Υπόθεση C-150/02 P
Streamserve Inc.
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικό σήμα – Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 – Απόλυτος λόγος απαραδέκτου – Διακριτικός χαρακτήρας – Σήματα συγκείμενα αποκλειστικώς από περιγραφικά σημεία ή ενδείξεις – Λεκτικό σήμα “Streamserve”»
Περίληψη της διατάξεως
1. Κοινοτικό σήμα – Καθορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου – Σήματα συγκείμενα αποκλειστικώς από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν για τη δήλωση των χαρακτηριστικών προϊόντος ή υπηρεσίας – Σκοπός – Ανάγκη διατηρήσεως σημείου στη διάθεση όλων
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 1, στοιχ. γ΄)
2. Αναίρεση – Λόγοι –Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτιμήσεως των υποβληθέντων στην κρίση του Πρωτοδικείου πραγματικών περιστατικών – Αποκλείεται – Σημείο του οποίου ζητείται η καταχώριση ως κοινοτικού σήματος
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)
1. Απαγορεύοντας την καταχώριση ως κοινοτικού σήματος σημείων ή ενδείξεων που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές, για τη δήλωση των χαρακτηριστικών των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία ζητείται η καταχώριση, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 επιδιώκει στόχο γενικού συμφέροντος, ο οποίος επιβάλλει να μπορούν να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους τέτοια στοιχεία ή ενδείξεις. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει να εξασφαλίζεται αποκλειστικά υπέρ μιας επιχειρήσεως η χρήση των σημείων ή ενδείξεων αυτών, λόγω της καταχωρίσεώς τους ως σημάτων.
(βλ. σκέψεις 24-25)
2. Δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, καθαυτό, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προβαίνει το Πρωτοδικείο στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσας κατά μιας αποφάσεως του τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), κατόπιν της οποίας το Πρωτοδικείο κρίνει ότι ένα σημείο του οποίο ζητείται η καταχώριση «δεν φαίνεται ασυνήθιστο στους ενδιαφερομένους καταναλωτές».
(βλ. σκέψεις 29-30)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 5ης Φεβρουαρίου 2004 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικό σήμα – Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 – Απόλυτος λόγος απαραδέκτου – Διακριτικός χαρακτήρας – Σήματα συγκείμενα αποκλειστικώς από περιγραφικά σημεία ή ενδείξεις – Λεκτικό σήμα “Streamserve”»
Στην υπόθεση C-150/02 P,
Streamserve Inc., εκπροσωπούμενη από τον J. Kääriäinen, advokat, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) της 27ης Φεβρουαρίου 2002, T-106/00, Streamserve κατά ΓΕΕΑ (Streamserve) (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-723), με αίτημα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, κατά το μέτρο που το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το δεύτερο τμήμα προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) δεν παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), με την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2002, περί μη καταχωρίσεως της λέξεως «Streamserve» ως κοινοτικού σήματος, παρά μόνον όσον αφορά τα προϊόντα που εμπίπτουν στις κατηγορίες «εγχειρίδια» και «εκδόσεις» (υπόθεση R 423/1999-2),
όπου ο έτερος διάδικος είναι το:
Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), εκπροσωπούμενο από τον E. Joly,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet (εισηγητή) και την F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Απριλίου 2002, η Streamserve Inc. (στο εξής: αναιρεσείουσα) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού EK του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 2002, T-106/00, Streamserve κατά ΓΕΕΑ (Streamserve) (Συλλογή 2002, σ. II-723, στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), με αίτημα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, κατά το μέτρο που το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το δεύτερο τμήμα προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (στο εξής: Γραφείο) δεν παρέβη, ως προς τα προϊόντα που εμπίπτουν στις λοιπές κατηγορίες πλην των κατηγοριών «εγχειρίδια» και «εκδόσεις», το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), με την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2000, περί μη καταχωρίσεως της λέξεως «Streamserve» ως κοινοτικού σήματος (υπόθεση R 423/1999‑2) (στο εξής: επίδικη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2 Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 40/94:
«Μπορεί να αποτελέσει κοινοτικό σήμα οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ιδίως λέξεις, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των προσώπων, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, το σχήμα προϊόντος ή της συσκευασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων.»
3 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:
«1. Δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση:
α) τα σημεία που δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 4·
β) τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·
γ) τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές, για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών αυτών·
[…]».
