφωνα με την οποία, αν το δικόγραφο της προσφυγής δεν είναι σύμφωνο με τις προϋποθέσεις που επιβάλλει το άρθρο 44, παράγραφοι 3 έως 5, του εν λόγω κανονισμού, ο γραμματέας τάσσει στον προσφεύγοντα εύλογη προθεσμία για την τακτοποίηση του δικογράφου της προσφυγής.
( βλ. σκέψεις 43-45 )
2. Όταν, στο πλαίσιο αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως, ο δικαστής ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του οποίου προβάλλεται κίνδυνος για τον αιτούντα να υποστεί σοβαρά και ανεπανόρθωτη ζημία σταθμίζει τα διάφορα επίδικα συμφέροντα, οφείλει να κρίνει αν, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως από τον δικαστή της ουσίας, θα είναι δυνατή η ανατροπή της καταστάσεως που θα έχει δημιουργηθεί από την άμεση εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και, αντιστρόφως, αν η αναστολή εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως μπορεί να παρεμποδίσει την παραγωγή όλων των αποτελεσμάτων της σε περίπτωση που απορριφθεί η κύρια προσφυγή. Ομοίως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να αποφανθεί σταθμίζοντας τα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, αν η χορήγηση των προσωρινών μέτρων κρίνεται αναγκαία ώστε να αποφευχθεί σοβαρά και ανεπανόρθωτη ζημία στον αιτούντα. Συναφώς, κατ' αρχήν, οι απαιτήσεις σχετικά με την προστασία της δημόσιας υγείας πρέπει αναμφισβήτητα να αναγνωριστεί η προέχουσα σπουδαιότητά τους σε σχέση με εκτιμήσεις οικονομικής φύσεως. Εξάλλου, το γεγονός ότι υπήρξε συμβολή στη δημιουργία της προβαλλομένης ζημίας λόγω ενδεχομένης αμελείας ή αποχής μπορεί να εμποδίσει, κατά τη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων, να γίνει δεκτή η άποψη του διαπράξαντος την παράβαση διαδίκου.
( βλ. σκέψεις 105-107, 110 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση T-158/03 R,
Industrias Químicas del Vallés, SA, με έδρα τη Βαρκελώνη (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τους C. Fernández Vicién, P. González-Espejo και J. Sabater Marotias, δικηγόρους,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον B. Doherty και την S. Pardo Quintillán, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως 2003/308/ΕΚ της Επιτροπής, της 2ας Μα_ου 2003, σχετικά με το ότι δεν περιελήφθη το Metalaxil στο Παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου και την ανάκληση των εγκρίσεων των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν αυτή τη δραστική ουσία (EE L 113, σ. 8),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςΝομικό πλαίσιο
1 Η οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (ΕΕ L 230, σ. 1), θεσπίζει μεταξύ άλλων το κοινοτικό καθεστώς που εφαρμόζεται στη χορήγηση και ανάκληση εγκρίσεων φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Το άρθρο 4 της οδηγίας 91/414 προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε κάθε φυτοπροστατευτικό προϊόν να εγκρίνεται μόνον [...] αν οι δραστικές ουσίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι [...]». Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τους σκοπούς της καταχωρίσεως των δραστικών ουσιών στο παράρτημα Ι διευκρινίζονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 91/414. Η καταχώριση αυτή είναι δυνατή μόνον αν, με βάση τις τρέχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, μπορεί να αναμένεται ότι τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν την εν λόγω δραστική ουσία θα πληρούν ορισμένους όρους όσον αφορά τη μη βλαβερότητά τους.
2 Οι δραστικές ουσίες που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 απολαύουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μεταβατικού καθεστώτος παρεκκλίσεων. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414 ορίζει έτσι ότι «ένα κράτος μέλος μπορεί, επί περίοδο δώδεκα ετών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας οδηγίας, να εγκρίνει τη διάθεση στην αγορά, στην επικράτειά του, φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία περιέχουν δραστικές ουσίες που δεν αναφέρονται στο παράρτημα Ι και τα οποία διατίθενται ήδη στην αγορά δύο έτη μετά την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας οδηγίας». Αυτή η περίοδος των δώδεκα ετών, που έληξε στις 26 Ιουλίου 2003, παρατάθηκε για ορισμένες ουσίες μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2005 με τον κανονισμό (ΕΚ) 2076/2002 της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την παράταση της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414 και τη μη καταχώριση ορισμένων δραστικών ουσιών στο παράρτημα Ι της εν λόγω οδηγίας και την ανάκληση των εγκρίσεων για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν τις ουσίες αυτές (EE L 319, σ. 3).
3 Κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου, σύμφωνα πάντοτε με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414, οι εν λόγω δραστικές ουσίες πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο προγράμματος αξιολογήσεως, μετά το πέρας του οποίου μπορούν να καταχωρηθούν στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 ή, αντιθέτως, να μην καταχωρηθούν, αν οι ουσίες αυτές δεν πληρούν τις καθοριζόμενες στο άρθρο 5 της οδηγίας 91/414 απαιτήσεις ασφαλείας, ή αν δεν προσκομίστηκαν «κατά τη διάρκεια της ταχθείσας προθεσμίας» τα απαιτούμενα για την αξιολόγηση πληροφοριακά στοιχεία. Τέλος, προβλέπεται, στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414, ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής αυτού του προγράμματος αξιολογήσεως καθορίζονται με κανονισμό της Επιτροπής.
4 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3600/92 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 1992, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του πρώτου σταδίου του προγράμματος εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414 (ΕΕ L 366, σ. 10), διοργανώνει τη διαδικασία αξιολογήσεως πολλών ουσιών ενόψει της ενδεχομένης καταχωρίσεώς του στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414. Μεταξύ των ουσιών αυτών περιλαμβάνεται το metalaxyl, που χρησιμοποιείται για την παρασκευή μυκητοκτόνων, τα οποία χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο πολλών ασθενειών που θίγουν τις γεωργικές καλλιέργειες.
5 Η θεσπιζόμενη με τον κανονισμό 3600/92 διαδικασία αρχίζει με κοινοποίηση ενδιαφέροντος, που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, σύμφωνα με το οποίο «οι παραγωγοί που θέλουν να εξασφαλίσουν την καταχώριση κάποιας δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι, κάποιου άλατος, εστέρα ή αμινοξέος στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, θα πρέπει να προβούν σε σχετική κοινοποίηση στην Επιτροπή εντός έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος κανονισμού».
6 Μετά την εξέταση των κοινοποιήσεων ενδιαφέροντος, στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού 3600/92, προβλέπεται ότι καθορίζεται το εισηγούμενο για την αξιολόγηση καθεμίας από τις εν λόγω δραστικές ουσίες κράτος μέλος. Εν προκειμένω, η Πορτογαλία καθορίστηκε ως το εισηγούμενο για το metalaxyl κράτος μέλος, κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΚ) 933/94 της Επιτροπής της 27ης Απριλίου 1994 που αφορά τον καθορισμό των δραστικών ουσιών των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και των εισηγουμένων κρατών μελών για την εφαρμογή του κανονισμού 3600/92 (ΕΕ L 107, σ. 8).
7 Αφού καθορισθεί το εισηγούμενο κράτος μέλος, εναπόκειται στους κοινοποιούντες να του διαβιβάσουν «συνοπτικό φάκελο» και «πλήρη φάκελο», που καθορίζονται στο άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 3600/92. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού 3600/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2266/2000, της 12ης Οκτωβρίου 2000 (EE L 259, σ. 27), «ο κοινοποιών πρέπει να αποδείξει ότι βάσει των πληροφοριών που υποβλήθηκαν για ένα ή περισσότερα σκευάσματα που αντιστοιχούν σε περιορισμένο εύρος αντιπροσωπευτικών χρήσεων, πληρούνται οι απαιτήσεις της οδηγίας [91/414] όσον αφορά τα κριτήρια τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 5».
8 Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3600/92, η διαδικασία εξακολουθεί με τη διαβίβαση, από τους κοινοποιούντες, του συνοπτικού και του πλήρους φακέλου στο εισηγούμενο κράτος μέλος, εντός της τασσόμενης από την Επιτροπή προθεσμίας. Στην περίπτωση του metalaxyl, η προθεσμία για την κατάθεση των φακέλων αυτών είχε καθορισθεί στις 30 Απριλίου 1995 με τον κανονισμό 933/94, κατόπιν παρατάθηκε μέχρι τις 30 Οκτωβρίου 1995 με τον κανονισμό (ΕΚ) 2230/95 της Επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 1995, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 933/94 (ΕΕ L 225, σ. 1). Στους κοινοποιούντες εναπόκειται επίσης, πάντοτε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3600/92, να διαβιβάσουν τον συνοπτικό φάκελο και τον πλήρη φάκελο στους εμπειρογνώμονες άλλων κρατών μελών που έχουν γίνει δεκτοί από την Επιτροπή, ενόψει ενδεχόμενης μεταγενέστερης διαβουλεύσεως.
9 Το εισηγούμενο κράτος μέλος εξετάζει στη συνέχεια τον συνοπτικό φάκελο και τον πλήρη φάκελο και, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 3600/92, πρέπει, «αμέσως μετά την εξέταση του φακέλου, να φροντίζει να υποβάλλεται από τα πρόσωπα που έκαναν την κοινοποίηση συνοπτικός φάκελος και στα άλλα κράτη μέλη καθώς και στην Επιτροπή». Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 3600/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1199/97 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1997 (ΕΕ L 170, σ. 19), προβλέπει ότι, από την αρχή της εξετάσεως «το κράτος μέλος που εισηγείται μπορεί να καλέσει τους παραγωγούς που έχουν προβεί στην κοινοποίηση να επιφέρουν βελτιώσεις ή να προσθέσουν στοιχεία στον φάκελο» και «μπορεί να ζητεί διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες άλλων κρατών μελών ή να ζητεί από αυτούς συμπληρωματικές επιστημονικές ή τεχνικές πληροφορίες προς διευκόλυνση της αξιολογήσεως».
10 Στη συνέχεια, το εισηγούμενο κράτος μέλος συντάσσει και διαβιβάζει στην Επιτροπή αίτηση αξιολογήσεως των κατατεθέντων φακέλων εντός προθεσμίας δώδεκα μηνών από της παραλαβής των φακέλων, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3600/92. Η έκθεση αυτή πρέπει μεταξύ άλλων να περιλαμβάνει σύσταση ως προς τη χρησιμότητα της καταχωρίσεως της εν λόγω δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414.
11 Επομένως, η διαβιβαζόμενη από το εισηγούμενο κράτος έκθεση προς την Επιτροπή μπορεί να υποβληθεί σε διαβούλευση εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών, και η Επιτροπή μπορεί να συμβουλεύεται έναν ή περισσότερους κοινοποιούντες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 3600/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1199/97. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη νέα διάταξη, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 62, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31, σ. 1), η έκθεση αυτή εξετάζεται από τη μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων (στο εξής: επιτροπή).
12 Το άρθρο 7, παράγραφος 3α, του κανονισμού 3600/92, όπως προστέθηκε με τον κανονισμό 1199/97, προβλέπει ότι, κατόπιν της εξετάσεως αυτής, η Επιτροπή υποβάλλει στην επιτροπή είτε σχέδιο οδηγίας με σκοπό να καταχωρίσει τη δραστική ουσία στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, είτε σχέδιο αποφάσεως περί της ανακλήσεως των εγκρίσεων των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν τη δραστική ουσία, είτε σχέδιο αποφάσεως με σκοπό αυτή την ανάκληση διατηρώντας παρ' όλ' αυτά τη δυνατότητα επανεξετάσεως της καταχωρίσεως στο παράρτημα Ι της εν λόγω οδηγίας μετά την κοινοποίηση μελετών ή συμπληρωματικών πληροφοριών, είτε, τέλος, σχέδιο αποφάσεως με σκοπό να αναβληθεί η καταχώριση της ουσίας μέχρι την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων των δοκιμών ή συμπληρωματικών πληροφοριών.
