Avis juridique important
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 5ης Αυγούστου 2003. - Industrie riunite odolesi SpA (IRO) κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Ανταγωνισμός - Πληρωμή προστίμου - Τραπεζική εγγύηση - Επείγον - Απουσία. - Υπόθεση T-79/03 R.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα II-03027
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Αναστολή εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για μη άμεση είσπραξη προστίμου - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Εξαιρετικές περιστάσεις
(Άρθρο 242 ΕΚ)
Περίληψη$$Το αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη μη άμεση είσπραξη του ποσού του προστίμου, μπορεί να γίνει δεκτό μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Πράγματι, η δυνατότητα επιβολής υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως προβλέπεται ρητώς στις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων, από τους Κανονισμούς Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, και αποτελεί γενικό και εύλογο τρόπο συμπεριφοράς της Επιτροπής.
Η ύπαρξη τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων μπορεί, καταρχήν, να θεωρηθεί ότι έχει αποδειχθεί όταν ο διάδικος που ζητεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση συστάσεως της αιτούμενης τραπεζικής εγγυήσεως αποδεικνύει ότι του είναι αδύνατο να συστήσει την εν λόγω εγγύηση ή ότι η σύσταση της εγγυήσεως αυτής θα εξέθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή του.
( βλ. σκέψεις 25-26 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση T-79/03 R,
Industrie riunite odolesi SpA (IRO), με έδρα το Odolo (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τον A. Giardina, δικηγόρο,
αιτούσα
υποστηριζόμενη από την
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Ι. Μ. Braguglia,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους L. Pignataro και A. Whelan, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 ΑΧ (COMP/37.956 - Ράβδοι χάλυβα), καθόσον επιβάλλει στην αιτούσα πρόστιμο ύψους 3,58 εκταμμυρίων ευρώ.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςΠραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Στις 17 Δεκεμβρίου 2002 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 ΑΧ (COMP/37.956 - Ράβδοι χάλυβα, στο εξής: Απόφαση). Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της Αποφάσεως, οι έντεκα επιχειρήσεις και η ένωση επιχειρήσεων που αναφέρει η Απόφαση, μεταξύ των οποίων και η αιτούσα, εφαρμόζοντας ενιαία συμφωνία στην ιταλική αγορά ράβδων ή ρολών χάλυβα, έχουσα ως αντικείμενο τον καθορισμό των τιμών και τον περιορισμό ή τον συντονισμένο έλεγχο της παραγωγής και/ή των πωλήσεων, παρέβησαν το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ.
2 Το άρθρο 2 της Αποφάσεως επιβάλλει στην αιτούσα πρόστιμο ύψους 3,58 εκατομμυρίων ευρώ για την παράβαση που διαπιστώνεται με το άρθρο 1. Το άρθρο 3 της Αποφάσεως προβλέπει ότι τα πρόστιμα που καθορίζονται με τον τρόπο αυτόν είναι πληρωτέα εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της Αποφάσεως. Η Απόφαση κοινοποιήθηκε στην αιτούσα με το από 23 Δεκεμβρίου 2002 έγγραφο της Επιτροπής, με το οποίο διευκρίνιζόταν ότι, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή δεν θα προέβαινε σε κανένα μέτρο εισπράξεως του προστίμου για όσο χρόνο η υπόθεση θα εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι η απαίτηση θα ήταν τοκοφόρος από την ημερομηνία παρελεύσεως της προθεσμίας καταβολής του προστίμου και ότι, το αργότερο έως την ημερομηνία εκείνη, θα παρεχόταν αποδεκτή τραπεζική εγγύηση.
3 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Φεβρουαρίου 2003, η αιτούσα άσκησε, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση της Αποφάσεως και, επικουρικώς, την ακύρωση ή τη μείωση του ποσού του επιβληθέντος προστίμου.
4 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Μα_ου 2003, η αιτούσα υπέβαλε αίτηση αναστολής εκτελέσεως της Αποφάσεως.
5 Η Επιτροπή υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 27 Μα_ου 2003.
6 Με αίτηση που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 6 Ιουνίου 2003, η Ιταλική Δημοκρατία υπέβαλε αίτηση ασκήσεως παρεμβάσεως για να υποστηρίξει τα αιτήματα της αιτούσας.
7 Η ακρόαση ενώπιον του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή διεξήχθη στις 4 Ιουλίου 2003. Κατά την εν λόγω ακρόαση, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δέχτηκε την αίτηση για άσκηση παρεμβάσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Σκεπτικό
8 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων, αφενός, των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και, αφετέρου, του άρθρου 225, παράγραφος 1, ΕΚ, το Πρωτοδικείο μπορεί, εφόσον κρίνει ότι οι περιστάσεις το απαιτούν, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
9 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να διευκρινίζονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται (fumus boni juris). Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, πράγμα που σημαίνει ότι η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορρίπτεται εφόσον μία απ' αυτές απουσιάζει [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4971, σκέψη 30].