4 Κατά το άρθρο 12 του κανονισμού 40/94:
«Το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα δεν επιτρέπει στο δικαιούχο του να απαγορεύει στους τρίτους τη χρήση στις συναλλαγές:
[…]
β) ενδείξεων περί το είδος, την ποιότητα, την ποσότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, τον χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών τους·
[…]
εφόσον η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή το εμπόριο.»
Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς
5 Στις 22 Αυγούστου 1997, η Intelligent Document Systems Scandinavia AB ζήτησε από το Γραφείο την καταχώριση ως κοινοτικού σήματος της λέξεως «Streamserve» για προϊόντα των κλάσεων 9 και 16, υπό την έννοια του διακανονισμού της Νίκαιας σχετικά με τη διεθνή κατάταξη των προϊόντων και των υπηρεσιών για την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.
6 Τα προϊόντα της κλάσεως 9 για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση περιελάμβαναν τα ακόλουθα προϊόντα: «συσκευές για την εγγραφή, τη μετάδοση και την αναπαραγωγή ήχου και εικόνας· εξοπλισμός επεξεργασίας δεδομένων, που περιλαμβάνει ηλεκτρονικούς υπολογιστές, μνήμες ηλεκτρονικών υπολογιστών, οθόνες, πληκτρολόγια, επεξεργαστές, εκτυπωτές και σαρωτές· προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών αποθηκευμένα σε ταινίες, δίσκους, δισκέτες και άλλα αναγνώσιμα από τη μηχανή μέσα».
7 Τα προϊόντα τα οποία αφορούσε η αίτηση καταχωρίσεως και τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 16 ήσαν τα ακόλουθα: «καταχωρισμένα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών· εγχειρίδια· εφημερίδες και εκδόσεις παιδαγωγικό και εκπαιδευτικό υλικό».
8 Στις 18 Φεβρουαρίου 1999, τα εκ της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος δικαιώματα μεταβιβάστηκαν στην αναιρεσείουσα.
9 Ο εξεταστής του Γραφείου απέρριψε την αίτηση αυτή με απόφαση της 21ης Μαΐου 1999, κατά της οποίας η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή.
10 Το δεύτερο τμήμα προσφυγών του Γραφείου απέρριψε την προσφυγή με την επίδικη απόφαση, με το αιτιολογικό ότι το λεκτικό σήμα «Streamserve», το οποίο προέρχεται από τη σύνθεση δύο αγγλικών λέξεων, χωρίς την προσθήκη ασυνήθιστου ή ευρηματικού στοιχείου, είναι περιγραφικό μιας τεχνικής διαβιβάσεως, από έναν εξυπηρετητή, ψηφιακών δεδομένων, ώστε να είναι δυνατή η επεξεργασία τους σε διαρκή και συνεχή ροή (τεχνική αποκαλούμενη streaming), και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ορθώς ο εξεταστής έκρινε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, του κανονισμού 40/94 δεν επιτρέπει την καταχώριση της λέξεως αυτής ως κοινοτικού σήματος.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
11 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Απριλίου 2000, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει μόνον την προσφυγή με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
12 Πρώτον, με τη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 επιδιώκει στόχο γενικού συμφέροντος, ο οποίος επιβάλλει να μην εξασφαλίζεται αποκλειστικά υπέρ μιας επιχειρήσεως η χρήση των σημείων ή ενδείξεων στα οποία αναφέρεται η εν λόγω διάταξη, λόγω της καταχωρίσεώς τους ως σημάτων, αλλά να μπορούν αυτά να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους.
13 Δεύτερον, αφού επισήμανε ότι το κοινό προς το οποίο απευθύνονται τα προϊόντα της αναιρεσείουσας αποτελείται από τους μέσους αγγλόφωνους καταναλωτές, χρήστες του Διαδικτύου και ενδιαφερομένους για τις οπτικοακουστικές εφαρμογές αυτού, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τις σκέψεις 40 έως 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 πληρούνται εν προκειμένω, δηλαδή ότι υπάρχει, κατά την άποψη του κοινού αυτού, μια αρκούντως άμεση και συγκεκριμένη σχέση μεταξύ του σημείου και των προϊόντων για τα οποία ζητείται η καταχώριση.