13 Εντούτοις, το άρθρο 7, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 3600/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2266/2000, προβλέπει ότι, στην περίπτωση όπου προκύπτει, κατόπιν της εξετάσεως της Επιτροπής, ότι απαιτείται το αποτέλεσμα ορισμένων δοκιμών ή συμπληρωματικές πληροφορίες, η Επιτροπή καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να διαβιβασθούν αυτά τα αποτελέσματα ή οι πληροφορίες. Το άρθρο αυτό διευκρινίζει:
«Η προθεσμία αυτή λήγει στις 25 Μα_ου 2002, εκτός εάν μια μικρότερη προθεσμία έχει οριστεί από την Επιτροπή για μια συγκεκριμένη δραστική ουσία, με εξαίρεση τα αποτελέσματα των μακροπρόθεσμων μελετών που θεωρούνται αναγκαίες από το κράτος μέλος εισηγητή και από την Επιτροπή κατά την εξέταση του φακέλου και που δεν αναμένεται να ολοκληρωθούν πλήρως πριν από τη λήξη της καθορισμένης προθεσμίας, υπό τον όρο ότι οι πληροφορίες που υποβλήθηκαν αποδεικνύουν ότι οι εν λόγω μελέτες έχουν ανατεθεί και τα αποτελέσματά τους θα υποβληθούν το αργότερο στις 25 Μα_ου 2003. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν δεν καταστεί δυνατόν για το κράτος μέλος εισηγητή και την Επιτροπή να εντοπίσουν τις εν λόγω μελέτες μέχρι την 25η Μα_ου 2001, μπορεί να οριστεί εναλλακτική ημερομηνία για την περάτωση των εν λόγω μελετών, υπό τον όρο ότι ο κοινοποιών θα διαβιβάσει στο κράτος μέλος εισηγητή αποδεικτικά στοιχεία ότι οι εν λόγω μελέτες ανατέθηκαν εντός τριών μηνών από την αίτηση εκτέλεσης των μελετών καθώς και πρωτόκολλο και έκθεση προόδου της μελέτης μέχρι την 25η Μα_ου 2002.»
14 Το άρθρο 7, παράγραφος 5, του κανονισμού 3600/92 ορίζει στη συνέχεια ότι «η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει στη μόνιμη φυτοϋγειονομική επιτροπή σχέδιο απόφασης για τη μη καταχώριση μιας ουσίας στο παράρτημα Ι σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας, αν [...] το εισηγούμενο κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή ότι τα αποτελέσματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 δεν υποβλήθηκαν εντός της καθορισμένης προθεσμίας».
15 Σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού 3600/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2266/2000, το εισηγούμενο κράτος μέλος, αφού λάβει τα αποτελέσματα των πρόσθετων δοκιμών ή τις συμπληρωματικές πληροφορίες, πρέπει να οριστικοποιήσει την εξέτασή του, να μεριμνήσει ώστε τα αποτελέσματα ή οι συμπληρωματικές πληροφορίες να διαβιβαστούν από τον κοινοποιούντα στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή, και να διαβιβάσει, το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών από της παραλαβής αυτών των αποτελεσμάτων ή πληροφοριών, έκθεση αξιολογήσεως του συνόλου του φακέλου, στον οποίο επισυνάπτεται σύσταση που αφορά την καταχώριση ή όχι της δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414.
16 Κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 3600/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2266/2000, από τη στιγμή που η Επιτροπή λάβει την καταρτισθείσα από το εισηγούμενο κράτος μέλος έκθεση, τη διαβιβάζει στην επιτροπή για να εξετασθεί, ενδεχομένως μετά νέα εξέταση των εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών. Κατόπιν της εξετάσεως αυτής, η Επιτροπή υποβάλλει τέλος σχέδιο αποφάσεως στην επιτροπή σχετικά με την καταχώριση ή όχι της ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414.
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
17 Η αιτούσα, Industrias Químicas del Vallés, SA (στο εξής: IQV ή αιτούσα), είναι ισπανική επιχείρηση, στις δραστηριότητες της οποίας περιλαμβάνεται η παραγωγή και θέση σε εμπορία φυτοϋγειονομικών προϊόντων και ζωοτροφών καθώς και χημικών προϊόντων. Από τον Φεβρουάριο του 1994, η IQV εισάγει metalaxyl στην Ισπανία και εμπορεύεται προϊόντα που περιέχουν τη δραστική αυτή ουσία στην Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα και Πορτογαλία καθώς και σε εννέα άλλες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
18 Η αιτούσα και η Syngenta AG (πρώην Ciba Geigy AG, κατόπιν Novartis AG, στο εξής: Syngenta), άλλη επιχείρηση που εμπορευόταν τότε προϊόντα περιέχοντα metalaxyl, κοινοποίησαν η κάθε μία στην Επιτροπή την πρόθεσή τους να υποβάλουν φάκελο ενόψει της καταχωρίσεως της ουσίας αυτής στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414. Η Syngenta και η αιτούσα υπέβαλαν στη συνέχεια φάκελο στις πορτογαλικές αρχές, στις 19 Απριλίου 1995 και 26 Απριλίου 1995 αντιστοίχως, δηλαδή πριν από τη λήξη της προθεσμίας στις 31 Οκτωβρίου 1995 που είχε ταχθεί με τον κανονισμό 2230/95.
19 Οι πορτογαλικές αρχές, αφού μελέτησαν τα έγγραφα αυτά, έκριναν ότι ο υποβληθείς από τη Syngenta φάκελος ήταν «κατ' ουσίαν πλήρης», αλλά ότι, αντιθέτως, ο υποβληθείς από την IQV φάκελος δεν ήταν. Η IQV πληροφορήθηκε συναφώς και ανέλαβε να συμπληρώσει τον φάκελό της σύμφωνα με εγκριθέν από τις πορτογαλικές αρχές χρονοδιάγραμμα. Συγκεκριμένα, στις 12 Απριλίου 1996, η IQV επισήμανε στις πορτογαλικές αρχές ότι η πλειοψηφία των στοιχείων που είχε κριθεί ότι έλειπαν θα ήσαν διαθέσιμα πριν από το τέλος του Ιουνίου του 1996. Στις 27 Μα_ου 1996, οι πορτογαλικές αρχές πληροφόρησαν την IQV ότι συμφωνούσαν για την προθεσμία υποβολής των πληροφοριών που έπρεπε να παρασχεθούν, τονίζοντας επίσης την ανάγκη καθορισμού προθεσμίας υποβολής ορισμένων άλλων πληροφοριών.
20 Στις 3 Ιουνίου 1997, οι πορτογαλικές αρχές επισήμαναν στην IQV ότι ο φάκελός της δεν μπορούσε ακόμη να θεωρηθεί πλήρης και προσδιόρισαν τις ελλείπουσες πληροφορίες.
21 Στις 30 Σεπτεμβρίου 1997, η IQV επισήμανε στις πορτογαλικές αρχές ότι η πλειονότητα των απαιτουμένων πληροφοριών μπορούσε να παρασχεθεί εντός προθεσμίας εννέα μηνών.
22 Στις 11 Μα_ου 1998, η Syngenta πληροφόρησε τις πορτογαλικές αρχές ότι αποσυρόταν από τη διαδικασία αξιολογήσεως του metalaxyl. Η Syngenta ζήτησε επίσης, στις 15 Μα_ου 1998, να της επιστραφούν οι φάκελοι που είχε υποβάλει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Συνεπώς, η IQV παρέμεινε η μόνη επιχείρηση που μετέχει στη διαδικασία αξιολογήσεως metalaxyl, η οποία δεν είχε όμως στο στάδιο αυτό ακόμα συμπληρώσει τον φάκελό της.
23 Στις 27 Ιουλίου 1998, η IQV πληροφορήθηκε ότι η Syngenta αποσύρθηκε από τη διαδικασία αξιολογήσεως του metalaxyl.
24 Με το από 19 Ιουλίου 1999 έγγραφο, η Επιτροπή πληροφόρησε τις πορτογαλικές αρχές ότι, κατά την άποψή της, το γεγονός ότι ο κοινοποιών αποσύρεται από τη διαδικασία εξετάσεως δραστικής ουσίας δεν εμποδίζει το κράτος μέλος που έχει επιφορτισθεί να εξετάσει τον φάκελο να λάβει υπόψη όλες τις πληροφορίες που διαθέτει, περιλαμβανομένων των πληροφοριών που έχει παράσχει οι κοινοποιών αυτός. Στις 28 Αυγούστου 1999, οι πορτογαλικές αρχές πληροφόρησαν την IQV ότι ήσαν διατεθιμένες να προετοιμάσουν την έκθεση αξιολογήσεως του metalaxyl βάσει του συνόλου των διαθεσίμων πληροφοριών, περιλαμβανομένου του προσκομισθέντος από τη Syngenta φακέλου. Εντούτοις, οι πορτογαλικές αρχές διευκρίνιζαν ότι, στην περίπτωση που απαιτούνταν συμπληρωματικά στοιχεία, οι συναφείς αιτήσεις θα απευθύνονταν στην IQV.
25 Στις 26 Ιανουαρίου 2001, οι πορτογαλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή την έκθεσή τους αξιολογήσεως του metalaxyl, συνταχθείσας βάσει των υποβληθέντων από τη Syngenta και την IQV φακέλων. Στην έκθεσή τους, οι πορτογαλικές αρχές επισήμαναν ότι ήσαν απαραίτητες ορισμένες συμπληρωματικές πληροφορίες για να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση της ουσίας αυτής και ότι, επομένως, δεν τους ήταν δυνατόν στο στάδιο αυτό να προτείνουν την καταχώριση της εν λόγω ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414.
26 Με τα από 2 και 15 Φεβρουαρίου 2001 έγγραφα, η Πορτογαλία ζήτησε από την IQV να αποστείλει στα κράτη μέλη και στην Επιτροπή, πριν από τις 15 Μαρτίου 2001, ενημερωμένο συνοπτικό φάκελο και, στην περίπτωση που της ζητηθεί, πλήρη φάκελο σχετικά με το metalaxyl, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 3600/92.
27 Στις 26 Μαρτίου 2001, η Επιτροπή πληροφόρησε την IQV ότι, καθόσον η IQV δεν είχε στείλει ενημερωμένο συνοπτικό φάκελο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, δεν ήταν δυνατόν για την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προβούν σε χρήσιμη εξέταση και να καταλήξουν σε συμπέρασμα ως προς το metalaxyl, πράγμα το οποίο την οδηγούσε σε πρόταση αποφάσεως περί μη καταχωρίσεως του metalaxyl στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414.
28 Στις 7 Ιουνίου 2001, η IQV ήρθε σε επαφή με τη Syngenta, για να της προτείνει να αγοράσει τις μελέτες που της ήταν αναγκαίες προκειμένου να συστήσει πλήρη φάκελο.
29 Με το από 11 Ιουλίου 2001 έγγραφο, η Επιτροπή άφησε να εννοηθεί ότι αν η IQV δεν διέθετε πλήρη φάκελο, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε πιθανώς να απαντήσει εντός εύλογης προθεσμίας στα ερωτήματα που είχαν προκύψει ως προς το metalaxyl, εφόσον η τελική απόφαση έπρεπε να ληφθεί πριν από τον Ιούλιο του 2003.
30 Στις 10 Σεπτεμβρίου 2001, η Syngenta απέστειλε έγγραφο στην IQV με το οποίο την πληροφορούσε ότι ηρνείτο να της πωλήσει τις μελέτες που έγιναν για την υποβολή του φακέλου της σχετικά με το metalaxyl.
31 Στις 26 Σεπτεμβρίου 2001, οι πορτογαλικές αρχές πληροφόρησαν την IQV ότι ηρνούντο να διασφαλίσουν τη διανομή του φακέλου στα κράτη μέλη και στην Επιτροπή αντί της IQV.
32 Στις 15 Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή επισήμανε στην IQV ότι, λόγω της αρνήσεως της Syngenta να της επιτρέψει την πρόσβαση στον φάκελό της και της αρνήσεως των πορτογαλικών αρχών να τον αντιγράψουν και να τον διανείμουν, η Επιτροπή βρισκόταν σε αδυναμία διεξαγωγής των διαβουλεύσεων με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών σχετικά με το metalaxyl και, συνεπώς, έπρεπε να αποφασίσει να προετοιμάσει σχέδιο αποφάσεως περί μη καταχωρίσεως της ουσίας αυτής στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414.
33 Στις 8 Μαρτίου 2002, η Επιτροπή πληροφόρησε εκ νέου την IQV ότι, καθόσον οι πορτογαλικές αρχές είχαν θεωρήσει ότι δεν εναπόκειται σ' αυτές να απαντήσουν στα ερωτήματα που προέκυψαν κατά την εξέταση των εθνικών εμπειρογνωμόνων, δεν ήταν δυνατόν να διεξαχθεί αποτελεσματικά η εξέταση αυτή. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή πληροφόρησε την IQV ότι δεν έβλεπε άλλη λύση παρά μόνο να προτείνει τη μη καταχώριση του metalaxyl στο παράρτημα Ι.
34 Στις 12 Απριλίου 2002, η IQV απέστειλε στην Επιτροπή ενημερωμένο συνοπτικό φάκελο και επιβεβαίωσε την απόφασή της να συστήσει πλήρη νέο φάκελο.