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του fumus boni juris
10 Η αιτούσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι κακώς η Επιτροπή εξέδωσε την Απόφαση βάσει του άρθορυ 65 ΑΧ, όταν η Συνθήκη ΕΚΑΧ είχε παύσει να ισχύει από πέντε μήνες, στις 23 Ιουλίου 2002. Ελλείψει μέτρων σχετικών με την παράταση της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Απόφαση στερείται νομικού ερείσματος. Η αιτούσα φρονεί ότι ο χαρακτηρισμός των εκκρεμών εννόμων σχέσεων και η εκ νέου απονομή των αρμοδιοτήτων που εξέλειπαν κατόπιν της λήξεως της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ έπρεπε να είχαν αποτελέσει αντικείμενο ρητού νομοθετικού μέτρου από τα κράτη μέλη.
11 Για να στηρίξει τη θέση της, η αιτούσα αναφέρει ορισμένες πράξεις που εκδόθηκαν σε διαφόρους τομείς από τα κράτη μέλη, από τους αντιπροσώπους των κρατών μελών που συνήλθαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου, καθώς και από το Συμβούλιο. Μεταξύ των εν λόγω πράξεων εμφανίζονται, ιδίως, το Πρωτόκολλο σχετικά με τις χρηματοοικονομικές συνέπειες της λήξης της Συνθήκης ΕΚΑΧ, που προσαρτήθηκε στη Συνθήκη της Νίκαιας που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Συνθήκες περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ορισμένες συναφείς πράξεις (ΕΕ 2001 C 80, σ. 1), την απόφαση των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, συνερχομένων στο πλαίσιο του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με τις χρηματοοικονομικές συνέπειες της λήξης της Συνθήκης ΕΚΑΧ και το ταμείο έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα (ΕΕ L 79, σ. 42), τον κανονισμό (ΕΚ) 963/2002 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2002, για τον καθορισμό μεταβατικών διατάξεων όσον αφορά μέτρα αντιντάμπινγκ και μέτρα κατά των επιδοτήσεων που έχουν υιοθετηθεί δυνάμει των αποφάσεων 2277/96/ΕΚΑΧ και 1889/98/ΕΚΑΧ της Επιτροπής καθώς και όσον αφορά εκκρεμούσες έρευνες, καταγγελίες και αιτήσεις αντιντάμπινγκ και κατά των επιδοτήσεων σύμφωνα με τις εν λόγω αποφάσεις (ΕΕ L 149, σ. 3), και τον κανονισμό (ΕΚ) 1840/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Σεπτεμβρίου 2002, για την παράταση της ισχύος του συστήματος στατιστικών χάλυβα της ΕΚΑΧ (ΕΕ L 279, σ. 1).
12 Η αιτούσα παραπέμπει επίσης στη θέση που έλαβε η Επιτροπή με την πρότασή της κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την κοινοτική εποπτεία των εισαγωγών άνθρακα από τρίτες χώρες [COM(2002) 482 τελικό], η οποία κατέληξε στον κανονισμό (ΕΚ) 405/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, σχετικά με την κοινοτική παρακολούθηση των εισαγωγών λιθάνθρακα καταγωγής τρίτων χωρών (ΕΕ L 62, σ. 1).
13 Με τον δεύτερο ισχυρισμό της, η αιτούσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η Επιτροπή παρέβη τον κανονισμό (ΕΟΚ) 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτο κανονισμό εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ, ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), δεδομένου ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε με την Απόφαση επιβλήθηκε στο διαδικαστικό πλαίσιο του εν λόγω κανονισμού, ο οποίος αφορά εξ ολοκλήρου τη ρύθμιση των διαδικασιών εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ. Δεύτερον, η αιτούσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι απέστειλε στους διαδίκους, κατόπιν της λήξεως της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ανακοίνωση των συμπληρωματικών αιτιάσεων, εκδοθείσα βάσει του κανονισμού 17, η εν λόγω ανακοίνωση, όμως, δεν περιείχε νέες αιτιάσεις. Τέλος, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού, καθόσον οι εθνικές αρχές παρέστησαν μόνο κατά τη δεύτερη ακρόαση, κατά την οποία δεν συζητήθηκε η ουσία της υποθέσεως.
14 Με τον τρίτο της ισχυρισμό, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η Απόφαση είναι άκυρη λόγω ανεπαρκούς έρευνας, η οποία οδήγησε την Επιτροπή σε εσφαλμένα συμπεράσματα, ιδίως ως προς την οικεία αγορά. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς την Απόφαση κατά παράβαση του άρθρου 253 ΕΚ.