14 Το Πρωτοδικείο έκρινε, αφενός, ότι το λεκτικό σήμα «Streamserve» αποτελείται από ένα βασικό ρήμα (serve) και από ένα ουσιαστικό (stream) και, συνεπώς, δεν φαίνεται ασυνήθιστο στους ενδιαφερομένους καταναλωτές. Αφετέρου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το λεκτικό σήμα «Streamserve» αναφέρεται σε μια τεχνική διαβιβάσεως, από έναν εξυπηρετητή, ψηφιακών δεδομένων, ώστε να είναι δυνατή η επεξεργασία τους σε διαρκή και συνεχή ροή και ότι η εν λόγω τεχνική διαβιβάσεως αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικές λειτουργίες των οικείων προϊόντων και όχι μόνον έναν από τους τομείς εφαρμογής τους.
15 Το Πρωτοδικείο συνήγαγε εντεύθεν, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι αυτό το λεκτικό σήμα μπορεί να χρησιμεύσει για να δηλώσει ένα χαρακτηριστικό της πλειονότητας των προϊόντων τα οποία αφορά η αίτηση καταχωρίσεως και ότι, συνεπώς, ως προς τα προϊόντα αυτά έπρεπε να προβληθεί κατά της εν λόγω αιτήσεως ο απόλυτος λόγος απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94.
16 Τρίτον, το Πρωτοδικείο επισήμανε, όσον αφορά τα ίδια προϊόντα, ότι η επίδικη απόφαση ελήφθη νομίμως βάσει μόνον του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 και ότι, επομένως, ο λόγος ακυρώσεως τον οποίο η αναιρεσείουσα άντλησε από το ότι η απόφαση αυτή ελήφθη κατά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού ήταν αβάσιμος και έπρεπε, συνεπώς, να απορριφθεί.
17 Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το Γραφείο δεν απέδειξε ούτε ότι το εν λόγω λεκτικό σήμα έχει περιγραφικό χαρακτήρα ούτε ότι στερείται διακριτικού χαρακτήρα για τα προϊόντα των κατηγοριών «εγχειρίδια» και «εκδόσεις». Στη συνέχεια, ακύρωσε την επίδικη απόφαση κατά το μέτρο που απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως του εν λόγω λεκτικού σήματος για τα προϊόντα των δύο αυτών κατηγοριών.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
18 Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο, αφενός, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά το μέτρο που επιβεβαίωσε την επίδικη απόφαση για τα προϊόντα που δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες «εγχειρίδια» και «εκδόσεις» και, αφετέρου, να ακυρώσει την επίδικη απόφαση. Ζητεί επίσης να καταδικασθεί το Γραφείο στα δικαστικά έξοδα.
19 Το Γραφείο ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
20 Δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως με αιτιολογημένη διάταξη.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
21 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 επιδιώκει στόχο γενικού συμφέροντος, δυνάμει του οποίου τα σημεία ή οι ενδείξεις στα οποία αναφέρεται το εν λόγω άρθρο πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους. Η κρίση αυτή του Πρωτοδικείου δεν συμβιβάζεται πλήρως με την άποψη του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs, την οποία αυτός διατύπωσε με τις προτάσεις του στην υπόθεση Baby-dry και την οποία δέχτηκε το Δικαστήριο (απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2001, C‑383/99 Ρ, Procter & Gamble κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2001, σ. Ι‑6251), ότι δηλαδή το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 δεν αποσκοπεί στην «αποτροπή της μονοπωλήσεως κοινών περιγραφικών λέξεων, αλλά μάλλον στην αποφυγή καταχωρίσεως περιγραφικών εμπορικών ονομασιών οι οποίες δεν μπορούν να προστατευθούν» (βλ. σημείο 78 των προτάσεων). Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του ένα υπερβολικά αυστηρό κριτήριο κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως.
22 Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 40/94, μπορεί να αποτελέσει κοινοτικό σήμα οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παραστάσεως, υπό την προϋπόθεση ότι το σημείο αυτό είναι ικανά να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων.
23 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 ορίζει ότι δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση τα σήματα που «αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές, για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών αυτών».
24 Έτσι, σημεία και ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές, για τη δήλωση χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας για την οποία ζητείται η καταχώριση θεωρούνται, δυνάμει του κανονισμού 40/94, ακατάλληλα, ως εκ της καθαυτό φύσεώς τους, για την εκπλήρωση της αρχικής λειτουργίας του σήματος, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας κτήσεως διακριτικού χαρακτήρα διά της χρήσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 40/94.