35 Με έγγραφο του Μα_ου του 2002, η ακριβής ημερομηνία του οποίου δεν διευκρινίστηκε, η Επιτροπή πληροφόρησε την IQV ότι μόνον για τις δραστικές ουσίες για τις οποίες ήταν διαθέσιμα πλήρη στοιχεία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2003 μπορούσε να παραταθεί η προθεσμία αξιολογήσεώς τους πέραν του έτους 2003. Καθόσον, σύμφωνα με την Επιτροπή, ήταν σαφές ότι ο πλήρης φάκελος της IQV δεν μπορούσε να είναι διαθέσιμος κατά την ημερομηνία αυτή και η απόσυρση της Syngenta από τη διαδικασία κοινοποιήσεως δεν δικαιολογούσε διαφορετική μεταχείριση του metalaxyl από τη μεταχείριση που επιφυλάσσεται στις άλλες δραστικές ουσίες, η Επιτροπή δήλωσε ότι είναι αναγκασμένη να προτείνει τη μη καταχώριση του metalaxyl στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414.
36 Κατά τη συνεδρίαση της 18ης και 19ης Οκτωβρίου 2002, η επιτροπή ενέκρινε το σχέδιο αποφάσεως περί μη καταχωρίσεως του metalaxyl στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414.
37 Στις 2 Μα_ου 2003, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2003/308/ΕΚ, σχετικά με τη μη καταχώριση της ουσίας metalaxyl στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 (EE L 113, σ. 8, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση). Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 7ης Μα_ου 2003.
38 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 9 Μα_ου 2003, η αιτούσα άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
39 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου αυθημερόν, η αιτούσα υπέβαλε αίτηση αναστολής της προσβαλλομένης αποφάσεως.
40 Στις 21 Μα_ου 2003, η Επιτροπή υπέβαλε παρατηρήσεις επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
41 Στις 27 Ιουνίου 2003, έγινε ακρόαση των διαδίκων.
Επί της ουσίας
Επί του παραδεκτού
42 Η Επιτροπή, με τις παρατηρήσεις της, χωρίς να καταλήγει τυπικώς στο απαράδεκτο της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, επισημαίνει ότι η αίτηση αυτή δεν συνοδεύεται από τα έγγραφα του άρθρου 44, παράγραφοι 3 και 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, ήτοι τα έγγραφα νομιμοποιήσεως των δικηγόρων που εκπροσωπούν την IQV, τα καταστατικά της εταιρίας αυτής και έγγραφο αποδεικνύον ότι έχει δοθεί νομοτύπως εντολή προς τους δικηγόρους της. Η Επιτροπή επαφίεται στην εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων όσον αφορά την ενδεχόμενη επίπτωση των εν λόγω πλημμελειών επί του παραδεκτού της αιτήσεως.
43 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι κατ' εφαρμογήν του άρθρου 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας τα έγγραφα του άρθρου 44, παράγραφοι 3 και 5, του ιδίου αυτού κανονισμού πρέπει να επισυνάπτονται στην αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων. Εν προκειμένω δε η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων δεν συνοδευόταν από τα έγγραφα αυτά.
44 Πάντως, στο πλαίσιο της επί της ουσίας προσφυγής, ο Κανονισμός Διαδικασίας δεν προβλέπει ότι η παράλειψη επισυνάψεως στην προσφυγή των εγγράφων των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 44 του Κανονισμού Διαδικασίας συνεπάγεται αυτομάτως το απαράδεκτο της προσφυγής. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν το δικόγραφο της προσφυγής δεν είναι σύμφωνο με τις προϋποθέσεις που επιβάλλει το άρθρο 44, παράγραφοι 3 έως 5, του εν λόγω κανονισμού, ο γραμματέας τάσσει στον προσφεύγοντα εύλογη προθεσμία για την τακτοποίηση του δικογράφου της προσφυγής. Αν δεν γίνει η τακτοποίηση αυτή, το Πρωτοδικείο αποφασίζει αν η μη τήρηση των υποχρεώσεων αυτών συνεπάγεται το τυπικώς απαράδεκτον της προσφυγής.
45 Λαμβανομένης υπόψη της ρητής αναφοράς του άρθρου 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας στο άρθρο 44, παράγραφοι 3 και 5, του κανονισμού αυτού, οι ίδιες αρχές πρέπει να εφαρμόζονται στο πλαίσιο της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Εν προκειμένω πάντως, ο γραμματέας κάλεσε την αιτούσα να τακτοποιήσει την αίτησή της, και η αιτούσα προσκόμισε τα έγγραφα του άρθρου 44, παράγραφοι 3 και 5, του Κανονισμού Διαδικασίας εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Συνεπώς, η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων είναι παραδεκτή.
Επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων
46 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να διευκρινίζει τις περιστάσεις που στοιχειοθετούν το επείγον καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris) τη λήψη του προσωρινού μέτρου που ζητείται. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, ούτως ώστε αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορριφθεί αν λείπει μια από τις προϋποθέσεις αυτές [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4971, σκέψη 30]. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει, επίσης, κατά περίπτωση, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 2001, C-445/00 R, Αυστρία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-1461, σκέψη 73).
47 Το ζητούμενο μέτρο πρέπει εξάλλου να είναι προσωρινό υπό την έννοια ότι δεν προδικάζει τα επίδικα νομικά ή πραγματικά ζητήματα ούτε εξουδετερώνει εκ των προτέρων τις συνέπειες της μεταγενέστερης αποφάσεως επί της κύριας δίκης [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 1995, C-149/95 P(R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-2165, σκέψη 22].
48 Στο πλαίσιο αυτής της συνολικής εξετάσεως, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και είναι ελεύθερος να καθορίσει, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της υποθέσεως, τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να εξακριβωθεί η συνδρομή των διαφόρων αυτών προϋποθέσεων καθώς και τη σειρά με την οποία θα διεξαχθεί η εξέταση αυτή, εφόσον κανένας κανόνας κοινοτικού δικαίου δεν του επιβάλλει προκαθορισμένο σχέδιο αναλύσεως για να εκτιμήσει την αναγκαιότητα της εκδόσεως διατάξεως προσωρινών μέτρων (προαναφερθείσα διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Atlantic Container κ.λπ., σκέψη 23).
49 Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κρίνει ότι, εν προκειμένω, πρέπει να εξετασθεί πρώτον αν πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με το επείγον, προτού, ενδεχομένως, εξετάσει αν πληρούνται επίσης οι προϋποθέσεις σχετικά με το fumus boni juris και τη στάθμιση των επιδίκων συμφερόντων.
Επί του επείγοντος
- Επιχειρήματα των διαδίκων
50 Εισαγωγικώς, η αιτούσα υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο α_, της προσβαλλομένης αποφάσεως τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι «οι εγκρίσεις φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία περιέχουν metalaxyl αποσύρονται εντός χρονικού διαστήματος έξι μηνών από την ημερομηνία εκδόσεως της [...] [προσβαλλομένης] αποφάσεως», πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποσύρουν τις εγκρίσεις τους ανά πάσα στιγμή μεταξύ 2 Μα_ου και 2 Νοεμβρίου 2003.
51 Στη συνέχεια, η αιτούσα επισημαίνει ότι το metalaxyl-M, προϊόν που θέτει στο εμπόριο η Syngenta, είναι το δραστικό ισομερές του παραδοσιακού metalaxyl, ότι τα παρασκευάσματα που κατασκευάζονται βάσει της κάθε μιας από τις δύο αυτές ουσίες εφαρμόζονται σύμφωνα με την ίδια δοσολογία και στις ίδιες καλλιέργειες, ότι οι μελέτες που έγιναν για την αξιολόγηση του metalaxyl-M αντιστοιχούν στο 80 % των μελετών που έγιναν για την αξιολόγηση του metalaxyl, ότι ορισμένα επίσημα έγγραφα διεθνών οργανισμών παραπέμπουν στο metalaxyl-M ως χημική ουσία που υποκαθιστά το metalaxyl και, τέλος, ότι οι τιμές τους είναι παρεμφερείς. Η αιτούσα συνάγει επομένως ότι πρόκειται για δραστικές ουσίες που μπορούν πλήρως να υποκατασταθούν και η απόσυρση των προϊόντων που περιέχουν metalaxyl θα έχει πιθανότατα ως συνέπεια να αντικατασταθούν με προϊόντα που περιέχουν metalaxyl-M. Ο κίνδυνος αυτός είναι τοσούτω μάλλον έντονος καθόσον η Syngenta άσκησε διαφημιστικές δραστηριότητες που τόνιζαν ακριβώς αυτή την υποκατάσταση και συνέβαλαν στην αντικατάσταση του ενός προϊόντος από το άλλο και την απώλεια της εμπιστοσύνης του τελικού καταναλωτή και των διανομέων προς το metalaxyl. Κατά συνέπεια, η IQV χάνει ένα μέρος της αγοράς και δεν μπορεί πλέον να ανακτήσει τους πελάτες της. Το μη αναστρέψιμο αυτής της απώλειας του μεριδίου της αγοράς έγκειται ιδίως στην ιδιαίτερη ευαισθησία με την οποία ο καταναλωτής αντιμετωπίζει τα ζητήματα δημόσιας υγείας και στην απώλεια της εμπιστοσύνης που συνεπάγεται η απόσυρση ενός προϊόντος κατόπιν κυβερνητικής αποφάσεως, ακόμη και αν η απόσυρση αυτή δεν επιβάλλεται για λόγους δημόσιας υγείας. Η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως συνεπάγεται επίσης για την IQV ανεπανόρθωτη απώλεια εμπιστοσύνης των στρατηγικών συνεργατών της και απώλεια του γοήτρου στον τομέα των δραστηριοτήτων της. Η αιτούσα φρονεί ότι η οικονομική της ζημία έγκειται σε απώλεια πλέον του 30 % του προ της αφαιρέσεως των φόρων κέρδους της και σε μείωση των πωλήσεών της που θα έχει επιπτώσεις, επί της εμπορίας των άλλων προϊόντων που περιέχουν metalaxyl, η οποία δυσκόλως μπορεί να αποτιμηθεί.
52 Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα αυτά. Σύμφωνα με την Επιτροπή, πρώτον, είναι ελάχιστα πιθανόν ότι οι εθνικές αρχές θα προβούν στην απόσυρση των προϊόντων που περιέχουν metalaxyl αμέσως μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η απόσυρση αυτή θα συμβεί μάλλον κατά το τέλος της εξάμηνης περιόδου που προβλέπεται με την απόφαση αυτή. Εξάλλου, το άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως αφήνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα χορηγήσεως πρόσθετης περιόδου χάριτος για τη διάθεση των αποθεμάτων των προϊόντων που περιέχουν metalaxyl, μέχρι 18 μήνες.
53 Στη συνέχεια, όσον αφορά την απώλεια του γοήτρου που θα υποστεί η IQV, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αιτούσα δεν προσκόμισε συναφώς καμία διευκρίνιση.
54 Επί πλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα άλλα προβαλλόμενα στοιχεία ζημίας, ήτοι η απώλεια της πελατείας και των μεριδίων της αγοράς, η απώλεια στρατηγικών εταίρων, η απώλεια πλέον του 30 % του κέρδους της και η μείωση των πωλήσεων άλλων προϊόντων που περιέχουν metalaxyl, είναι αμιγώς οικονομικής φύσεως και η αιτούσα δεν προσκόμισε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ως προς τη βαρύτητά τους ή τον μη ανορθώσιμο χαρακτήρα τους.
55 Πρώτον, το γεγονός ότι ορισμένα προϊόντα που περιέχουν metalaxyl-M μπορούν να αντικατασταθούν από προϊόντα που περιέχουν metalaxyl καθώς και η ύπαρξη των διαφημιστικών εκστρατειών της Syngenta δεν συνιστούν συγκεκριμένα στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να εκτιμηθούν οι ακριβείς συνέπειες της μη αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, λαμβανομένων υπόψη των προβλεπομένων με την απόφαση αυτή προθεσμιών για την πραγματική απόσυρση από την αγορά και τη διάθεση των αποθεμάτων των προϊόντων που περιέχουν metalaxyl.