15 Με τον τέταρτο ισχυρισμό της, η αιτούσα διατείνεται ότι η Επιτροπή όρισε το ύψος του προστίμου κατά παράβαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως, της αναλογικότητας, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της καταλληλότητας.
16 Η Επιτροπή θεωρεί ότι από κανέναν από τους λόγους που προβάλλει η αιτούσα δεν μπορεί να προκύψει η ύπαρξη fumus boni juris.
Eπί του επείγοντος
17 Η αιτούσα θεωρεί ότι η σχετική με το επείγον προϋπόθεση πληρούται εν προκειμένω.
18 Ισχυρίζεται, κατ' αρχάς, ότι η απλή σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως για το συνολικό ποσό μπορεί να επιφέρει την παύση της συνήθους δραστηριότητας και, ως εκ τούτου, να έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια το τέλος της εταιρίας. Η αιτούσα εξηγεί συναφώς ότι η χρηματοδότηση των συνήθων δραστηριοτήτων της εξαρτάται από τη χορήγηση τραπεζικών πιστώσεων, οι οποίες χρηματοδοτούνται κατά το μεγαλύτερο μέρος από τραπεζικές προκαταβολές επί των τιμολογίων πωλήσεως που καθίστανται ληξιπρόθεσμα κατά τους δύο επόμενους μήνες, καθώς και από άμεσες καταβολές πελατών.
19 Κατά την ακρόαση, απαντώντας σε ερώτημα που έθεσε ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής, η αιτούσα διευκρίνισε ότι οι τραπεζικές προκαταβολές από τις οποίες εξαρτάται ανέρχονται σε περίπου 6,5 εκατομύρια ευρώ μηνιαίως. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, η χορήγηση τραπεζικής εγγυήσεως θα είχε ως συνέπεια το «πάγωμα» ποσού ύψους περίπου δύο εκατομυρίων ευρώ μηνιαίως, πράγμα που θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να δραστηριοποιηθεί στην αγορά με τραπεζική πίστωση περίπου 4,5 εκατομυρίων ευρώ. Η σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως θα συνεπαγόταν επομένως μεγάλη μείωση των τραπεζικών προκαταβολών που προορίζονται για τις συνήθεις δραστηριότητες της εταιρίας, πράγμα που θα την περιήγαγε σε κρίσιμη κατάσταση χωρίς δυνατότητα διεξόδου.
20 Ως προς τις μετοχές, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι το εταιρικό κεφάλαιο κατέχουν 23 μέτοχοι, όλοι τους φυσικά πρόσωπα, κανείς εκ των οποίων δεν κατέχει πάνω από δεκαπέντε επί τοις εκατό των δικαιωμάτων ψήφου. Δεν υπάρχει, συνεπώς, καμία «ένωση εταιριών» από την οποία η αιτούσα εξαρτάται αμέσως ή εμμέσως και η οποία θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για να αξιολογηθεί η ικανότητα της αιτούσας να συστήσει τραπεζική εγγύηση ή να πληρώσει το πρόστιμο.
21 Ως πρόσθετη απόδειξη των σοβαρών δυσχερειών που θα αντιμετώπιζε η αιτούσα σε περίπτωση άμεσης πληρωμής ή συστάσεως της τραπεζικής εγγυήσεως, η αιτούσα επισυνάπτει ως παράρτημα στο δικόγραφο της αιτήσεώς της ασφαλιστικών μέτρων μελέτη περί της επιδράσεως της Αποφάσεως στην εταιρία, η οποία στηρίζεται σε τρεις διαφορετικές υποθετικές περιστάσεις. Η εν λόγω μελέτη καταδεικνύει ότι, σε περίπτωση που η αιτούσα πλήρωνε το πρόστιμο ή συνέστηνε τραπεζική εγγύηση για το ζητούμενο ποσό, αυτό θα προκαλούσε ταμειακό έλλειμμα πολύ δύσκολο να καλυφθεί και θα οδηγούσε στην παύση της δραστηριότητας.
22 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι η σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως της είναι αντικειμενικώς αδύνατη ή ότι θα έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή της.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
23 Πριν ληφθεί απόφαση επί της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να προσδιοριστεί με ακρίβεια το αντικείμενο της διαδικασίας. Διότι, στην αίτησή της, η αιτούσα ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση της Αποφάσεως κατά το ότι της επιβάλλει πρόστιμο ύψους 3,58 εκατομυρίων ευρώ.