25 Απαγορεύοντας την καταχώριση ως κοινοτικού σήματος σημείων ή ενδείξεων που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές, για τη δήλωση των χαρακτηριστικών των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία ζητείται η καταχώριση, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 επιδιώκει στόχο γενικού συμφέροντος, ο οποίος επιβάλλει να μπορούν να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους τέτοια στοιχεία ή ενδείξεις. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει να εξασφαλίζεται αποκλειστικά υπέρ μιας επιχειρήσεως η χρήση των σημείων ή ενδείξεων αυτών, λόγω της καταχωρίσεώς τους ως σημάτων [βλ., όσον αφορά τις πανομοιότυπες διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), αποφάσεις της 4ης Μαΐου 1999, C‑108/97 και C‑109/97, Windsurfing Chiemsee, Συλλογή 1999, σ. I‑2779, σκέψη 25, και της 8ης Απριλίου 2003, C‑53/01 έως C‑55/01, Linde κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. Ι‑3161, σκέψη 73, και, όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, C‑191/01 P, ΓΕΕΑ κατά Wrigley, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή].
26 Έτσι το Πρωτοδικείο, θεωρώντας, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 επιδιώκει στόχο γενικού συμφέροντος, ο οποίος επιβάλλει να μπορούν τα προτεινόμενα σημεία ή οι προτεινόμενες ενδείξεις να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους, δεν έσφαλε ως προς τους σκοπούς των διατάξεων αυτών και προέβη, στη συνέχεια, σε ορθή ερμηνεία τους.
27 Επομένως, οι αιτιολογίες αυτές ουδόλως πάσχουν νομικό σφάλμα.
28 Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
29 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, θεώρησε ότι το λεκτικό σήμα «Streamserve» δεν φαίνεται ασυνήθιστο στους ενδιαφερομένους καταναλωτές. Κατά την αναιρεσείουσα, το λεκτικό αυτό σήμα που αποτελείται από το ρήμα serve και από το ουσιαστικό stream δεν συνίσταται αποκλειστικά σε σημεία ή ενδείξεις που δηλώνουν ένα από τα χαρακτηριστικά των οικείων προϊόντων, αλλά έχει ευρηματικό χαρακτήρα, κατά το μέτρο που δεν χρησιμοποιείται στην ειδική γλώσσα της πληροφορικής και του Διαδικτύου για να δηλώσει τα προϊόντα τα οποία αφορά η αίτηση καταχωρίσεως ή, ακόμη, ένα από τα χαρακτηριστικά τους.
30 Αφενός, υποστηρίζοντας ότι το Πρωτοδικείο, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, θεώρησε ότι το λεκτικό σήμα «Streamserve» είναι σύνηθες για το οικείο κοινό και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει τα χαρακτηριστικά των προϊόντων που αφορά η αίτηση καταχωρίσεως, στην πραγματικότητα η αναιρεσείουσα απλώς αμφισβητεί, χωρίς εξάλλου να επικαλείται κάποια πλημμέλεια συνιστάμενη στην παραποίηση των στοιχείων της δικογραφίας που υποβλήθηκε στο Πρωτοδικείο, την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία αυτό προέβη. Η εκτίμηση αυτή όμως δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, καθαυτό, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑104/00 P, DKV κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2002, σ. I‑7561, σκέψη 22).
31 Αφετέρου, το Πρωτοδικείο, συνάγοντας από το σύνολο των διαπιστώσεων στις οποίες προέβη με τις σκέψεις 44 έως 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το λεκτικό σήμα «Streamserve» μπορούσε να χρησιμεύσει για να δηλώσει, στις συναλλαγές, ένα χαρακτηριστικό της πλειονότητας των προϊόντων που αφορούσε η αίτηση καταχωρίσεως, εφάρμοσε ορθώς το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 (προπαρατεθείσα απόφαση ΓΕΕΑ κατά Wrigley, σκέψη 32).
32 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
33 Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμη και πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, που έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή το Γραφείο ζήτησε να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, η δε τελευταία ηττήθηκε, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 5 Φεβρουαρίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
R. Grass
J. N. Cunha Rodrigues
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top