56 Δεύτερον, άλλες ουσίες μπορούν να αντικαταστήσουν τόσο το metalaxyl όσο και το metalaxyl-M, ώστε ενδεχόμενη αντικατάσταση των προϊόντων που περιέχουν metalaxyl δεν θα γίνει οπωσδήποτε προς όφελος και μόνον της Syngenta. Εξάλλου, η αντικατάσταση του metalaxyl από το metalaxyl-M μπορεί να προκύψει από ορισμένες ενδογενείς ιδιότητες της τελευταίας αυτής ουσίας, όπως η μικρότερη βλαβερότητά της για τα υπόγεια ύδατα. Έτσι, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι θα επέλθει απώλεια της πελατείας και μείωση των μεριδίων αγοράς της αιτούσας, η αιτούσα δεν απέδειξε ούτε τη σχέση τους με την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε τον σοβαρό και ανεπανόρθωτο χαρακτήρα τους. Περαιτέρω, αν η αιτούσα προετοιμάσει νέο φάκελο σχετικό με το metalaxyl και ο φάκελος αυτός εγκριθεί, μπορεί να θέσει εκ νέου σε εμπορία τα προϊόντα της. Η αιτούσα δεν απέδειξε ότι, λαμβάνοντας τα προσήκοντα μέτρα, δεν θα μπορούσε να ανακτήσει εκ νέου τα μερίδια αγοράς. Επί πλέον, η αιτούσα δεν προσκόμισε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία ως προς το ότι θα απωλέσει την εμπιστοσύνη ορισμένων από τους συνεταίρους της.
57 Εξάλλου, ως προς τους ισχυρισμούς της αιτούσας σχετικά με την καταστροφή σημαντικού μέρους της εμπορικής της δραστηριότητας, η Επιτροπή παρατηρεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εξουσιοδοτημένος οικονομικός ελεγκτής της αιτούσας ήταν ανεξάρτητος· η αιτούσα δεν αναφέρει ούτε τα προϊόντα που σκοπεί η μείωση του 30 % ούτε ποια αναλογία αντιστοιχεί στις εκτός Κοινότητας πωλήσεις· η αιτούσα δεν απέδειξε ότι η απώλεια αυτή θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή της και, τέλος, επιχείρηση που δρα σε αγορά η οποία ρυθμίζεται κανονιστικώς σε υψηλό βαθμό και οι δημόσιες αρχές μπορούν να επέμβουν επειγόντως, υποχρεούται να λαμβάνει τις προσήκουσες προφυλάξεις και, εν προκειμένω, να προστατεύεται από ενδεχόμενη παράλυση της εμπορίας των προϊόντων που περιέχουν metalaxyl με τη σύσταση αποθεμάτων ή τη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων της.
58 Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αιτούσα δεν απέδειξε συγκεκριμένα ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες της απαγορεύσεως του metalaxyl στην εμπορία άλλων προϊόντων που παράγει.
- Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
59 Κατά πάγια νομολογία, ο επείγων χαρακτήρας μιας αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη να υπάρξει προσωρινή απόφαση προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητά την αναστολή. Συναφώς, αρκεί, συγκεκριμένα όταν η πραγματοποίηση της ζημίας εξαρτάται από την επέλευση ενός συνόλου παραγόντων, να πιθανολογείται επαρκώς η ζημία με επαρκή βεβαιότητα [βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 1993, C-280/93 R, Γερμανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1993, σ. Ι-3667, σκέψεις 22 και 34, και διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1999, C-335/99 P(R), HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-8705, σκέψη 67].
60 Το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει ότι «Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι: α) εγκρίσεις φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία περιέχουν metalaxyl αποσύρονται εντός χρονικού διαστήματος έξι μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης· β) από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης δεν χορηγείται δυνάμει της παρέκκλισης η οποία προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ καμία έγκριση ή ανανέωση έγκρισης φυτοπροστατευτικού προϊόντος το οποίο περιέχει metalaxyl».
61 Τα αποτελέσματα των προβλεπομένων στο άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως απαγορεύσεων αμβλύνονται από το άρθρο 3 της αποφάσεως αυτής, το οποίο, από κοινού με το άρθρο 4, παράγραφος 6, της οδηγίας 91/414, επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν περίοδο χάριτος μέχρι 18 μηνών από την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για την «απόσυρση, αποθήκευση ή διάθεση στην αγορά των υπαρχόντων αποθεμάτων». Εντούτοις, αυτή η περίοδος χάριτος δεν είναι μόνον αμιγώς προαιρετική, αλλά περιορίζεται και εκ του αντικειμένου της, στο μέτρο που εφαρμόζεται μόνο για τη διάθεση στην αγορά των υπαρχόντων αποθεμάτων.
62 Περαιτέρω, η προβληθείσα από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας επιλογή που συνίσταται για την IQV να αρχίσει εκ νέου τη διαδικασία αξιολογήσεως του metalaxyl από την αρχή και να ζητήσει την καταχώρισή της στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 ως «νέα ουσία» δεν ήταν προφανώς, κατά τον χρόνο εκείνον, εναλλακτική λύση βάσει της οποίας μπορούσαν να αποφευχθούν τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, η IQV υποστήριξε, χωρίς να αντικρουσθεί από την Επιτροπή επ' αυτού, ότι η διαδικασία αυτή στο σύνολό της μπορεί να διαρκέσει μεταξύ δύο και τριών ετών, πράγμα το οποίο, ακόμη και σε περίπτωση θετικής εκβάσεως, θα οδηγήσει στην έκδοση πολύ μεταγενέστερης αποφάσεως για να αντισταθμίσει άμεσα τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
63 Κατά συνέπεια, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε στις 2 Μα_ου 2003, η IQV θα περιέλθει κατ' αρχήν, το αργότερο στις 3 Νοεμβρίου 2003, σε αδυναμία πωλήσεως προϊόντων που περιέχουν metalaxyl και, στην καλύτερη περίπτωση, αν τα κράτη μέλη το δεχθούν, θα μπορέσει να διαθέσει τα αποθέματα των ήδη παραχθέντων παρασκευασμάτων που περιέχουν την ουσία αυτή.
64 Επομένως, πρέπει να καθορισθεί, πρώτον, αν η IQV κινδυνεύει να υποστεί ως εκ τούτου σοβαρά ζημία, και κατόπιν, ενδεχομένως, να καθορισθεί αν η ζημία αυτή είναι ανεπανόρθωτη.
65 Ως προς το υποστατόν της ζημίας, η IQV μπορεί να χάσει τα μερίδια αγοράς μόνον αν της είναι αδύνατον να αντικαταστήσει το metalaxyl με άλλη ουσία για την παραγωγή των παρασκευασμάτων της, συγκεκριμένα με το metalaxyl-M. Συναφώς, η IQV υποστηρίζει, χωρίς να αντικρούεται επ' αυτού από την Επιτροπή, ότι το metalaxyl-M είναι ισομερές του metalaxyl, πλήρως υποκατάστατό του, ιδίως καθόσον τα παρασκευάσματα που παράγονται με βάση κάθε μία από τις ουσίες αυτές χρησιμοποιούνται με την ίδια δοσολογία στις ίδιες καλλιέργειες. Περαιτέρω, η IQV επισημαίνει ότι οι τιμές των δύο αυτών ουσιών είναι παρεμφερείς. Επομένως, το metalaxyl-M μπορεί εκ πρώτης όψεως να υποκαταστήσει το metalaxyl. Παρ' όλ' αυτά δεν προκύπτει ότι μπορεί οπωσδήποτε να χρησιμοποιηθεί από την IQV για να αμβλύνει την απόσυρση του metalaxyl. Πράγματι, το metalaxyl-M παράγεται από τη Syngenta, ανταγωνίστρια της IQV, η οποία έχει δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επί της ουσίας αυτής. Συνεπώς, η Syngenta είναι a priori σε θέση να εξαρτήσει τις πωλήσεις της metalaxyl-M προς την IQV από πολύ δυσμενείς όρους από εμπορικής απόψεως, πράγμα το οποίο κινδυνεύει να μετακυλισθεί επί της τιμής πωλήσεως των παρασκευασμάτων της IQV και, ως εκ τούτου, να επηρεάσει την εμπορική ανταγωνιστικότητά της.
66 Κατά συνέπεια, το ζήτημα τίθεται αν άλλες ουσίες πλην του metalaxyl-M μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως υποκατάστατο του metalaxyl. Με τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή έκρινε ότι πολλές άλλες ουσίες μπορούν να αντικαταστήσουν το metalaxyl για ορισμένες χρήσεις. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για το propamocarb hydrochloride, το azoxystrobin, το μίγμα Bordeaux και το fluoroimide που χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση των ασθενειών που προκαλούνται από την phytophthora infestans που θίγει τις καλλιέργειες των γεωμήλων, και το dithianon, το iprovalicarb, το tolyfluanid, το azoxystrobin και το μίγμα Bordeaux που χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση των ασθενειών που προκαλεί η plasmopara viticola στις οινοκαλλιέργειες. Κατά την ακρόαση, η Επιτροπή ανέφερε άλλες ουσίες που θεωρούσε ως δυνητικά υποκατάστατα του metalaxyl. Σε απάντηση ερωτήματος του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων κατά την ακρόαση, η Επιτροπή αναγνώρισε εντούτοις ότι ακόμη και αν γίνει δεκτό το γεγονός ότι οι ουσίες αυτές μπορούν να αντικαταστήσουν το metalaxyl, η χρήση τους από την IQV προϋποθέτει ότι η IQV απολαύει εκ των προτέρων εγκρίσεως διαθέσεως στην αγορά, η χορήγηση της οποίας μπορεί να απαιτήσει προθεσμία τουλάχιστον ενός έτους. Κατά συνέπεια, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι οι ουσίες αυτές υποκαθιστούν το metalaxyl, η IQV δεν μπορεί αναμφίβολα να τις χρησιμοποιήσει εντός προθεσμίας κατά τη διάρκεια της οποίας μπορούν να αποφευχθούν τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
67 Κατά συνέπεια, είναι πιθανόν ότι, αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως, η IQV κινδυνεύει να απωλέσει μερίδια αγοράς, εφόσον δεν θα μπορεί να θέσει σε εμπορία τα προϊόντα της. Επομένως, πρέπει να καθοριστεί αν η ζημία αυτή είναι αναστρέψιμη.
68 Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, η χρηματική ζημία δεν μπορεί, εκτός από εξαιρετικές περιστάσεις, να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη ή έστω δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερης χρηματικής αντισταθμίσεως [διάταξη του προέδρου του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου, της 3ης Ιουλίου 1984, 141/84 R, De Compte κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1984, σ. 2575, σκέψη 4· διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2001, C-471/00 P(R), Επιτροπή κατά Cambridge Healthcare Supplies, Συλλογή 2001, σ. Ι-2865, σκέψη 113, και διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 11ης Απριλίου 2003, T-392/02 R, Solvay Pharmaceuticals κατά Συμβουλίου, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 106].
69 Κατ' εφαρμογήν της αρχής αυτής, η ζητούμενη αναστολή θα δικαιολογούνταν, υπό τις παρούσες περιστάσεις, μόνον αν προέκυπτε ότι, ελλείψει τέτοιου μέτρου, η αιτούσα θα περιερχόταν σε μια κατάσταση η οποία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ίδια της την υπόσταση ή να μεταβάλει ανεπανόρθωτα τα μερίδιά της αγοράς (διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 30ής Ιουνίου 1999, T-13/99 R, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-1961, σκέψη 138, και προαναφερθείσα διάταξη Solvay Pharmaceuticals κατά Συμβουλίου, σκέψη 107).
70 Εν προκειμένω, η αιτούσα δεν απέδειξε ποτέ, ούτε καν πράγματι επικαλέστηκε, τον κίνδυνο που συνεπάγεται για την ύπαρξή της η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά την ακρόαση, η αιτούσα επισήμανε φυσικά ότι αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση, τίθεται σε κίνδυνο η ύπαρξη δύο από τις θυγατρικές της στην Ιταλία και την Πορτογαλία. Εντούτοις, δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού. Περαιτέρω, δεν απέδειξε ότι της είναι αδύνατον να στηρίξει από οικονομικής απόψεως τις δύο αυτές θυγατρικές και ότι ενδεχόμενη πτώχευσή τους θέτει σε κίνδυνο την ίδια της την ύπαρξη.
71 Αντιθέτως, η αιτούσα επικαλέσθηκε την απώλεια των μεριδίων αγοράς που θα υποστεί από την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σε απάντηση, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, στον αιτούντα που προβάλλει απώλεια μεριδίων αγοράς εναπόκειται να αποδείξει ότι είναι αδύνατη η ανάκτηση ενός σημαντικού μέρους τους, ιδίως μέσω κατάλληλης διαφημίσεως, λόγω εμποδίων διαρθρωτικής ή νομικής φύσεως (προαναφερθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Cambridge Healthcare Supplies, σκέψεις 110 και 111).