24 Είναι όμως βέβαιο ότι, στο έγγραφο κοινοποιήσεως της Αποφάσεως, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή διευκρίνισε στην αιτούσα ότι, σε περίπτωση που θα ασκούσε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, δεν θα προέβαινε σε κανένα μέτρο για την είσπραξη του προστίμου κατά την εκκρεμοδικία της υποθέσεως, εφόσον η απαίτηση γεννούσε τόκους από της εκπνοής της προθεσμίας καταβολής του προστίμου και εφόσον, το αργότερο κατά την ημερομηνία αυτή, η αιτούσα προέβαινε στη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως, αποδεκτής από την Επιτροπή και καλύπτουσας το ποσό της κύριας οφειλής πλέον τόκων και τυχόν άλλων απαιτητών προσαυξήσεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αίτηση της αιτούσας έχει στην πραγματικότητα ως μόνο αντικείμενο να επιτύχει την απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋπόθεση για τη μη άμεση είσπραξη του ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε με την Απόφαση.
25 Κατά πάγια νομολογία, το αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως με αντικείμενο την απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως, ως προϋπόθεση για τη μη άμεση είσπραξη του ποσού του προστίμου, μπορεί να γίνει δεκτό μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Μα_ου 1982, 107/82 R, AEG κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1549, σκέψη 6, και διάταξη της 23ης Μαρτίου 2001, C-7/01 P(R), FEG κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. 2559, σκέψη 44]. Πράγματι, η δυνατότητα επιβολής υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως προβλέπεται ρητώς στις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων, από τους Κανονισμούς Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, και αποτελεί γενικό και εύλογο τρόπο συμπεριφοράς της Επιτροπής.
26 Η ύπαρξη τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων μπορεί, καταρχήν, να θεωρηθεί ότι έχει αποδειχθεί όταν ο διάδικος που ζητεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση συστάσεως της αιτούμενης τραπεζικής εγγυήσεως αποδεικνύει ότι του είναι αδύνατο να συστήσει την εν λόγω εγγύηση [βλ., υπό την έννοια αυτή, τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1999, C-364/99 P(R), DSR-Senator Lines κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-8733, και την προαναφερθείσα διάταξη FEG κατά Επιτροπής] ή ότι η σύσταση της εγγυήσεως αυτής θα εξέθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή του (βλ., μεταξύ άλλων, διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Δεκεμβρίου 1994, Τ-295/94 R, Buchmann κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-1265, σκέψη 24 και της 28ης Ιουνίου 2000, Cho Yang Shipping κατά Επιτροπής, Τ-191/98 R ΙΙ, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-2551, σκέψη 43).
27 Εν προκειμένω, η αιτούσα δεν ισχυρίζεται, όπως επιβεβαιώθηκε κατά την ακρόαση, ότι της είναι αδύνατον να συστήσει τραπεζική εγγύηση. Αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι η σύσταση της εγγυήσεως αυτής δύναται να θέσει σε κίνδυνο την ύπαρξή της.
28 Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται να ερευνηθεί αν η αιτούσα απέδειξε επαρκώς ότι η σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως δύναται να θέσει σε κίνδυνο την ύπαρξή της.
29 Η αιτούσα ισχυρίζεται, συναφώς, ότι η σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των τραπεζικών πιστώσεων που της παρέχονται και που είναι απαραίτητες για τη χρηματοδότηση των τρεχουσών δραστηριοτήτων της. Ελλείψει των πιστώσεων αυτών, η εταιρία μπορεί να περιέλθει σε αναπόδραστη κρίση, η οποία θα συνεπαγόταν την παύση των δραστηριοτήτων της.
30 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αφενός, η αιτούσα δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ότι υπέβαλε αίτημα περί συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως σχετικής με το πρόστιμο και, ταυτόχρονα, περί συνεχείας των τραπεζικών προκαταβολών που προορίζονται για τις συνήθεις δραστηριότητες της εταιρίας, και, αφετέρου, ότι δεν απέδειξε ότι το εν λόγω αίτημα απορρίφθηκε λόγω των οικονομικών της δυσχερειών.
31 Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως ισχυρίστηκε η αιτούσα κατά την ακρόαση, η χορήγηση της επίδικης τραπεζικής εγγυήσεως δεν θα είχε ως αποτέλεσμα να «παγώσει» όλες τις πιστώσεις που χορηγούνται συνήθως, αλλά μόνο να μειώσει το ποσό κατά 30 % περίπου, ήτοι από 6,5 εκατομύρια ευρώ σε 4,5 εκατομύρια ευρώ. Συναφώς, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η μείωση αυτή των πιστώσεων - η οποία δεν στοιχειοθετείται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο - θα είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την παύση όλων των δραστηριοτήτων της αιτούσας και την εξαφάνισή της από την αγορά πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην κυρία δίκη.
32 Επομένως, η αιτούσα δεν απέδειξε επαρκώς ότι η σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως θα έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή της.
33 Δεδομένου ότι η αιτούσα δεν απέδειξε την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Top