72 Εν προκειμένω, πολλά στοιχεία σκοπούν να καταδείξουν ότι είναι δυσχερές για την IQV να ανακτήσει τα μερίδια της αγοράς, από τη στιγμή που θα απωλεσθούν λόγω της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
73 Πρώτον, τα μερίδια αγοράς της IQV θα απωλεσθούν πιθανώς σε μεγάλο βαθμό υπέρ της Syngenta. Πράγματι, η IQV προσκόμισε στοιχεία με σκοπό να επισημάνει ότι η Syngenta έχει ξεκινήσει εμπορική πολιτική βάσει της ομοιότητας metalaxyl και metalaxyl-M. Συναφώς, η IQV επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι το προϊόν της Syngenta με βάση το metalaxyl-M, το Ridomil MZ Gold, φέρει το ίδιο όνομα με το προϊόν που έχει βάση το metalaxyl, το Ridomil. Η IQV επισήμανε επίσης ότι τα προϊόντα με βάση το metalaxyl-M έχουν την ίδια σύνθεση με τα προϊόντα με βάση το metalaxyl. Πάντως, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, πρόκειται για συγκεκριμένα στοιχεία με σκοπό να επισημανθεί ότι οι καταναλωτές ενθαρρύνονται να θεωρούν τα προϊόντα αυτά ως παρεμφερή και, συνεπώς, να αποδειχθεί ότι είναι πιθανός ο κίνδυνος απώλειας των μεριδίων αγοράς της IQV υπέρ της Syngenta. Πάντως, η Syngenta είναι επιχείρηση που αποτελεί μέρος ισχυρού ομίλου και η οποία, συνεπώς, μπορεί να χρησιμοποιήσει σημαντικά διαφημιστικά μέσα προκειμένου να αντικρούσει, και μάλιστα να προλάβει, τα διαφημιστικά μέσα που μπορεί να χρησιμοποιήσει η IQV μετά την ενδεχόμενη ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκειμένου να ανακτήσει τα μερίδιά της αγοράς. Για τους ίδιους λόγους, η Syngenta διαθέτει αναμφίβολα σημαντικά χρηματοοικονομικά μέσα βάσει των οποίων μπορεί να υιοθετήσει επιθετική εμπορική πολιτική και επιθετική πολιτική τιμών προκειμένου να διατηρήσει τους πελάτες που μπορεί να ανακτήσει χάρη στην προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω, δεν μπορεί να μη ληφθεί καθόλου υπόψη η ιδιαίτερη ευαισθησία των τομέων της υγείας έναντι των αποφάσεων αποσύρσεως φυτοπροστατευτικού προϊόντος, περιλαμβανομένης της περιπτώσεως όπου το προϊόν αυτό αποσύρεται χωρίς να έχει αποκαλυφθεί κίνδυνος για την υγεία, προερχόμενος από το προϊόν αυτό.
74 Κατά συνέπεια, από πολλά στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να επιτρέψει στους ανταγωνιστές της IQV, συγκεκριμένα στη Syngenta, να κερδίσουν σε βάρος της μερίδια αγοράς, ένα μεν σημαντικό μέρος των οποίων δεν θα μπορούσε ποτέ να απωλεσθεί χωρίς την απόφαση αυτή, κατόπιν να διατηρήσει σημαντικό μέρος των πελατών της παρά την ενδεχόμενη ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μη αναστρέψιμες εξελίξεις της αγοράς στην οποία δρα η αιτούσα, οι εξελίξεις δε αυτές μπορούν να αποτελούν, κατά τη νομολογία, ανεπανόρθωτη ζημία (βλ., συναφώς, διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 16ης Ιουνίου 1992, T-24/92 R και T-28/92 R, Langnese-Iglo και Schöller Lebensmittel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1839, σκέψη 29· της 17ης Ιανουαρίου 2001, T-342/00 R, Petrolessence και SG2R κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-67, σκέψη 48, και της 12ης Σεπτεμβρίου 2001, T-139/01 R, Comafrica και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-2415, σκέψη 94).
75 Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη η επιχειρηματολογία της Επιτροπής ότι το metalaxyl-M έχει ορισμένες ιδιότητες που το διακρίνουν από το metalaxyl, ιδιαίτερα σχετικά με τη χρησιμοποίησή του σε λιγότερο ισχυρές δόσεις στα παρασκευάσματα και στις ελάχιστες επιπτώσεις του στα υπόγεια ύδατα. Έτσι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η δυνατότητα ότι ορισμένοι πελάτες της IQV θα αποφασίσουν να μεταβούν από το metalaxyl στο metalaxyl-M λόγω των ιδιοτήτων του τελευταίου αυτού προϊόντος, και όχι λόγω της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εντούτοις, η διαπίστωση αυτή δεν επηρεάζει εν προκειμένω τη διαπίστωση ότι σημαντικό μέρος των πελατών της IQV μπορεί να απευθυνθεί στη Syngenta μόνο λόγω της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, η ύπαρξη πελατών που θα μεταβούν από τη χρησιμοποίηση του metalaxyl στο metalaxyl-M λόγω των ιδιοτήτων του, τείνει μάλλον, σε ορισμένο βαθμό, να ενισχύσει τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας, εφόσον είναι δυσχερές να αξιολογηθεί με επαρκή ακρίβεια το τμήμα των μεριδίων αγοράς που θα απωλεσθεί για την προσφεύγουσα λόγω του ελευθέρου ανταγωνισμού και αυτό που θα απωλεσθεί λόγω της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ., κατ' αναλογία, διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Ιουλίου 1998, T-65/98 R, Van der Bergh Foods κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2641, σκέψη 65). Πάντως, η ζημία που δεν μπορεί να εκτιμηθεί μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη (βλ. διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Μα_ου 1990 C-51/90 R και C-59/90 R, Comos-Tank κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2167, σκέψη 24, και διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Μαρτίου 1997, T-41/97 R, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-447, σκέψη 47).
76 Επομένως, συνάγεται ότι η αιτούσα απέδειξε την ύπαρξη κινδύνου μη αναστρέψιμης τροποποιήσεως των μεριδίων της αγοράς. Εφόσον πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με το επείγον, πρέπει να εξετασθούν τα επιχειρήματα της αιτούσας σχετικά με την ύπαρξη fumus boni juris.
Επί του fumus boni juris
- Επιχειρήματα των διαδίκων
77 Με την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα αναφέρει ότι επικαλείται τρεις λόγους προς στήριξη της κύριας προσφυγής της: την παράβαση της οδηγίας 91/414 και του κανονισμού 3600/92, την προσβολή της αρχής της αναλογικότητας και, τέλος, την ύπαρξη υπερβάσεως εξουσίας.
78 Πρώτον, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η οδηγία 91/414 προϋποθέτει ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολογήσεως φυτοπροστατευτικού προϊόντος, πρέπει όλα να τεθούν σε εφαρμογή ώστε να υποβληθούν από τους ενδιαφερομένους παραγωγούς συλλογικοί φάκελοι, προκειμένου ιδίως να περιοριστούν οι δοκιμές στα σπονδυλωτά. Πάντως, η Επιτροπή, αποφασίζοντας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας να αποκλίνει της αρχικής ερμηνείας της και να επιβάλει στην IQV να υποβάλει πλήρη φάκελο σχετικά με το metalaxyl, παρέβη την ένατη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3600/92 καθώς και τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 13, παράγραφος 7, στοιχείο β_, της οδηγίας 91/414. Περαιτέρω, η Επιτροπή παρέβη την ερμηνεία που έδωσε η ίδια στις διατάξεις αυτές, όταν κάλεσε το εισηγούμενο κράτος μέλος να εξακολουθήσει την αξιολόγηση του metalaxyl βάσει του πλήρους φακέλου της Syngenta.
79 Με τον δεύτερο λόγο, η IQV υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση προσβάλλει την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη επιστημονικού σκοπού αξιολογήσεως των φυτοπροστατευτικών δραστικών ουσιών, εφόσον αποκλείει από την αγορά μία από αυτές χωρίς προηγουμένη επιστημονική αξιολόγηση. Στο δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, η αιτούσα υποστηρίζει επίσης ότι η Επιτροπή μπορούσε να χρησιμοποιήσει λιγότερο περιοριστικά μέσα για να επιτύχει τον ίδιο σκοπό, τα οποία συνίστανται μεταξύ άλλων στο αίτημα προς τις πορτογαλικές αρχές να διανείμουν τον φάκελο στα κράτη μέλη και στην IQV να απαντήσει στα υποβληθέντα από τα κράτη μέλη ερωτήματα, ή ακόμη να παρατείνει την προθεσμία για την υποβολή του φακέλου αφού διευκρινίσει στην IQV το περιεχόμενο των απαιτουμένων για την αξιολόγηση του metalaxyl μελετών. Τέλος, η προσβαλλομένη απόφαση θίγει τα δικαιώματα της IQV πολύ περισσότερο από τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν, σε αντιστάθμισμα, για το γενικό συμφέρον.
80 Με τον τρίτο λόγο, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή διέπραξε υπέρβαση εξουσίας επιδιώκοντας σκοπό διαφορετικό από αυτόν που θέτει η οδηγία 91/414, εν προκειμένω τον στόχο να καταχωρούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 οι δραστικές ουσίες που γίνονται δεκτές λαμβανομένων υπόψη των τοξικολογικών και οικοτοξικολογικών ιδιοτήτων τους και, αντιστρόφως, να μην αποκλείονται από την αγορά οι «βέβαιες» δραστικές ουσίες, καθόσον υπάρχουν μελέτες βάσει των οποίων γίνεται η αξιολόγηση των ουσιών αυτών και μία ή περισσότερες επιχειρήσεις έχουν εκφράσει την επιθυμία να φέρουν τα βάρη που προϋποθέτει η καταχώριση στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414. Πάντως, η Επιτροπή απέκλεισε το metalaxyl χωρίς επιστημονική βάση, «πιθανόν υπό τις πιέσεις της πολυεθνικής Syngenta».
81 Σε απάντηση στον πρώτο λόγο της αιτούσας, η Επιτροπή αναφέρει ότι εναπόκειται στον κοινοποιούντα να αποδείξει, μεταξύ άλλων, ότι η δραστική ουσία της οποίας ζητά την καταχώριση στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 στερείται ορισμένων επιζημίων αποτελεσμάτων για την υγεία των ανθρώπων ή των ζώων, των υπογείων υδάτων και του περιβάλλοντος. Πάντως, σύμφωνα με την Επιτροπή, η IQV, αφενός, δεν προσκόμισε σε εύλογη προθεσμία τις απαιτούμενες πληροφορίες βάσει μόνον της εκθέσεως αξιολογήσεως και, αφετέρου, δεν μπορούσε, λαμβανομένης υπόψη της αρνήσεως της Syngenta να της πωλήσει τις μελέτες της, να προσκομίσει τις απαιτούμενες για την αξιολόγηση του metalaxyl πληροφορίες επί διαφόρων σημείων, και έτσι να απαντήσει σε πολλές ερωτήσεις που είχαν πιθανώς προκληθεί από την αξιολόγηση των εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών.
82 Η Επιτροπή αμφισβητεί επίσης τον δεύτερο λόγο που προβάλλει η αιτούσα. Πρώτον, η Επιτροπή σημειώνει ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι πρόσφορη για την πραγματοποίηση του σκοπού της οδηγίας 91/414, καθόσον το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι η απόφαση περί μη καταχωρίσεως στο παράρτημα Ι μπορεί να ληφθεί στην περίπτωση που ο κοινοποιών δεν παρέχει τις απαιτούμενες πληροφορίες εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Δεύτερον, σε απάντηση στο επιχείρημα της αιτούσας ότι υφίστανται λιγότερο περιοριστικά μέσα για την επίτευξη του ιδίου σκοπού, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο σκοπός της οδηγίας 91/414 έγκειται στην επίτευξη πρόσφορης αξιολογήσεως των εν λόγω δραστικών ουσιών βάσει των πληροφοριών που παρέχει ο κοινοποιών. Επομένως, στον κοινοποιούντα εναπόκειται να προσκομίσει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες. Εξάλλου, η IQV διέθετε μεγαλύτερη από εύλογη προθεσμία μέχρι την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως για να προσκομίσει τις πληροφορίες αυτές. Τρίτον, σε απάντηση στο επιχείρημα της αιτούσας ότι η προσβαλλομένη απόφαση προκάλεσε μεγαλύτερη ζημία στα ατομικά της δικαιώματα από τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν για το γενικό συμφέρον, η Επιτροπή σημειώνει ότι η ίδια η οδηγία 91/414 εξαρτά το συμφέρον των ενδιαφερομένων παραγωγών από το γενικό συμφέρον, θεσπίζοντας αυστηρές υποχρεώσεις αποδείξεως.
83 Τέλος, απαντώντας στον τρίτο λόγο της αιτούσας, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση τηρώντας τους εφαρμοστέους κοινοτικούς κανόνες. Περαιτέρω, η Syngenta δεν είναι η μόνη επιχείρηση που ωφελείται από τη μη καταχώριση του metalaxyl στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414. Από τη συνημμένη στον φάκελο αλληλογραφία προκύπτει, τέλος, ότι δεν υπήρξε καμία αντίφαση μεταξύ της κρίσεως που διατυπώθηκε επί του φακέλου της IQV μετά την υποβολή του στο εισηγούμενο κράτος μέλος και της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής.
- Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
84 Προς απόδειξη της υπάρξεως fumus boni juris, ο αρμόδιος επί των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής πρέπει να ελέγξει αν, ενόψει των συγκεκριμένων πραγματικών και νομικών ισχυρισμών, οι λόγοι και τα επιχειρήματα που ο προσφεύγων επικαλείται προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου είναι σοβαροί (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 1ης Δεκεμβρίου 1994, T-353/94 R, Postbank κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-1141, σκέψη 27).
85 Με τον πρώτο λόγο, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η απαίτηση υποβολής πλήρους φακέλου αντίκειται στην ένατη αιτιολογική σκέψη και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3600/92 καθώς και στη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη και στο άρθρο 13, παράγραφος 7, στοιχείο β_, της οδηγίας 91/414.
86 Η ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3600/92 αναφέρει ότι «για να αποφευχθούν περιττές ενέργειες, ιδίως όσον αφορά τα πειράματα με σπονδυλωτά ζώα, θα πρέπει να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις ώστε οι παραγωγοί να υποβάλουν συλλογικούς φακέλους». Συναφώς, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3600/92 ορίζει ότι, «Αν, όσον αφορά μια ουσία, ο κανονισμός που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, ορίζει ότι πρέπει να γίνουν πολλές κοινοποιήσεις, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να φροντίσουν στο μέτρο του δυνατού να υποβάλουν συλλογικά τους φακέλους τους, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο».
87 Το άρθρο αυτό επιβάλλει στους παραγωγούς που ενδιαφέρονται για την καταχώριση στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 της ίδιας δραστικής ουσίας να προσπαθήσουν να συμφωνήσουν προκειμένου να καταθέσουν κοινή κοινοποίηση. Εντούτοις, εκ πρώτης όψεως, δεν συνάγεται άμεσα ότι, στην περίπτωση όπου, όπως εν προκειμένω, οι επιχειρήσεις αυτές δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε συμφωνία προκειμένου να καταθέσουν κοινή κοινοποίηση, η Επιτροπή και το εισηγούμενο κράτος μέλος στερούνται στη συνέχεια του δικαιώματος να απαιτήσουν από τις επιχειρήσεις αυτές να υποβάλουν, κατ' εφαρμογήν της κανονιστικής ρυθμίσεως, πλήρη φάκελο ή μελέτες, οι οποίες έχουν ήδη διεξαχθεί από όλες τις επιχειρήσεις, και συνεπάγονται την επανάληψη μελετών επί των σπονδυλωτών. Πράγματι, το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 3600/92 αναφέρει ότι εναπόκειται στον κοινοποιούντα να αποδείξει ότι η δραστική ουσία για την οποία υποβάλει φάκελο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 5 της οδηγίας 91/414. Πρέπει να συναχθεί ότι η υποχρέωση αυτή βαρύνει κάθε παραγωγό που καταθέτει κοινοποίηση, και τούτο κατ' αρχήν ακόμη και αν ο παραγωγός αυτός δεν μπόρεσε να συμφωνήσει με τις άλλες ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις για την κατάθεση κοινής κοινοποιήσεως, ακόμη και αν ο μόνος κοινοποιών που κατέθεσε πλήρη φάκελο αποσύρθηκε εκ των υστέρων και, τέλος, ακόμη και αν τα στοιχεία, τα οποία το εισηγούμενο κράτος μέλος και η Επιτροπή φρονούν απαραίτητο να αποδειχθούν, συνεπάγονται την επανάληψη μελετών επί των σπονδυλωτών. Έτσι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στο στάδιο αυτό και βάσει των επιχειρημάτων που περιλαμβάνονται στην αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή και τα κράτη μέλη δεν μπορούν εν προκειμένω, λόγω του άρθρου 6, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 3600/92, να ζητήσουν τη διανομή συνοπτικού φακέλου και, ενδεχομένως, πλήρους φακέλου, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3600/92. Επί πλέον, δεν προκύπτει, στο στάδιο αυτό και βάσει των περιλαμβανομένων στην αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων επιχειρημάτων, ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 3600/92 αναιρεί το καθήκον του εισηγούμενου κράτους μέλους να μεριμνά ότι ο κοινοποιών διανέμει ενημερωμένο συνοπτικό φάκελο στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή αμέσως μετά την εξέταση του φακέλου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 3600/92.
88 Περαιτέρω, και εκ πρώτης όψεως, η αιτούσα δεν μπορεί προφανώς να επικαλεστεί ούτε το προοίμιο και το άρθρο 13, παράγραφος 7, στοιχείο β_, της οδηγίας 91/414. Πράγματι, το άρθρο 13, παράγραφος 7, στοιχείο β_, της οδηγίας 91/414 επιβάλλει στον παραγωγό που επιθυμεί να λάβει έγκριση για τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικού προϊόντος να έρθει σε συμφωνία με τους κατόχους προηγουμένων εγκρίσεων προκειμένου να καταλήξει στην από κοινού χρησιμοποίηση των πληροφοριών, ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη δοκιμών επί σπονδυλωτών. Εντούτοις, η υποχρέωση αυτή εφαρμόζεται στις αιτήσεις χορηγήσεως εγκρίσεως που έχουν υποβληθεί εκτός του καθεστώτος παρεκκλίσεως του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414, η πρώτη φάση του οποίου διέπεται από τον κανονισμό 3600/92, και για τον οποίον μόνον γίνεται λόγος στην παρούσα υπόθεση. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα της αιτούσας επί του σημείου αυτού δεν μπορούν προφανώς να τελεσφορήσουν.
89 Ομοίως, δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως ως βάσιμο το επιχείρημα της αιτούσας ότι η απαίτηση υποβολής πλήρους φακέλου μετά την κατάθεση της εκθέσεως αξιολογήσεως του εισηγουμένου κράτους μέλους αντίκειται στην ερμηνεία της Επιτροπής, η οποία είχε καλέσει αυτό το εισηγούμενο κράτος μέλος να προετοιμάσει την έκθεση αξιολογήσεως του metalaxyl βάσει του φακέλου που κατέθεσε η Syngenta. Με το επιχείρημα αυτό, η αιτούσα θεωρεί προφανώς ότι η Επιτροπή και το εισηγούμενο κράτος μέλος της δημιούργησαν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στο γεγονός ότι δεν χρειαζόταν να προσκομίσει μεταγενέστερα πλήρη φάκελο, δεχόμενα ότι η έκθεση αξιολογήσεως έχει εκπονηθεί βάσει όλων των στοιχείων που διατίθενται για το εισηγούμενο κράτος μέλος, περιλαμβανομένου του φακέλου της Syngenta.
90 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι ουδείς μπορεί να επικαλεσθεί προσβολή της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όταν δεν υπάρχουν συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διασφαλίσεις παρασχεθείσες από τις αρχές (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2002, T-381/00, Wasmeier κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I-A-125 και ΙΙ-677, σκέψη 106). Πάντως, εν προκειμένω, οι πορτογαλικές αρχές κοινοποίησαν στην αιτούσα, στις 28 Αυγούστου 1999, έγγραφο όπου ανέφεραν ότι θα συνέτασσαν την έκθεση αξιολογήσεως του metalaxyl συγκεκριμένα βάσει του κατατεθέντος από τη Syngenta φακέλου. Εντούτοις, το έγγραφο αυτό αφήνει να εννοηθεί ότι, στην περίπτωση που απαιτούνταν συμπληρωματικές πληροφορίες, θα τις ζητούσαν από την αιτούσα, η οποία ήταν η μόνη επιχείρηση που ενδιαφερόταν ακόμα για την καταχώριση του metalaxyl στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414. Επομένως, εκ πρώτης όψεως, το έγγραφο αυτό δεν απέκλειε ότι μπορούσε να ζητηθεί μεταγενέστερα από την αιτούσα συνοπτικός ή πλήρης φάκελος κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 3600/92. Κατά συνέπεια, εκ πρώτης όψεως, η αιτούσα δεν μπορούσε να στηριχθεί στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που θα της διασφάλιζε ότι δεν θα ακολουθούνταν η συνήθως εφαρμοστέα διαδικασία κατά τις μεταγενέστερες φάσεις της εξετάσεως του metalaxyl.
91 Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της αιτούσας δεν μπορεί προφανώς να δικαιολογήσει ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, prima facie και βάσει μόνον των πληροφοριών που είχε προσκομίσει στο στάδιο αυτό η αιτούσα. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί ο δεύτερος λόγος που προβάλει η αιτούσα, ο οποίος αντλείται από την προσβολή της αρχής της αναλογικότητας.
92 Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της αναλογικότητας, την οποία θέτει το τρίτο εδάφιο του άρθρου 5 ΕΚ, επιβάλλει οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Μα_ου 1984, 15/83, Denkavit Nederland, Συλλογή 1984, σ. 2171, σκέψη 25· του Πρωτοδικείου της 19ης Ιουνίου 1997, Τ-260/94, Air Inter κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-997, σκέψη 144, και της 12ης Οκτωβρίου 1999, T-216/96, Conserve Italia κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-3139, σκέψη 101). Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα μέσα που χρησιμοποιεί η διάταξη αυτή είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του μέτρου (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Μα_ου 1997, C-233/94, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 1997, σ. Ι-2405, σκέψη 54).
93 Με το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου ακυρώσεως, η αιτούσα αμφισβητεί τον απαραίτητο και προσήκοντα χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως για την επίτευξη του σκοπού της οδηγίας 91/414 και του κανονισμού 3600/92, που σκοπεί στον μη αποκλεισμό ουσίας από την αγορά χωρίς επιστημονική αξιολόγηση.
94 Από τον συνδυασμό των άρθρων 4 έως 10 της οδηγίας 91/414 και το σύνολο του κανονισμού 3600/92, προκύπτει πράγματι ότι ένας από τους σκοπούς των δύο αυτών πράξεων είναι η διοργάνωση διαδικασίας επιστημονικής αξιολογήσεως ορισμένων δραστικών ουσιών, ενόψει της εγκρίσεώς τους ή αντιθέτως της απαγορεύσεώς τους επί του εδάφους της Κοινότητας. Εντούτοις, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414 προβλέπει ρητώς ότι, αν οι πληροφορίες που απαιτούνται για την αξιολόγηση δραστικής ουσίας που έχει δοκιμαστεί κατά τη μεταβατική φάση δεν έχουν «υποβληθεί κατά τη διάρκεια της οριζομένης προθεσμίας», η ουσία αυτή μπορεί να μην καταχωρηθεί στο παράρτημα Ι, της οδηγίας 91/414. Κατά συνέπεια, το αντικείμενο της οδηγίας αυτής δεν συνίσταται μόνον στην πραγματοποίηση πλήρους επιστημονικής αξιολογήσεως της επίδικης δραστικής ουσίας, αλλά σκοπεί επίσης στην υλοποίηση της αξιολογήσεως αυτής εντός της μέγιστης προθεσμίας που τάσσει η οδηγία 91/414, ειδάλλως η ουσία μπορεί να αποσυρθεί από την αγορά.
95 Εν προκειμένω, από την αιτιολογική σκέψη 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή αποφάσισε να μην καταχωρίσει το metalaxyl στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, επειδή, σύμφωνα με την Επιτροπή, «δεν είχε πρόσβαση στο φάκελο αυτό, ούτε ήταν σε θέση να υποβάλει στοιχεία σχετικά με θέματα αναφυόμενα από την αξιολόγηση του φακέλου ούτε να ολοκληρώσει το δικό της φάκελο εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος». Σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν υπήρχε συνεπώς «δυνατότητα οργανώσεως αποδοτικής ανασκοπήσεως του metalaxyl από ομότιμους ειδήμονες». Από την αιτιολόγηση αυτή δεν προκύπτει σαφώς αν η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε διότι δεν ήταν πλέον δυνατή η πλήρης αξιολόγηση του metalaxyl από νομικής απόψεως προτού παρέλθει η ταχθείσα προθεσμία, εάν η απόφαση αυτή εκδόθηκε για άλλους λόγους, που σκοπούν ενδεχομένως στην επιθυμία της Επιτροπής να κλείσει το συντομότερο τον φάκελο, την εξέταση του οποίου μπορούσε παρ' όλ' αυτά να παρατείνει. Λαμβανομένης υπόψη αυτής της αμφιλεγόμενης αιτιολογήσεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί, χωρίς να προβεί σε πλήρη ανάλυση των περιστάσεων της υποθέσεως, να κρίνει ως προδήλως αβάσιμα τα επιχειρήματα της αιτούσας ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι πρόσφορη ούτως ώστε να πληροί τον σκοπό της επιστημονικής αξιολογήσεως των φυτοπροστατευτικών ουσιών εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
96 Δεύτερον, ως προς το επιχείρημα της αιτούσας ότι υφίστανται λιγότερο περιοριστικά μέσα προς επίτευξη του σκοπού που καθορίζεται με την οδηγία 91/414 και τον κανονισμό 3600/92, πρέπει να εξετασθεί εάν, εκ πρώτης όψεως, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διέθετε πράγματι εναλλακτικές λύσεις βάσει των οποίων μπορούσε να αξιολογήσει το metalaxyl με επιστημονικό και πλήρη τρόπο εντός της προθεσμίας που τάσσει η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση, θίγοντας ελάχιστα τα συμφέροντα της IQV.
97 Στην αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα υποστηρίζει ότι τα λιγότερο περιοριστικά μέτρα που μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει η Επιτροπή συνίστανται, παραδείγματος χάρη, στην ανάθεση στο εισηγούμενο κράτος μέλος του καθήκοντος διανομής του φακέλου στα άλλα κράτη μέλη, αφήνοντας στην IQV τη μέριμνα να επιλύσει τα ενδεχομένως προκύπτοντα ζητήματα, ή επιτρέποντας στην IQV να ανασυστήσει τον φάκελο εντός εύλογης προθεσμίας, παρατείνοντας την προθεσμία για την υποβολή του φακέλου.
98 Όσον αφορά την πρώτη δυνατότητα, από τον φάκελο προκύπτει ότι οι πορτογαλικές αρχές αρνήθηκαν να αναλάβουν τη διανομή του πλήρους φακέλου αντί για την αιτούσα. Πάντως, εφόσον δεν υπάρχει διάταξη στον κανονισμό 3600/92 επιβάλλουσα σαφώς στο κράτος μέλος να προβεί σε τέτοια διανομή, εκ πρώτης όψεως δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορούσε να επιβάλει στο εισηγούμενο κράτος μέλος να αναλάβει το ίδιο αυτό το καθήκον, αντί για την αιτούσα.
99 Στη συνέχεια, όσον αφορά τη δεύτερη επιλογή, που έγκειται κυρίως στην παράταση της προθεσμίας για την υποβολή του φακέλου στην επιτροπή, από τον φάκελο προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε συνεδρίαση στις 18 και 19 Οκτωβρίου 2002. Πάντως, κατά τις ημερομηνίες αυτές, δεν ήταν πλέον δυνατόν για την αιτούσα να προσκομίσει, πριν από την προθεσμία της 25ης Μα_ου 2002, που επιβάλλεται με το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 3600/92, τα αποτελέσματα των συμπληρωματικών μελετών που ενδεχομένως θα ζητούσε μεταγενέστερα στην επιτροπή. Συναφώς, από τον φάκελο προκύπτει ότι ορισμένες μελέτες, η ανάγκη των οποίων επισημάνθηκε από την κατάθεση της εκθέσεως αξιολογήσεως του εισηγουμένου κράτους μέλους, δεν θα ήσαν, εν πάση περιπτώσει, διαθέσιμες παρά μόνον τον Σεπτέμβριο του 2004 το νωρίτερο. Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει a priori ότι η Επιτροπή είχε πράγματι άλλη επιλογή τότε εκτός από το να προτείνει στην επιτροπή την έκδοση αποφάσεως περί μη καταχωρίσεως του metalaxyl στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, εφόσον η αδυναμία αυτή δεν προδικάζει το κύρος των λόγων για τους οποίους δεν έγινε προηγουμένως η συνεδρίαση της επιτροπής.
100 Βάσει των προηγουμένων στοιχείων, φαίνεται ότι οι εναλλακτικές λύσεις που πρότεινε η αιτούσα απαιτούν τροποποίηση του κανονισμού 3600/92. Επειδή ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε από την ίδια την Επιτροπή, δεν μπορεί για λόγους αρχής να αποκλεισθεί, και στο στάδιο αυτό, ότι η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να εκδώσει ειδικό κανονισμό προκειμένου να παρατείνει την προθεσμία που προβλέπεται για την υποβολή των μελετών που απαιτούνται για την αξιολόγηση του metalaxyl και να δώσει έτσι στην IQV τη δυνατότητα να εγκρίνει την ουσία αυτή πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2005. Εντούτοις, η εναλλακτική αυτή λύση πρέπει προφανώς να παραμείνει εξαιρετική, καθόσον εγείρει λεπτά ζητήματα, που αφορούν, συγκεκριμένα, εφόσον πρόκειται για κείμενο γενικής ισχύος, την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της νομικής προστασίας των τρίτων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον που συνδέεται με την εκτέλεση πράξεως κανονιστικού χαρακτήρα. Στο στάδιο αυτό, η IQV δεν κοινοποίησε στοιχεία που μπορούν a priori να επιβάλουν αυτό το καθήκον στην Επιτροπή. Εντούτοις, πρόκειται για λεπτά ζητήματα αρχής που απαιτούν εμπεριστατωμένη εξέταση και δεν μπορούν να επιλυθούν στο πλαίσιο της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
101 Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο κανονισμός 3600/92 είναι κείμενο σύνθετης εφαρμογής, οι κρίσιμες διατάξεις του οποίου τροποποιήθηκαν πλειστάκις και δεν λήφθηκε ρητώς υπόψη η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η αιτούσα, δηλαδή το γεγονός ότι είναι η μοναδική επιχείρηση που υποστηρίζει την καταχώριση δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, αφού προηγουμένως ένας άλλος ενδιαφερόμενος παραγωγός, ο οποίος ήταν ο μόνος παραγωγός που είχε καταθέσει κατ' ουσίαν πλήρη φάκελο, αποσύρθηκε από την εν λόγω διαδικασία και αφού το εισηγούμενο κράτος μέλος δέχθηκε να εξακολουθήσει τη διαδικασία εξετάσεως βάσει του φακέλου αυτού. Κατά συνέπεια, η επίλυση των προβληθέντων με την προσφυγή ερωτημάτων απαιτεί εμπεριστατωμένη μελέτη του πραγματικού και νομικού πλαισίου που δημιούργησε η κατάσταση αυτή, η δε εξέταση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με εκατέρωθεν ακροάσεις. Επομένως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κρίνει ότι οι προβληθέντες από την αιτούσα ισχυρισμοί δεν μπορούν ν' απορριφθούν, στο στάδιο της εξετάσεως της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ως προδήλως αβάσιμοι. Συνεπώς, πρέπει να γίνει στάθμιση των επιδίκων συμφερόντων.
Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων
- Επιχειρήματα των διαδίκων
102 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν θίγει την υγεία ανθρώπων και ζώων ή το περιβάλλον, καθόσον η απόσυρση του metalaxyl δικαιολογείται από τον μη πλήρη χαρακτήρα του φακέλου της. Περαιτέρω η αιτούσα επισημαίνει ότι το metalaxyl δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημα κατά τη διάρκεια των ετών που διετίθετο στο εμπόριο και, προσφάτως, είχε αξιολογηθεί εκ νέου με επιτυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά. Εξάλλου, με την οδηγία 2002/64/ΕΚ της Επιτροπής, της 15ης Ιουλίου 2002, για τροποποίηση της οδηγίας 91/414/EOK του Συμβουλίου ώστε να καταχωρηθούν οι cinidon ethyl, cyhalofop butyl, famoxadone, florasulam, metalaxyl-M και picolinafen ως δραστικές ουσίες (ΕΕ L 189, σ. 27), το metalaxyl-M καταχωρήθηκε στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, ενώ πρόκειται για φυσικό υποκατάστατο του metalaxyl και οι μελέτες που απαιτούνται για την αξιολόγησή του αντιστοιχούν κατά 80 % στις μελέτες που απαιτούνται για την αξιολόγηση του metalaxyl.
103 Αντιθέτως, τονίζει η αιτούσα, αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως θα υπάρξουν πολύ σοβαρές συνέπειες για την ίδια και ορισμένες επιχειρήσεις, που είναι εγκατεστημένες εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, οι οποίες όμως διαθέτουν στο εμπόριο εντός της Ενώσεως προϊόντα παρασκευασμένα με metalaxyl.
104 Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η IQV δεν απέδειξε ότι θα υποστεί ζημία. Αντιθέτως, η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως θέτει σε κίνδυνο το συμφέρον της Επιτροπής να τηρούνται οι εφαρμοστέες διαδικασίες, δυνάμει της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως θίγει επίσης το συμφέρον που έγκειται στην τήρηση των κανόνων που διέπουν την έγκριση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων, οι οποίοι επιβάλλουν να μην εγκρίνονται προϊόντα, οι κίνδυνοι των οποίων για την υγεία δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο αξιολογήσεως. Επί πλέον, η Επιτροπή έχει συμφέρον να αντιμετωπισθεί η IQV κατά τον ίδιο τρόπο με κάθε άλλον κοινοποιούντα που δεν υπέβαλε πλήρη φάκελο εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Χωρίς να εκφράζεται επ' ονόματι των πορτογαλικών αρχών, η Επιτροπή τονίζει εξάλλου ότι οι πορτογαλικές αρχές μπορούν να θιγούν αν η προσβαλλομένη απόφαση ανασταλεί. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα αποτελέσματα επί των εισαγωγών στην Κοινότητα προϊόντων που περιέχουν metalaxyl δεν απορρέουν από την προσβαλλομένη απόφαση, αλλά από μεταγενέστερη διαδικασία που προϋποθέτει τη διαβούλευση της επιτροπής των υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών μέτρων της Διεθνούς Οργανώσεως Εμπορίου. Εξάλλου, η διαδικασία αυτή δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε την αδυναμία εισαγωγής προϊόντων που περιέχουν metalaxyl στην Κοινότητα, διότι οι εισαγωγείς μπορούν να ζητήσουν τον καθορισμό ορίων ανοχής σε σχέση με τις εισαγωγές.
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
105 Όταν, στο πλαίσιο αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως, ο δικαστής ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του οποίου προβάλλεται κίνδυνος για τον αιτούντα να υποστεί σοβαρά και ανεπανόρθωτη ζημία σταθμίζει τα διάφορα επίδικα συμφέροντα, οφείλει να κρίνει αν, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως από τον δικαστή της ουσίας, θα είναι δυνατή η ανατροπή της καταστάσεως που θα έχει δημιουργηθεί από την άμεση εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και, αντιστρόφως, αν η αναστολή εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως μπορεί να παρεμποδίσει την παραγωγή όλων των αποτελεσμάτων της σε περίπτωση που απορριφθεί η κύρια προσφυγή (διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 26ης Ιουνίου 2003, C-182/03 R και C-217/03 R, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 142, και Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., προμνημονευθείσα, σκέψη 50).
106 Ομοίως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να αποφανθεί σταθμίζοντας τα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, αν η χορήγηση των προσωρινών μέτρων κρίνεται αναγκαία ώστε να αποφευχθεί σοβαρά και ανεπανόρθωτη ζημία στον αιτούντα (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 23ης Νοεμβρίου 1990, T-45/90 R, Speybrouck κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-705, σκέψη 36).
107 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατ' αρχήν, όσον αφορά τις απαιτήσεις σχετικά με την προστασία της δημόσιας υγείας, πρέπει αναμφισβήτητα να αναγνωριστεί η προέχουσα σπουδαιότητά τους σε σχέση με εκτιμήσεις οικονομικής φύσεως [βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1996, C-180/96 R, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-3903, σκέψη 93· διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2001, C-459/00 P(R), Επιτροπή κατά Trenker, Συλλογή 2001, σ. Ι-2823, σκέψη 109, και C-474/00 P(R), Επιτροπή κατά Bruno Farmaceutici κ.λπ., Συλλογή 2001, σ. Ι-2909, σκέψη 112· διάταξη Solvay Pharmaceuticals κατά Συμβουλίου, προαναφερθείσα, σκέψη 122].
108 Πάντως, στην παρούσα υπόθεση, η προσβαλλομένη απόφαση δεν λήφθηκε λόγω συγκεκριμένων και καθορισμένων κινδύνων που μπορεί να παρουσιάζει για την υγεία το metalaxyl, αλλά λόγω των μη πλήρων πληροφοριών που υπέβαλε η αιτούσα ενόψει της αξιολογήσεως του metalaxyl. Από την έκθεση αξιολογήσεως του εισηγουμένου κράτους μέλους προέκυψε ότι είναι αναγκαίο να εξακολουθήσει η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του metalaxyl στα υπόγεια ύδατα. Εντούτοις, η Επιτροπή επιβεβαίωσε, κατά την ακρόαση, ότι δεν επικαλείται την ύπαρξη σοβαρού κινδύνου, που θέτει η δραστική αυτή ουσία για την υγεία των ανθρώπων ή για το περιβάλλον. Περαιτέρω, το metalaxyl-M, ως προς το οποίο επισημάνθηκε ότι πρόκειται για δραστική ουσία πλησιέστατη του metalaxyl, καταχωρήθηκε στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί a priori να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους για την προστασία της υγείας των ανθρώπων.
109 Στη συνέχεια, προκειμένου για το οικονομικό συμφέρον της αιτούσας, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ζημία που της προκλήθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, συγκεκριμένα λόγω της πιθανότητας να υποστεί μη αναστρέψιμη απώλεια των μεριδίων αγοράς (βλ. σκέψη 76 ανωτέρω). Συναφώς, η αιτούσα ανέφερε στην αίτησή της ότι το ακαθάριστο περιθώριο που πραγματοποιείται επί των πωλήσεών της των προϊόντων που περιέχουν metalaxyl αντιπροσωπεύει πλέον το 30 % των κερδών της πριν την αφαίρεση των φόρων. Εντούτοις, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το αριθμητικό αυτό στοιχείο δεν αναφέρει το μέρος των πωλήσεων αυτών που πραγματοποιείται εντός της Κοινότητας, η οποία είναι η μόνη ζώνη εντός της οποίας θα αποσυρθεί κατ' εφαρμογήν της προσβαλλομένης αποφάσεως η έγκριση εμπορίας του metalaxyl. Πάντως, η αιτούσα εμπορεύεται τα προϊόντα με βάση το metalaxyl σε εννέα κράτη εκτός Κοινότητας, πράγμα το οποίο, ακόμη κι αν δεν υπάρχει συγκεκριμένη αξιολόγηση, σκοπεί να σχετικοποιήσει τη σπουδαιότητα της απώλειας που θα υποστεί η αιτούσα.
110 Εξάλλου, στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να εξακριβωθεί σε ποιο μέτρο η αιτούσα συνέβαλε στη δημιουργία της ζημίας αυτής, μεταξύ άλλων λόγω ενδεχομένης αμελείας ή αποχής. Πράγματι, παράλειψη ενέργειας μπορεί να εμποδίσει, κατά τη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων, να γίνει δεκτή η άποψη του διαπράξαντος την παράβαση διαδίκου (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 22ας Απριλίου 1994, C-87/94 R, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-1395, σκέψη 41).
111 Συναφώς, από τον φάκελο προκύπτει ότι η αιτούσα κατέθεσε τον φάκελό της ενώπιον των πορτογαλικών αρχών στις 26 Απριλίου 1995 και ότι, από την αρχή του έτους 1996, οι αρχές αυτές της επεσήμαναν ρητώς ότι ο φάκελός της δεν ήταν πλήρης, προσδιορίζοντας τις ελλιπείς ή μη πλήρεις μελέτες. Η Syngenta δεν αντιμετώπισε προφανείς δυσχέρειες για τη συμπλήρωση κατ' ουσίαν του φακέλου της εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, και η IQV δεν κοινοποίησε τους λόγους βάσει των οποίων μπορεί να δικαιολογηθεί a priori η μη κατάθεση του πλήρους φακέλου, όπως απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3600/92.
112 Τα έγγραφα που επισύναψε η αιτούσα στην αίτησή της αναφέρουν ότι, μετά την κατάθεση του μη πλήρους φακέλου της, πληροφόρησε επανειλημμένως τις πορτογαλικές αρχές ότι επρόκειτο να τον συμπληρώσει. Έτσι, με το από 30 Σεπτεμβρίου 1997 έγγραφό της, η IQV φρονούσε μεταξύ άλλων ότι χρειαζόταν πιθανώς εννέα μήνες για να υποβάλει τις περισσότερες από τις ελλείπουσες πληροφορίες. Εντούτοις, στις 27 Ιουλίου 1998, ημερομηνία κατά την οποία η IQV ειδοποιήθηκε για την απόσυρση της Syngenta από την επίδικη διαδικασία αξιολογήσεως, η IQV δεν είχε ακόμη υποβάλει πλήρη φάκελο στις πορτογαλικές αρχές.
113 Περαιτέρω, από τη στιγμή που η αιτούσα ειδοποιήθηκε, στις 28 Ιουλίου 1998, για την απόσυρση της Syngenta, έπρεπε κατ' αρχήν να ανησυχήσει για τη συνέχεια της διαδικασίας, εφόσον δεν υπήρχε πλήρης φάκελος στη διάθεσή της. Βεβαίως, με έγγραφο της 28ης Αυγούστου 1999, οι πορτογαλικές αρχές ανέφεραν στην αιτούσα ότι η προετοιμασία του φακέλου θα πραγματοποιούνταν βάσει του κατατεθέντος από τη Syngenta φακέλου. Εντούτοις, οι πορτογαλικές αρχές ανέφεραν με αρκετή σαφήνεια στο έγγραφο αυτό ότι κάθε μελλοντική ερώτηση θα απευθυνόταν στην IQV. Επομένως, το έγγραφο αυτό δεν μπορούσε στη φάση αυτή προφανώς να δημιουργήσει τις απαιτούμενες κατ' εφαρμογήν της νομολογίας ακριβείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διασφαλίσεις (βλ., μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα απόφαση Wasmeier κατά Επιτροπής, σκέψη 106), ώστε η αιτούσα να επικαλείται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στο γεγονός ότι δεν της είχε ποτέ ζητηθεί πλήρης φάκελος. Επομένως, η IQV δεν μπορούσε να αποκλείσει κατά την ημερομηνία αυτή ότι θα της ζητούνταν συνοπτικός και πλήρης φάκελος, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 6, παράγραφος 1, και 7, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 3600/92. Πάντως, στις 2 Φεβρουαρίου 2001, όταν το εισηγούμενο κράτος μέλος ζήτησε από την IQV να προσκομίσει πλήρη φάκελο, η IQV δεν τον είχε ακόμα οριστικοποιήσει. Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη αυτής της μη υποβολής του πλήρους φακέλου προτού της ζητηθεί τυπικώς από το εισηγούμενο κράτος μέλος, και εφόσον δεν υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία βάσει των οποίων να δικαιολογείται η έλλειψη αυτή, η αιτούσα συνέβαλε προφανώς σημαντικά στη δημιουργία της ζημίας την οποία αντιμετωπίζει επί του παρόντος.
114 Περαιτέρω, πρέπει να εξακριβωθεί αν άλλες ενδεχόμενες αμέλειες, ιδίως εκ μέρους της Επιτροπής ή του εισηγουμένου κράτους μέλους, μπορούν να αμβλύνουν το γεγονός, στη δημιουργία του οποίου συνέβαλε σημαντικά η αιτούσα, δηλαδή τη ζημία που κινδυνεύει να υποστεί. Συναφώς, η Syngenta κατέθεσε προφανώς, σύμφωνα με τη διατύπωση της Επιτροπής, «κατ' ουσίαν πλήρη» φάκελο στις 19 Απριλίου 1995. Με τα από 28 Μα_ου και 27 Ιουλίου 1998 έγγραφά τους προς την Επιτροπή, οι πορτογαλικές αρχές ανέφεραν παρ' όλ' αυτά ότι είχαν θεωρήσει ότι ο φάκελος αυτός ήταν «πλήρης». Κατά συνέπεια, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι τούτο συνέβαινε από τις 19 Απριλίου 1995, το εισηγούμενο κράτος μέλος έπρεπε κατ' αρχήν να καταθέσει την έκθεσή του αξιολογήσεως το αργότερο στις 20 Απριλίου 1996, δηλαδή εντός της δωδεκάμηνης προθεσμίας που επιβάλλει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3600/92. Πάντως, αυτή η έκθεση αξιολογήσεως κατατέθηκε μόλις στις 26 Ιανουαρίου 2001, ήτοι περίπου πέντε έτη μετά την παρέλευση της επιβαλλόμενης με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3600/92 προθεσμίας. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι, κατά την ημερομηνία που έπρεπε να κατατεθεί η έκθεση του εισηγουμένου κράτους μέλους, η Syngenta δεν είχε ακόμα αποσύρει τον φάκελό της, πράγμα το οποίο έπραξε μόνον δύο έτη αργότερα, στις 11 Μα_ου 1998. Συνεπώς, κατά την ημερομηνία αυτή η διαδικασία αξιολογήσεως του metalaxyl έπρεπε ίσως να εξακολουθήσει, και ενδεχομένως να ολοκληρωθεί, πριν από την απόσυρση της Syngenta. Επομένως, και το εισηγούμενο κράτος μέλος συνέβαλε επίσης σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία της καταστάσεως στην οποία βρίσκεται τώρα η IQV.
115 Εντούτοις, χωρίς να προδικάζονται οι συνέπειες της ενδεχόμενης αυτής παρατυπίας επί της υποθέσεως της κύριας δίκης, η συμβολή της αιτούσας στη δημιουργία του κινδύνου που κινδυνεύει να υποστεί η αιτούσα δεν είναι επαρκής εν προκειμένω για να απαλλαγεί πλήρως από το καθήκον που είχε να περιορίσει εκ των προτέρων την έκταση της ζημίας αυτής. Κατά τον χρόνο εκείνο, η IQV είχε συνείδηση του γεγονότος ότι έπρεπε κατ' αρχήν να ληφθεί απόφαση πριν από τις 26 Ιουλίου 2003, καθόσον ο κανονισμός 2076/2002, ο οποίος παρέτεινε την προθεσμία αυτή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2005, εκδόθηκε μόλις στις 20 Νοεμβρίου 2002. Κατά συνέπεια, η καθυστέρηση του εισηγουμένου κράτους μέλους συνέβαλε προδήλως στην αύξηση του επείγοντος που πρέπει να υπολογιστεί μεταξύ των κινδύνων της επιχειρήσεως και, κατά συνέπεια, αύξανε επίσης τα μέτρα που έπρεπε να λάβει η IQV για να περιορίσει, τοσούτω μάλλον που η IQV ασκεί δραστηριότητες σε τομέα που ρυθμίζεται εν πολλοίς κανονιστικώς, ο οποίος της επιβάλλει να προφυλάσσεται, με την κατάλληλη πολιτική από τις επιζήμιες συνέπειες ενδεχόμενης παρεμβάσεως των δημοσίων αρχών [βλ., κατ' αναλογία, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2001, C-479/00 P(R), Επιτροπή κατά Gerot Pharmazeutika, Συλλογή 2001, σ. Ι-3121, σκέψη 97].
116 Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως θίγει καίρια το γενικό συμφέρον της Επιτροπής να εφαρμόζεται η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, συγκεκριμένα ο κανονισμός 3600/92.
117 Τέλος, η IQV υποστηρίζει ότι η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως θίγει τα συμφέροντα ορισμένων παραγωγών που είναι εγκατεστημένοι εκτός της Κοινότητας και χρησιμοποιούν το metalaxyl, δημιουργώντας εμπορικά εμπόδια για την είσοδο στην Κοινότητα των προϊόντων που περιέχουν την ουσία αυτή. Εντούτοις, ακόμη και αν ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δύναται να λάβει υπόψη τα συμφέροντα των τρίτων κατά το στάδιο σταθμίσεως των συμφερόντων, δεν προκύπτει εν προκειμένω από τον φάκελο ότι η IQV έχει συγκεκριμένη ιδιότητα βάσει της οποίας μπορεί να εκφράσει τι αποτελεί, πράγματι, το συμφέρον των παραγωγών αυτών, οι οποίοι δεν παρενέβησαν στην παρούσα υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η απαγόρευση εισαγωγής των προϊόντων που παρασκευάζονται με metalaxyl απορρέει άμεσα από την προσβαλλομένη απόφαση, πράγμα το οποίο δεν αποδείχθηκε από την αιτούσα, η αιτούσα δεν απέδειξε ούτε ότι οι παραγωγοί αυτοί δεν θα μπορούν να παρασκευάσουν τα προϊόντα τους με υποκατάστατα του metalaxyl που ενδεχομένως διατίθενται στον τόπο επεξεργασίας τους και, συγκεκριμένα, με metalaxyl-M. Βεβαίως, μπορεί να προκύψει ενδεχομένως για τους παραγωγούς αυτούς πρόσθετο κόστος, το οποίο όμως δεν αξιολογήθηκε από την αιτούσα. Επομένως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να κρίνει σε ποιο μέτρο μπορούν ενδεχομένως να θιγούν τα συμφέροντα αυτών των τρίτων.
118 Λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των στοιχείων, η στάθμιση των συμφερόντων τείνει υπέρ της μη αναστολής εκτελέσεως και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Top